1705/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Μαΐου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-1-1991 αγωγή των αρχικών διαδίκων Ε. Μ. του Γ. και Μ. Μ. και των υπολοίπων αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2478/1991 πράξη, 611/2000 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 52/2001, 3706/2003, 6254/2005 μη οριστικές, 900/2007 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 18-12-2007 αίτησή τους, επί της οποίας εκδόθηκε η 2303/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου η οποία κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επαναφέρουν προς συζήτηση οι καλούντες με την από 8-4-2011 κλήση τους.
Legislator headnote
AI generated1705/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Οι ίδιοι λόγοι αναίρεσης κατά το μέρος που αποδίδουν στο Εφετείο πλημμέλειες για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι διότι με αυτές πλήττεται ευθέως η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων, η οποία, καθεαυτή, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (άρθρο 561§1 Κ.Πολ.Δ.).
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1705 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1705/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Δημάδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Κων/νο Τσόλα και Ερωτόκριτο Καλούδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Μαΐου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων-καλούντων: 1. Α. χας Ε. Μ., 2. Σ. Μ. του Ε., 3. Γ. Μ. του Ε., κατοίκων ..., των 1, 2, 3 ως εξ αδιαθέτου συγκληρονόμων του (αρχικού διαδίκου) Ε. Μ. του Γ. 4. Α. συζ. Σ. Κ., το γένος Ι. Κ., κατοίκου ..., 5. Μ. Κ. του Γ., κατοίκου ... 6. Κ.-Φ. Κ. του Γ., κατοίκου ..., των 4, 5, 6 ως εξ αδιαθέτου συγκληρονόμων της αρχικής 4ης αναιρεσείουσας (Μ. Μ.-Κ.) 7. Ι. συζ. Ι. Δ., το γένος Γ. Μ., κατοίκου ... 8. Π. χας Π. Κ., το γένος Γ. Μ., 9. Ν. Μ. του Γ., 10. Φ. χας Π. Κ., το γένος Γ. Μ., κατοίκων ... και 11. Α. Μ. του Γ., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο. Εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αλεξάνδρα Σιούλη η οποία δήλωσε ότι ο 11ος αναιρεσείων (Α. Μ. του Γ.) απεβίωσε στις 21-5-2011 και κληρονομήθηκε από τους εξής: 1. Ι. χα Α. Μ., 2. Γ. Μ. του Α. και 3. Δ. Μ. του Α., οι οποίοι συνεχίζουν την βιαίως διακοπείσα δίκη και εκπροσωπήθηκαν από την ίδια ως άνω πληρεξούσια δικηγόρο τους Αλεξάνδρα Σιούλη.
Του αναιρεσίβλητου-καθού η κλήση: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό των Οικονομικών, που εδρεύει στην Αθήνα, το οποίο δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-1-1991 αγωγή των αρχικών διαδίκων Ε. Μ. του Γ. και Μ. Μ. και των υπολοίπων αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2478/1991 πράξη, 611/2000 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 52/2001, 3706/2003, 6254/2005 μη οριστικές, 900/2007 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 18-12-2007 αίτησή τους, επί της οποίας εκδόθηκε η 2303/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου η οποία κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επαναφέρουν προς συζήτηση οι καλούντες με την από 8-4-2011 κλήση τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Μπιχάκης ανέγνωσε την από 14-9-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 286, 287, 290 και 292 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται και με το θάνατο κάποιου διαδίκου. Επέρχεται δε η διακοπή από τη γνωστοποίηση του λόγου αυτού προς τον αντίδικο, η οποία μπορεί να γίνει με προφορική δήλωση στο ακροατήριο του πληρεξουσίου δικηγόρου του διαδίκου, στο πρόσωπο του οποίου επήλθε ο λόγος της διακοπής, από τον ίδιο δε, με ρητή ή σιωπηρή δήλωση , μπορεί να γίνει εκουσίως και η επανάληψη αυτής.
Στην προκείμενη περίπτωση όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου εμφανίσθηκε η Αλεξάνδρα Σιούλη, δικηγόρος και δήλωσε ότι ο ενδέκατος αναιρεσείων Α. Μ. απεβίωσε στις 21-5-2011 και κληρονομήθηκε από τη σύζυγό του Ι. Μ. και τα τέκνα του Γ. και Δ. Μ. οι οποίοι συνεχίζουν τη βιαίως διακοπείσα δίκη.
Όπως προκύπτει από την επικαλουμένη και προσκομιζομένη από τους συνεχίζοντας τη δίκη ως άνω κληρονόμους του αναιρεσείοντος Α. Μ. ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου Μαραθώνα (αριθμός 31/2011) ο ένατος αναιρεσείων Α. Μ. απεβίωσε στις 21-5-2011 και κληρονομήθηκε από τους συνεχίζοντες τη δίκη κληρονόμους του δηλ.
τη σύζυγό του Ι. Μ. και τα τέκνα του Γ. και Δ. Μ. (βλ. το .../2011 πιστοποιητικό εγγυτέρων συγγενών του Δημάρχου Μαραθώνα) και δεν άφησε διαθήκη (βλ. το 26721/2012 πιστοποιητικό μη δημοσίευσης διαθήκης του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών). Επομένως νόμιμα συνεχίζεται η δίκη από τους ως άνω κληρονόμους του ένατου αναιρεσείοντος.
Από τις 7.196ΣΤ/12-2-2009 και 3753Ζ' /20-5-2011 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ..., τις οποίες επικαλούνται και προσκομίζουν οι αναιρεσείοντες προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης και της από 8-4-2011 κλήσης μετά της οικείας πράξης ορισμού για την αναφερομένη στην αρχή της παρούσης και κλήση για συζήτηση επιδόθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα στο απολειπόμενο αναιρεσίβλητο και επομένως παρά την απουσία του πρέπει η συζήτηση της υπόθεσης να προχωρήσει σαν να ήταν και αυτό παρόν.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1710§1, 1846, 1193, 1195, 1198 και 1199 ΑΚ προκύπτει ότι η κληρονομική διαδοχή, είτε αυτή χωρεί εκ του νόμου (εξ αδιαθέτου ή νομίμου μοίρας), είτε εκ διαθήκης, αποτελεί παράγωγο τρόπο κτήσεως κυριότητας των κινητών και ακινήτων κληρονομιαίων πραγμάτων, η δε κυριότητα των ακινήτων της κληρονομίας, καθώς και κάθε άλλο εμπράγματο δικαίωμα επ' αυτών, μεταβαίνει στον κληρονόμο αναδρομικά από το θάνατο του κληρονομούμενου, εφόσον αυτός (κληρονόμος) αποδεχθεί με δημόσιο έγγραφο την κληρονομία και η εν λόγω αποδοχή μεταγραφεί. Κατά το άρθρο 1045 ΑΚ, εκείνος που έχει στη νομή του για μία εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία, ενώ κατά το άρθρο 1051 ΑΚ εκείνος που απέκτησε τη νομή του πράγματος με καθολική ή ειδική διαδοχή μπορεί να συνυπολογίσει το δικό του χρόνο χρησικτησίας στο χρόνο χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου του. Κατά δε το άρθρο 974 του αυτού κωδικός, όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κάτοχος) είναι νομέας του αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Άσκηση της νομής η οποία κατά το άρθρο 983 του ιδίου Κώδικος μεταβιβάζεται στους κληρονόμους του νομέως, επί ακινήτου αποτελούν εμφανείς υλικές πράξεις επ' αυτού που είναι δηλωτικές της βουλήσεως του νομέως να εξουσιάζει τούτο και οι οποίες ποικίλουν ανάλογα με τον, κατά τη βούληση του νομέως, προορισμό του πράγματος.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της. Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόσθηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις (Ολ.ΑΠ 24/1992).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε με αυτήν ως αποδειχθέντα τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: "Τα επίδικα ακίνητα βρίσκονται στη θέση "Πρελίζα" ή "Βρελίζα" της κτηματικής περιφέρειας του παλαιού χωρίου Ραπεντώσα και σήμερα του Δήμου Μαραθώνα και έχουν έκταση 22.649 τ.μ.
το υπ' αριθμ. 1 και 29.935 τ.μ. το υπ' αριθμ. 2 . Εμφαίνονται στα από 7- 5- 1990 τοπογραφικά διαγράμματα του πολιτικού υπομηχανικού Κ. Μ. με τα στοιχεία Α- Β- Γ- Δ- Ε- Ζ-Α και Α- Β- Γ- Δ- Ε- Ζ- Η- Θ- Ι- Κ - Λ και συνορεύουν το πρώτο από αυτά βόρεια σε πλευρά Α- Β μήκους 158,50μ. με υπώρειες του υψώματος -Αγριλίκι", νότια σε ελαφρώς τεθλασμένη πλευρά Γ- Λ- Ξ- Ζ συνολικού μήκους 172 μ.
με ιδιοκτησίες αγνώστων και δυτικά επί προσώπου Α- Ζ μήκους 166,50 μ. με αγροτική οδό και το δεύτερο βόρεια σε τεθλασμένη πλευρά Α- Β- Γ- Λ- Ε συνολικού μήκους 348,45μ. με υπώρειας υψώματος "Αγριλίκι", νότια σε ελαφρώς τεθλασμένη πλευρά Ζ- Η-Θ- Ι- Κ συνολικού μήκους 294,50μ. εν μέρει κατά το τμήμα ΖΗ μήκους 83,50 μ. με Κέντρο Υγείας Νέας Μάκρης και εν μέρει κατά τα τμήματα Η- Θ, Θ- Ι και I-Κ με ιδιοκτησίες αγνώστων, ανατολικά σε πλευρά Ε- Ζ μήκους 171,50μ.
με υπώρειες υψώματος "Αγριλίκι" και δυτικά σε πλευρά μήκους 55μ. με ιδιοκτησία αγνώστων. Οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι τα εν λόγω ακίνητα εμπίπτουν στο υπ' αριθμ. .../28- 4- 1863 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Χαράλαμπου Κυπριάδου που έχει νόμιμα μεταγραφεί. Με το ανωτέρω συμβόλαιο η Σ. θυγατέρα Κ. Ρ., σύζυγος Ι.
Λ., μεταβίβασε στον Α. Μ. του Γ. κατά κυριότητα "αγρούς, αμπέλια, ελαιόδενδρα ήμερα και άγρια και διάφορα άλλα αγριόδενδρα οσπίτιον και αλώνια, κείμενα εις την περιφέρειαν του χωρίου Ραπιδόσα του Δήμου Μαραθώνας Αττικής, εις διαφόρους θέσεις, γνωστάς προς τον αγοραστήν ... .
Κατόπιν επιμόνου ερωτήματος του Δικαστηρίου τούτου προς τους διορισθέντες τρεις διαδοχικά πραγματογνώμονες με τις υπ' αριθμ. 52/2001, 3706/2003 και 6250/2005 αποφάσεις του Δικαστηρίου τούτου οι δύο πρώτοι πραγματογνώμονες (Σ. Μ. και Ε. Κ.) απάντησαν ότι τα επίδικα "εμπίπτουν εντός της περιμέτρου της τότε (έτους 1863) κτηματικής περιφέρειας του χωρίου Ραπεντώσα του τότε Δήμου Μαραθώνα και επειδή διαπιστώνεται ότι ήταν καλλιεργημένοι αγροί ή δενδροκαλλιέργειες φέρονται να είναι μέρος των αγορασθέντων ακινήτων από τον προκτήτορα των εφεσίβλητων Α.
Μ. το έτος 1863" (Σ. Μ.) "εμπίπτουν εντός της περιφέρειας των ορίων του χωρίου Ραπεντώσας, όπου σύμφωνα με το υπ' αριθμ. .../1868 συμβόλαιο, όπως αναφέρθηκε και παραπάνω είναι Ανατολικά τα κτήματα της Μονής Πετράκη, Δυτικά τα κτήματα Ι. Π., Νοτίως τα κτήματα της Μονής Πεντέλης και Βορείως τα κτήματα Λ. (Ε. Κ.) ενώ ο τρίτος πραγματογνώμονας (Ν.
Α.) στην σχετική έκθεση πραγματογνωμοσύνης απάντησε ότι τα επίδικα ακίνητα "εμπίπτουν εξ ολοκλήρου στον τίτλο ιδιοκτησίας της απώτερης δικαιοπαρόχου των εναγόντων Σ. Λ. - υπ' αριθμ. .../8/4/1863 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο)", χωρίς όμως να διευκρινίζεται και πώς κατέληξε στο συμπέρασμα αυτό. Τα ανωτέρω πορίσματα ενόψει της μη ρητής αλλά ασαφούς και αόριστης κατά τα προαναφερόμενα απάντησης των 2 πρώτων πραγματογνωμόνων και της εντελώς αναιτιολόγητης απάντησης του 3ου κατά σειράν πραγματογνώμονα δεν οδηγούν στο σχηματισμό πλήρους δικανικής πεποίθησης για το κρίσιμο θέμα του αν τα επίδικα εμπίπτουν στον τίτλο του απώτερου δικαιοπαρόχου των εναγόντων και αν δηλαδή οι ενάγοντες έγιναν κύριοι των επιδίκων με τον επικαλούμενο στην αγωγή παράγωγο τρόπο κτήσης κυριότητας (κληρονομία εξ αδιαθέτου και αγορά με το .../8-4-1863 συμβόλαιο συμ/φου Αθηνών Χαράλαμπου Κυριακίδη) όπως προαναφέρθηκε.
Ενόψει αυτών και δεδομένης της παντελές αόριστης περιγραφής των πωλουμένων ακινήτων, στο ανωτέρω συμβόλαιο εφόσον οι ενάγοντες που φέρουν το βάρος της απόδειξης δεν απέδειξαν ότι τα επίδικα εμπεριέχονται στον τίτλο αυτό πρέπει να απορριφθεί η βάση της αγωγής που αφορά συγκυριότητα των εναγόντων στα επίδικα με παράγωγο τρόπο.
Περαιτέρω όσον αφορά τον επικαλούμενο δεύτερο τρόπο κτήσης της κυριότητας των επιδίκων (πρωτότυπο τρόπο με έκτακτη χρησικτησία) αποδείχθηκαν τα εξής:
Το έτος 1968 το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο προκειμένου να υλοποιήσει επί του εδάφους τα όρια του μείζονος δάσους "Ραπεντώσα" εγκατέστησε συρματοφράκτη και συμπεριέλαβε εντός της ιδιοκτησίας του (δάσος Ραπεντώσας), τα επίδικα ακίνητα. Τα επίδικα έχουν κτηματογραφηθεί από το Υπουργείο Γεωργίας και στον προσωρινό κτηματολογικό χάρτη και πίνακα έχουν αντίστοιχους αριθμούς κτηματογράφησης 115967- 0497 (το υπ' αριθ. 1 επίδικο) και 115958- 0755 (το υπ' αριθ. 2 επίδικο) και χαρακτηρίζονται ως δημόσια δασική έκταση και δημόσια έκταση- χορτολιβαδική αναδασωτέα βάσει υπ' αριθμ. 1109 και 23178 αποφάσεων Νομαρχίας Αττικής. Περαιτέρω στο υπ' αριθμ. 1 επίδικο υπάρχουν δύο λιθόκτιστα κτίρια εμβαδού 40 μ2 το καθένα που ανεγέρθηκαν από το Υπουργείο Εθνικής Άμυνας κατά τα έτη 1952- 1953 και χρησίμευαν ως χώροι διαμονής στρατιωτών και άλλων τεχνιτών που ασχολούνταν με την εξόρυξη λίθων και άλλων αδρανών υλικών από παρακείμενο λατομείο (έως το έτος 1975) για τις ανάγκες κατασκευής της αμερικανικής στρατιωτικής βάσης της Νέας Μάκρης. Στο ίδιο υπ' αριθμ. 1 επίδικο υπάρχει και γεώτρηση που κατασκευάσθηκε το έτος 1952 από το Υπουργείο Εθνικής Άμυνας.
Δεν αποδείχθηκε ότι οι δικαιοπάροχοι των εναγόντων Α. Μ. (από το έτος 1863 έως το έτος 1882) Ι. Μ. (από το έτος 1882 έως 1915) και Γ. Μ. - πατέρας των εναγόντων (από το έτος 1915 μέχρι το θάνατο του το έτος 1948) και οι ενάγοντες (από το έτος 1948 έως το έτος 1982) άσκησαν τις αναφερόμενες στην αγωγή πράξεις νομής στα επίδικα (καλλιέργεια με σιτηρά, συλλογή ελαιοκάρπου).
Οι σχετικές περί του αντίθετοι καταθέσεις των μαρτύρων των εναγόντων δεν κρίνονται πειστικές γιατί δεν έχουν άμεση αντίληψη των αναγόμενων σε προηγούμενα χρονικά διαστήματα πραγματικών περιστατικών, λόγω ηλικίας, ούτε επικαλούνται γνώση των όσων καταθέτουν με άλλο τρόπο, για άσκηση πράξεων νομής στα επίδικα από τους δικαιοπαρόχους των εναγόντων.
Όσον αφορά τις πράξεις νομής που άσκησαν οι ενάγοντες στα επίδικα από το θάνατο του πατέρα τους το έτος 1948 έως το έτος 1982, κατά την κρίση του Δικαστηρίου οι ενάγοντες κατά το διάστημα αυτό δεν άσκησαν πράξεις νομής (καλλιέργεια, συλλογή ελαιοκάρπου) ούτε καν πράξεις εποπτείας σ' αυτά, καθόσον, καμμία αντίδραση δεν εκδήλωσαν στην κατασκευή το έτος 1952 από το Υπουργείο Εθνικής Άμυνας στο υπ' αριθμ. 1 επίδικο δύο λιθόκτιστων κτιρίων και στη διαμονή σ' αυτά στρατιωτών για μεγάλο χρονικό διάστημα (έως το έτος 1975) και στην πραγματοποίηση γεώτρησης στο ίδιο επίδικο κατά το έτος 1952, γεγονότα που οπωσδήποτε υπέπεσαν στην αντίληψη των εναγόντων αφού αυτοί είναι όλοι κάτοικοι ..., πλην της τέταρτης που είναι κάτοικος ..., και επιπλέον ο πρώτος ενάγων είναι γεωργός.
Επίσης ουδόλως οι ενάγοντες αντέδρασαν στην περίφραξη των επιδίκων κατά το έτος 1962 (ή έστω κατά το έτος 1982 που ισχυρίζονται στην αγωγή ότι επισυνέβη το γεγονός αυτό) καμμία διαμαρτυρία, δικαστική ή εξώδικη ενέργεια δεν πραγματοποιήθηκε εκ μέρους τους μολονότι αναμφίβολα έλαβαν γνώση των ενεργειών του εναγομένου.
Μόλις το έτος 1990 (18 έτη από την περίφραξη των επιδίκων το έτος 1962 και 8 έτη από την περίφραξη των επιδίκων κατά το έτος 1982 επισυμβάσα κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς) και 42 έτη από το θάνατο του πατέρα των εναγόντων - κατά το έτος 1948) οι ενάγοντες αποδέχθηκαν την κληρονομιά του πατέρα τους, το έτος 1991 άσκησαν την κρινόμενη αγωγή και κατά το έτος 1993 προβαίνουν σε δικαστικές ενέργειες (αιτήσεις ασφαλιστικών μέτρων στην Εισαγγελία Πρωτοδικών και αποστολή εξώδικων σε τρίτους και στο Ελληνικό Δημόσιο).
Ενόψει αυτών οι καταθέσεις των μαρτύρων των εναγόντων περί του αντιθέτου δεν κρίνονται πειστικές για τους παραπάνω λόγους.
Εξάλλου με την υπ' αριθμ. 1896/1994 απόφαση Νομάρχη Ανατολικής Αττικής κηρύχθηκε αναδασωτέα έκταση 3.775 μ2 που εμπεριέχεται στο υπ' αριθμ. 1 επίδικο ακίνητο η οποία συνορεύει γύρωθεν με δημόσια δασική κατά την περιγραφή της στην ανωτέρω απόφαση. Με τα προηγούμενα υπ' αριθμ. 4935/1993 και 7451/1993 πρωτόκολλα διοικητικής αποβολής έχουν επισυναφθεί σχεδιαγράμματα που υπογράφει ο δασοπόνος Δ.
Μ. στα οποία οι καταληφθείσες εδαφικές εκτάσεις για τις οποίες έχουν εκδοθεί τα σχετικά πρωτόκολλα διοικητικής αποβολής απεικονίζονται στο κέντρο περίπου τετράπλευρου περιγράμματος (που απεικονίζει το υπ' αριθμ. 1 επίδικο) υπάρχει δε βέλος με την επιπλέον ένδειξη "Ιδιοκτησία κληρονόμων Μ.". Από το ανωτέρω σχεδιάγραμμα, που συνιστά εξώδικη ομολογία του εναγομένου που εκτιμάται ελεύθερα, δεν αποδεικνύεται πράγματι ότι το επίδικο με αριθμ. 1 ακίνητο ανήκει στην κυριότητα των εναγόντων.
Και τούτο διότι α) το σχεδιάγραμμα αυτό επισυνάπτεται στα πρωτόκολλα διοικητικής αποβολής τα οποία εκδόθηκαν κατόπιν αυτοψίας στο κείμενο της οποίας η καταληφθείσα έκταση εμφανίζεται ότι είναι δημόσια δασική διαφορετικά δεν θα μπορούσε να εκδοθεί πρωτόκολλο διοικητικής αποβολής (και όχι ιδιωτική των εναγόντων) και συνορεύει γύρωθεν με δημόσια δασική (και όχι ιδιωτική των εναγόντων), β) Η ένδειξη "Ιδιοκτησία κληρονόμων Μ." που έχει γραφεί μετά την επέλευση της εκκρεμοδικίας σε σχεδιάγραμμα που συνοδεύει πρωτόκολλο διοικητικής αποβολής προφανώς έχει σημειωθεί για να προσδιορίσει ότι η καταληφθείσα έκταση εμπεριέχεται (και αποτελεί τμήμα της) σε ευρύτερης έκτασης ακίνητο, το οποίο διεκδικείται από τους ενάγοντες (κληρονόμους Μ.)." Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές το Εφετείο έκρινε ότι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες δεν ήσαν κύριοι των επιδίκων ακινήτων, ακολούθως δε, αφού δέχθηκε την έφεση του αναιρεσιβλήτου και εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου που είχε κρίνει αντιθέτως, απέρριψε την αγωγή.
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού για το ουσιώδες ζήτημα της μη κτήσεως της κυριότητας από τους ενάγοντες με παράγωγο τρόπο και με πρωτότυπο τρόπο, της έκτακτης χρησικτησίας, διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 1710, 1813, 1193 1195, 1198, 1199, 1045 και 1052 ΑΚ.
Επομένως, ο πέμπτος και έκτος λόγος της κρινομένης αίτησης αναίρεσης με τους οποίους οι αναιρεσείοντες προβάλλουν κατά της προσβαλλόμενης απόφασης αιτιάσεις από το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ., ισχυριζόμενοι ότι το Εφετείο στέρησε την απόφαση του από νόμιμη βάση σε σχέση με την εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων του ΑΚ, περιλαμβάνοντας σ' αυτήν ανεπαρκείς αιτιολογίες είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Οι ίδιοι λόγοι αναίρεσης κατά το μέρος που αποδίδουν στο Εφετείο πλημμέλειες για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι διότι με αυτές πλήττεται ευθέως η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων, η οποία, καθεαυτή, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (άρθρο 561§1 Κ.Πολ.Δ.).
Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 περ. α' Κ.Πολ.Δ., που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα δηλ. αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκθέτει από ποία αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γι' αυτά.
Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ως πλημμέλεια η παραδοχή ως αληθινών των ακολούθων περιστατικών χωρίς απόδειξη στο υπ' αριθμ. 1 επίδικο υπάρχουν δύο λιθόκτιστα κτίρια, εμβαδού 40 μ2 το καθένα, που ανεγέρθηκαν από το Υπουργείο Εθνικής Άμυνας κατά τα έτη 1953-1953 και χρησίμευαν ως χώροι διαμονής στρατιωτών και άλλων τεχνιτών που ασχολούνταν με την εξόρυξη λίθων και άλλων αδρανών υλικών από παρακείμενο λατομείο (έως το έτος 1975) για τις ανάγκες κατασκευής της αμερικανικής στρατιωτικής βάσης της Νέας Μάκρης.
Στο ίδιο υπ' αριθμ. 1 επίδικο υπάρχει και γεώτρηση που κατασκευάσθηκε το έτος 1952 από το Υπουργείο Εθνικής Άμυνας ...", χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη περί αυτών και κυρίως χωρίς να εκθέτει από ποια συγκεκριμένα αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γι' αυτά. Ο λόγος αυτός αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την από το άρθρο 559 αριθ. 10 του Κ.Πολ.Δ., πλημμέλεια είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο κατέληξε στην πιο πάνω εξενεχθείσα ουσιαστική κρίση, αφού έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα κατ' είδος αναφερόμενα σ' αυτήν αποδεικτικά μέσα (καταθέσεις μαρτύρων, έγγραφα κ.λ.π.), που είχαν επικαλεσθεί και προσκομίσει οι διάδικοι.
Από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 επ. Κ.Πολ.Δ. συνάγεται ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική πεποίθηση του ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλομένων από τους διαδίκους πραγματικών περιστατικών που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς όμως να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, κατ' αντιδιαστολή προς τα λοιπά έγγραφα και εν γένει προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα τα οποία φέρονται ότι λήφθηκαν υπόψη του προς σχηματισμό της κρίσης του (Ολ.ΑΠ 111/1981 και 848/1981).
Βέβαια δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης αξίας τους, αρκεί να γίνεται αδιστάκτως βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα, οι διάδικοι.
Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει το λόγο αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔ υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, που επικαλείται ο διάδικος, ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης (Ολ.
ΑΠ 42/2002). Με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθ. 11 εδ. γ' ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι το Εφετείο που την εξέδωσε δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι αναιρεσείοντες προσκόμισαν και ειδικότερα: 1) Την από 10-02-199, τεχνική έκθεση του Αγρονόμου Τοπογράφου Μηχανικού, Α.
Σ..
2) Τον χάρτη του Γερμανού Αρχαιολόγου Ινστιτούτου του έτους 1882 ( φύλλο ΡΕΝΤΕLIKΟΝ).
3) Την υπ' αριθ. 6447/1 φωτοπινακίδα της ΓΥΣ.
4) Την υπ' αριθ. 6437/1 φωτοπινακίδα της ΓΥΣ.
5) Την υπ' αριθ.17979/1937 αεροφωτογραφία της ΓΥΣ.
6) Την υπ' αριθ. 152976/1983 αεροφωτογραφία της ΓΥΣ. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι από την προσβαλλόμενη απόφαση και ειδικότερα από την περιεχόμενη σ' αυτήν βεβαίωση ότι λήφθηκαν υπόψη τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, σε συνδυασμό με τις σκέψεις που αυτή περιέχει για τη στήριξη του αποδεικτικού της πορίσματος, δεν καταλείπεται καμιά απολύτως αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις και τα παραπάνω αναφερόμενα έγγραφα.
Ο λόγος αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 12 Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα δύναμη αποδείξεως μεγαλύτερη ή μικρότερη από εκείνη, που δεσμευτικά γι' αυτό, καθορίζει ο νόμος και δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εκτιμώντας ελεύθερα τις αποδείξεις, όπως έχει δικαίωμα από το νόμο (άρθρο 340 Κ.Πολ.Δ.) αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα που έχουν κατά νόμο την ίδια αποδεικτική δύναμη με άλλα μεγαλύτερη βαρύτητα ή αξιοπιστία από τα άλλα αυτά.
Εξ άλλου, από την παραπάνω διάταξη του άρθρου 340 Κ.Πολ.Δ., συνάγεται ότι η αξιοπιστία των μαρτύρων και η εκτίμηση των όσων καταθέτουν ανήκε στην κυριαρχική και ανέλεγκτη εξουσία του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο εκτιμώντας τις αποδείξεις, μπορεί να αποδώσει στις καταθέσεις των μαρτύρων του αναιρεσιβλήτου μεγαλύτερη βαρύτητα ως αξιοπιστία από τις καταθέσεις των μαρτύρων του αναιρεσείοντος.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθ. 12 Κ.Πολ.Δ., πλημμέλεια διότι το Εφετείο που την εξέδωσε δεν προσέδωσε στις ανωτέρω στο δεύτερο λόγο αναίρεσης αναφερόμενες αεροφωτογραφίες της Γεωγραφική Υπηρεσίας Στρατού την αυξημένη αποδεικτική δύναμη που έχουν ως δημόσια έγγραφα κατά το άρθρο 438 Κ.Πολ.Δ. Όμως από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 340, 438 και 441 Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι τα δημόσια έγγραφα αποτελούν μεν πλήρη απόδειξη έναντι πάντων ως προς όσα βεβαιώνονται από τον αρμόδιο υπάλληλο ότι έγιναν ενώπιον του ως και προς το περιεχόμενο των δικαιοπρακτικών δηλώσεων των μερών, η εκτίμηση όμως του περιεχομένου αυτών ανήκει αποκλειστικά στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο εφ' όσον από αυτά δεν προκύπτει άμεση απόδειξη για το αποδεικτέο θέμα, λαμβάνει ταύτα υπόψη προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, εφ' όσο τα ως άνω έγγραφα δεν παρείχαν άμεση απόδειξη επί του αποδεικτέου θέματος της έκτακτης χρησικτησίας έλαβε υπόψη του και εκτίμησε αυτά μαζί με τις άλλες αποδείξεις για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων και επομένως ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 559 αριθ. 20 και 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από την πρώτη από αυτές λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει σε αποδεικτικό έγγραφο περιεχόμενο διαφορετικό από εκείνο που πράγματι περιέχει και όχι όταν, από την αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, καταλήγει σε συμπέρασμα διαφορετικό από εκείνο, το οποίο θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, διότι τότε πρόκειται για αιτίαση που ανάγεται στην εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο των σχεδιαγραμμάτων που εξεπόνησε ο δασοπόνος, Δ. Μ. και επισυνάφθηκαν στα 4935/1993 και 7451/1993 πρωτόκολλα διοικητικής αποβολής. Ειδικώτερα, ενώ στα εν λόγω σχεδιαγράμματα του Δασοπόνου, Δ. Μ. υφίσταται ομολογία του Ελληνικού Δημοσίου περί της υπάρξεως ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων των αναιρεσειόντων επί των επιδίκων κτημάτων, υφισταμένου επ' αυτών βέλους με την ένδειξη "ιδιοκτησία κληρονόμων Μ.", η αναιρεσιβαλλομένη παραμόρφωσε το περιεχόμενο αυτό, κρίνοντας αυθαίρετα ότι από την ως άνω εξώδικη ομολογία του Ελληνικού Δημοσίου δεν αποδεικνύεται πράγματι ότι το επίδικο με αριθμό 1 ακίνητο ανήκει στην κυριότητα των αναιρεσειόντων. Με τέτοιο περιεχόμενο, ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι με αυτόν δεν αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση σφάλμα διαγνωστικό κατά την ανάγνωση των παραπάνω εγγράφων, το οποίο και συγκροτεί τον από το άρθρο 559 αριθ. 20 Κ.Πολ.Δ., λόγο αναιρέσεως, αλλά σφάλμα ως προς την εκτίμηση του περιεχομένου των εγγράφων, η οποία δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18.12.07 αίτηση των Α. Μ. κλπ. για αναίρεση της 900/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Ιουλίου 2012.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 29 Νοεμβρίου 2012.
Ο AΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ