Legislator Case Law & Legislation
1704/2018 AI generated

1704/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1704/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Πέτρο Σαλίχο, Ιωάννη Φιοράκη- Εισηγητή, Παρασκευή Καλαϊτζή και Γεώργιο Παπανδρέου Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1704/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η αιτιολογική έκθεση του ν. 4335/2015 ορίζει, όσον αφορά τις μεταβατικές διατάξεις, ότι "με τις παραγράφους 1-4 των μεταβατικών διατάξεων ρυθμίζεται το χρονικό σημείο έναρξης ισχύος των διατάξεων του προτεινόμενου σχεδίου νόμου, κατά τρόπον ώστε να παρέχεται ο αναγκαίος χρόνος προσαρμογής στις νέες ρυθμίσεις όλων των παραγόντων της δικαιοσύνης" .

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1704 / 2018 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1704/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Πέτρο Σαλίχο, Ιωάννη Φιοράκη- Εισηγητή, Παρασκευή Καλαϊτζή και Γεώργιο Παπανδρέου Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 10η Οκτωβρίου 2018 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων:1.Ε. Χ. Λ. Γ., 2.Ε. Λ. Γ., 3. Ε. Λ. Γ., 4.Ρ., Λ. Γ., 5.Σ. Γ. κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Αντώνιο Ηλιόκαυτο, ο οποίος δήλωσε ότι ως προς την 3η δεν εισάγεται.

Του αναιρεσίβλητου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Αφεντία Ιωσηφίδου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-8-1986 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσπρωτίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:28/1987 και 26/2010 μη οριστική, 64/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, όπως αυτή διορθώθηκε με την 13/2013 απόφαση, 44/2014 του Τριμελούς Εφετείου Κερκύρας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 1-3-2017 αίτησή τους Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των παρόντων αναιρεσειόντων ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 τροποποιήθηκε και το άρθρο 564 παρ. 3, στο οποίο ορίσθηκε ότι "αν η απόφαση δεν επιδόθηκε, η προθεσμία της αναίρεσης είναι δύο (2) έτη και αρχίζει από τη δημοσίευση της απόφασης που περατώνει τη δίκη". Η ίδια διάταξη, πριν την τροποποίηση της, όριζε ότι "αν η απόφαση δεν επιδόθηκε, η προθεσμία της αναίρεσης είναι τρία χρόνια και αρχίζει από τη δημοσίευση της απόφασης που περατώνει τη δίκη".

Περαιτέρω, στο άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 του ίδιου νόμου και υπό τον τίτλο "μεταβατικές και άλλες διατάξεις" περιλήφθηκε μεταβατική διάταξη, σύμφωνα με την οποία "οι διατάξεις για τα ένδικα μέσα και τις ειδικές διαδικασίες των άρθρων 591-645 εφαρμόζονται για τα κατατιθέμενα από τις 1-1-2016 ένδικα μέσα και αγωγές", ενώ στην παράγραφο 4 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι "κατά τα λοιπά, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά σε επιμέρους διατάξεις, η ισχύς του νόμου αυτού αρχίζει από 1-1-2016" .

Η αιτιολογική έκθεση του ν. 4335/2015 ορίζει, όσον αφορά τις μεταβατικές διατάξεις, ότι "με τις παραγράφους 1-4 των μεταβατικών διατάξεων ρυθμίζεται το χρονικό σημείο έναρξης ισχύος των διατάξεων του προτεινόμενου σχεδίου νόμου, κατά τρόπον ώστε να παρέχεται ο αναγκαίος χρόνος προσαρμογής στις νέες ρυθμίσεις όλων των παραγόντων της δικαιοσύνης" .

Με τη φραστική διατύπωση της ανωτέρω μεταβατικής διάταξης ανέκυψαν ζητήματα διαχρονικού δικαίου στο δίκαιο της αναίρεσης, καθώς ο νομοθέτης δεν διακρίνει μεταξύ των διατάξεων που αφορούν στη διαδικασία άσκησης και συζήτησης του ενδίκου αυτού μέσου από εκείνες που αναφέρονται στο παραδεκτό και στην προθεσμία άσκησης αυτού, με συνέπεια, κατά γραμματική ερμηνεία, να μπορεί να υποστηριχθεί ότι η διάταξη καταλαμβάνει όλες τις εφέσεις και αναιρέσεις που κατατίθενται από 1-1-2016, ανεξαρτήτως του χρόνου δημοσίευσης της προσβαλλομένης απόφασης.

Ως εκ τούτου, είναι αναγκαία η προσφυγή στις διαχρονικού δικαίου διατάξεις του ΕισΝΚΠολΔ. Ειδικότερα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 24 παρ. 1 του ΕισΝΚΠολΔ, το παραδεκτό των ενδίκων μέσων, το επιτρεπτό των προβαλλόμενων λόγων και ο χρόνος της άσκησης κρίνονται σύμφωνα με το νόμο που ισχύει κατά το χρόνο που δημοσιεύεται η απόφαση, ενώ σύμφωνα με την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, οι διατάξεις των άρθρων 518 παρ. 2, 545 παρ. 5 και 564 παρ. 3 ΚΠολΔ εφαρμόζονται και στις αποφάσεις που εκδόθηκαν πριν από την εισαγωγή του.

Από την αντιπαραβολή μεταξύ των δύο παραγράφων τίθεται το ερμηνευτικό ζήτημα, αν η προθεσμία για την άσκηση του ενδίκου μέσου της αναίρεσης θα πρέπει να κριθεί με βάση την αρχή του άρθρου 24 παρ. 1 του ΕισΝΚΠολΔ, η οποία αναφέρεται στο παραδεκτό (στοιχείο του οποίου αποτελεί και το εμπρόθεσμο του ενδίκου μέσου) ή στην παρ. 2 του ίδιου άρθρου, η οποία αναφέρεται ειδικά στις καταχρηστικές προθεσμίες.

Κατ' αποτέλεσμα, η ρύθμιση του άρθρου 24 παρ. 2 του ΕισΝΚΠολΔ αποβλέπει να θεραπεύσει τα πρακτικής φύσεως θέματα, τα οποία αναμενόταν ότι θα ανακύψουν από την εισαγωγή των νέων καταχρηστικών προθεσμιών του ΚΠολΔ, με τις οποίες επερχόταν σημαντική σύντμηση της προθεσμίας άσκησης των ενδίκων αυτών μέσων.

Διαπιστώνεται, επομένως, ότι η αντιδιαστολή μεταξύ των δύο παραγράφων του άρθρου 24 αναδεικνύει μια ουσιώδη διαφορά στη λειτουργία τους. Η παρ. 1 αποτυπώνει μια ευρύτερη διαχρονικού δικαίου αρχή, σύμφωνα με την οποία τόσο το παραδεκτό των ενδίκων μέσων, όσο και το επιτρεπτό των προβαλλόμενων με αυτά λόγων κρίνονται δυνάμει του νόμου που ισχύει κατά το χρόνο δημοσίευσης της προσβαλλόμενης απόφασης.

Αντίθετα, η παρ. 2 του άρθρου 24 του ΕισΝΚΠολΔ κατέτεινε στη θεραπεία μιας συγκεκριμένης πρακτικής αναγκαιότητας, που ήγειρε η θέσπιση το πρώτον καταχρηστικών προθεσμιών για την άσκηση ενδίκων μέσων κατά τον ΚΠολΔ. Πάντως, υπό την ισχύ του ν. 4335/2015, με αφορμή τη σύντμηση της καταχρηστικής προθεσμίας για την άσκηση της έφεσης ή της αναίρεσης, υποστηρίχθηκε η ερμηνευτική εκδοχή ότι το ζήτημα θα πρέπει να αντιμετωπισθεί αποκλειστικά στο πλαίσιο της μεταβατικής ρύθμισης του άρθρου ένατου παρ. 2 του ν. 4335/2015 (ΑΠ 1640/2017, 1176/2017).

Υπό την ερμηνευτική αυτή εκδοχή υποστηρίζεται ότι ο δικονομικός νομοθέτης απέκλινε με το ν. 4335/2015 συνειδητά από την ως άνω διαχρονικού δικαίου αρχή του ΕισΝΚΠολΔ, χωρίς να αφήσει το ζήτημα αρρύθμιστο, ώστε να μπορεί να καλυφθεί το κενό μέσω της προσφυγής στο άρθρο 24 παρ. 1 του ΕισΝΚΠολΔ, η οποία εξαρτούσε το παραδεκτό της αναίρεσης από το νόμο που ίσχυε κατά το χρόνο δημοσίευσης της προσβαλλομένης απόφασης, όπως έπραξε ο νομοθέτης του ν. 3994/2011, ο οποίος ρητά επανέλαβε την ως άνω διάταξη του ΕισΝΚΠολΔ στη μεταβατική διάταξη του άρθρου 72 παρ. 2 του νόμου εκείνου, ορίζοντας ειδικότερα ότι "το παραδεκτό των ενδίκων μέσων, το επιτρεπτό των προβαλλόμενων λόγων και ο χρόνος της άσκησής τους κρίνονται σύμφωνα με το νόμο που ισχύει κατά το χρόνο που δημοσιεύεται η απόφαση".

Η άποφη αυτή βασίζεται στην ευρεία διατύπωση της μεταβατικής διάταξης του ν. 4335/2015, στο γενικό σκοπό του ν. 4335/2015, που είναι η επιτάχυνση της πολιτικής δίκης, και στον ειδικό σκοπό της διάταξης, για συρρίκνωση της καταχρηστικής προθεσμίας για άσκηση ενδίκων μέσων. Υπό αυτή την εκδοχή όλες οι αποφάσεις που εκδόθηκαν εντός του έτους 2013 και οι οποίες δεν είχαν προσβληθεί με το ένδικο μέσο της έφεσης ή της αναίρεσης μέχρι και τις 31-12-2015, κατέστησαν απρόσβλητες με το αντίστοιχο ένδικο μέσο από την 1-1-2016 και τούτο διότι, αν κατατεθεί εντός του έτους 2016 η έφεση ή η αναίρεση, το εμπρόθεσμο αυτών θα κριθεί με βάση τη νέα, ήδη παρελθούσα, διετή προθεσμία και όχι με βάση την παλαιά τριετή προθεσμία, που θα συμπληρωνόταν κάποια στιγμή εντός του έτους 2016.

Σε κάθε περίπτωση, κατά την ίδια ως άνω άποψη, οι διάδικοι που πίστευαν ότι είχαν τριετή προθεσμία προς άσκηση έφεσης ή αναίρεσης, είχαν στη διάθεση τους ικανό χρονικό διάστημα, μεγαλύτερο των πέντε μηνών, εφόσον ο ν. 4335/2015 δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης στις 23-7-2015, προς ενημέρωση τους και προς εμπρόθεσμη άσκηση ενδίκου μέσου.

Υπό την ίδια ερμηνευτική εκδοχή αποκρούεται η δυνατότητα ερμηνευτικής προσφυγής στον κανόνα του άρθρου 24 παρ. 2 ΕισΝΚΠολΔ, με το επιχείρημα ότι η τελευταία προσιδίαζε στην αντιμετώπιση συγκεκριμένων αναγκών που ανέκυπταν κατά την εισαγωγή του ΚΠολΔ, διότι τότε δεν προβλεπόταν καταχρηστική προθεσμία προς άσκηση έφεσης ή αναίρεσης, αλλά παραγραφή αυτής.

Οι υποστηρικτές της ανωτέρω θέσης ισχυρίζονται περαιτέρω ότι, παρότι τα ένδικα μέσα αποτελούν μία πρόσθετη εγγύηση τελειότερης απονομής της δικαιοσύνης, ο κοινός νομοθέτης μπορεί όχι μόνο να περιορίσει αυτά, αλλά και να αποκλείσει εντελώς την άσκησή τους, με σκοπό την ταχύτερη και αποτελεσματικότερη απονομή της δικαιοσύνης, υπό την προϋπόθεση βέβαια ότι τούτο γίνεται κατά τρόπο γενικό και δεν καταλαμβάνει και ήδη ασκηθέντα ένδικα μέσα, διότι η πρόσβαση στα ένδικα μέσα δεν κατοχυρώνεται από το Σύνταγμα της χώρας μας, ούτε από το άρθρο 6 παρ. 1 της Σύμβασης της Ρώμης για την Προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, ούτε από το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Τα επιχειρήματα της ανωτέρω άποψης, όμως, προϋποθέτουν σαφή νομοθετική διάταξη, ως προς την κατάργηση ή τη συρρίκνωση του δικαιώματος άσκησης έφεσης και αναίρεσης, ώστε να κριθεί αν οι διάδικοι είχαν ασφαλή πληροφόρηση και επαρκή χρόνο. Αν αυτό ίσχυε, δυσχερώς, πράγματι, θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι οι διάδικοι αιφνιδιάστηκαν.

Ωστόσο, η μεταβατική διάταξη του άρθρου ένατου παρ. 2 του ν. 4335/2015 ουδόλως, κατά τα προεκτεθέντα, φέρει τα εχέγγυα της απαιτούμενης για την εμπέδωση της ασφάλειας δικαίου σαφήνειας. Απόδειξη αυτού αποτελεί το γεγονός ότι η θεωρία άμεσα εξέφρασε εντονότατο προβληματισμό ως προς την αληθή έννοια της γενικής διατύπωσης της διάταξης αυτής και κατά την κρατούσα θέση της προέκρινε τη μη εφαρμογή της στο επίμαχο ζήτημα.

Την ανωτέρω κυρίαρχη στη θεωρία άποψη έχουν υιοθετήσει και οι αποφάσεις 519/2017 και 520/2017 του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με τις οποίες σε όσες αποφάσεις δημοσιεύτηκαν πριν την 1-1-2016 η καταχρηστική προθεσμία για την άσκηση αναίρεσης είναι τριετής και όχι διετής, δηλαδή προέκρινε η άποψη αυτή την ερμηνευτική άρση του προβλήματος μέσω της προσφυγής στη διαχρονικού δικαίου αρχή του άρθρου 24 παρ. 1 του ΕισΝΚΠολΔ, εστιάζοντας στην άρση των ατόπων και ανισοτήτων που θα μπορούσαν να ανακύψουν μεταξύ των διαδίκων από την ενδεχόμενη επιλογή αναδρομικής ισχύος τέτοιων νεότερων διατάξεων, που συντέμνουν τις καταχρηστικές αυτές προθεσμίες.

Αν ο νομοθέτης ήθελε κάτι διαφορετικό, που θα οδηγούσε σε απώλεια του δικονομικού δικαιώματος άσκησης ενδίκου μέσου εντός της νέας καταχρηστικής προθεσμίας, θα έπρεπε είτε να το ορίσει ρητά είτε να προβλέψει συγκεκριμένη προθεσμία, εντός της οποίας θα όφειλε να ασκηθεί τυχόν ένδικο μέσο κατά απόφασης που δημοσιεύθηκε σε χρόνο μεγαλύτερο των δύο ετών από τη θέση σε ισχύ του νέου νόμου ή από την άσκηση του ενδίκου μέσου.

Εξάλλου, η προσήλωση στη φραστική διατύπωση του άρθρου ένατου παρ. 2 του ν. 4335/2015 θα ήγειρε ανυπολόγιστους κινδύνους ανασφάλειας δικαίου και διάψευσης της εύλογης πεποίθησης και δικαιολογημένης εμπιστοσύνης των συναλλασσομένων από ενδεχόμενη απώλεια κρίσιμων προθεσμιών και δικαιωμάτων. Γι' αυτούς κυρίως τους λόγους, η ρύθμιση του ως άνω νόμου πρέπει να υποχωρήσει υπέρ της θεμελιώδους διαχρονικού δικαίου αρχής, που διατυπώνεται στο άρθρο 24 παρ. 1 ΕισΝΚΠολΔ, δηλαδή να εφαρμόζεται επί της προθεσμίας των ενδίκων μέσων και εναντίον των αποφάσεων που δεν έχουν επιδοθεί ο κατά το χρόνο της δημοσίευσης της προσβαλλόμενης απόφασης ισχύων νόμος.

Έτσι, ως προς τις δημοσιευόμενες πριν την έναρξη ισχύος του ν. 4335/2015 αποφάσεις, που είχαν εκδοθεί αντιμωλία των διαδίκων και δεν είχαν επιδοθεί και καταστεί τελεσίδικες ή αμετάκλητες, εξακολουθεί να ισχύει η τριετής καταχρηστική προθεσμία προσβολής τους με αναίρεση (ΟλΑΠ 10/2018). Ως εκ τούτου ο περί απαράδεκτης, ως εκπρόθεσμης, της αναίρεσης προβαλλόμενος από το αναιρεσίβλητο ισχυρισμός, λόγω του ότι ενώ η προσβαλλόμενη απόφαση δημοσιεύθηκε στις 31-3- 2014, εκείνη (αναίρεση) κατατέθηκε στις 6-3-2017, πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος.

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 3 ΚΠολΔ, σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως, ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς. Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από το πινάκιο, ο πληρεξούσιος των επισπευδόντων τη συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης αναίρεσε ιόντων, που είναι απλή ομόδικοι ως εκ της φύσεως της διαφοράς (αναγνωριστική κυριότητας ακινήτου αγωγή) δήλωσε ότι αυτή δεν εισάγεται ως προς την τρίτη αναιρεσείουσα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Συνεπώς, πρέπει να χωρισθεί η υπόθεση και η συζήτηση να κηρυχθεί απαράδεκτη ως προς αυτήν και να χωρήσει νομίμως ως προς τους λοιπούς απλούς ομοδίκους.

Η νομική αοριστία της αγωγής, στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ), συντρέχει δε αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο την αγωγή.

Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 του ΚΠολΔ.

Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωση της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται στο δικόγραφο της ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σ' εκείνη, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σ' αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών, την απέρριψε ως αόριστη.

Για να θεμελιωθεί ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ θα πρέπει η αοριστία της αγωγής να προταθεί νομοτύπως στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, να επαναφερθεί νομίμως στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, το γεγονός δε τούτο να αναφέρεται με σαφήνεια στο αναιρετήριο και να προκύπτει από το εφετήριο (ΟλΑΠ 16/2000, ΑΠ 34/2018).

Με τον πρώτο, κατά το σχετικό σκέλος του, από τον αριθμό 14 (και όχι 8) του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο εσφαλμένα θεώρησε ως ορισμένη την αγωγή του αναιρεσιβλήτου και όχι αόριστη, ως προς την περιγραφή των ορίων του, ισχυρισμός που προβλήθηκε με τις πρωτόδικες προτάσεις των αναιρεσειόντων-εναγομένων.

Όπως όμως προκύπτει από την επιτρεπτή επισκόπηση του δικογράφου της έφεσής τους, ο ισχυρισμός αυτός δεν επαναφέρθηκε στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, γεγονός άλλωστε που δεν διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο. Ως εκ τούτου ο σχετικός λόγος είναι απαράδεκτος.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στη έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόσθηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις (ΟλΑΠ 24/1992).

Ο παραπάνω λόγος είναι δυνατόν να φέρεται ότι πλήττει την προσβαλλομένη απόφαση γιατί παραβίασε εκ πλαγίου κανόνα δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα, υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση των αποδείξεων παραβιάστηκε κανόνας δικαίου, να πλήττει την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, οπότε θα απορριφθεί ως απαράδεκτος, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ διότι πλήττει την ανέλεγκτη, περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, δέχθηκε, μετ' ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά, σχετικά με τη διεκδικητική κυριότητας αγωγή του αναιρεσιβλήτου: " Ο αρχικός εναγόμενος Λ. Γ. με τα παρακάτω μνημονευόμενα συμβόλαια αγόρασε τα σ' αυτά περιγραφόμενα ακίνητα, ήτοι: 1) με το υπ' αριθ. ...9/1963 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Ηγουμενίτσας Ν.

Κ., που μεταγράφηκε νόμιμα, αγόρασε από τον Δ. Π. Π. ένα λιβάδι, έκτασης 169 στρεμμάτων, κείμενο στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας της .... Στον τελευταίο περιήλθε δυνάμει άτυπης διανομής μετά του αποβιώσαντος αδελφού του Μ. Π. Π., κατά το έτος 1932, από τότε δε το κατείχε και το νεμόταν. 2) με το υπ' αριθ. ...18/1965 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Ηγουμενίτσας Ν.

Κ., που μεταγράφηκε νόμιμα, αγόρασε από τους Λ. Κ. του Φ., Ε. Κ. του Φ., Σ., συζ. Ζ. Μ. και Β., Α. Χ. ένα λιβάδι, έκτασης 170 στρεμμάτων, κείμενο στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας της .... Στους τελευταίους περιήλθε από κληρονομιά του αποβιώσαντος το έτος 1964 πατέρα τους δυνάμει της με αριθμό ...57/1965 δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς του συμβολαιογράφου Ηγουμενίτσας Ν.

Κ. που μεταγράφηκε νόμιμα. 3) με το υπ' αριθ. ...4/1967 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Ηγουμενίτσας Ν. Κ., που μεταγράφηκε νόμιμα, αγόρασε από τον Ι. Π. του Β. ένα χερσότοπο, έκτασης 20 περίπου στρεμμάτων, κείμενο στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας της .... Στον τελευταίο περιήλθε από κληρονομιά του αποβιώσαντος το έτος 1941 πατέρα του, δυνάμει της με αριθμό ...7/1965 δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς του συμβολαιογράφου Ηγουμενίτσας Ν.

Κ., που μεταγράφηκε νόμιμα. 4) με το υπ" αριθ. .../1971 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Ηγουμενίτσας Ν. Κ., που μεταγράφηκε νόμιμα, αγόρασε από τους Γ. Κ., Μ. Κ. και Α. Κ. του Κ. ένα χερσότοπο, έκτασης 6 στρεμμάτων, περιέχοντα 30 ελαιόδεντρα, κείμενο στη θέση "...". Στους τελευταίους περιήλθε από αγορά από μεγαλύτερη έκταση, δυνάμει των με αριθμό .../1931 και .../1933 συμβολαίων του τότε συμβολαιογράφου Ηγουμενίτσας Θ.

Μ. που μεταγράφηκαν νόμιμα. 5) με το υπ' αριθ. ...8 /1971 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Ηγουμενίτσας Ν. Κ., που μεταγράφηκε νόμιμα, αγόρασε από τον Α. Κ. του Κ. ένα λιβάδι, έκτασης 50 περίπου στρεμμάτων, κείμενο στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας της .... Στον τελευταίο περιήλθε από αγορά από μεγαλύτερη έκταση, από το μουσουλμάνο Α.

Μ., δυνάμει συμβολαίου του έτους 1933 του τότε συμβολαιογράφου Ηγουμενίτσας Θ. Μ., το οποίο όμως δεν σώζεται συνεπεία καταστροφής των σχετικών αρχείων του συμβολαιογραφείου και υποθηκοφυλακείου Ηγουμενίτσας από τα πολεμικά γεγονότα της περιόδου 1940-1941 και 6) με το υπ' αριθ. ...12/1971 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Ηγουμενίτσας Ν.

Κ., που μεταγράφηκε νόμιμα, αγόρασε από τις Γ., συζ. Α. Κ. και Α., θυγ. Α. Κ. ένα λιβάδι, έκτασης 100 περίπου στρεμμάτων, εντός του οποίου υπάρχουν 200 ελαιόδεντρα ηλικίας ενός έτους. Στις τελευταίες περιήλθε από αγορά, δυνάμει των συμβολαίων με αριθμό 3.../1953 του τότε συμβολαιογράφου Ηγουμενίτσας Θ. Μ. και .../1970 του συμβολαιογράφου Ηγουμενίτσας Ν.

Κ., που μεταγράφηκαν νόμιμα. Το έτος 1982 σε βάρος του ως άνω εναγομένου Λ. Γ. εκδόθηκε το με αριθμό πρωτοκόλλου ...17-2- 1982 Πρωτόκολλο Διοικητικής Αποβολής του Διευθυντή Δασών .... Σύμφωνα με αυτό αποβάλλονταν ο Λ. Γ. από δημόσια δασική έκταση εμβαδού 640 στρεμμάτων που βρίσκεται στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας της πρώην ... ...

και συνορεύει βόρεια με δημόσια δασική έκταση, νότια με αγροτικές εκτάσεις, ιδιοκτησία Λ. Γ., ανατολικά με δημόσιες δασικές εκτάσεις και δυτικά με δημόσιες δασικές εκτάσεις και κοινοτική δασική έκταση ..., καθώς αυτός από το έτος 1962 μέχρι την έκδοση του πρωτοκόλλου κατασκεύασε στην επίδικη δημόσια δασική έκταση μόνιμες και προσωρινές περιφράξεις και ποιμνιοστάσια, φύτευσε ελαιόδεντρα, κατασκεύασε υδατοδεξαμενές κλπ.

Προσέτι βεβαιώθηκε σε βάρος του ποσό 200.000 δραχμών για αποζημίωση, λόγω παράνομης χρήσης της παραπάνω έκτασης από το έτος 1962 μέχρι την έκδοση του πρωτοκόλλου διοικητικής αποβολής το έτος 1982. Η επίδικη έκταση απεικονίζεται στο από 11-2-1982 τοπογραφικό διάγραμμα του τεχνολόγου Δασοπονίας Β. Τ. που είναι συνημμένο στην από 11-2-82 έκθεση αυτοψίας του ιδίου.

Σύμφωνα με αυτήν, η επίδικη έκταση έχει κλίση 20-60 %, έδαφος αργιλώδες και καλύπτεται από ξυλώδη δασικά φυτά, (παλιούρια, σπάρτα, δρυόδεντρα κατά θέσεις και ομάδες). Ο Λ. Γ. άσκησε ανακοπή κατά του παραπάνω πρωτοκόλλου και επ' αυτής εκδόθηκε η με αριθμό 52/1982 απόφαση του Ειρηνοδικείου Ηγουμενίτσας, η οποία δέχθηκε την ανακοπή και ακύρωσε το πρωτόκολλο, καθώς πιθανολογήθηκε αγροτικός χαρακτήρας της επίδικης έκτασης.

Στη συνέχεια, το ενάγον Ελληνικό Δημόσιο άσκησε έφεση κατά της παραπάνω απόφασης του Ειρηνοδικείου και εκδόθηκε η με αριθμό 357/1984 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας, η οποία δέχθηκε τυπικά την έφεση και την απέρριψε στην ουσία της, αντικαθιστώντας την αιτιολογία και πιθανολογώντας την κυριότητα του ανακόπτοντος στην επίδικη έκταση.

Μετά ταύτα το ενάγον Ελληνικό Δημόσιο άσκησε την κρινόμενη αγωγή κατά του εναγομένου Λ. Γ.. Ο τελευταίος απεβίωσε μετά την άσκηση αυτής (αγωγής), στις 9-1-2000 και κληρονομήθηκε εξ αδιαιρέτου από τους α) Ε. χήρα Λ. Γ., β) Ε. Λ. Γ., γ) Ε. Λ. Γ., δ) Ρ. Λ. Γ. και ε) Σ. Λ. Γ., σύζυγο και τέκνα του, νυν εκκαλούντες, οι οποίοι αποδέχθηκαν την κληρονομιά του με την νόμιμα μεταγεγραμμένη υπ' αριθ. ...3/30-10-2000 δήλωση αποδοχής της κληρονομιάς ενώπιον συμβολαιογράφου Ηγουμενίτσας Αθηνάς Ζ.-Τ.

και συνεχίζουν την δίκη με την ανωτέρω ιδιότητά τους, υπεισελθόντες στη δικονομική του θέση. Σύμφωνα με την υπ' αριθ. 24/3-8-2011 έκθεση πραγματογνωμοσύνης και το επισυναπτόμενο σ' αυτήν τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού - πραγματογνώμονα Λ. Γ., η επίδικη έκταση ανέρχεται συνολικά σε 517.205,40 τ.μ.

και αποτελείται από έξι ξεχωριστά ακίνητα και περιλαμβάνεται ολοκληρωτικά στο ως άνω πρωτόκολλο διοικητικής αποβολής και στους ως άνω τίτλους ιδιοκτησίας του αρχικώς εναγομένου Λ. Γ.. Ο τεχνικός σύμβουλος του Δημοσίου Σ. Μ. έχοντας υπόψη του το τοπογραφικό διάγραμμα που συνοδεύει την προαναφερόμενη με αριθμό ...-8-2011 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του τοπογράφου μηχανικού Λ.

Γ., στο τοπογραφικό διάγραμμα 2 απεικόνισε τις εκτάσεις που υπάγονται στις διατάξεις της δασικής νομοθεσίας και διεκδικούνται από το Ελληνικό Δημόσιο, ως εξής: τμήμα ένα, εμβαδού 171.088,05 τ.μ., που είναι η έκταση που αφορά στο με αριθμό ...18/1965 συμβόλαιο, τμήμα δύο, εμβαδού 154.242,34 τ.μ. από την έκταση που αφορά στο με αριθμό ...9/1963 συμβόλαιο, τμήμα τρία, εμβαδού 50.243,91 τ.μ.

που είναι η έκταση που αφορά στο με αριθμό ...8/1971 συμβόλαιο, τμήμα τέσσερα, εμβαδού 68.990,98 τ.μ., από την έκταση που αφορά στο με αριθμό ...12/1971 συμβόλαιο, τμήμα πέντε, εμβαδού 323.164,94 τ.μ. από την έκταση που καταγράφεται ως ξένες ιδιοκτησίες στο τοπογραφικό διάγραμμα του Λ. Γ.. Σύμφωνα με την ως άνω τεχνική έκθεση οι εκτάσεις αυτές καλύπτονται από δασικά είδη αγριελιάς, σπάρτου, γκορτσιάς, παλιουρίου, πρίνου και δένδρων δρυός σε ποσοστό μεγαλύτερο από 20% έως 50% κατά θέσεις και το σύνολο των υπολοίπων στοιχείων που λαμβάνονται υπόψη για τον χαρακτηρισμό της έκτασης, όπως τα πετρολογικά και εδαφολογικά στοιχεία (έδαφος αβαθές, υποβαθμισμένο από τις πυρκαγιές και την βόσκηση, με μεγάλες κλίσεις και απότομες εδαφικές εξάρσεις που εδράζεται κυρίως επί ασβεστολίθου και επί κορημμάτων ασβεστολίθου, χωρίς ίχνη παλαιάς καλλιέργειας, όπως προκύπτει από τις αεροφωτογραφίες του 1945, χωρίς παλαιές αναβαθμίδες) συνηγορούν στο δασικό της χαρακτήρα.

Σχετικά με τον δασικό χαρακτήρα της εν λόγω έκτασης καταθέτει και ενόρκως ο ως άνω τεχνικός σύμβουλος του ενάγοντος Σ. Μ., όταν εξετάσθηκε ως μάρτυρας του ενάγοντος στην παρούσα υπόθεση, όσον και η μάρτυρας αποδείξεως Α. Γ. Δασοπόνος. Οι εκτάσεις που αποτυπώθηκαν στο τοπογραφικό διάγραμμα 2 του τεχνικού συμβούλου του Δημοσίου Σ.

Μ., με κυανή πλάγια διαγράμμιση, δεν διεκδικούνται από τη Διεύθυνση Δασών, διότι πρόκειται για αγροτικές εκτάσεις που δεν υπάγονται στις διατάξεις της δασικής νομοθεσίας και είναι τα εξής τμήματα: τμήμα έξι, εμβαδού 15.212,26 τ.μ., από την έκταση που αφορά στο με αριθμό ...9/1963 συμβόλαιο, τμήμα επτά, εμβαδού 31.658,58 τ.μ.

από την έκταση που αφορά στο με αριθμό ...12/1971 συμβόλαιο, τμήμα οκτώ, εμβαδού 34748,96 τ.μ., από το τμήμα 11 εμβαδού 174,16 τ.μ. από την έκταση που καταγράφεται ως ξένες ιδιοκτησίες, τμήμα εννέα, εμβαδού 19.972,79 τ.μ., που είναι η έκταση που αφορά στο με αριθμό ...4/1967 συμβόλαιο, τμήμα δέκα, εμβαδού 5796,49 τ.μ., που είναι η έκταση που αφορά στο με αριθμό .../1971 συμβόλαιο.

Από τα ανωτέρω, σε συνδυασμό και με τις καταθέσεις των μαρτύρων, προκύπτει, ότι τα επίδικα ακίνητα αποτελούσαν ανέκαθεν δασικές εκτάσεις καλυπτόμενες από τα ξυλώδη φυτά που προαναφέρθηκαν, ήτοι παλιούρια, σπάρτα, γκορτσιές, πρίνους και άτομα δρυός. Τέτοια ήταν η μορφή τους και κατά την απελευθέρωση της Θεσπρωτίας από τους Τούρκους και ενσωμάτωσης αυτής στην ελεύθερη Ελλάδα το έτος 1913.

Ουδέποτε αυτές οι εκτάσεις καλλιεργήθηκαν και ούτε πριν από το έτος 1917 αποτελούσαν αγρούς και υποβάλλονταν σε γεωργική εκμετάλλευση, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι εναγόμενοι. Στην κρίση αυτή άγεται το Δικαστήριο κυρίως λόγω της εκτεθείσας μορφολογίας του εδάφους των επίδικων εκτάσεων, καθώς και της συνθέσεως αυτού, που συνηγορούν περί της αδυναμίας και ασυμφόρου καλλιέργειας αυτών, ενώ δεν υπάρχουν καθόλου ενδείξεις για καλλιέργεια τούτων, όπως θα ήταν αναμενόμενα σχετικά ευρήματα σε περίπτωση αλήθειας του άνω ισχυρισμού των εναγομένων, καθόσον λόγω της έντονα επικλινούς μορφής των εδαφών, θα ήταν απαραίτητη για την καλλιέργεια έστω και τμημάτων αυτών η κατασκευή υποτυπωδών ακόμη αναβαθμίδων για τη συγκράτηση του εδάφους και την ανάσχεση της ορμητικής ροής των νερών της βροχής.

Τέτοια σημεία που βεβαιώνουν καλλιέργεια του εδάφους υπήρξαν στα διαχωρισθέντα τμήματα της περιοχής που χαρακτηρίστηκαν αγροτικές εκτάσεις και δεν διεκδικούνται από το Ελληνικό Δημόσιο. Προφανώς για την καλλιέργεια αυτών των τμημάτων έχουν υπόψη τους και καταθέτουν οι μάρτυρες Π. Κ. και Δ. Μ., οι οποίοι αναφέρονται σε καλλιέργεια της επίδικης έκτασης με δημητριακά (σιτάρι και βρώμη) συνεχώς μέχρι το 1980.

Οι μάρτυρες αυτοί καταθέτουν ότι μέσα στην επίδικη έκταση υπάρχουν λιβάδια και χέρσα τμήματα, αλλά τούτων υπερέχουν σε επιφάνεια οι αγροί. Επίσης, εντελώς αόριστα καταθέτουν ότι οι επίδικες εκτάσεις αποτελούσαν αγρούς και καλλιεργούνταν με δημητριακά τουλάχιστον δέκα χρόνια πριν από το έτος 1917. Ως προς τούτο το τελευταίο τμήμα της καταθέσεώς τους δεν παρέχουν στο Δικαστήριο την προσήκουσα πίστη, καθόσον δεν γνωρίζουν το κατατιθέμενο από προσωπικής τους γνώση, ούτε ο πρώτος των ανωτέρω μαρτύρων, επικαλούμενος ως πηγή της γνώσης του, πληροφόρησή του από τον πατέρα και τον πάππο του, αναφέρει το δικαιολογητικό λόγο για τον οποίο εκείνοι του αποκάλυψαν περί της καλλιέργειας της επίδικης έκτασης, ούτε εν γένει επικαλούνται, ενόψει και του απώτατου αυτού χρόνου στον οποίο αναφέρονται, το σημαντικό αίτιο που αποτέλεσε την αφορμή να πληροφορηθούν για την καλλιέργεια εκτάσεων που αποτελούσαν ιδιοκτησία τρίτων.

Εξάλλου, οι καταθέσεις τους αντικρούονται από τα προαναφερόμενα στοιχεία, ιδίως από τις αεροφωτογραφίες του έτους 1945, στις οποίες εικονίζεται η δασική μορφή των επιδίκων, και όχι καλλιέργεια αυτών, όπως καταθέτουν οι ανωτέρω μάρτυρες για τη συμπόρευσή τους με τους ισχυρισμούς των εναγομένων που πρότειναν την εξέτασή τους, αλλά ακόμη και από το χαρακτηρισμό των εκτάσεων που αγοράστηκαν με τα επικαλούμενα από τον άμεσο και τους απώτερους δικαιοπαρόχους συμβόλαια, αναγόμενα από τα έτη 1964, 1941, 1931, 1933 και 1953, αντίστοιχα, στα οποία αναφέρονται ως λιβάδια και χερσότοποι και όχι ως αγροί.

Είναι γεγονός ότι η ηλικία των δένδρων που έχουν αναπτυχθεί στις επίδικες εκτάσεις δεν ξεπερνά τα τριάντα χρόνια, όμως τούτο οφείλεται στις πυρκαγιές που κατέκαυσαν σε διάφορες χρονικές περιόδους την περιοχή, ιδίως κατά τη δεκαετία του 1970, συνεπεία δε αυτού η ευρύτερη έκταση και μέρος της επίδικης κηρύχθηκε αναδασωτέα το έτος 1998.

Τέλος, οι πράξεις εξουσιάσεως που έγιναν από τον αρχικά εναγόμενο και τους δικαιοπαρόχους αυτού, ήτοι η περίφραξη των αποκτηθέντων με τα συμβόλαια ακινήτων, η κατασκευή ποιμνιοστασίων, η φύτευση δένδρων, κυρίως ελιάς, η εκμίσθωση τούτων σε τρίτους προς βόσκηση των ποιμνίων τους, αναγόμενες χρονικά από τα έτη που κατά τα ανωτέρω συμβόλαια αναφέρονται ως χρόνοι κτήσεως των δικαιωμάτων από τους απώτατους δικαιοπαρόχους αυτού, δεν προσδίδουν σ' αυτούς νομή, αφού ως ακίνητα περιελθόντα κατά τον ανωτέρω τρόπο στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου, δεν μπορούν να νεμηθούν παρ' άλλου και είναι ανεπίδεκτα χρησικτησίας και κτήσεως, δια του πρωτοτύπου αυτού τρόπου, κυριότητας.

Πρέπει δε να αναφερθεί ότι με την 193/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας, έγινε δεκτή η με αριθμό καταθέσεως 16/2007 αγωγή των ήδη εκκαλούντων στρεφομένης κατά της ΔΕΗ και αναγνωρίστηκαν κατά την τακτική διαδικασία δικαιούχοι της αποζημίωσης που καθορίστηκε οριστικά με την 40/2005 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου λόγω απαλλοτριώσεως υπέρ της ΔΕΗ εκτάσεως, μέρος της οποίας ήταν και το ανωτέρω περιγραφόμενο ακίνητο που αγόρασε με το υπ' αριθ. ...12/1971 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Ηγουμενίτσας Ν.

Κ., ο δικαιοπάροχος αυτών, αφού το Δικαστήριο δέχθηκε ότι αυτό το ακίνητο ανήκε στην κυριότητά τους. Η έφεση που άσκησε κατά της ως άνω αποφάσεως η ΔΕΗ απορρίφθηκε κατ' ουσίαν με την 253/2010 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου και η ως άνω εκκαλουμένη έγινε τελεσίδικη. Αυτή η απόφαση δεν αποτελεί δεδικασμένο για την παρούσα δίκη, κατά την οποία ενάγον είναι το Ελληνικό Δημόσιο και δεν υφίσταται ταυτότητα των διαδίκων σε σχέση με τη δίκη εκείνη, η δε κύρια παρέμβαση που άσκησε κατά την έκκλητη δίκη το Ελληνικό Δημόσιο είχε απορριφθεί ως απαράδεκτη.

Σύμφωνα με όλα όσα έγιναν δεκτά το ενάγον Ελληνικό Δημόσιο απέκτησε με τον προαναφερόμενο τρόπο την κυριότητα της επίδικης έκτασης ενώ ο ισχυρισμός του αρχικά εναγομένου Λ. Γ. περί κτήσεως απ' αυτόν της κυριότητας επί του επιδίκου ακινήτου με τον ως άνω παράγωγο τρόπο δεν αποδείχθηκε βάσιμος καθ' όσον οι άμεσοι δικαιοπάροχοι αυτού δεν ήταν αληθείς κύριοι των ακινήτων που του μεταβίβασαν με τα προαναφερόμενα συμβόλαια, δοθέντος ότι ούτε οι ίδιοι οι δικαιοπάροχοι αυτών καλλιεργούσαν επί μια δεκαετία πριν της 20.5.1917 το ακίνητο αυτό ώστε να αποκτήσουν αρχικά μεν δικαίωμα διηνεκούς εξουσιάσεως, μεταγενέστερα δε πλήρους κυριότητας αυτού κατά τις προεκτεθείσες διατάξεις.

Συνεπώς, η επίδικη έκταση ως "δημόσια γαία" παρέμεινε στην κυριότητα του Οθωμανικού Κράτους και περιήλθε στο ενάγον Ελληνικό Δημόσιο κατά την απελευθέρωση της Ηπείρου το 1913 από την Οθωμανική κυριαρχία αιτία πολέμου ως διαδόχου του τουρκικού δημοσίου, σύμφωνα με την προεκτεθείσα νομική σκέψη, δεδομένου ότι αυτή δεν είχε εκφύγει της εξουσίασης του τελευταίου με την έκδοση αυτοκρατορικού τίτλου (ταπίου).

Η εκκαλούμενη απόφαση που έκρινε όμοια με τα παραπάνω, ορθά εφάρμοσε τις ως άνω σχετικές διατάξεις και εκτίμησε τις αποδείξεις που προσκομίσθηκαν και όλοι οι λόγοι της κρινομένης εφέσεως που υποστηρίζουν τα αντίθετα είναι αβάσιμοι". Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, απορρίπτοντας την έφεση και επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία έγινε δεκτή η αναγνωριστική κυριότητας αγωγή του εφεσίβλητου, δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες τόσο ως προς τα όρια της επίδικης έκτασης, λαμβάνοντας υπόψη και τις προαναφερόμενες αποφάσεις του Ειρηνοδικείου Θεσπρωτίας και του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας που αφορούσαν το ακυρωθέν πρωτόκολλο διοικητικής αποβολής και την έκθεση της διαταχθείσας πραγματογνωμοσύνης, όσο και ως προς τη μη παράγουσα δεδικασμένο υπ' αριθ. 253/2010 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Κερκύρας που αφορούσε αποζημίωση για απαλλοτρίωση τμήματος της επίδικης έκτασης και σύσταση δουλείας εναέριας διέλευσης αγωγών μεταφοράς ηλεκτρικού ρεύματος και εκδόθηκε με διαδίκους την Δημόσια Επιχείρηση Ηλεκτρισμού (Δ.Ε.Η.) και τους αναιρεσείοντες και όχι το αναιρεσείον, η κυρία παρέμβαση του οποίου απορρίφθηκε ως απαράδεκτη.

Συνεπώς οι τ' αντίθετα υποστηρίζοντες από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρώτος και δεύτερος, κατά τα σχετικά σκέλη τους, λόγοι αναίρεσης είναι αβάσιμοι.

Ο αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους.

Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ.) που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη. Περαιτέρω, η μη λήψη υπόψη νομοτύπως προταθέντων αποδεικτικών μέσων πρέπει να ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή να αφορά σε ουσιώδη πραγματικό ισχυρισμό που να επιδρά στο διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 911/2002, ΑΠ 613/2016).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο, κατά το σχετικό σκέλος του, λόγο της αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατ' ορθήν εκτίμηση του αναιρετηρίου, η από τον αριθμό 11 περ. γ' (και όχι α') του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, διότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη ως αποδεικτικά μέσα που νομοτύπως με επίκληση προσκομίσθηκαν τις με αριθμούς 193/2007 και 253/2010 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας και Εφετείου Κέρκυρας αντίστοιχα, η πρώτη των οποίων, επικυρωθείσα από την δεύτερη, αναγνώρισε τους αναιρεσείοντες σε αντιδικία με την Δ.Ε.Η.

ως δικαιούχους της καθορισθείσας με απόφαση του Εφετείου Κερκύρας αποζημίωσης για απαλλοτρίωση τμήματος του επιδίκου και σύσταση δουλείας εναέριας διέλευσης αγωγών μεταφοράς ηλεκτρικού ρεύματος, απορριφθείσας αντίστοιχα ως απαράδεκτης της από 18.6.2008 κυρίας παρέμβασης του αναιρεσιβλήτου, το οποίο διεκδίκησε δικαιώματα κυριότητας στην επίδικη έκταση.

Όπως όμως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα, τα οποία μάλιστα ρητώς μνημονεύει και αξιολογεί στο σκεπτικό της απόφασης του.

Συνεπώς, ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.

Ο αναιρετικός λόγος της διάταξης του αριθμού 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Στον ΚΠολΔ, κατά κανόνα ισχύει το σύστημα της ελεύθερης εκτίμησης των αποδείξεων (άρθρο 340) και εξαιρετικά μόνο προσδίδεται σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα αυξημένη αποδεικτική δύναμη, όπως η δικαστική ομολογία (άρθρο 352) και τα έγγραφα, που παράγουν πλήρη απόδειξη (άρθρα 438 επ., 441, 445).

Για τα αποδεικτικά μέσα, που κατά το νόμο είναι ισοδύναμα, εναπόκειται στο δικαστήριο να κρίνει την αποδεικτική βαρύτητα του καθενός, αφού αυτά, κατ' άρθρο 340, εκτιμηθούν "ελεύθερα". Ο παραπάνω λόγος ιδρύεται μόνο αν το δικαστήριο προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που δεσμευτικά ορίζει γι' αυτό ο νόμος και όχι αν απέδωσε μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα ή αξιοπιστία σε ένα από τα ισοδύναμα αυτά αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 309/2018).

Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης προσάπτεται η από τον προαναφερόμενο αριθμό πλημμέλεια ότι το Εφετείο σχημάτισε την δικανική του πεποίθηση με βάση τα όρια και τα στοιχεία του τοπογραφικού διαγράμματος του τεχνικού συμβούλου του αναιρεσιβλήτου και όχι εκείνα της έκθεσης πραγματογνωμοσύνης. Όπως όμως προκύπτει από την επιτρεπτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο δεν προσέδωσε σε οποιοδήποτε από τα προσαχθέντα με επίκληση από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που δεσμευτικά ορίζει ο νόμος, αλλά τα συνεκτίμησε όλα, ως ισοδύναμα.

Ως εκ τούτου ο σχετικός αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω πρέπει ν' απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του κατατεθέντος παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 3 4 ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στην αναφερόμενη στο διατακτικό δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, κατά το νόμιμο αίτημά του (άρθρα 176,183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ, 22 ν. 3693/1957).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση ως προς την τρίτη αναιρεσείουσα.

Απορρίπτει την από 1-3-2017 αίτηση των Ε. χήρας Λ. Γ., Ε. Λ. Γ., Ρ. Λ. Γ. και Σ. Λ. Γ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 44/2014 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κέρκυρας.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Νοεμβρίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Δεκεμβρίου 2018.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ