Supreme Court remands labor dispute case for retrial due to appellate court's failure to examine secondary legal basis.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed the appeal against the Athens Court of Appeal's decision in a labor dispute involving hospital technicians. The appellants argued that the lower court erred by rejecting their claim based on collective agreements while ignoring a secondary legal basis regarding the application of these agreements. The court held that the appellate court was obligated to examine this secondary basis without a specific complaint because the first-instance court had omitted it due to the rejection of the primary claim. Consequently, the decision was annulled and the case remanded for retrial before a different panel.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(8) and 580(3) of the Code of Civil Procedure; When an appellate court rejects a claim on its primary basis after admitting the appeal, it must examine secondary bases without specific complaint if the first-instance court omitted them due to the rejection of the primary basis.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1705 / 2007 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1705/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1΄ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος του Αντιπροέδρου), Χρήστο Αλεξόπουλο, Ειρήνη Αθανασίου, Σπυρίδωνα Ζιάκα και Αλέξανδρο Νικάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Μαϊου 2007, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) ......, 2) .... και 3) ......, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ανδρέα Λαμπρόπουλο. Του αναιρεσιβλήτου: Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Γενικό Νοσοκομείο Αθηνών Ο ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ", αποκεντρωμένης μονάδος του Α΄ Πε.Σ.Υ. Αττικής, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Σταθαρά βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 § 2 Κ.Πολ.Δ., ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-12-2000 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1083/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 7924/2003 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 17-2-2005 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Εμμανουήλ Καλούδης, διάβασε την από 1-9-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει εν μέρει δεκτός ο τρίτος και να απορριφθούν οι λοιποί λόγοι της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, με τη διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ που ορίζει ότι για τη σύσταση ή αλλοίωση ενοχής με δικαιοπραξία, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά απαιτείται σύμβαση, καθιερώνεται στο ενοχικό και κατ' ακολουθίαν στο εργατικό δίκαιο, ως απόρροια του δόγματος της αυτονομίας της βουλήσεως, η αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων δυνάμει της οποίας οι συμβαλλόμενοι έχουν πλήρη ελευθερία προς κατάρτιση οποιασδήποτε δικαιοπραξίας με οποιαδήποτε μορφή και με οποιοδήποτε περιεχόμενο, αρκεί τούτο να μην απαγορεύεται από το νόμο και να μην αντιβαίνει στα χρηστά ήθη.
Εξάλλου, από τη γενική αρχή της προστασίας των εργαζομένων που διαπνέει το εργατικό δίκαιο συνάγεται ότι η αρχή της εύνοιας υπέρ των τελευταίων δεν εφαρμόζεται μόνο στη σχέση συλλογικής σύμβασης εργασίας και ατομικής σύμβασης, αλλά και στη σχέση περισσοτέρων πηγών (νόμου, συλλογικής σύμβασης εργασίας, κανονισμού, ατομικής σύμβασης) διαφορετικής ιεραρχικής βαθμίδας που ρυθμίζουν την εργασιακή σχέση.
Σύμφωνα με την αρχή της εύνοιας υπέρ των μισθωτών που καθιερώνει το άρθρο 3 παρ. 1 του Ν. 3239/1955 "περί του τρόπου ρυθμίσεως των συλλογικών διαφορών εργασίας" (που ίσχυσε μέχρι 8-5-1990), σε συνδυασμό με το άρθρο 680 ΑΚ, την οποία αρχή προβλέπει ήδη η διάταξη του άρθρου 7 παρ. 2 του Ν. 1876/1990, οι ευνοϊκότεροι για τους μισθωτούς όροι των ατομικών συμβάσεων εργασίας υπερισχύουν των δυσμενέστερων όρων των ΣΣΕ.
Και τούτο γιατί οι κανονιστικοί όροι των ΣΣΕ περιέχουν κατώτατα όρια προστασίας, που απαγορεύουν τη δυσμενέστερη ρύθμιση με ατομική σύμβαση, επιτρέπουν όμως με την τελευταία τη βελτίωση της προστασίας αυτής. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 6 παρ. 2 του Ν. 1397/1983 για το Εθνικό Σύστημα Υγείας (ΕΣΥ), νοσοκομειακές μονάδες που λειτουργούν κατά τη δημοσίευση του νόμου αυτού (7-10-1983) ως υπηρεσίες Ν.Π.Ι.Δ., εφόσον επιχορηγούνται με οποιοδήποτε τρόπο από το Δημόσιο, μετατρέπονται εντός έτους από τη δημοσίευση του νόμου αυτού σε Ν.Π.Δ.Δ.
και υπάγονται στις διατάξεις του Ν.Δ. 2592/1953 "περί οργανώσεως της ιατρικής αντιλήψεως" με Π.Δ. εκδιδόμενο μετά πρόταση του Υπουργού Υγείας και Πρόνοιας. Το προσωπικό (πλην ιατρικού) που υπηρετεί στις μονάδες αυτές κατά τη δημοσίευση των Π.Δ. της μετατροπής, εντάσσεται ύστερα από πρόταση του αρμοδίου Υπηρεσιακού Συμβουλίου, εφόσον συγκεντρώνει τα νόμιμα προσόντα σε αντίστοιχες θέσεις που συνιστώνται με τον οργανισμό του νοσοκομείου.
Η ένταξη γίνεται ύστερα από αίτηση των ενδιαφερομένων. Το προσωπικό που δεν συγκεντρώνει τα νόμιμα προσόντα ή δεν υποβάλει αίτηση ένταξης, εξακολουθεί να υπηρετεί με τις ίδιες προϋποθέσεις που υπηρετούσε και στη μονάδα που μετατράπηκε σε προσωρινές θέσεις, που καταργούνται όταν κενωθούν με οποιοδήποτε τρόπο.
Μέχρι να εκδοθεί ο νέος οργανισμός και να γίνει η ένταξη στις θέσεις που προβλέπονται από αυτόν, το προσωπικό εξακολουθεί να διέπεται από τις διατάξεις που ίσχυαν κατά το χρόνο δημοσίευσης του προεδρικού διατάγματος της μετατροπής. Το ως άνω άρθρο καταργήθηκε με το άρθρο 132 του Ν. 2071/1992, αλλά οι διατάξεις του επαναλήφθηκαν στο άρθρο 48 του ίδιου νόμου.
Με το Π.Δ. 305/1983 (ΦΕΚ Α' 108/17.8.1983), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση των ανωτέρω διατάξεων του Ν. 1397/1983, το νοσοκομείο Αθηνών "Θεραπευτήριο Ευαγγελισμός", το οποίο λειτουργούσε ως Ν.Π.Ι.Δ., μετατράπηκε σε αυτοτελές Ν.Π.Δ.Δ. και έχει υπαχθεί στις διατάξεις του Ν.Δ. 2592/1953 και του Ν. 1397/1983, ορίστηκε δε ότι το προσωπικό του εντάσσεται σε οργανικές θέσεις του νέου οργανισμού και ότι μέχρι την έκδοση του οργανισμού αυτού και την τακτοποίηση του προσωπικού, τούτο εξακολουθεί να προσφέρει τις υπηρεσίες του στο νοσοκομείο με την ίδια εργασιακή σχέση.
Ακολούθως, με την Α3β/Οικ.13891/17-9-1990 απόφαση των Υπουργών Προεδρίας της Κυβέρνησης, Οικονομικών και Αναπληρωτή Υγείας Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ΦΕΚ Β΄642/11-10-1990), εκδόθηκε ο νέος οργανισμός του αναιρεσίβλητου θεραπευτηρίου, σύμφωνα με το άρθρο 17 παρ.2 και 3 του οποίου ορίσθηκε, ότι το προσωπικό (εκτός του ιατρικού) που υπηρετεί στο νοσοκομείο κατά τη δημοσίευση της απόφασης αυτής, εντάσσεται ύστερα από γνώμη του αρμόδιου Υπηρεσιακού Συμβουλίου στις θέσεις που συνιστώνται με την απόφαση αυτή, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 6 του Ν. 1397/83 και ότι όσοι από το προσωπικό του νοσοκομείου δεν συγκεντρώνουν τα νόμιμα προσόντα ή δεν υποβάλουν αίτηση για ένταξη, εξακολουθούν να υπηρετούν σε προσωρινές θέσεις, που συνιστώνται με απόφαση του ΔΣ του νοσοκομείου και καταργούνται όταν κενωθούν με οποιοδήποτε τρόπο, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 2.
Τέλος, κατά το άρθρο 16 παρ. 1 του Π.Δ. 410/1988, οι αποδοχές του προσωπικού με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου του Δημοσίου των ΟΤΑ και των λοιπών ΝΠΔΔ, που προσλαμβάνεται για κάλυψη οργανικών θέσεων, καθορίζονται σύμφωνα με τις διατάξεις του ΝΔ 1198/1972, ενώ με την από 22-12-1988 ΕΣΣΕ, που κηρύχθηκε υποχρεωτική για όλους ( εργοδότες και εργαζόμενους) του επαγγέλματος στο οποίο αφορά και ίσχυσε από 1-7-1998, επεκτάθηκαν στους εργαζόμενους (πλην ιατρών) με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου στα Νοσοκομεία του Ν.Δ. 2592/1953, που είναι μέλη σωματείων ανηκόντων στην ΠΟΕΔΗΝ, στο σύνολό τους οι διατάξεις του Ν. 1505/1984, όπως τροποποιήθηκε με το Ν. 1810/1988 και ορίστηκε ότι τυχόν καταβαλλόμενες ανώτερες αποδοχές διατηρούνται (Ολ.ΑΠ 26/2006).
Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρ. 106, 525, 527, 535 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι όταν το Εφετείο, μετά από παραδοχή της έφεσης του εναγομένου απορρίπτει την αγωγή ως προς την κύρια βάση της, πρέπει να ερευνήσει χωρίς ειδικό παράπονο τις επικουρικές βάσεις, εφόσον το πρωτόδικο δικαστήριο, παρέλειψε να τις εξετάσει, λόγω της επικουρικής, δηλαδή υπό την αίρεση της απορρίψεως της πρώτης (κυρίας) βάσεως, σώρευσης αυτών.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το δικόγραφο της αγωγής, οι αναιρεσείοντες ισχυρίσθηκαν ότι προσελήφθησαν από το αναιρεσίβλητο νοσοκομείο με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ως ηλεκτροτεχνίτες και με αποδοχές οριζόμενες από τις εκάστοτε ισχύουσες Σ.Σ.Ε. ή Δ.Α. που ρυθμίζουν τους όρους αμοιβής και εργασίας των ηλεκτροτεχνιτών καταστημάτων κλπ.
όλης της χώρας, ζήτησαν δε ακολούθως την επιδίκαση μισθολογικών διαφορών με βάση τις ανωτέρω Σ.Σ.Ε. και Δ.Α., επικαλούμενοι κυρίως το δεδικασμένο που απορρέει από τις αναφερόμενες στην αγωγή τους αποφάσεις του Εφετείου Αθηνών, με τις οποίες κρίθηκε ότι εφαρμόζονται, ως προς τους όρους της αμοιβής τους, οι εν λόγω Σ.Σ.Ε.
και Δ.Α., και επικουρικά ότι αυτές έχουν εφαρμογή κατά τους όρους των ατομικών εργασιακών τους συμβάσεων. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε εν μέρει την αγωγή, κατά την κύρια βάση της και το Εφετείο, κατά παραδοχή της εφέσεως του εναγομένου, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, δίκασε την αγωγή ως προς την κύρια βάση της, την οποία και απέρριψε, αφού δέχτηκε ότι το δεδικασμένο που προκύπτει από τις προεκδοθείσες αποφάσεις του δεν καλύπτει τις ένδικες αξιώσεις, παρέλειψε όμως να εξετάσει την αγωγή ως προς την ανωτέρω επικουρική βάση της, δηλαδή κατά το μέρος που αυτή θεμελιώνεται στη συμφωνία των διαδίκων για την εφαρμογή των Σ.Σ.Ε.
και Δ.Α. που ρυθμίζουν τους όρους αμοιβής και εργασίας των ηλεκτροτεχνιτών καταστημάτων, οικοδομών κλπ. όλης της χώρας. Eπομένως, ο πρώτος, κατά το μέρος του από το άρθρο 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ, λόγος της αναιρέσεως για μη λήψη υπόψη από το Εφετείο της επικουρικής αυτής βάσεως της αγωγής, ως προταθέντος ουσιώδους πράγματος, είναι βάσιμος και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο με άλλη σύνθεση (άρθρ.580 παρ.3 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 7924/2003 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει σε χίλια εκατό (1100) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Ιουνίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 5 Ιουλίου 2007.
O ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ