Legislator Case Law & Legislation
1704/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds and inadmissible substantive arguments regarding property ownership.

Case Number 1704/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the final first-instance judgment on property ownership. The appellants failed to appear at the hearing, yet the court proceeded because the summons was legally valid. Furthermore, the court rejected the appellant's substantive arguments as inadmissible because they merely restated the negative response to the original claim rather than presenting new grounds for review.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(13), 560(5) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court dismisses an appeal where the appellant's grounds are merely a restatement of the negative response to the original claim or fall outside the specific categories of admissible grounds for review.

Keywords

AI generated
admissibility of appeal negative response to claim procedural default property ownership dispute Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 576 §§ 1, 2 of the Code of Civil Procedure
Article 559(13) of the Code of Civil Procedure
Article 560(5) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3)(e) of the Code of Civil Procedure
Article 191(2) of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1704 / 2022 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1704/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη, Αθανάσιο Θεοφάνη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, τη 16η Φεβρουαρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ν. Μ. του Ι. και της Α., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Μοιρασγεντή, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Γ. Π. του Π. και της Β., κατοίκου ... 2) Σ. Π. του Π. και της Β., κατοίκου ... ο οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-1-2017 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Πλωμαρίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 386/2020 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μυτιλήνης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 7-1-2021 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, ο αναιρεσείων παραστάθηκε, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το άρθρο 576§§1, 2 του Κ.Πολ.Δ., προκύπτει, ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναιρέσεως δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί, αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο 'Αρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται ως εάν να ήσαν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος ή ο μη παριστάμενος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, διάδικος κλητεύτηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.

Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε ή επιδόθηκε, αλλά όχι νόμιμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήση. Στην αντίθετη περίπτωση, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευτεί. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, εισάγεται για συζήτηση, με επίσπευση του αναιρεσείοντος, η από 07.01.2021 αίτηση για αναίρεση της 386/2020 αποφάσεως του ως Εφετείου δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Μυτιλήνης.

Κατά την εκφώνηση της υποθέσεως, με την οικεία σειρά του πινακίου, οι νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθέντες για να παραστούν κατά την παρούσα συζήτηση (βλ. την υπ' αριθμ. 03149/20.10.2021 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Βορείου Αιγαίου που επικαλείται νομίμως και προσκομίζει ο αναιρεσείων) αναιρεσίβλητοι, Γ.

Π. του Π. και της Β., Σ. Π. του Π. και της Β., δεν εμφανίστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου μετά πληρεξουσίου δικηγόρου, ούτε, εκπροσωπούμενοι από τέτοιον, κατέθεσαν δήλωση, κατ' άρθρο 242§2 του Κ.Πολ.Δ. Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση, παρά την απουσία των αναιρεσιβλήτων. Με την κρινόμενη από 07.01.2021 αίτηση αναιρέσεως, προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία, εκδοθείσα, υπ' αριθμ. 386/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μυτιλήνης, το οποίο απέρριψε την από 20.04.2018 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθμ. 3/2018 οριστικής αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Πλωμαρίου, το οποίο είχε κάνει δεκτή την από 20.01.2017 διεκδικητική αγωγή κινητών πραγμάτων των αναιρεσιβλήτων Γ.

Π. του Π. και της Β. και Σ. Π. του Π. και της Β.. Η αίτηση αυτή αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553§1 στοιχ. β', 556§1, 558 εδάφ. α', 564§1, 566§1 Κ.Πολ.Δ.). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρο 577§1 Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρο 577§2 Κ.Πολ.Δ.).

Σύμφωνα με το άρθρο 560 του Κ.Πολ.Δ., όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, "Κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο: 1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς. Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν μπορεί να προβληθεί σε μικροδιαφορές, 2) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος ή δίκασε ειρηνοδίκης του οποίου είχε γίνει δεκτή η εξαίρεση, 3) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ' ύλην αρμοδιότητα, 4) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας, 5) αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, 6) αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.".

Ειδικότερα, κατά την ως άνω διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ., η οποία είναι ταυτόσημη με εκείνη του άρθρου 559 αριθ.1 του ίδιου Κώδικα, ο λόγος αναιρέσεως, για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχτηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στον νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφήρμοσε τον νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχτηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφήρμοσε τον νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.ΑΠ 2/2019, Ολ.ΑΠ 4/2018, ΑΠ 291/2022, ΑΠ 245/2021, ΑΠ 1137/2020).

Περαιτέρω, ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 (άρθρο 560 αριθμ. 5) του Κ.Πολ.Δ., που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρο 106 του Κ.Πολ.Δ.), αλλά και την αρχή της ακροάσεως των διαδίκων (άρθρο 110§2 του Κ.Πολ.Δ.), ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά τον νόμο και εκτιμώντας προφανώς εσφαλμένα τα διαδικαστικά έγγραφα (άρθρο 561§2 του Κ.Πολ.Δ.) είτε έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.Α.Π. 13/1995) είτε δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν επίσης ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, νοούνται δε ως πράγματα οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ.Α.Π. 3/1997), δηλαδή οι ισχυρισμοί που κατά τον νόμο διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως (Ολ.Α.Π. 2/1989), θα πρέπει δε, αν πρόκειται για ισχυρισμούς που δεν λήφθηκαν υπόψη, ενώ έπρεπε να ληφθούν, να προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (Ολ.Α.Π. 2/2001, Ολ.Α.Π. 12/2000) και μάλιστα από τον ήδη αναιρεσείοντα.

Ειδικότερα αν προσβάλλεται για τον παραπάνω λόγο απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός που δεν αξιολογήθηκε, να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο εφέσεως ή αναλόγως, κατά το άρθρο 240 του Κ.Πολ.Δ., με τις προτάσεις) και στον δεύτερο βαθμό και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο, εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562§2 του Κ.Πολ.Δ. (Ολ.Α.Π. 43/1990) ή πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτά, κατά το άρθρο 527 του Κ.Πολ.Δ., προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη, που επίσης πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο.

Επομένως, δεν ιδρύει τον παραπάνω λόγο αναιρέσεως η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει σε ισχυρισμό εκπρόθεσμο, αόριστο και γενικώς απαράδεκτο, μη νόμιμο ή αλυσιτελή (Ολ.Α.Π. 14/2004, Ολ.Α.Π. 2/1989) ή σε απλώς αρνητικό ή διευκρινιστικό ισχυρισμό, δηλαδή σε ισχυρισμό που δεν καταλήγει στην επίκληση έννομης συνέπειας και βέβαια το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει ούτε στα πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων που αντλούν αυτοί από τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα, έστω και αν διατυπώνονται υπό τη μορφή λόγου εφέσεως, ούτε στα νομικά επιχειρήματά τους, που σε αντίθεση με τους αυτοτελείς ισχυρισμούς τους δεν περιέχουν κρίση ως προς την επέλευση ή όχι μιας έννομης συνέπειας, αλλά προβάλλονται με σκοπό να συμβάλλουν στον καθορισμό του αληθινού νοήματος του επικαλουμένου ή αποκρουομένου στη συγκεκριμένη περίπτωση κανόνα δικαίου.

Ο ίδιος λόγος αναιρέσεως απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν το δικαστήριο έλαβε μεν υπόψη του τον κρίσιμο ισχυρισμό, όμως τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.Α.Π. 14/2004, Ολ.ΑΠ 25/2003, ΑΠ 812/2021, ΑΠ 162/2020, ΑΠ 5/2020). Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 19 (άρθρο 560 αριθμ. 6) του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσεως, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με τον νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διατάξεως που εφαρμόστηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν από τις παραδοχές της αποφάσεως δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόστηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις (Ολ.Α.Π. 2/2019, Ολ.ΑΠ 8/2018, ΑΠ 478/2021, ΑΠ 272/2020, ΑΠ 148/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή (άρθρο 561§2 του Κ.Πολ.Δ.), για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχτηκε και τα ακόλουθα: " ... αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες είναι κύριοι των εξής κινητών: ο μεν πρώτος από αυτούς ενός ψυγειοκαταψύκτη, μάρκας LIEBHERR τύπου inox CNesf 5113 No Frost, κατόπιν αγοράς του από την εταιρεία ηλεκτρικών ειδών "..." με έδρα την …. (βλ.

προσκ. υπ' αρ. 13552/28.3.2011 απόδειξη λιανικής πώλησης), ο δε δεύτερος ενάγων είναι κύριος των υπόλοιπων περιγραφόμενων στην αγωγή κινητών υπό στοιχεία 1 και 3-12, ήτοι: μιας ηλεκτρικής κουζίνας TOPPER AC 40 M, χρώματος λευκού διαστάσεων 60 Χ 60 εκ., κατόπιν αγοράς της από το κατάστημα ηλεκτρικών ειδών στη ….. "..." (βλ. προσκ.

υπ' αρ. 02.12.2014 απόδειξη), μιας τηλεόρασης LCD 32'' PHILIPS, κατόπιν αγοράς από την εταιρεία "...", στη …. (βλ. προσκ. υπ' αρ. 86/21.1.2009 απόδειξη), ενός φούρνου μικροκυμάτων DAEWOO D4.KOR6C17 χρώματος λευκού, κατόπιν αγοράς από το άνω κατάστημα (βλ. προσκ. υπ' αρ. 8011/3.2.2006 απόδειξη), ενός πλυντηρίου BRANDT WFU0511E χρώματος λευκού, κατόπιν αγοράς από την άνω εταιρεία (βλ.

προσκ. υπ' αρ. 2017/25.5.2014 απόδειξη), μιας ηλεκτρικής σόμπας KUMTEL KS-2710 από την εταιρία "..." στην ..., του τηλεχειριστηρίου της εγκατεστημένης στην κάτωθι αναφερόμενη οικία στον ... συσκευής κλιματισμού κατόπιν αγοράς της μαζί με το τηλεχειριστήριο (βλ. προσκ. απόδειξη υπ' αρ. 29/18.1.2006), μιας ραπτομηχανής μάρκας SINGER 15CD με τη βαλίτσα της (βλ.

προσκ. από 13.10.2011 απόδειξη "...", στη ….), ενός σετ κατσαρόλες FISSLER (βλ. προσκ. υπ' αρ. 2489/5.11.2004 απόδειξη αγοράς), μιας ηλεκτρικής σκούπας MIELE (βλ. προσκ. υπ' αρ. 777/5.12.2007 απόδειξη αγοράς), μιας καφετιέρας PHILIPS (βλ. προσκ. υπ' αρ. 2424/22.10.2004 απόδειξη αγοράς) και ενός ηλεκτρικού σίδερου PHILIPS (βλ. προσκ υπ' αρ. 1999/20.7.2004 απόδειξη αγοράς).

Τα ανωτέρω κινητά τοποθετούσαν μετά από κάθε αγορά τους οι ενάγοντες (αδέρφια) αγοραστές τους, στην οικία συνιδιοκτησίας τους, στον ... όπου φιλοξένησαν τον εναγόμενο θείο τους - κάτοικο ... - κατά το διάστημα από Απρίλιο 2014 έως Φεβρουάριο 2015. Όταν αυτός, το Σεπτέμβριο του 2015 αποβλήθηκε με τη διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης από την άνω οικία, οι ενάγοντες διαπίστωσαν ότι είχαν εξαφανισθεί αρκετές ηλεκτρικές συσκευές του σπιτιού.

Τότε ο εναγόμενος τους ομολόγησε ότι είχε μεταφέρει κάποιες από αυτές στην πατρική του οικία στο ... Ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι αυτές αγοράσθηκαν μεν στο όνομα των εναγόντων, πλην όμως με δικά του χρήματα, κρίνεται απορριπτέος ως ουσιαστικώς αβάσιμος. Εξάλλου, εξαιτίας του ότι παράνομα ιδιοποιήθηκε ξένα κινητά πράγματα τα οποία είχαν περιέλθει στην κατοχή του κατά το χρονικό διάστημα που ήταν φιλοξενούμενος, αρνούμενος επί μακρόν να τα αποδώσει, προκάλεσε αναστάτωση, σύγχυση και στέρηση της χρήσης τους στον δεύτερο ενάγοντα, ο οποίος έχει ήδη εγκατασταθεί στην άνω οικία με την οικογένειά του.

Αντιθέτως, ο πρώτος ενάγων, μόνιμος κάτοικος Αθηνών, ιδιοκτήτης του ψυγειοκαταψύκτη μόνο, δεν κρίνεται ότι υπέστη ηθική βλάβη εξαιτίας της παράνομης ιδιοποίησής του από τον εναγόμενο, αφής στιγμής δεν στερήθηκε τη χρήση του. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που τα ίδια έκρινε και δέχθηκε την αγωγή υποχρεώνοντας τον εναγόμενο να αποδώσει στους ενάγοντες τα άνω κινητά, αφού τους αναγνώρισε κυρίους, καταδίκασε δε τον εναγόμενο σε καταβολή χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης στον δεύτερο εναγόμενο ύψους 500 ευρώ, δεν έσφαλε, αλλά ορθά τις αποδείξεις εκτίμησε και το νόμο ερμήνευσε κι εφάρμοσε, απορριπτομένης της έφεσης ως ουσιαστικώς αβάσιμης.".

Με τις παραδοχές αυτές, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, απέρριψε κατ' ουσίαν την από 20.04.2018 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθμ. 3/2018 οριστικής αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Πλωμαρίου, με την οποία το τελευταίο είχε δεχτεί εν μέρει την από 20.01.2017 αγωγή των αναιρεσιβλήτων.

Με τους πρώτο και δεύτερο λόγους αναιρέσεως που επιχειρείται να θεμελιωθούν στις διατάξεις του άρθρου 560 αριθμ. 1 και 6 του Κ.Πολ.Δ, ο αναιρεσείων μέμφεται το εκδώσαν την προσβαλλομένη απόφαση Δικαστήριο, ισχυριζόμενος ότι παραβίασε τόσο ευθέως όσο και εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 1386, 1142, 1147, 1814, 1820, 496 και 498 του Α.Κ. .

Οι λόγοι αυτοί αναιρέσεως είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι και τούτο διότι οι αιτιάσεις που διατυπώνονται κατά της προσβαλλομένης αποφάσεως ανάγονται αποκλειστικά στην εκτίμηση, στη στάθμιση και στην αξιολόγηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας και στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, η οποία δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, εφόσον το ως άνω πόρισμα που έχει εκδοθεί από τις αποδείξεις, ότι δηλαδή τα επίδικα κινητά πράγματα ανήκουν κατά κυριότητα στους αναιρεσιβλήτους και είχαν τοποθετηθεί στο ακίνητο της συζύγου του αναιρεσείοντος, επί του οποίου αυτοί (αναιρεσίβλητοι) διατηρούσαν δικαίωμα ψιλών συγκυρίων, διατυπώνεται συνοπτικά μεν, αλλά με πληρότητα και σαφήνεια στην προσβαλλομένη απόφαση.

Άλλωστε, κατά τη διατύπωση των αναιρετικών λόγων, ο αναιρεσείων χαρακτηρίζει τις αιτιάσεις του περιεχόμενο της αρνητικής του απαντήσεως στην αγωγή των αναιρεσιβλήτων, περαιτέρω δε ότι με την έφεσή του και τις επ' αυτής προτάσεις του ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου παραπονέθηκε για κακή εκτίμηση των αποδείξεων εκ μέρους του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου.

Περαιτέρω, οι τρίτος και τέταρτος λόγοι αναιρέσεως είναι ομοίως απαράδεκτοι και απορριπτέοι αποβαίνουν. Ειδικότερα, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως που επιχειρείται να θεμελιωθεί στη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 5 του Κ.Πολ.Δ., ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια ότι το εκδόσαν αυτή δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν εκ μέρους του και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Όμως, οι εν λόγω ισχυρισμοί που αναφέρονται στο ότι τα επίδικα κινητά πράγματα είχαν αγοραστεί με χρήματα του ιδίου (αναιρεσείοντος) και της συζύγου του, τους οποίους ο αναιρεσείων χαρακτηρίζει πράγματα, δεν συνιστούν τέτοια, αλλά αποτελούν περιεχόμενο της αρνητικής του απαντήσεως στην αγωγή των αναιρεσιβλήτων, όπως και αυτός (αναιρεσείων) σημειώνει στο δικόγραφο της αναιρέσεως.

Τέλος, με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως που επιχειρείται να θεμελιωθεί στην αμέσως προαναφερθείσα διάταξη, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι αγνόησε λόγο εφέσεως που περιεχόταν στο δικόγραφο της εφέσεώς του κατά της αποφάσεως του πρωτοδίκου Δικαστηρίου, με τον οποίο παραπονιόταν για εσφαλμένη κατανομή του (υποκειμενικού) βάρους αποδείξεως επί ισχυρισμού του εκ μέρους του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, κατά την κρίση του Δικαστηρίου τούτου, συνιστά τέτοιον (λόγο) από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 13 του Κ.Πολ.Δ. και είναι απαράδεκτος δεδομένου ότι δεν συγκαταλέγεται στους περιοριστικά αναφερομένους λόγους του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ.. Μετά από αυτά, αφού δεν υπάρχουν άλλοι λόγοι αναιρέσεως προς εξέταση, πρέπει η αναίρεση να απορριφθεί.

Ακολούθως, πρέπει να διαταχτεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, ενόψει της ήττας του αναιρεσείοντος (άρθρο 495§3 εδάφ. ε' του Κ.Πολ.Δ.. Διάταξη για την επιβολή και τον προσδιορισμό δικαστικών εξόδων δεν περιλαμβάνεται στην απόφαση αυτή διότι, λόγω της ερημοδικίας των αναιρεσιβλήτων, δεν υποβλήθηκε σχετικό αίτημα (άρθρο 191§2 του Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 07.01.2021 αίτηση του Ν. Μ. του Ι. και της Α. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 386/2020, τελεσίδικης αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μυτιλήνης. Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 29 Ιουνίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Οκτωβρίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ