1704/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίστηκε με την 83/2017 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ασπασίας Καρέλλου, Δήμητρα Κοκοτίνη, Γεώργιο Μιχολιά - Εισηγητή, Θεόδωρο Τζανάκη και Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1704/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην περίπτωση, που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση (Ολομ.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1704 / 2017 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1704/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίστηκε με την 83/2017 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ασπασίας Καρέλλου, Δήμητρα Κοκοτίνη, Γεώργιο Μιχολιά - Εισηγητή, Θεόδωρο Τζανάκη και Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 25 Απριλίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Τζήμα, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Π. Δ. του Γ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ασπασία Παπαγρηγορίου, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24/1/2011 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1153/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 509/2016 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 15/6/2016 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.- Με την κρινόμενη με αριθμό κατάθεσης ...2016 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 509/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, κατάληξη της ακόλουθης δικαστικής διαδρομής κατ’ επιτρεπτή, κατά το άρθρο 261 παρ. 2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων. Ειδικότερα, επί της με αριθμό κατάθεσης δικογράφου ...2011 από 24-1-2011 αγωγής του ήδη αναιρεσείοντος, με αίτημα να υποχρεωθεί η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη να καταβάλει στο ενάγον το ποσό 49.885,20 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, ως αποζημίωση λόγω παραβίασης εκ μέρους της συνομολογηθέντος συμβατικού όρου της μεταξύ τους σύμβασης εργασίας εκδόθηκε η 1153/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών η οποία απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη. Στο δεύτερο βαθμό, ύστερα από έφεση που το ενάγον άσκησε κατά της ως άνω απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, εκδόθηκε η 509/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών που έκρινε ότι ορθά απορρίφθηκε πρωτοδίκως η ένδικη αγωγή του ενάγοντος και απέρριψε την έφεση του τελευταίου. Κατά της τελευταίας αυτής απόφασης εναντιώνεται το ενάγον-εκκαλούν ΝΠΙΔ με την ένδικη αίτηση αναίρεσης και με την έννοια αυτή ερευνάται στη συνέχεια η υπόθεση.
2.- Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του" νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της.
Στην περίπτωση, που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση (Ολομ.
ΑΠ 9/2013). Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Για την ίδρυση του λόγου αυτού απαιτείται, ως προϋπόθεση, το δικαστήριο με την αναιρεσιβαλλόμενη να έχει καταρτίσει ελάσσονα πρόταση εκτίμησης των αποδείξεων δηλαδή να εισήλθε στην ουσία της διαφοράς και να διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα και συνεπώς δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός όταν απέρριψε την αγωγή, την ανακοπή ή την ένσταση ως μη νόμιμη, διότι τότε το τυχόν σφάλμα ελέγχεται από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, (Ολ.Α.Π.3/1997).
Τέλος κατά το άρθρο 281 Α.Κ. η άσκηση του δικαιώματος αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την αληθή έννοια της διατάξεως του ως άνω άρθρου, το δικαίωμα ασκείται καταχρηστικά και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε της ασκήσεως του ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το διάστημα που μεσολάβησε χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκηση του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις, του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή καταστάσεως που δημιουργήθηκε, υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο.
Απαιτείται δηλαδή για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση με εκείνη του υπόχρεου και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμα του.
Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υπόχρεου και η υπ’ αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, που συνεπάγεται επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σχέση με την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου, αφού, κατά τους κανόνες της καλής πίστης, δεν συγχωρείται να γίνει προς απόκρουση του δικαιώματος, επίκληση πράξεων άσχετων με τη συμπεριφορά αυτή.
Για την εφαρμογή της διατάξεως δεν αρκεί μόνη η επί μακρό χρόνο αδράνεια του δικαιούχου να ασκήσει το δικαίωμα του, ούτε η καλόπιστη πεποίθηση του υπόχρεου ότι δεν υπάρχει δικαίωμα κατ’ αυτού ή ότι δεν πρόκειται τούτο να ασκηθεί, ούτε κατ’ ανάγκην από την άσκηση του να δημιουργούνται απλώς δυσμενείς ή και αφόρητες επιπτώσεις για τον υπόχρεο, αλλά απαιτείται κατά περίπτωση, συνδυασμός των ανωτέρω (Ολ.ΑΠ 5/2011).
Εξάλλου ως "πράγμα" κατά την έννοια της διάταξης του αριθμού 8 εδ.β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η μη λήψη υπόψη του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας, ιδρύει τον οικείο αναιρετικό λόγο, αποτελεί ο ασκών ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης αυτοτελής πραγματικός ισχυρισμός, που τείνει στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, καθώς και τα προς θεμελίωση αυτών πραγματικά περιστατικά.
Επί καταχρήσεως δικαιώματος στοιχειοθετείται ο από την παραπάνω διάταξη αναιρετικός λόγος αν δεν λήφθηκαν υπόψη περιστατικά, καθένα από τα οποία αποτελεί "πράγμα" υπό την προεκτεθείσα έννοια προς θεμελίωση της ένστασης, τα οποία είχε επικαλεσθεί ο ενιστάμενος, εκτός εάν και με τη λήψη υπόψη των περιστατικών αυτών δεν θα υφίσταντο και πάλι οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή της ΑΚ 281. 3.-Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως (αρθρ. 561 ΚΠολΔ) το Εφετείο ως προς τον επαναφερθέντα σ’ αυτό με τον τέταρτο λόγο της εφέσεως του ισχυρισμό του αναιρεσείοντος ότι η καταγγελία της μεταξύ τους συμβάσεως εργασίας εκ μέρους της εναγομένης έγινε κατά πλήρη κατάχρηση του σχετικού δικαιώματος της κατά τα ορισμένως προβληθέντα στην αγωγή του στο κεφάλαιο V αυτής, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Στην από 24-1-2011 αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση το ενάγον ν.π.ι.δ.
ισχυρίστηκε τα εξής: Ότι δυνάμει της από 11.5.2004 σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου διετούς διάρκειας, με ισχύ από 19.4.2004 έως 18.4.2006, προσέλαβε την εναγομένη για να εργαστεί σε αυτό. Ότι ως αντικείμενο της εργασίας της εναγομένης συμφωνήθηκε η εκτέλεση εργαστηριακών εξετάσεων στο εργαστήριο Μοριακής Βιολογίας του Τομέα Βασικής Έρευνας και ότι τόπος παροχής της εργασίας της εναγομένης ήταν αρχικώς η Μονάδα Έρευνας της Β’ Προπαιδευτικής Παθολογικής Κλινικής του Πανεπιστημίου Αθηνών στο Γ.Ν.Α. "..." και στη συνέχεια, λόγω μεταστεγάσεως, το Πανεπιστημιακό Γενικό Νοσοκομείο "..." στο ....
Ότι ακολούθως, κατόπιν υποβολής αιτήματος από την εναγομένη, το οποίο έγινε δεκτό από το Διοικητικό Συμβούλιο του ενάγοντος, η ως άνω σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου παρατάθηκε για ίσο χρονικό διάστημα, δηλαδή από 19.4.2006 έως 18.4.2008. Ότι μετά τη λήξη της εν λόγω παρατάσεως της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου, που είχε καταρτιστεί μεταξύ του ενάγοντος και της εναγομένης, το ενάγον προέβη στη σύναψη της από 1.7.2008 νέας σύμβασης εργασίας ιδιωτικού δικαίου με την εναγομένη, η οποία συμφωνήθηκε να είναι πλέον αορίστου χρόνου.
Ότι σύμφωνα με τη νέα αυτή σύμβαση εργασίας, τόπος παροχής της εργασίας της εναγομένης συμφωνήθηκε να είναι το εργαστήριο μοριακής βιολογίας του ενάγοντος στη Μονάδα Έρευνας της Β’ Προπαιδευτικής Πανεπιστημιακής Κλινικής του ...", στο .... Ότι στα καθήκοντα της εναγομένης περιλαμβάνονταν με την εν λόγω νέα σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου:
α) ο χειρισμός μονάδων ποιοτικού ελέγχου RNA, ποσοτικού και ποιοτικού προσδιορισμού RNA, DNA και πρωτεϊνών, καθώς επίσης και συστήματος μικροσυστοιχιών, β) ο χειρισμός βιοχημικών αναλυτών, γ) ο χειρισμός, ο διαχωρισμός και η αρχειοθέτηση δειγμάτων αίματος και ιστών και δ) ο φωτομετρικός προσδιορισμός της δραστηριότητας ενζύμων, των συγκεντρώσεων μικρομοριακών πρωτεϊνών και η δημιουργία προτύπων καμπυλών αναφοράς.
Ότι στην από 1.7.2008 σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, που είχε καταρτιστεί μεταξύ του ενάγοντος και της εναγομένης, περιλαμβανόταν ο όρος (άρθρο 7), τον οποίο συνομολόγησαν, συναποδέχτηκαν και συνυπέγραψαν το ενάγον και η εναγομένη. Ότι σύμφωνα με τον όρο αυτό, η εναγόμενη δεσμεύθηκε να παρέχει τις υπηρεσίες της στο ενάγον επί μία τουλάχιστον πενταετία από την υπογραφή της συμβάσεως και σε περίπτωση αποχώρησης της πριν συμπληρωθεί η πενταετία, η εναγομένη ανέλαβε την υποχρέωση να ενημερώσει το ενάγον εγγράφως έξι μήνες νωρίτερα.
Ότι κατά το τρίτο εδάφιο του άρθρου 7 της εν λόγω σύμβασης εργασίας, το Διοικητικό Συμβούλιο του ενάγοντος, αξιολογώντας τους επικαλούμενους από την εναγόμενη λόγους αποχώρησης, μπορεί με απόφαση του να την απαλλάξει από την παραπάνω δέσμευση. Ότι στο τέταρτο εδάφιο του ιδίου ως άνω άρθρου της σύμβασης συμφωνήθηκε ότι εάν το ενάγον δεν ενημερωθεί εγκαίρως και, σε κάθε περίπτωση, το Διοικητικό του Συμβούλιο δεν απαλλάξει την εναγόμενη από τη δέσμευση, η εναγομένη υποχρεούται να επιστρέφει ποσό ίσο με το σύνολο των μεικτών αποδοχών τριετίας.
Περαιτέρω, το ενάγον ισχυρίζεται ότι στις 27 Αυγούστου 2010 η εναγομένη αιφνιδιαστικά, με το ιδίας ημερομηνίας έγγραφο της, αφού πρώτα ευχαρίστησε το ενάγον για την από τον Απρίλιο του έτους 2004 και εφεξής συνεργασία τους και για την απόκτηση εμπειρίας στις πρωτοποριακές τεχνικές και στις σύγχρονες μοριακές μεθόδους, που χρησιμοποιούνται στη μονάδα έρευνας του ενάγοντος, ανήγγειλε στο τελευταίο την παραίτηση της για να προσληφθεί σε οργανική θέση δημοσίου δικαίου στο Νοσοκομείο ...".
Ότι η εναγομένη, χωρίς έως εκείνη τη στιγμή να κινδυνεύει με οποιοδήποτε τρόπο η θέση και η απασχόληση της στο ενάγον, επιχείρησε να αιτιολογήσει την απόφαση της αυτή επικαλούμενη την οικονομική αστάθεια και τις διαρθρωτικές αλλαγές που επιτελούνται σε οργανισμούς του ευρύτερου δημόσιου τομέα. Ότι με το ως άνω έγγραφο της παραίτησης της, η εναγομένη δήλωνε στο ενάγον ότι θα παραμείνει στη θέση και στα καθήκοντα της για τους επόμενους έξι μήνες, ήτοι έως την 27η Φεβρουάριου 2011 και καλούσε το ενάγον να της ανακοινώσει εγγράφως, εάν το Διοικητικό του Συμβούλιο επιθυμούσε την αποχώρηση της πριν τη συγκεκριμένη ημερομηνία.
Ότι το Διοικητικό Συμβούλιο του ενάγοντος, στην συνεδρίαση του της 28ης Σεπτεμβρίου 2010, αποφάσισε ομόφωνα, όχι μόνο να μην απαλλάξει την εναγομένη από την υποχρέωση της για εξάμηνη παραμονή, αλλά και να μην αποδεχθεί την αίτηση της για αποχώρηση από την εργασία της στο ενάγον. Ότι στις 16 Νοεμβρίου 2010 δημοσιεύθηκε στο Φ.Ε.Κ.
ο διορισμός της εναγόμενης στο Γενικό Νοσοκομείο ..." ως τεχνολόγου ιατρικών εργαστηρίων, που έγινε κατόπιν σχετικής προκήρυξης του Α.Σ.Ε.Π.. Ότι στις 18 Νοεμβρίου 2010 η εναγόμενη ανακοίνωσε εγγράφως στο ενάγον τον ως άνω διορισμό της. Ότι στις 23 Δεκεμβρίου 2010 η εναγομένη ενημέρωσε το ενάγον ότι η τελευταία ημέρα εργασίας της σε αυτό θα είναι η 11η Ιανουαρίου 2011, οπότε και πράγματι σταμάτησε να εργάζεται στο ενάγον.
Επίσης, το ενάγον ισχυρίζεται ότι η εναγομένη παραβίασε τη συμβατική της υποχρέωση, που ανέλαβε με το άρθρο 7 της από 1.7.2008 σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου που είχε συνάψει με το ενάγον. Ότι ειδικότερα, αφενός δεν εκπλήρωσε την υποχρέωση της να παράσχει τις υπηρεσίες της στο ενάγον επί μία τουλάχιστον πενταετία από την υπογραφή της από 1.7.2008 σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου και αφετέρου δεν τήρησε την προθεσμία καταγγελίας, αφού η καταγγελία της σύμβασης έγινε στις 27.8.2010 και η εναγομένη αποχώρησε από την εργασία της στις 11.1.2011, αντί στις 27.2.2011.
Ότι, κατόπιν των ανωτέρω, συντρέχει περίπτωση εφαρμογής του τέταρτου εδαφίου του άρθρου 7 της από 1.7.2008 συμβάσεως εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και συνεπώς πρέπει η εναγομένη να επιστρέφει στο ενάγον ποσό ίσο με το σύνολο των μεικτών αποδοχών τριετίας. Ότι οι μεικτές αποδοχές της εναγομένης ανέρχονταν στο ποσόν των 1.385,70 ευρώ και ως εκ τούτου οφείλει στο ενάγον το συνολικό ποσό των (1.385,70 ευρώ Χ 36 μήνες =) 49.885,20 ευρώ.
Με βάση τα περιστατικά αυτά, το ενάγον ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει το ποσό των 49.885,20 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της υπό κρίση αγωγής.
Με την εκκαλούμενη απόφαση απορρίφτηκε ως μη νόμιμη η αγωγή και εναντίον της παραπονείται το ενάγον για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, ζητώντας την εξαφάνιση της και την αποδοχή της αγωγής.
Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1, 3 παρ. 1 και 4 του ν. 2112/1920, την υποχρέωση τηρήσεως προθεσμίας κατά την καταγγελία της συμβάσεως παροχής εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου υπέχει όχι μόνον ο εργοδότης, αλλά και ο μισθωτός. Η προθεσμία αυτή είναι ανάλογη προς το χρόνο της προηγηθείσας διάρκειας της συμβάσεως εργασίας, αλλά για την καταγγελία, που γίνεται από το μισθωτό, προσδιορίζεται στο ήμισυ της προθεσμίας που θα έπρεπε να τηρήσει ο εργοδότης και δεν μπορεί να είναι μεγαλύτερη από τρεις μήνες, Ο εργοδότης οφείλει πάντοτε, είτε τηρήσει είτε όχι την εν λόγω προθεσμία, να καταβάλει στο μισθωτό την αναλογούσα αποζημίωση, ως προϋπόθεση του, κύρους της καταγγελίας, που αυτός επιχειρεί (άρθρο 5 παρ. 3 του ν. 3198/1955).
Ο μισθωτός, καταγγέλλοντας τη σύμβαση εργασίας χωρίς να τηρήσει την προβλεπόμενη προθεσμία προειδοποίησης, οφείλει και αυτός να καταβάλει το ήμισυ της αποζημίωσης, την οποία θα λάμβανε, εάν τη σύμβαση είχε καταγγείλει ο εργοδότης, μη δυναμένη να υπερβεί τις τακτικές αποδοχές τριών μηνών (ΑΠ 1153/2013, ΝΟΜΟΣ).
Σύμφωνα δε με το άρθρο 8 του ίδιου νόμου, κάθε συμφωνία αντίθετη προς τα παραπάνω, εφόσον δεν είναι ευνοϊκότερη για τον υπάλληλο, είναι αυτοδικαίως άκυρη. Εκ των ανωτέρω, συνάγεται σαφώς ότι η ακυρότητα προϋποθέτει συμφωνία, με την οποία περιορίζεται το νόμιμο δικαίωμα της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας από τον υπάλληλο και καθορίζονται όροι, για την άσκηση του δικαιώματος του τούτου δυσμενέστεροι από εκείνους, που θεσπίζει η διάταξη του άρθρου 4 του Ν. 2112/1920 (βλ.
ΑΠ 1189/1993 ΕΕργΔ 1995.375). Περαιτέρω, βάσει της αρχής της αυτονομίας των συμβάσεων παρέχεται η δυνατότητα στα μέρη του καθορισμού ορισμένου χρονικού διαστήματος, ως ελάχιστης διάρκειας της σύμβασης, χωρίς να καθίσταται, ενόψει του όρου αυτού, ορισμένου χρόνου. Η έννοια του καθορισμού ελάχιστης διάρκειας υποδηλώνει την έλλειψη δικαιώματος για τα μέρη στο ορισμένο αυτό χρονικό διάστημα καταγγελίας (τακτικής) της σύμβασης, με σκοπό την εξασφάλιση της, κατ’ αυτό, διατήρησης της σύμβασης.
Μετά τη συμπλήρωση του ελάχιστου χρόνου διάρκειας της σύμβασης, αν δεν χωρήσει καταγγελία αυτής, διατηρείται σε ισχύ για αόριστο χρόνο (βλ. Β. Βαθρακοκοίλη, ΕΡΝΟΜΑΚ, Τόμος Γ, Ημίτομος ΕΓ, έκδοση 2005 αρθρ 669 αριθ. 5, σελ. 413).
Στην 5η σελ της κρινόμενης αγωγής αναφέρονται επί λέξει τα εξής: "Ιδιαίτερη σημασία στην παρούσα αντιδικία έχει ο όρος (άρθρο) 7 της εν λόγω, από 01.07.2008, συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου, τον οποίο συνομολόγησαν, συναποδέχθηκαν και συνυπέγραψαν οι συμβαλλόμενοι (Ε.ΚΕ.ΔΙ και εναγομένη), έχοντες πλήρη επίγνωση του γεγονότος ότι η θέση που εκάλυπτε η εναγόμενη, δεν επέτρεπε εναλλαγή προσώπων και απαιτούσε ιδιαίτερη εξειδίκευση και εμπειρία, ώστε να μη είναι δυνατή η ανά πάσα στιγμή και άμεση αντικατάσταση της με άλλον εργαζόμενο.
Σύμφωνα λοιπόν με αυτόν τον όρο, η εναγόμενη δεσμεύθηκε να παρέχει τις υπηρεσίες της στο Κέντρο μας επί μία τουλάχιστον πενταετία από την υπογραφή της συμβάσεως. Περαιτέρω, συμφωνήθηκε ότι σε περίπτωση αποχώρησης της προτού συμπληρωθεί η πενταετία, η εναγομένη ανέλαβε την υποχρέωση να μας ενημερώσει εγγράφως έξι μήνες νωρίτερα.
Κατά το 3° εδάφιο του ιδίου άρθρου 7 το Διοικητικό Συμβούλιο του Ε.ΚΕ.ΔΙ., αξιολογώντας τους επικαλούμενους από την εναγομένη λόγους αποχώρησης, μπορεί με απόφαση του να την απαλλάξει από την παραπάνω δέσμευση. Τέλος, συμφωνήθηκε (εδάφιο 4°) ότι εάν ο εργοδότης (Ε.ΚΕ.ΔΙ) δεν ενημερωθεί εγκαίρως και, σε κάθε περίπτωση, το Διοικητικό Συμβούλιο του δεν την απαλλάξει από τη δέσμευση, η εργαζομένη (εναγομένη) υποχρεούται να επιστρέφει ποσό ίσο με το σύνολο των μεικτών αποδοχών τριετίας." Σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη η εναγομένη, ως υπάλληλος που επιθυμούσε να λύσει τη σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, που είχε συνάψει με το ενάγον, όφειλε να καταγγείλει την ως άνω σύμβαση εργασίας, πριν από χρόνο ίσο προς το μισό εκείνου, που το άρθρο 1 του ως άνω νόμου (Ν. 2112/1920) ορίζει για τον εργοδότη, ενώ ο χρόνος αυτός σε καμιά περίπτωση δεν μπορούσε να είναι μεγαλύτερος από τρεις μήνες.
Κάθε αντίθετη συμφωνία, όπως εν προκειμένω, η συμφωνία που, κατά τα ιστορούμενα στην αγωγή, περιλαμβάνεται στο άρθρο 7 της από 1.7.2008 σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου, η οποία προβλέπει μεγαλύτερη προθεσμία καταγγελίας από την μέγιστη προθεσμία των τριών μηνών, που ορίζει το άρθρο 4 του Ν. 2112/1920 και εξαρτά, σε κάθε περίπτωση, το δικαίωμα της εναγόμενης να καταγγείλει την αορίστου χρόνου σύμβαση εργασίας της και να αποδεσμευθεί από αυτήν από την απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του ενάγοντος, είναι αυτοδικαίως άκυρη σύμφωνα με το άρθρο 8 του Ν. 2112/1920, διότι δεν είναι ευνοϊκότερη για τον υπάλληλο, ήτοι την εναγομένη, δεδομένου ότι καθορίζονται με αυτήν όροι για την άσκηση του δικαιώματος καταγγελίας της εναγομένης δυσμενέστεροι από εκείνους που θεσπίζει το άρθρο 4 του Ν. 2112/1920, περιορίζοντας με τον τρόπο αυτό το νόμιμο δικαίωμα της εναγομένης να καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου που τη συνδέει με το ενάγον (βλ. 4η σελ της αγωγής παρ 1 το σημείο, που το ίδιο το ενάγον χαρακτηρίζει την σύμβαση ως "αορίστου διαρκείας").
Επομένως, η εκκαλουμένη απόφαση που απέρριψε με τις ίδιες σκέψεις την αγωγή ως μη νόμιμη ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και δεν έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και οι λόγοι της έφεσης κρίνονται αβάσιμοι και απορριπτέοι και συνοψίζονται στο ότι: 1) Είναι θεμιτή οποιαδήποτε συμφωνία αφορά στην διάρκεια της προθεσμίας καταγγελίας της εργασιακής σύμβασης, όταν καταγγέλλων είναι ο εργαζόμενος, δηλαδή ακόμα και εάν η προθεσμία είναι μεγαλύτερης της νόμιμης [ήτοι 3μηνο το μέγιστο], ισχυρισμός που δεν ευσταθεί και ευθέως αντίκειται στα άρθρα 4 & 8 του Ν. 2112/1920 (1ος λόγος έφεσης). 2) Ότι εν προκειμένω τυγχάνει εφαρμογής το άρθρο 670 ΑΚ και όχι το άρθ 4 του Ν. 2112/1920, γιατί οι διατάξεις του Ν. 2112/1920 είναι αναγκαστικού δικαίου και υπερισχύουν κάθε άλλης διάταξης," ενώ το πεδίο εφαρμογής τους περιλαμβάνει και την καταγγελία της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου για ιδιωτικούς υπαλλήλους, όπως εν προκειμένω. 3) Ότι εσφαλμένα έγινε δεκτό με την εκκαλούμενη απόφαση ότι η συμφωνία του άρθρου 7 της από 01/07/2008 σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου, η οποία περιορίζει το δικαίωμα της εναγομένης να καταγγείλει την άνω σύμβαση εργασίας είναι άκυρη, για όσους λόγους προαναφέρθηκαν (3ος λόγος έφεσης).
Στο σημείο αυτό θα πρέπει να αναφερθεί ότι η αγωγή, όπως το περιεχόμενο της εκτιμάται από το Δικαστήριο, φέρει τον χαρακτήρα καταψηφιστικής αγωγής, που όμως δεν βρίσκει έρεισμα στο νόμο, δεν φέρει τον χαρακτήρα αναγνωριστικής αγωγής, που έχει σαν αντικείμενο της να αναγνωριστεί ότι η εκ μέρους της εναγομένης καταγγελία της επίδικης εργασιακής σχέσης είναι άκυρη ως καταχρηστική (βλ Βαθρακοκοίλη ΕρμΑΚ 1ος τομ, σελ 1144, παρ’ 36), απορριπτόμενων ως αβάσιμων των αντιθέτως υποστηριζόμενων από το εκκαλούν με τον 4° λόγο της έφεσης του.
Έτσι, η έφεση, που δεν έχει άλλους λόγους προς εξέταση, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της.".
Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ. και ορθά και αιτιολογημένα απέρριψε τον 4° λόγο της έφεσης του αναιρεσείοντος με την παράθεση πλήρους και επαρκούς αιτιολογίας την οποία έχει η προσβαλλόμενη και η οποία αναφέρεται στις αμέσως παραπάνω δύο παραγράφους της παρούσης. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης με τον οποίο το αναιρεσείον πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση με τις αιτιάσεις από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί διότι το εφετείο, όπως προκύπτει από το προαναφερθέν περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλόμενης, έλαβε υπόψη τον ως άνω ισχυρισμό του περί καταχρηστικής άσκησης της καταγγελίας και τον απέρριψε ως μη νόμιμο καθόσον αφορά την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του ως άνω άρθρου, ενώ η αιτίαση από τον αριθμό 19 του ιδίου άρθρου δεν ιδρύεται στην προκείμενη υπόθεση λόγω του ότι η αγωγή απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, κατά τα εκτιθέμενα στην προαναφερθείσα, υπό τον αριθμό 2 της παρούσης, μείζονα πρόταση.
Με το δεύτερο λόγο αναίρεσης το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη την από το άρθρο 8 του 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια που τελεί σε άμεση συνάρτηση με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, όπως το ίδιο το αναιρεσείον στο λόγο του αυτό αναφέρει, και ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τους αγωγικούς του ισχυρισμούς με τους οποίους καταδεικνύεται η καταχρηστική άσκηση εκ μέρους της εναγομένης της καταγγελίας της εργασιακής της σύμβασης με γνώμονα τη συγκεκριμένη σύμβαση εργασίας και τα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά στην κρινόμενη υπόθεση. Ο λόγος αυτός με το ως άνω περιεχόμενο είναι αβάσιμος, καθόσον όπως προκύπτει από την ίδια την προσβαλλόμενη το εφετείο έλαβε υπόψη του τον προβληθέντα αγωγικό ισχυρισμό περί καταχρηστικής ασκήσεως εκ μέρους της εναγομένης της καταγγελίας της εργασιακής της σύμβασης, που το αναιρεσείον επικαλέστηκε το πρώτον με τον τέταρτο λόγο της έφεσης του και τον απέρριψεν.
Συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί και ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης.
Με τον τρίτο και τελευταίο λόγο της αναίρεσης το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη την πλημμέλεια από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επικαλούμενος παραβίαση των διατάξεων του άρθρου 361 Α.Κ. σε συνδυασμό με τις εφαρμοσθείσες από το εφετείο διατάξεις των άρθρων 1, 3 παρ.1 και 4 του ν. 2112/1920 αλλά και του άρθρου 8 του ιδίου νόμου, σύμφωνα με τα οποία κάθε συμφωνία αντίθετη με τα παραπάνω, εφόσον δεν είναι ευνοϊκότερη για τον υπάλληλο είναι αυτοδικαίως άκυρη.
Κατά τις διατάξεις των άρθρων 1, 3 παρ. 1 και 4 του ν. 2112/1920, την υποχρέωση τηρήσεως προθεσμίας κατά την καταγγελία της συμβάσεως παροχής εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου υπέχει όχι μόνον ο εργοδότης, αλλά και ο μισθωτός. Η προθεσμία αυτή είναι ανάλογη προς το χρόνο της προηγηθείσας διάρκειας της συμβάσεως εργασίας, αλλά για την καταγγελία, που γίνεται από το μισθωτό, προσδιορίζεται στο ήμισυ της προθεσμίας που θα έπρεπε να τηρήσει ο εργοδότης και δεν μπορεί να είναι μεγαλύτερη από τρεις μήνες.
Σύμφωνα δε με το άρθρο 8 του ίδιου νόμου, κάθε συμφωνία αντίθετη προς τα παραπάνω, εφόσον δεν είναι ευνοϊκότερη για τον υπάλληλο, είναι αυτοδικαίως άκυρη. Εκ των ανωτέρω, συνάγεται σαφώς ότι η ακυρότητα προϋποθέτει συμφωνία, με την οποία περιορίζεται το νόμιμο δικαίωμα της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας από τον υπάλληλο και καθορίζονται όροι, για την άσκηση του δικαιώματος του τούτου δυσμενέστεροι από εκείνους, που θεσπίζει η διάταξη του άρθρου 4 του Ν. 2112/1920.
Στην προκειμένη περίπτωση η προσβαλλόμενη, σε σχέση με τη συμφωνία (361 Α.Κ.) των διαδίκων που περιλαμβάνεται στον υπό το άρθρο 7 της από 1-7-2008 σύμβασης εργασίας η οποία συμφωνία αναφέρεται στο ιστορικό της αγωγής όπως διαλαμβάνεται στην προσβαλλόμενη κατά τα προεκτεθέντα, δέχεται κατά λέξη "Κάθε αντίθετη συμφωνία, όπως εν προκειμένω, η συμφωνία που, κατά τα ιστορούμενα στην αγωγή, περιλαμβάνεται στο άρθρο 7 της από 1.7.2008 σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου, η οποία προβλέπει μεγαλύτερη προθεσμία καταγγελίας από την μέγιστη προθεσμία των τριών μηνών, που ορίζει το άρθρο 4 του Ν. 2112/1920 και εξαρτά, σε κάθε περίπτωση, το δικαίωμα της εναγόμενης να καταγγείλει την αορίστου χρόνου σύμβαση εργασίας της και να αποδεσμευθεί από αυτήν από την απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του ενάγοντος, είναι αυτοδικαίως άκυρη σύμφωνα με το άρθρο 8 του Ν. 2112/1920, διότι δεν είναι ευνοϊκότερη για τον υπάλληλο, ήτοι την εναγομένη, δεδομένου ότι καθορίζονται με αυτήν όροι για την άσκηση του δικαιώματος καταγγελίας της εναγομένης δυσμενέστεροι από εκείνους που θεσπίζει το άρθρο 4 του Ν. 2112/1920, περιορίζοντας με τον τρόπο αυτό το νόμιμο δικαίωμα της εναγομένης να καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου που τη συνδέει με το ενάγον (βλ. 4η σελ της αγωγής παρ 1 το σημείο, που το ίδιο το ενάγον χαρακτηρίζει την σύμβαση ως "αορίστου διαρκείας")".
Έτσι που έκρινε το εφετείο δεν παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 361 του Α.Κ. δεδομένου ότι ο ίδιος ο ενάγων με την αγωγή του χαρακτηρίζει τη νέα από 1-7-2008 σύμβαση εργασίας που συνήψε με την εναγομένη ως αορίστου χρόνου, όπως τούτο ρητά αναφέρεται στην προσβαλλόμενη, συνομολογώντας έτσι το χαρακτήρα της, και ενώ η εναγομένη πριν από τη σύμβαση αυτή εργαζόταν στο ίδιο το ενάγον δυνάμει δύο συνεχόμενων ισόχρονων συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου (διετούς διάρκειας κάθε μίας) και δεδομένου ότι αναφορικά με το ουσιώδες ζήτημα που αφορά, της ακυρότητας των αναφερομένων στο άρθρο 7 της από 1-7-2008 σύμβασης εργασίας της όρων της καταγγελίας της σύμβασης αυτής, ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε τις σχετικές διατάξεις των άρθρων 1, 4 και 8 του ν. 211/1920 που είναι διατάξεις αναγκαστικού δικαίου και δεν μπορούν να καταργηθούν με αντίθετη συμφωνία.
Συνεπώς και ο τρίτος και τελευταίος λόγος της αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος ενώ η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του ιδίου άρθρου που αποδίδεται με τον ίδιο λόγο στην προσβαλλόμενη δεν ιδρύεται στην προκείμενη υπόθεση, λόγω του ότι η αγωγή απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, κατά τα εκτιθέμενα στην προαναφερθείσα μείζονα πρόταση.
Κατ’ ακολουθία των ως άνω εκτεθέντων πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί το αναιρεσείον που ηττήθηκε στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15-6-2016 αίτηση για αναίρεση της υπ’ αριθμόν 509/2016 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Σεπτεμβρίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Οκτωβρίου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ