Supreme Court dismisses appeal on appeal grounds regarding evidence assessment and procedural timing of seizure notice.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the Court of Thessaloniki's decision regarding property seizure. The appellants argued the lower court incorrectly accepted unproven claims that they held only possession rather than ownership of the disputed real estate. The court ruled this was a valid evidentiary assessment based on documents and testimonies, not a legal error warranting reversal. Furthermore, the court rejected the argument that the seizure notice was invalid because it was issued after a specific legislative change, noting the seizure proceedings had already commenced before the amendment took effect.
Legislator headnote
AI generatedArt. 936 para. 1 lit. a' KPolD; Art. 559 no. 10 KPolD; Art. 17 para. 2 of Law 2915/2001: An appeal based on the acceptance of unproven facts constitutes a ground for reversal only if the court accepted autonomous assertions without evidence or without stating the evidentiary basis, and procedural timing of notices must be evaluated based on the date the proceedings commenced relative to legislative amendments.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1705 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1705/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη και Δημήτριο Μαζαράκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων : 1....και 2.... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χρήστο Πάπαρη.
Των αναιρεσίβλητων: 1. Ψ1 , 2. ... και 3. ..., Οι μεν 1η και ο 2ος παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Λεωνίδα Θεοδώρου, ο δε 3ος εκπροσωπήθηκε από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο.
Μετά την εκφώνηση των ονομάτων των διαδίκων, οι οποίοι παραστάθηκαν όπως ανωτέρω σημειώνεται, ο δικηγόρος των αναιρεσειόντων ζήτησε την αναβολή της υπόθεσης. Για το ανωτέρω ζήτημα έλαβε το λόγο και ο πληρεξούσιος του αντιδίκου ο οποίος δεν συναίνεσε στο αίτημα της αναβολής. Το Δικαστήριο διασκέφτηκε και δια του Προέδρου του απέρριψε το αίτημα αναβολής και προχώρησε στη συζήτηση της υπόθεσης.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-10-2004 ανακοπή των ήδη αναιρεσειόντων που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ξάνθης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 109/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 127/2007 του Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 12-11-2007 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Δημήτριος Μαζαράκης ανέγνωσε την από 9-2-2009 έκθεση του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά το άρθρο 936 παρ. 1 περ. α' ΚΠολΔ, τρίτος έχει δικαίωμα να ασκήσει ανακοπή κατά της αναγκαστικής εκτελέσεως, αν προσβάλλεται δικαίωμά του επάνω στο αντικείμενο της εκτελέσεως, το οποίο δικαιούται να αντιτάξει σε εκείνον κατά του οποίου είχε στραφεί η εκτέλεση και ιδίως δικαίωμα εμπράγματο που αποκλείει ή περιορίζει το δικαίωμα εκείνου κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση.
Κατά την παρ. 2 του ιδίου άρθρου 936 ΚΠολΔ, η ανακοπή αυτή πρέπει να απευθύνεται κατά του επισπεύδοντος δανειστή και του καθού η εκτέλεση, μεταξύ των οποίων δημιουργείται δεσμός αναγκαστικής ομοδικίας, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 76 παρ. 1 ΚΠολΔ (βλ. ΟλΑΠ 63/1981). Με τη διάταξη αυτή παρέχεται ειδικό ένδικο βοήθημα (ανακοπή) στον τρίτο, δηλαδή σε πρόσωπο έξω από τα υποκείμενα της αναγκαστικής εκτέλεσης, προς προστασία δικαιώματός του επί του αντικειμένου της εκτέλεσης, που είναι επικρατέστερο εν όλω ή εν μέρει έναντι του επικαλουμένου δικαιώματος του καθού η εκτέλεση.
Η ανακοπή αυτή είναι δυνατόν να ασκηθεί από της επιβολής της αναγκαστικής κατασχέσεως και έως τη μεταγραφή της περιλήψεως της κατακυρωτικής εκθέσεως και της εγκαταστάσεως του υπερθεματιστή στη νομή του πλειστηριασθέντος ακινήτου. Μετά την εγκατάσταση ο τρίτος προστατεύεται μόνο με τη διεκδικητική αγωγή (1094 ΑΚ), για την οποία τάσσεται, με το άρθρο 1020 ΚΠολΔ, ως προς τα ακίνητα αποκλειστική προθεσμία πέντε ετών από τότε που μεταγράφηκε η περίληψη της κατακυρωτικής έκθεσης (ΑΠ 512/1992 ΕλΔνη 34, σελ. 1472).
Έτσι, στη διάρκεια της εκτέλεσης, δηλαδή πριν από την περάτωσή της η οποία επέρχεται με την μετά την κατακύρωση εγκατάσταση του υπερθεματιστή στο πράγμα που πλειστηριάστηκε, η προστασία του τρίτου επιτυγχάνεται είτε με την οριζόμενη στο άρθρο 936 ανακοπή τρίτου, με την οποία βάσει του δικαιώματος του τρίτου επιδιώκεται η ακύρωση της εκτέλεσης, είτε με την κατά το κοινό δίκαιο αγωγή, με την όποια όμως δεν επιτυγχάνεται η ακύρωση της επισπευδόμενης εκτέλεσης.
Μετά όμως την εγκατάσταση του υπερθεματιστή δεν ασκείται η του άρθρου 936 ανακοπή, αλλά η κατά το ουσιαστικό δίκαιο διεκδικητική αγωγή του πλειστηριασθέντος και κατακυρωθέντος πράγματος, οπότε εφαρμογή έχει το άρθρο 1020 ΚΠολΔ. Περαιτέρω, παραδεκτά σωρεύεται στο ίδιο δικόγραφο με την ανακοπή τρίτου η διεκδικητική ή η αναγνωριστική αγωγή κυριότητας κινητού ή ακινήτου που έχει εκπλειστηριαστεί, οπότε μαζί με την ανακοπή εξετάζεται και η αγωγή (ΑΠ 927/2002 Ελλ.Δνη 2003, σελ. 1273).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ., ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως αναφέρεται αποκλειστικώς στις δικονομικές ακυρότητες , ήτοι εκείνες που αποτελούν νόμιμες κυρώσεις απαγγελλόμενες για παράβαση διατάξεων οι οποίες ρυθμίζουν τη διαδικασία και κυρίως τον τύπο διαδικαστικών πράξεων.
Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τον πρώτο λόγο αναίρεσης προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτη ως εκπρόθεσμη την κατ' άρθρο 936 ΚΠολΔ από 11-10-2004 ανακοπή τους. Από τα διαδικαστικά έγγραφα του φακέλου της δικογραφίας προκύπτει ότι με την κατ' άρθρο 936 ΚΠολΔ ανακοπή τους οι ανακόπτοντες και ήδη αναιρεσείοντες ισχυρίστηκαν ότι έγιναν συγκύριοι με έκτακτη χρησικτησία δέκα οκτώ (18) αγροτικών ακινήτων, που λεπτομερώς προσδιορίζουν κατά θέση, όρια και έκταση, τα οποία νέμονται με διάνοια κυρίου για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των είκοσι ετών και ότι τα ακίνητα αυτά κατασχέθηκαν αναγκαστικά με επίσπευση του τρίτου των καθών δυνάμει της αναφερόμενης διαταγής πληρωμής που εκδόθηκε σε βάρος της πρώτης των καθών, με την ...
έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης ακινήτων του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Ξάνθης ... και στη συνέχεια εκπλειστηριάστηκαν με την ... έκθεση του συμβολαιογράφου Ξάνθης Χαράλαμπου Ξυλά και κατακυρώθηκαν στο δεύτερο των καθών με την ... κατακυρωτική έκθεση του ίδιου συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα και τέλος, ότι στις 28-9-2004 επιδόθηκε στον πρώτο ανακόπτοντα η ...
έκθεση βιαίας αποβολής και εγκατάστασης του ως άνω δικαστικού επιμελητή. Ζήτησαν δε να γίνει δεκτή η ανακοπή τους και α) να ακυρωθεί η επισπευδομένη κατά των ανωτέρω ακινήτων αναγκαστική εκτέλεση από τον τρίτο των καθών-αναιρεσιβλήτων και συγκεκριμένα οι προαναφερθείσες κατασχετήρια έκθεση, έκθεση πλειστηριασμού και κατακυρωτική έκθεση, αναγνωριζομένου ότι έχουν δικαίωμα εμπράγματο (νομή και κυριότητα), που αποκλείει το δικαίωμα εκείνου κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση, αλλά και ότι έχει αναγνωριστεί αμετακλήτως με την 314/1997 απόφαση του Εφετείου Θράκης απαγόρευση διάθεσης των ανωτέρω ακινήτων, η οποία έχει ταχθεί υπέρ αυτών και συνεπάγεται την ακυρότητα της αναγκαστικής εκτέλεσης και β) να αναγνωριστούν συγκύριοι κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας των εκπλειστριασθέντων.
Περαιτέρω, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε ότι κατά το χρόνο που ασκήθηκε η κρινόμενη ανακοπή εκ του άρθρου 936 Κ.Πολ.Δ., ήτοι στις 14-10-2004, ήδη είχε χωρήσει η μεταγραφή της περίληψης της ...κατακυρωτικής έκθεσης του συμβολαιογράφου Ξάνθης Χαράλαμπου Ξυλά, με την οποία κατακυρώθηκαν τα κατασχεθέντα ακίνητα στο δεύτερο των καθών-αναιρεσίβλητο και είχε γίνει η εγκατάσταση τού ανωτέρω υπερθεματιστή στις 15-9-2004 με την ...
έκθεση βιαίας αποβολής και εγκατάστασης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Ξάνθης ..., από την οποία προέκυπτε ότι ο ανωτέρω δικαστικός επιμελητής προέβη στην εκτέλεση της κατακυρωτικής έκθεσης, αποβάλλοντας την πρώτη των καθών-αναιρεσίβλητη και κάθε τρίτο που έλκει τα δικαιώματά του από αυτήν και εγκαθιστώντας τον δεύτερο των καθών-αναιρεσίβλητο.
Ακολούθως, το Εφετείο, με βάση τις ως άνω παραδοχές, απέρριψε την ανακοπή εκτελέσεως κατά το πρώτο της αίτημα ως εκπροθέσμως ασκηθείσα και, αφού επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε κρίνει όμοια, απέρριψε το σχετικό λόγο έφεσης. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, ορθά έκρινε ότι δεν μπορούσε να ασκηθεί στην προκείμενη περίπτωση ανακοπή του άρθρου 936 Κ.Πολ.Δ.
και δεν υπέπεσε στην εκ του άρθρου 559 αριθ. 14 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια της παρά το νόμο κηρύξεως απαραδέκτου. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, που υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 1045 ΑΚ, εκείνος που έχει στη νομή του για μια εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύριος με έκτακτη χρησικτησία, κατά δε το άρθρο 974 του ίδιου Κώδικα όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου.
Με τις διατάξεις αυτές για την κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία με τη δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή του πράγματος με καθολική ή με ειδική διαδοχή να συνυπολογήσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του κατ' άρθρο 1051 ΑΚ.
Άσκηση νομής, προκειμένου για ακίνητο, συνιστούν εμφανείς υλικές ενέργειες επάνω σ' αυτό που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 976 ΑΚ σε πράγμα που βρίσκεται στη νομή άλλου η νομή αποκτάται με παράδοση που γίνεται με τη βούληση του νομέα.
Εξάλλου, ο από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν επαρκώς από τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης τα περιστατικά που είναι αναγκαία στη συγκεκριμένη περίπτωση για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, η οποία αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με τον χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όχι δε όταν υφίστανται ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται σαφώς (Ολ.ΑΠ 1/1999, Ολ.ΑΠ 24/1992).
Δεν ιδρύεται επίσης ο λόγος αυτός αναίρεσης από την αναφορά ή μη στην επιχειρηματολογία των διαδίκων ή από την επιχειρηματολογία του δικαστηρίου. Στην προκείμενη περίπτωση από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο, αναφορικά με την σωρευθείσα αναγνωριστική αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και ειδικότερα τον αγωγικό ισχυρισμό ότι είχαν καταστεί κύριοι των επίδικων ακινήτων με έκτακτη χρησικτησία, δέχτηκε κατά την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
Ο τρίτος των καθών, προκειμένου να ικανοποιήσει την απαίτηση που είχε κατά της πρώτης, η οποία απαίτηση του επιδικάστηκε με την 86/1996 διαταγή πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης, που εκδόθηκε μετά από αίτησή του κατ' αυτής, επέσπευσε αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος της ακίνητης περιουσίας της.
Ειδικότερα δυνάμει της ...έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης ακινήτων του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Ξάνθης ..., κατασχέθηκαν με επίσπευση του τα εξής ακίνητα: 1) ένας αγρός, με αριθμό κτηματολογίου ..., συνολικής έκτασης 50.041 τ.μ., ο οποίος προήλθε από τη συνένωση των εξής ακινήτων: α) ενός αγρού, που βρίσκεται στην κτηματική περιοχή ...
και στη θέση "...", έκτασης 21.800 τ.μ., ο οποίος συνορεύει, ανατολικά με αγρούς κληρονόμων Σ10, Σ11 και Σ4, δυτικά με αγρό Σ1, βόρεια με αγρό Σ7 και νότια με αγρό Σ9, β) ενός αγρού, που βρίσκεται στη κτηματική περιοχή ..., στη θέση "...", έκτασης 27.200 τ.μ, ο οποίος συνορεύει ανατολικά με ιδιοκτησία κληρονόμων Σ10, Σ11 και Σ4, δυτικά με Σ1, βόρεια με ...
και νότια με .... Μετά δε την εφαρμογή του κτηματολογίου συνορεύει, βόρεια με το με αριθμό ...ΚΑΕΚ, ανατολικά με τους αριθμούς ..., ...ΚΑΕΚ, νότια με τους αριθμούς ..., ..., ..., ..., ...ΚΑΕΚ και δυτικά με τον αριθμό ...ΚΑΕΚ. 2) Ένα τεμάχιο, με αριθμό ΚΑΕΚ ..., συνολικής έκτασης 36.217 τ.μ., το οποίο προήλθε από την συνένωση των παρακάτω ακινήτων:
α) ενός λιβαδιού, που βρίσκεται στην κτηματική περιοχή ... στην θέση "...", έκτασης 3.500 τ.μ, που συνορεύει ανατολικά με κτήματα Σ7, δυτικά ..., βόρεια με Σ6 και νότια με δρόμο, β) ενός αγρού, που βρίσκεται στην κτηματική περιοχή ..., στην θέση "..." έκτασης 5.000 τ.μ, ο οποίος συνορεύει ανατολικά με ιδιοκτησία Σ12, δυτικά με χάνδακα, βόρεια και νότια με δρόμο, γ) ενός αγρού που βρίσκεται στην κτηματική περιοχή ...
στην θέση "...", έκτασης 3.500 τ. μ., ο οποίος συνορεύει ανατολικά με ιδιοκτησία ..., δυτικά με Σ4, βόρεια με κανάλι και νότια με Σ7, δ) ενός λιβαδιού, που βρίσκεται στην κτηματική περιοχή ..., στην θέση "...", έκτασης 11.625 τ.μ., το οποίο συνορεύει ανατολικά με ιδιοκτησία ..., δυτικά με Σ1, βόρεια με Σ6 και νότια με δρόμο, ε)ενός οικόπεδου που βρίσκεται μέσα στο χωριό..., έκτασης 3.250 τ.μ., το οποίο συνορεύει ανατολικά με ιδιοκτησία Σ9, δυτικά με δρόμο, βόρεια με ...
και νότια με Σ5. Μετά δε την εφαρμογή του κτηματολογίου συνορεύει, βόρεια με τους αριθμούς ..., ...ΚΑΕΚ, νότια με δρόμο και με αριθμό ...ΚΑΕΚ και ανατολικά με δρόμο και το αριθμό ...ΚΑΕΚ. 3) Ένα αγροτεμάχιο, με αριθμό ΚΑΕΚ ...έκτασης 35.486 τμ, το οποίο προήλθε από την συνένωση των παρακάτω, α)ενός αγρού, που βρίσκεται στην κτηματική περιοχή ...
στην θέση "...", έκτασης 11.875 τ.μ, ο οποίος συνορεύει ανατολικά με ιδιοκτησία Σ4, δυτικά και βόρεια με Σ7 και Σ1 και νότια με Σ7, β)ενός αγρού που βρίσκεται στην κτηματική περιοχή ..., στην θέση "...." έκτασης 11.875 τ.μ., ο οποίος συνορεύει ανατολικά με ιδιοκτησία Σ4 και ..., δυτικά με Σ4 και Σ9, βόρεια με ιδιοκτησία Σ1 και νότια με ιδιοκτησία Σ2, γ) ενός αγρού, που βρίσκεται στην κτηματική περιοχή ..., στην θέση "..." έκτασης 7.000 τ.
μ, ο οποίος συνορεύει ανατολικά με ιδιοκτησία ...., δυτικά με Ψ1, βόρεια με κανάλι και νότια με ιδιοκτησία ..., και μετά την εφαρμογή του κτηματολογίου συνορεύει, βόρεια με δρόμο, δυτικά με δρόμο, νότια με τα ...και ...αγροτεμάχια, ανατολικά με τα ...., ..., ..., ..., ..., ...ΚΑΕΚ. 4)Ένας αγρός, με αριθμό κτηματολογίου ανεντόπιστο, που βρίσκεται στην κτηματική περιοχή ..., στη θέση "...", έκτασης 3.500 τ.μ., ο οποίος συνορεύει ανατολικά με ρέμα, δυτικά με ιδιοκτησία ..., βόρεια με δρόμο και νότια με ιδιοκτησία .... 5)Ένας αγρός, με αριθμό κτηματολογίου ..., που βρίσκεται στην κτηματική περιοχή ..., στην θέση "....", έκτασης 2.575 τ.μ., ο οποίος συνορεύει ανατολικά δυτικά και βόρεια με κτήματα Σ7 και νότια με ιδιοκτησία Σ9. 6) Ένας αγρός με αριθμό ΚΑΕΚ ...που βρίσκεται στην κτηματική περιοχή ..., στην θέση "...", έκτασης 3.172 τ.μ., ο οποίος συνορεύει ανατολικά με το ...ΚΑΕΚ, δυτικά με δρόμο, βόρεια με δρόμο και νότια με το ...ΚΑΕΚ. 7) Ένας αγρός, με αριθμό ΚΑΕΚ ..., που βρίσκεται στην κτηματική περιοχή..., στην θέση "..." έκτασης 2.500 τ.μ., ο οποίος συνορεύει ανατολικά με χάνδακα, δυτικά με Σ8, βόρεια με Σ3 και νότια με .... 8) Ένας αγρός, με αριθμό ΚΑΕΚ ..., που βρίσκεται στην κτηματική περιοχή ..., στη θέση "...", έκτασης 3.936 τ.μ., ο οποίος συνορεύει ανατολικά με αριθμό ΚΑΕΚ ..., δυτικά με δρόμο, βόρεια με αγρόκτημα ...και νότια με αριθμό ΚΑΕΚ .... 9}Ένα λιβάδι με αριθμό ΚΑΕΚ ..., που βρίσκεται στην κτηματική περιοχή ..., στην θέση "...", έκτασης 2.555 τ.μ., το οποίο συνορεύει ανατολικά με δρόμο, δυτικά με το αριθμό ...ΚΑΕΚ, βόρεια με δρόμο και νότια με αριθμό ....ΚΑΕΚ. 10)Ένας αγρός με αριθμό ΚΑΕΚ ..., που βρίσκεται στην κτηματική περιοχή ..., το με αριθμ.
τεμ...., αναδασμού 1966, έκτασης 27.572 τ.μ., ο οποίος συνορεύει ανατολικά με ιδιοκτησία Σ8, δυτικά με Σ3, βόρεια με Σ5 και νότια με Σ12. 11) Ένας αγρός, με αριθμό ΚΑΕΚ ..., που βρίσκεται στην κτηματική περιοχή ..., στην θέση "..." έκτασης 4.000 τ.μ., ο οποίος συνορεύει ανατολικά με ιδιοκτησία ..., δυτικά με Σ4, βόρεια με Σ3 και νότια με .... 12) Ένα λιβάδι, με αριθμό ΚΑΕΚ το οποίο βρίσκεται στην κτηματική περιοχή ..., στην θέση "..." έκτασης 4.670 τ.μ, , το οποίο συνορεύει ανατολικά με το ...και ...
αγροτεμάχια, δυτικά με δρόμο, βόρεια με το ...αγροτεμάχιο και νότια με δρόμο. 13) Ένας αγρός με αριθμό ΚΑΕΚ ..., που βρίσκεται στην κτηματική περιοχή ..., στην θέση "...", έκτασης 3.250 τ.μ, , ο οποίος συνορεύει ανατολικά με δρόμο, δυτικά με δρόμο, βόρεια με ανάχωμα (κανάλι) και νότια με το ...αγροτεμάχιο. 14) Ένας αγρός, με αριθμό ΚΑΕΚ ..., που βρίσκεται στην κτηματική περιοχή ..., στην θέση "...", έκτασης 2.912 τ.μ., ο οποίος συνορεύει ανατολικά με δρόμο, δυτικά με Σ1, βόρεια με ιδιοκτησία Σ2 και νότια με ιδιοκτησία Σ5. 15) Ένα λιβάδι με αριθμό ΚΑΕΚ ..., που βρίσκεται στην κτηματική περιοχή ..., στην θέση "..." έκτασης 6.137 τ.μ., το οποίο συνορεύει ανατολικά με αποστραγγιστικό, δυτικά με αγρόκτημα ..., βόρεια με δρόμο και νότια με δρόμο. 16) Ένας αγρός με αριθμό ΚΑΕΚ ..., που βρίσκεται στην κτηματική περιοχή ...
στη θέση "..."· έκτασης 10.620 τ.μ., ο οποίος συνορεύει ανατολικά με δρόμο, δυτικά με δρόμο, βόρεια με το 3 αγροτεμάχιο και νότια με 6 και 5 αγροτεμάχια. 17) Ένα αγροτεμάχιο, με αριθμό ΚΑΕΚ ..., που βρίσκεται στην κτηματική περιοχή ..., στην θέση "..." έκτασης 4750 τ.μ., το οποίο συνορεύει βόρεια με αποστραγγιστικό δρόμο, δυτικά με αποστραγγιστικό δρόμο, ανατολικά με ...ΚΑΕΚ και νότια με ...ΚΑΕΚ.
Και 18) Ένα λιβάδι, με αριθμό ΚΑΕΚ ...που βρίσκεται στην Κοινότητα ..., στην θέση "...", εκτάσεως 29.400 τ.μ, το οποίο συνορεύει βόρεια με αριθμό ...ΚΑΕΚ και δρόμο, δυτικά με ... και ...ΚΑΕΚ, ανατολικά με ...και ...και ...ΚΑΕΚ και νότια με ...ΚΑΕΚ. Στη συνέχεια, τα ακίνητα αυτά, με επίσπευση του τρίτου των εναγομένων εκπλειστηριάστηκαν με την ...
έκθεση συμβολαιογράφου Ξάνθης Χαράλαμπου Ξύλα και τέλος, κατακυρώθηκαν στο δεύτερο των εναγομένων με την ....κατακυρωτική έκθεση του ίδιου συμβολαιογράφου που μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ξάνθης στον τόμο ...με αριθμό .... Ακολούθως, με την ... έκθεση βιαίας αποβολής και εγκατάστασης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Ξάνθης ..., αποβλήθηκε βιαίως από αυτά η πρώτη των τότε καθών και κάθε τρίτος που έλκει δικαιώματα από αυτήν και εγκαταστάθηκε ο δεύτερος των εναγομένων γιος της.
Περαιτέρω, αποδείχτηκε ότι δυνάμει του....προσυμφώνου συμβολαίου της συμβολαιογράφου Καβάλας Γεωργίας Ζαχαριάδου, η πρώτη των εναγομένων Ψ1, ανέλαβε την υποχρέωση να πωλήσει και μεταβιβάσει στους ενάγοντες, κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή και κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου στον καθένα τα ανωτέρω ακίνητα.
Ως τίμημα πώλησης των εν λόγω αγροτεμαχίων συμφωνήθηκε και ορίσθηκε μεταξύ των συμβαλλομένων το ποσό των οκτώ εκατομμυρίων (8.000.000) δραχμών εκ των οποίων καταβλήθηκε στην πωλήτρια σε μετρητά το ποσό των δύο εκατομμυρίων διακοσίων χιλιάδων (2.200.000) δραχμών κατά την υπογραφή του προσυμφώνου συμβολαίου και ενώπιον της ως άνω συμβολαιογράφου Καβάλας, το δε υπόλοιπο του τιμήματος ύψους πέντε εκατομμυρίων οχτακοσίων χιλιάδων (5.800.000) δραχμών, οι ενάγοντες ανέλαβαν την υποχρέωση και δέχθηκε η πρώτη των εναγομένων να το καταβάλουν είτε σ'αυτήν κατά την υπογραφή του οριστικού συμβολαίου, είτε δια της καταθέσεως επ' ονόματί της και για λογαριασμό της σε οποιαδήποτε Τράπεζα με την προϋπόθεση όμως ότι θα έχουν εξαλειφθεί οι υφιστάμενες επί των πωληθέντων ακινήτων υποθήκες.
Σύμφωνα με τον δεύτερο όρο του προσυμφώνου, το οριστικό συμβόλαιο της πώλησης θα υπογραφόταν εντός μηνός από την εξάλειψη των εγγεγραμμένων σε βάρος των επιδίκων αγροτεμαχίων υποθηκών, υπέρ ΕΤΒΑ και της Αγροτικής Τράπεζας ή οιουδήποτε άλλου βάρους και σε πρώτη ζήτηση των εναγόντων, υπό τον όρο ότι αυτοί θα εξοφλούσαν το οφειλόμενο τίμημα εντός της ως άνω προθεσμίας του ενός μηνός.
Στη συνέχεια με τον όρο 4 του ανωτέρω προσυμφώνου συμβολαίου η πωλήτρια και πρώτη των εναγομένων παρέδωσε στους ενάγοντες την κατοχή και χρήση και γενικά την εκμετάλλευση των ως άνω ακινήτων, επιτρέποντας μάλιστα να αναγείρουν επ' αυτών με δικές τους δαπάνες κτίσματα που θα τα ενέκρινε η ίδια, και να τα καλλιεργούν με οποιοδήποτε πρόσκαιρη ή μόνιμη φύτευση και με δένδρα οπωροφόρα ή μη, δηλώνοντας μάλιστα ότι δεν έχει καμία απαίτηση από αυτούς, για την απόληψη των φυσικών ή νομικών καρπών που θα προκύψουν από τις παραπάνω αιτίες.
Με τον 5° όρο του συμβολαίου συμφωνήθηκε ακόμη ότι εάν από μεταμέλεια δεν προσέλθει για τη σύνταξη του οριστικού συμβολαίου η πωλήτρια, υποχρεούται να επιστρέψει στους αγοραστές λόγω ποινικής ρήτρας εις διπλούν το ποσό των 2.200.000 δραχμών που της καταβλήθηκε και να τους αποζημιώσει για κάθε ζημία που θα υποστούν από την μη υπογραφή του οριστικού συμβολαίου, χωρίς αυτό να την απαλλάσσει από την υποχρέωση της προς μεταβίβαση των προπωλουμένων ακινήτων, την οποία είχαν το δικαίωμα να επιδιώξουν δικαστικώς οι ενάγοντες, σύμφωνα με το άρθρο 946 Κ.Πολ.Δ.
Ακόμη, συμφωνήθηκε ότι αν οι ενάγοντες - αγοραστές από μεταμέλεια αρνηθούν να υπογράψουν το οριστικό της πώλησης συμβόλαιο θα απωλέσουν το ανωτέρω τίμημα των 2.200.000 δραχμών. Τέλος με τον 6ο όρο του συμβολαίου η πρώτη εναγομένη - πωλήτρια παρέσχε την εντολή και πληρεξουσιότητα στους ενάγοντες - αγοραστές, ακόμη και στην περίπτωση που θα αποβιώσει, να υπογράψουν μόνοι τους το οριστικό της πώλησης συμβόλαιο, υπό τον όρο ότι θα έχουν εξοφλήσει το υπόλοιπο τίμημα των 5.800.000 δραχμών.
Στη συνέχεια, από 1-10-1984, σε εκτέλεση του 4ου όρο του ως άνω προσυμφώνου συμβολαίου, η πωλήτρια παρέδωσε στους αγοραστές την κατοχή, χρήση και εκμετάλλευση των επίδικων αγροτεμαχίων. Οι τελευταίοι αφού τα παρέλαβαν, τα κατείχαν και τα εκμεταλλεύονταν, εκμισθώνοντας τα στο μάρτυρα τους Κ1, μέχρι της βιαίας αποβολής τους από αυτά το Σεπτέμβριο του 2004, με σκοπό να εξοφλήσουν το τίμημα τους και να καταρτίσουν το οριστικό της πώλησης τους συμβόλαιο, έστω και με αυτοσύμβαση, κατά τα ανωτέρω συμφωνηθέντα.
Μάλιστα, το έτος 1997 ο πρώτος ενάγων δήλωσε, στη θέση των σημειώσεων του φορολογουμένου της δήλωσης στοιχείων ακινήτων Ε9, προς την Α' Δ.Ο.Υ. ..., ότι έχει αποκτήσει με προσύμφωνο συμβόλαιο 254 στρέμματα (ήτοι τα επίδικα ακίνητα), στην περιοχή της Κοινότητας.... Περαιτέρω, οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι έναντι του υπολοίπου τιμήματος των 5.800.000 δραχμών κατέβαλλαν στην πωλήτρια:
α) στις 26-3-1984, το ποσό των 200.000 δραχμών με την ...τραπεζική επιταγή από τον λογαριασμό τους στην Εθνική Τράπεζα, β) στις 4-4-1984, το ποσό των 300.000 δραχμ. με την ...τραπεζική επιταγή, γ) στις 11-4-1984, το ποσό των 100.000 δραχμ. με την ...τραπεζική επιταγή της ίδιας Τράπεζας και δ) στις 1-6-1984 το ποσό των 250.000 δραχμών. Ο ισχυρισμός τους αυτός, τον οποίο αρνείται η πρώτη εναγομένη, είναι απορριπτέος ως αναπόδεικτος διότι δεν προσκομίζουν τα παραστατικά των ανωτέρω καταβολών.
Συνεπώς, μέχρι και τη βιαία αποβολή τους οι ενάγοντες, αν και εκμίσθωναν τα επίδικα ακίνητα εισπράττοντας ετήσιο μίσθωμα τουλάχιστον 250.000 δραχμών, δεν κατέβαλαν κάποιο ποσό στην πωλήτρια προς εξόφληση του εναπομείναντος τιμήματος των επιδίκων ύψους 5.800.000 δραχμών. Για το λόγο αυτό, η τελευταία κατέθεσε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης, την από 1-5-1995 διεκδικητική αγωγή της, με την οποία ζητούσε:
α) να αναγνωρισθεί κυρία και να υποχρεωθούν οι ενάγοντες να τις αποδώσουν τα επίδικα ακίνητα, τα οποία, όπως προαναφέρθηκε, είχε υποσχεθεί να τους πωλήσει με το ανωτέρω προσύμφωνο συμβόλαιο και τους είχε παραδώσει την κατοχή και χρήση από 1-10-1984 και β) να υποχρεωθούν επίσης να της καταβάλουν το ποσό των 17.760.000 δραχμών ως αποζημίωση χρήσης των επίδικων ακινήτων για την τελευταία πενταετία.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 144/1995 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης, με την οποία η πρώτη των εναγομένων αναγνωρίστηκε κυρία των επιδίκων, ενώ έγινε δεκτό ότι οι ενάγοντες κατείχαν νόμιμα τα επίδικα ακίνητα και απορρίφθηκε η πιο πάνω αγωγή αποζημίωσης ως μη νόμιμη. Κατά της προαναφερθείσας 144/1995 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης, η πρώτη εναγομένη άσκησε την από 23-10-1995 έφεσή της και τους από 20-3-1996 πρόσθετους λόγους αυτής, ζητώντας την εξαφάνισή της, κατά την απορριπτική της διάταξη, και την αποδοχή και της αγωγής αποζημίωσης.
Επ' αυτών εκδόθηκε η 314/1997 οριστική απόφαση του Εφετείου Θράκης, με την οποία απορρίφθηκε στην ουσία της η ανωτέρω έφεση και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής. Επομένως, στη δίκη εκείνη κρίθηκε τελεσίδικα ότι κυρία των επιδίκων είναι η πρώτη των εναγομένων. Μετά ταύτα, οι ενάγοντες παρέμειναν στην κατοχή και χρήση των επιδίκων, που συνέχισαν να εκμισθώνουν στο Κ1 από τον οποίο και εισέπρατταν τα μισθώματα, μέχρι την 15-9-2004, οπότε και αποβλήθηκαν βιαίως από αυτά και εγκαταστάθηκε ο δεύτερος των εναγομένων, ο οποίος και απέκτησε τη νομή τους.
Κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα, από την παράδοση της κατοχής και χρήσης των επιδίκων ακινήτων (1-10-1984), μέχρι τη βίαια αποβολή τους από αυτά (15-9-2004), οι ενάγοντες είχαν στην κατοχή, χρήση και εκμετάλλευσή τους τα επίδικα ακίνητα για χρονικό διάστημα μικρότερο των είκοσι (20) ετών κατά 15 ημέρες, και όχι μεγαλύτερο όπως αβάσιμα ισχυρίζονται με την υπό κρίση αγωγή τους.
Περαιτέρω, συνεχίζει το Εφετείο, αποδείχτηκε ότι, καθόλο το ανωτέρω χρονικό διάστημα, αυτοί κατείχαν τα επίδικο ακίνητα, δυνάμει του προαναφερθέντος προσυμφώνου συμβολαίου, με σκοπό να αποκτήσουν την κυριότητά τους, η οποία θα τους μεταβιβάζονταν με την κατάρτιση της σύμβασης πώλησής τους με οριστικό συμβόλαιο, έστω και με αυτοσύμβαση, και όχι με διάνοια κυρίου, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι ίδιοι με την υπό κρίση αγωγή τους.
Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές το Εφετείο δέχτηκε ότι οι ενάγοντες-αναιρεσείοντες απέκτησαν μόνο φυσική εξουσία πάνω στα επίδικα (συγκατοχή), χωρίς ποτέ να ασκήσουν την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου ώστε να γίνουν και συννομείς τους και μάλιστα για χρονικό διάστημα μικρότερο της εικοσαετίας και έτσι δεν έγιναν συγκύριοι αυτών με έκτακτη χρησικτησία.
Κατόπιν τούτων το Εφετείο απέρριψε την αγωγή, επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε κρίνει όμοια, και απέρριψε την έφεση. Έτσι που έκρινε το Εφετείο αφενός δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 974, 976, 981, 1045 και 1046 ΑΚ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, και δεν στέρησε τέλος την απόφασή του νόμιμης βάσης, διότι διέλαβε σ' αυτή πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς τα ουσιώδη ζητήματα ότι η πρώτη εναγόμενη-αναιρεσίβλητη είχε παραδώσει στους ενάγοντες μόνο την κατοχή και χρήση των ακινήτων και όχι και τη νομή, ότι στις 15-9-2004 οι ενάγοντες αποβλήθηκαν βιαίως από αυτά και εγκαταστάθηκε ο δεύτερος εναγόμενος-αναιρεσίβλητος, ο οποίος απέκτησε τη νομή τους και ότι οι ενάγοντες δεν έγιναν συγκύριοι των επιδίκων με έκτακτη χρησικτησία, οι οποίες αιτιολογίες επιτρέπουν τον έλεγχο της ορθής εφαρμογής των ως άνω ουσιαστικών διατάξεων, που εφάρμοσε.
Επομένως, ο έκτος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 1048 ΑΚ, η χρησικτησία διακόπτεται με την απώλεια της νομής. Η διακοπή λογίζεται ότι δεν επήλθε, αν αυτός που έχασε τη νομή, την ανέκτησε μέσα σε ένα έτος ή αργότερα, αλλά με αγωγή που ασκήθηκε μέσα στο έτος.
Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 1049 ίδιου Κώδικα η χρησικτησία διακόπτεται με την έγερση της διεκδικητικής αγωγής. Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι ορισμένα γεγονότα που προβλέπονται περιοριστικά από το νόμο επιφέρουν διακοπή της χρησικτησίας, με συνέπεια ο χρόνος που διανύθηκε μέχρις αυτής (διακοπή) να μην υπολογίζεται πλέον.
Σ' αυτά τα γεγονότα συγκαταλέγεται η απώλεια της νομής, που επέρχεται όταν ο νομέας διαζευτικά ή συμπλεκτικά είτε παύσει εκούσια ή ακούσια να ασκεί την φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα, είτε παύσει να έχει τη διάνοια κυρίου, δηλαδή τη θέληση να εξουσιάζει το πράγμα σαν δικό του. Η διακοπή της χρησικτησίας, λόγω απώλειας της νομής, είναι κατ' αρχήν οριστική και επομένως δεν ανατρέπεται και αν ο νομέας που απώλεσε τη νομή την επανακτήσει βραδύτερα.
Ο κανόνας αυτός, που διατυπώνεται στο πρώτο εδάφιο του άρθρου 1048 ΑΚ, δεν ισχύει αν συντρέχει μία από τις δύο εξαιρετικές περιπτώσεις που διατυπώνονται στο δεύτερο εδάφιο του ίδιου άρθρου. Ειδικότερα, η απώλεια της νομής δεν επιφέρει διακοπή της χρησικτησίας, που κατά την διατύπωση του νόμου "λογίζεται ότι δεν επήλθε", αν ο χρησιδεσπόζων , που απώλεσε καθ' οιονδήποτε τρόπο ακούσια και χωρίς τη θέλησή του την φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα, την ανέκτησε, αδιάφορο με ποιόν τρόπο, μέσα σε ένα έτος από την απώλειά της.
Αντίθετα, σε περίπτωση εκουσίας απωλείας της διανοίας κυρίου εκ μέρους του χρησιδεσπόζοντος, που συνιστά παραίτηση από τη νομή, η διακοπή της χρησικτησίας είναι οριστική και με την ανάκτηση της νομής αρχίζει νέα χρησικτησία (ΑΠ 1056/1996). Εξάλλου, ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδάφ. α' ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου.
Στην περίπτωση δε που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός του άρθρου 559 αριθ. 1 α' ΚΠολΔ, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.ΑΠ 4/2005).
Στην προκείμενη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με τον έβδομο λόγο αναίρεσης προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από την ως άνω διάταξη πλημμέλεια ότι το Εφετείο παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 981, 1048 και 1049 ΑΚ, διότι δέχτηκε "ότι και αν ακόμη αυτοί νεμήθηκαν τα επίδικα ακίνητα δεν κατέστησαν κύριοι αυτών με έκτακτη χρησικτησία, καθόσον από τις 1-10-1984 που τους παραδόθηκαν τα ακίνητα έως τις 15-9-2004, οπότε συντάχθηκε η προαναφερόμενη έκθεση αποβολής και εγκατάστασης, με την οποία αποβλήθηκαν από αυτά, δεν συμπληρώθηκε η εικοσαετία", καίτοι η χρησικτησία διακόπτεται μόνο στις περιπτώσεις απώλειας της νομής και εγέρσεως διεκδικητικής αγωγής, ενώ δεν διακόπτεται στις περιπτώσεις μεταγραφής κατακυρωτικής εκθέσεως ή μεταγραφής ή συντάξεως εκθέσεως αποβολής και εγκατάστασης, παρά μόνο αν υπήρξε πραγματική αποβολή και πραγματική εγκατάσταση, δηλαδή πραγματική απώλεια της νομής.
Ο εξεταζόμενος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, διότι το Εφετείο δεν δέχτηκε ότι οι ενάγοντες αναιρεσείοντες νεμήθηκαν τα ακίνητα με διάνοια κυρίου, αλλά ότι κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα είχαν αυτά μόνο στη κατοχή, χρήση και εκμετάλλευσή τους.
Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 321, 322, 324 και 325 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι δεδικασμένο από τελεσίδικη δικαστική απόφαση υπάρχει όταν στη νέα δίκη πρόκειται να κριθεί το ίδιο δικαίωμα ή η ίδια έννομη σχέση, μεταξύ των ίδιων προσώπων και με την ίδια ιδιότητα αυτών και εφόσον πρόκειται για το ίδιο αντικείμενο και για την ίδια ιστορική και νομική αιτία.
Εξάλλου ο από το άρθρο 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Είναι δε πράγμα τα κατά την έννοια της εν λόγω διάταξης οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασης τους θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, ή οι λόγοι έφεσης ή αντέφεσης που περιέχουν παράπονο κατά της πρωτοβάθμιας κρίσης (ΟλΑΠ 25/2003).
Επομένως, ο παραπάνω λόγος αναίρεσης δεν στοιχειοθετείται αν ο ισχυρισμός που δεν έλαβε υπόψη το δικαστήριο ήταν επουσιώδης, δηλαδή δεν έχει καμιά επίδραση στο διατακτικό της απόφασης, ως τέτοιος δε θεωρείται ο μη νόμιμος, ο αόριστος ή ο αλυσιτελής (ΑΠ 596/2008). Επίσης, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, έστω και αν η απόρριψή του δεν είναι ρητή, αλλά συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης (Ολ.
ΑΠ 11/1996). Στην προκείμενη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με τους συναφείς δεύτερο και τρίτο λόγους αναίρεσης προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση τις από τους αριθμούς 16 και 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ουσιώδη ισχυρισμό τους ότι με τις 144/1995 και 314/1997 αποφάσεις του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης και του Εφετείου Θράκης αντίστοιχα, οι οποίες εκδόθηκαν επί διεκδικητικής αγωγής της ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης περί των ιδίων ακινήτων κατ' αυτών, κρίθηκε αμετάκλητα πλέον ότι με το προαναφερόμενο προσύμφωνο παραδόθηκε σ' αυτούς η νομή και όχι η απλή κατοχή των επιδίκων, και ότι το Εφετείο δέχτηκε το αντίθετο από αυτό που με ισχύ δεδικασμένου ήδη είχε κριθεί, αφού δέχτηκε ότι με το προσύμφωνο αυτό τους παραδόθηκε μόνο η κατοχή και όχι η νομή των επίδικων ακινήτων.
Όμως, από την προσβαλλόμενη απόφαση, όπως το περιεχόμενό της αναλυτικά ανωτέρω εκτέθηκε στη δεύτερη σκέψη της παρούσας απόφασης, το Εφετείο δέχτηκε ειδικότερα ότι κατά το χρονικό διάστημα από την παράδοση στους ενάγοντες της κατοχής και χρήσης των επίδικων ακινήτων στις 1-10-1984 έως τη βιαία αποβολή τους από αυτά στις 15-9-2004, οι ενάγοντες είχαν στην κατοχή, χρήση και εκμετάλλευσή τους τα επίδικα ακίνητα για χρονικό διάστημα μικρότερο των είκοσι (20) ετών κατά 15 ημέρες, και συνακόλουθα δεν συμπλήρωσαν εικοσαετία στη νομή των επίδικων ακινήτων και δεν κατέστησαν συγκύριοι αυτών με έκτακτη χρησικτησία.
Επομένως, οι εξεταζόμενοι λόγοι αναίρεσης, σύμφωνα και με τα εκτεθέντα ανωτέρω στη μείζονα σκέψη, είναι απορριπτέοι προεχόντως ως αλυσιτελείς.
Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως και 340 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που με επίκληση προσκομίστηκαν από τους διαδίκους, ήτοι αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.) που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο (Ολ.
ΑΠ 42/2002). Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν ιδρύεται, όταν η παράλειψη του δικαστηρίου αφορά στη μη αξιολόγηση συγκεκριμένων αποδεικτικών μέσων, που έλαβε υπόψη, σε συνδυασμό με τα άλλα ληφθέντα υπόψη αποδεικτικά μέσα ή αν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, διότι με την αιτίαση αυτή πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Στην προκείμενη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με τον τέταρτο, κατά το πρώτο μέρος του, λόγο αναίρεσης προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα έγγραφα, τα οποία νομίμως με επίκληση προσκόμισαν, προς απόδειξη του ισχυρισμού τους ότι με διάνοια κυρίου νέμονταν τα επίδικα και δεν είχαν απλώς την κατοχή τους και ότι έτσι κατέστησαν συγκύριοι των επιδίκων ακινήτων με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, :
α) την 144/1995 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης, β) την 314/1997 απόφαση του Εφετείου Θράκης και γ) το ...προσύμφωνο της συμβολαιογράφου Καβάλας Γεωργίας Κυράζογλου. Από την περιεχόμενη όμως στην προσβαλλόμενη απόφαση ρητή διαβεβαίωση του Εφετείου ότι έλαβε υπόψη "και όλα τα έγγραφα που προσκομίζουν με επίκληση οι διάδικοι", καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα έλαβε υπόψη του και τα ανωτέρω έγγραφα, τα οποία μάλιστα ρητά μνημόνευσε.
Επομένως, ο εξεταζόμενος λόγος αναίρεσης, που υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Επειδή, ο από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της αποδόσεως από το δικαστήριο σε αποδεικτικό, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.
Δεν περιλαμβάνει όμως και την περίπτωση που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένως, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (Ολ.
ΑΠ 1/1999, ΑΠ 194/2005). Στην προκείμενη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του, προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από την ως άνω διάταξη πλημμέλεια της παραμόρφωσης του περιεχομένου των προσκομισθέντων από αυτούς εγγράφων προς απόδειξη του ισχυρισμού τους ότι αυτοί νέμονταν με διάνοια κυρίου τα επίδικα και δεν είχαν απλώς την κατοχή τους και ότι έτσι κατέστησαν συγκύριοι τούτων με έκτακτη χρησικτησία, ήτοι:
α) της 144/1995 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης, β) της 314/1997 απόφασης του Εφετείου Θράκης και γ) του ... προσυμφώνου της συμβολαιογράφου Καβάλας Γεωργίας Κυράζογλου. Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι η παραδοχή του Εφετείου, ότι οι ενάγοντες-αναιρεσίβλητοι απέκτησαν μόνο φυσική εξουσία πάνω στα επίδικα ακίνητα, χωρίς ποτέ να ασκήσουν την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου ώστε να γίνουν και συννομείς και έτσι δεν έγιναν συγκύριοι με έκτακτη χρησικτησία, δεν οφείλεται σε διαγνωστικό λάθος, αλλά αποτελεί εκτίμηση του περιεχομένου των ανωτέρω εγγράφων, η οποία, όμως, κατά τα προεκτιθέμενα, δεν ιδρύει τον παρόντα λόγο αναιρέσεως.
Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, όπως ισχύει από 1-1-2002 μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 17 παρ. 2 του ν. 2915/2001, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Κατά την έννοια της ως άνω διάταξης ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη γι' αυτά (ΑΠ 1038/2008).
Στην προκείμενη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με τον πέμπτο και τελευταίο εξεταζόμενο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο τμήμα του, προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι το Εφετείο δέχθηκε ως αληθινό χωρίς απόδειξη ότι εξ αρχής παραδόθηκε σ' αυτούς μόνο η κατοχή και όχι η νομή των επίδικων ακινήτων και ότι στη συνέχεια ασκούσαν μόνο διακατοχικές πράξεις χρήσης και εκμετάλλευσης αυτών και όχι πράξεις με διάνοια κυρίου.
Από την προσβαλλόμενη, όμως, απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του αυτό πόρισμα ύστερα από εκτίμηση αποδείξεων και δη εγγράφων και καταθέσεων μαρτύρων που εξετάστηκαν ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου. Επομένως, ο εξεταζόμενος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο τμήμα του, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση ότι το Εφετείο κατέληξε στο αναφερόμενο πιο πάνω αποδεικτικό του πόρισμα, σχετικά με τον ισχυρισμό τους ότι νέμονταν με διάνοια κυρίου τα επίδικα επί μία εικοσαετία και δεν είχαν απλώς την κατοχή τους και ότι έτσι κατέστησαν συγκύριοι τούτων με έκτακτη χρησικτησία, χωρίς να διατάξει αποδείξεις γι' αυτά, είναι απαράδεκτος, διότι η ένδικη από 11-10-2004 ανακοπή με την σωρευόμενη αναγνωριστική αγωγή συζητήθηκε το πρώτον ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου στις 31-1-2005, οπότε μετά την ως άνω τροποποίηση της διάταξης του αριθμού 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, δεν ιδρύεται ο προβαλλόμενος λόγος αναίρεσης.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να καταδικαστoύν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12-11-2007 αίτηση των 1) ... και 2) ...για αναίρεση της 127/2007 αποφάσεως του Εφετείου Θράκης.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων διακοσίων (1.200) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Ιουνίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Ιουλίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ