Supreme Court dismisses appeal for unclear grounds regarding inadmissibility and improper court examination.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of Appeals' decision rejecting the plaintiff's property claim as inadmissible. The appellant argued the lower court erred in declaring the suit inadmissible due to lack of standing and unclear facts, while the Court of Appeals claimed it had the duty to examine these issues sua sponte. The court ruled that the appeal grounds were too vague to specify the exact facts constituting the alleged procedural error and that the lower court's independent examination did not violate the appellant's right to raise specific inadmissibility arguments.
Legislator headnote
AI generatedArt. 556(1) C.P.C.; Art. 559(8), (14) C.P.C.: The grounds for appeal must clearly and specifically identify the facts constituting the alleged procedural error; vague references to documents or general claims of improper examination do not satisfy the requirement for a clear appeal.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1705 / 2006 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)M.Κ.
Αριθμός 1705/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Νικόπουλο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καπερώνη, Σταύρο Γαβαλά, Ιωάννη Ιωαννίδη και Μίμη Γραμματικούδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Σεπτεμβρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος:Συνεταιρισμού με την επωνυμία "Αγροτικός Συνεταιρισμός Δροσιάς Συν. ΕΠΕ" που εδρεύει στη Δροσιά Χαλκίδας και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Ανδρέου.
Του αναιρεσίβλητου: Δήμου Χαλκιδέων, νομίμως εκπροσωπουμένου από τον Δήμαρχο αυτού, που κατοικοεδρεύει στην Χαλκίδα Ευβοίας. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Παπακωνσταντίνου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8 Αυγούστου 1996 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 305/1997 προδικαστική, 414/2000 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 9050/2001 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 3-12-2004 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Μίμης Γραμματικούδης ανέγνωσε την από 11-9-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης της 9050/2001 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από το άρθρο 556 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι ο λόγος αναίρεσης πρέπει να είναι σαφής και ορισμένος, πρέπει δηλαδή στο αναιρετήριο να καθορίζονται με σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία κατά τον αναιρεσείοντα στοιχειοθετούν την πλημμέλεια που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, δεν επιτρέπεται δε η συμπλήρωση του λόγου αναίρεσης με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα, όπως είναι η αγωγή, η έφεση ή οι προτάσεις του αναιρεσείοντος.
Επομένως, σε περίπτωση άσκησης αναίρεσης κατ΄απόφασης που απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη, πρέπει ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται η πλημμέλεια της παρά το νόμο κήρυξης απαραδέκτου, να διαλαμβάνει ποίο ακριβώς ήταν το περιεχόμενο της αγωγής και ως προς ποίο σημείο κρίθηκε ότι δεν ήταν πλήρης.
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, από το άρθρ.559 αριθ.14 ΚΠολΔ, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση. εσφαλμένως απέρριψε τη διεκδικητική ακινήτων αγωγή του αναιρεσείοντος ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας μεν κατά το μέρος με το οποίο ζητούσε να αναγνωρισθεί ο ίδιος ως κύριος του επιδίκου, για έλλειψη ενεργητικής νομιμοποίησής του δε κατά το μέρος που ενεργούσε υπό την ιδιότητά του αντιπροσώπου των μελών του-συνιδιοκτητών της επίδικης έκτασης.
Ωστόσο όμως στον ως άνω λόγο δεν εκτίθενται τα γεγονότα που είχε επικαλεσθεί ο αναιρεσείων, με την ένδικη αγωγή, προς θεμελίωση, τόσο του δικαιώματος της ίδιας αυτού κυριότητας επί του επίδικου ακινήτου, όσο της ενεργητικής του νομιμοποίησης ως αντιπρόσωπος των μελών του, αλλά αποσπασματική μόνο αναφορά γίνεται σ΄ αυτήν, με τις φράσεις ότι, ο αναιρεσείων είχε ζητήσει με την αγωγή, ως αντιπρόσωπος, εκ του νόμου και του καταστατικού του, να αναγνωρισθεί ότι τα μέλη του, διάδοχοι των 122 αρχικών συγκυρίων, είναι συγκύριοι και συννομείς της επίδικης έκτασης, της οποίας τη διαχείριση είχε από το έτος 1922 και εφεξής ο ίδιος, ως αντιπρόσωπος των μελών του-συνιδιοκτητών αυτής, και να διαταχθεί η απόδοσή της σ΄εκείνον (αναιρεσείοντα),με την ιδιότητά του αυτή.
Επομένως ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αόριστος.
Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 511, 520, 522, 524 παρ. 1, 525, 536, ΚΠολΔ, συνάγεται, ότι αν με την έφεση του εναγομένου ζητείται η εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης και η απόρριψη της αγωγής στο σύνολό της, ως μη νόμιμης ή ουσιαστικά αβάσιμης, αποδίδεται δηλαδή στην εκκαλουμένη σφάλμα όσον αφορά τη νομιμότητα της αγωγής ή ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, το Εφετείο, στο οποίο έτσι η υπόθεση μεταβιβάζεται στο σύνολό της, δεν κωλύεται να απορρίψει αυτεπαγγέλτως την αγωγή, εν όλω ή εν μέρει, ως αόριστη, μη νόμιμη ή ως απαράδεκτη, αν δεν στηρίζεται στο νόμο ή στερείται των απαραίτητων στοιχείων για τη θεμελίωσή της ή ασκήθηκε απαραδέκτως, αρκεί να μην εκδοθεί επιβλαβέστερη απόφαση για τον εκκαλούντα-εναγόμενο, χωρίς αντέφεση του ενάγοντος.
Στην υπόθεση που κρίνεται, με το πρώτο μέρος του δεύτερου λόγου αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση, από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με το να δεχθεί, χωρίς ειδικό λόγο έφεσης του εκκαλούντος-εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου, ότι η αγωγή, κατά το μέρος που ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων ζητούσε να αναγνωρισθεί, ως Συνεταιρισμός, κύριος του επιδίκου, ήταν απαράδεκτη, ως αόριστη, γιατί δεν αναφερόταν στο δικόγραφό της γεγονότα θεμελιωτικά του δικαιώματος κυριότητας τούτου, κατά δε το μέρος που ενεργούσε για λογαριασμό των συνεταίρων-μελών του, ως νόμιμος ή εκούσιος αντιπρόσωπός τους, ως απαράδεκτη, γιατί δεν ενεργοποιείτο ενεργητικώς στην άσκησή της με αυτήν την ιδιότητα.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, διότι το ορισμένο της αγωγής και η έλλειψη ενεργητικής νομιμοποίησης του ενάγοντος ήταν ερευνητέα εξ επαγγέλματος από το Εφετείο, στο οποίο η υπόθεση μεταβιβάσθηκε μετά από έφεση του εναγομένου-αναιρεσιβλήτου, που διελάμβανε αιτιάσεις για κακή εκτίμηση των αποδείξεων από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, και δεν αποτελούν πράγμα κατά την έννοια του άρθρ. 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ.
Επίσης απορριπτέος, ως απαράδεκτος, είναι ο ίδιος λόγος, κατά το δεύτερο μέρος του, με το οποίο αποδίδεται αιτίαση από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για παρά το νόμο κήρυξη απαράδεκτης της αγωγής, χωρίς αίτημα του εκκαλούντος, αφού η αυτεπάγγελτη από το Εφετείο έρευνα των ανωτέρω στοιχείων του ορισμένου της αγωγής και του παραδεκτού άσκησής της, δεν ιδρύει τον επικαλούμενο από τον αριθμ. 14 άρθρ. 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης.
ΓΙΑ. ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 3-12-2004 αίτηση αναίρεσης του Συνεταιρισμού με την επωνυμία "Αγροτικός Συνεταιρισμός Δροσιάς Συν.Π.Ε" κατά της 9050/2001 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε τριακόσια ευρώ (300).
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Οκτωβρίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του την 1η Νοεμβρίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ