Legislator Case Law & Legislation
1704/2012 AI generated

1704/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1704/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Μαΐου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με δύο αγωγές, δύο προσεπικλήσεις και δύο παρεμβάσεις των διαδίκων, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 9740/1975 μη οριστική, 4504/1988 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 9790/1989 του Εφετείου Αθηνών. Κατά της ανωτέρω εφετειακής απόφασης ασκήθηκε αίτηση αναίρεσης και εκδόθηκε η 163/1995 απόφαση του Αρείου Πάγου η οποία αναίρεσε την απόφαση αυτή και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Αθηνών. Το Εφετείο Αθηνών εξέδωσε την 7277/1997 μη οριστική, 2252/2007 οριστική απόφαση, την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 22-6-2009 αίτησή τους και με τους από 31-1-2011 πρόσθετους λόγους.

Legislator headnote

AI generated

1704/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Και κατά την §4 του ίδιου άρθρου του ως άνω νόμου "αι διατάξεις των §§1 και 2 δεν ισχύουν εάν οι κοινόχρηστοι χώροι καταλαμβάνουν ακίνητα, μη ανήκοντα εις τους επισπεύσαντας την έγκρισιν του σχεδίου δια την αποζημίωσιν των οποίων, ως προς το αναλογούν εις τους δήμους και τας κοινότητας μέρος, υπόχρεοι ορίζονται οι επισπεύσαντες την έγκρισιν του σχεδίου".

Keywords

AI generated
access to property action for exclusion from co-ownership abandonment of expropriation rights of landlord action for disturbance of possession deprivation of existing use
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1704 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1704/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Δημάδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη και Κων/νο Τσόλα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Μαΐου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Φ. Λ., θυγ. Χ. Π., κατοίκου ..., υπό την ιδιότητά της ως μοναδικής εξ αδιαθέτου κληρονόμου της αρχικής διαδίκου Α. συζ. Χ. Π., 2. Σ. συζ. Α. Γ., το γένος Δ. Γ., κατοίκου ..., 3. Α. Γ. του Δ., κατοίκου ... και 4. Ι. Γ. του Δ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χρήστο Τζήμα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.

Του αναιρεσίβλητου: Δήμου Γλυφάδας Αττικής, που εδρεύει στη Γλυφάδα Αττικής, και εκπροσωπείται νομίμως, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Λαμπρινή Σάτου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με δύο αγωγές, δύο προσεπικλήσεις και δύο παρεμβάσεις των διαδίκων, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 9740/1975 μη οριστική, 4504/1988 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 9790/1989 του Εφετείου Αθηνών. Κατά της ανωτέρω εφετειακής απόφασης ασκήθηκε αίτηση αναίρεσης και εκδόθηκε η 163/1995 απόφαση του Αρείου Πάγου η οποία αναίρεσε την απόφαση αυτή και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Αθηνών. Το Εφετείο Αθηνών εξέδωσε την 7277/1997 μη οριστική, 2252/2007 οριστική απόφαση, την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 22-6-2009 αίτησή τους και με τους από 31-1-2011 πρόσθετους λόγους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Κωνσταντίνος Τσόλας ανέγνωσε την από 25-2-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων αυτής λόγων.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.- Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 2252/2007 οριστική απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων. Ειδικότερα, με την 8751/20-8-1974 αγωγή του ο αναιρεσίβλητος Δήμος Γλυφάδας, την οποία έστρεφε, εκτός των άλλων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, κατά της Α.

Π., στη δικονομική θέση της οποίας, μετά το θάνατο της στις 16-5-2005, υπεισήλθε η πρώτη αναιρεσείουσα, καθώς και κατά της Ε. Γ., στη δικονομική θέση της οποίας, μετά το θάνατο της, στις 12-4-1995, υπεισήλθαν οι δεύτερη, τρίτος και τέταρτος από τους αναιρεσείοντες, ζητούσε να αναγνωρισθεί ότι το επίδικο ακίνητο είναι κοινόχρηστο, άλλως ότι ανήκει σ' αυτόν κατά κυριότητα που αποκτήθηκε με τους αναφερόμενους τρόπους.

Η αγωγή απερρίφθη ως ουσιαστικώς αβάσιμη με την 4504/1988 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου, που επικυρώθηκε με την 9790/1989 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία απέρριψε την έφεση του ενάγοντος. Κατά της τελευταίας απόφασης ο ενάγων-εκκαλών Δήμος Γλυφάδας άσκησε αναίρεση, για την οποία εκδόθηκε η 163/1995 απόφαση του Αρείου Πάγου.

Με την απόφαση αυτή έγινε δεκτός ο από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, που αφορούσε την απόρριψη από την προσβαλλόμενη 9790/1989 απόφαση ως απαραδέκτου του ισχυρισμού του ενάγοντος περί σιωπηρής αποδοχής εκ μέρους των δικαιοπαρόχων των εναγομένων της κατάληψης των επίδικων εκτάσεων από τους κοινόχρηστους χώρους που καθορίστηκαν από το ρυμοτομικό σχέδιο, ο οποίος (ισχυρισμός) περιεχόταν στην αγωγή και στις προτάσεις του προς στήριξη της ένστασης ιδίας κυριότητας που πρόβαλε στην αντίθετη αναγνωριστική κυριότητας αγωγή των αντιδίκων του.

Ακολούθως, η απόφαση αναιρέθηκε εξ ολοκλήρου και παραπέμφθηκε η υπόθεση για νέα εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο (Εφετείο Αθηνών). Με την 7277/1997 μη οριστική (προδικαστική) απόφαση του Εφετείου Αθηνών διατάχθηκαν οι σχετικές με τον ανωτέρω ισχυρισμό αποδείξεις και στη συνέχεια εκδόθηκε η ως άνω 2252/2007 οριστική απόφαση του ίδιου δικαστηρίου, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή κατά την ως άνω βάση της και αναγνωρίσθηκε, ότι (και) το επίδικο ακίνητο των αναιρεσειόντων, εμβαδού 1.517 τ.μ, αποτελεί τμήμα της οδού ...

του Δήμου Γλυφάδας, που είναι κοινόχρηστη από την έγκριση του πρώτου ρυμοτομικού σχεδίου, όπως αυτό επεκτάθηκε μεταγενεστέρως. Κατά της τελευταίας αυτής απόφασης εναντιώνονται οι ηττηθέντες εφεσίβλητοι-αναιρεσείοντες με την ένδικη αίτηση αναίρεσης και τους από 27-1-2011 πρόσθετους λόγους αναίρεσης.

2- Επειδή, η §1 του άρθρου 1 του ν.δ. 690/7-8 Μαΐου 1948 "περί συμπληρώσεως των περί σχεδίου - πόλεων διατάξεων ορίζει, ότι "οι κοινόχρηστοι χώροι (πλατείαι, οδοί, άλση, κήποι κ.λπ), οι καθοριζόμενοι υπό των μέχρι της ισχύος του παρόντος εγκριθέντων επισπεύσει των ιδιοκτητών ή των αναλαβόντων την εκμετάλλευσιν των οικείων εκτάσεων σχεδίων ρυμοτομίας συνοικισμών, θεωρούνται περιελθόντες εις την κοινήν χρήσιν από της εγκρίσεως του καθορίσαντος τούτου σχεδίου του οικισμού είτε επεβλήθη εις τους ως άνω επισπεύσαντας την έγκρισιν η υποχρέωσις της παραιτήσεως αυτών από της κυριότητος νομής και κατοχής των χώρων τούτων, ασχέτως αν εξεπληρώθη αύτη ή όχι, είτε δεν επεβλήθη μεν τοιαύτη υποχρέωσις η επιδιωχθείσα όμως παρά τούτων έγκρισις του σχεδίου είχεν ως αναγκαίον, κατ' αμάχητον τεκμήριον, επακολούθημα την κατ' ελευθέραν βούλησιν αυτών παραίτησίν των από της κυριότητος, νομής και κατοχής των υπό των ως άνω χώρων καταλαμβανόμενων γηπέδων άνευ της οποίας δεν ήτο δυνατή η έγκρισις του σχεδίου και η διάθεσις των υπό τούτου ορισθέντων οικοδομήσιμων δι' οιονδήποτε σκοπόν χώρων.

Οι ως άνω κοινόχρηστοι χώροι περιέρχονται εις την κοινήν χρήσιν ελεύθεροι παντός βάρους υποθήκης ή προσημειώσεως, των τυχόν επί τούτων εγγεγραμμένων βαρών κ.λπ. περιοριζόμενων επί των λοιπών ακινήτων, των επισπευσάντων την έγκρισιν του σχεδίου". Κατά δε την §2 του άρθρου αυτού: "η προηγούμενη παράγραφος (1) ισχύει και δια τους συνεπεία μεταγενέστερος τροποποιήσεως σχεδίου καθορισθέντος κοινοχρήστους χώρους καταλαμβάνοντας γήπεδα, ανήκοντα κατά τον χρόνο της τροποποιήσεως εις τους επισπεύσαντας την έγκρισιν του σχεδίου, εφ' όσον η τροποποίησις εγένετο τη αιτήσει αυτών ή άλλως εγένετο αποδεκτή καθ' οιονδήποτε χρόνον, έστω και σιωπηρώς, μη εκδηλωθείσης εγγράφως μέχρι της ισχύος του παρόντος οιασδήποτε αντιθέσεως ή επιφυλάξεως τούτων.

Εν τη περιπτώσει της παρούσης παραγράφου οι τυχόν εκ της τροποποιήσεως καταργούμενοι κοινόχρηστοι χώροι, καθιστάμενοι οικοδομήσιμοι περιέρχονται εις την κυριότητα νομήν και κατοχήν των επισπευσάντων την έγκρισιν του σχεδίου, καθ' ο ποσόν δεν υπερβαίνουν το εμβαδόν των κατά το προηγούμενον εδάφιον καθισταμένων δια της τροποποιήσεως κοινοχρήστων".

Και κατά την §4 του ίδιου άρθρου του ως άνω νόμου "αι διατάξεις των §§1 και 2 δεν ισχύουν εάν οι κοινόχρηστοι χώροι καταλαμβάνουν ακίνητα, μη ανήκοντα εις τους επισπεύσαντας την έγκρισιν του σχεδίου δια την αποζημίωσιν των οποίων, ως προς το αναλογούν εις τους δήμους και τας κοινότητας μέρος, υπόχρεοι ορίζονται οι επισπεύσαντες την έγκρισιν του σχεδίου".

Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των επόμενων §§6 και 8 του ίδιου άρθρου του νόμου αυτού (690/1948), καθώς και των άρθρων 2§1 εδ. α, 3§2 και §§1 και 2 του ν.δ. της 17 Ιουλίου/16 Αυγούστου 1923 "περί σχεδίου πόλεων και συνοικισμών του Κράτους και οικοδομής αυτών, ενόψει και του σκοπού των διατάξεων τούτων του ν. 690/1948, που απέβλεψαν στην εξασφάλιση της εφαρμογής του σχεδίου της ρυμοτομίας χωρίς δαπάνες για τους κοινόχρηστους χώρους, με την εθελοντική παραχώρηση των αναγκαίων προς τούτο γηπέδων από τους ιδιοκτήτες τους, συνάγονται τα εξής:

Οι ιδιοκτήτες εδαφικών εκτάσεων που καταλαμβάνονται από τα σχέδια ρυμοτομίας των συνοικισμών που εγκρίθηκαν μέχρι την ισχύ του νόμου 690/1948 ως κοινόχρηστοι χώροι, (δηλαδή ως πλατείες, δρόμοι, άλση, κήποι κ.λπ. του οικισμού), οι οποίοι και επεδίωξαν την έγκριση του σχεδίου ρυμοτομίας και ήταν τότε ιδιοκτήτες των εκτάσεων αυτών, θεωρούνται "κατ' αμάχητον τεκμήριον", ότι παραιτήθηκαν από την κυριότητα νομή και κατοχή τους και από οποιοδήποτε δικαίωμα τους γενικώς επί των εδαφικών αυτών εκτάσεων, με τη θέληση τους, ώστε να επιτύχουν, με την έγκριση και την εφαρμογή του σχεδίου την διαίρεση των υπολοίπων εκτάσεων τους σε οικόπεδα οικοδομήσιμα και τη διάθεση τους.

Οι εδαφικές δε αυτές εκτάσεις τους, τις οποίες το σχέδιο της ρυμοτομίας καθόρισε ως κοινόχρηστους χώρους, θεωρούνται ότι περιήλθαν στην προβλεπόμενη από το σχέδιο της ρυμοτομίας κοινή χρήση αφότου αυτό εγκρίθηκε. Τα ίδια ισχύουν και στην περίπτωση, κατά την οποία με ένα σχέδιο ρυμοτομίας οικισμού, είτε αρχικού είτε τροποποιητικού του προηγουμένου καθορίζονται κοινόχρηστοι χώροι, οι οποίοι καταλαμβάνουν γήπεδα τα οποία ανήκουν σε αυτούς που επιδίωξαν την έγκριση ή ζήτησαν την τροποποίηση του σχεδίου ή τουλάχιστον την αποδέχτηκαν οποτεδήποτε, έστω και σιωπηρώς χωρίς να εκδηλώσουν, εγγράφως, οποιαδήποτε αντίθεση τους ή επιφύλαξη τους μέχρι την έναρξη ισχύος του ν.δ. 690/1948 (ΟλΑΠ 228/1983, ΟλΑΠ 1191/1981).

Εάν οι κοινόχρηστοι χώροι καταλαμβάνουν ακίνητα τα οποία δεν ανήκουν σ' εκείνους που προέβησαν στην επίσπευση της έγκρισης του ρυμοτομικού σχεδίου, ούτε την αποδέχθηκαν οποτεδήποτε, έστω και σιωπηρώς, δεν έχει εφαρμογή το τεκμήριο της παραίτησης. Επομένως, εάν εγκριθεί το σχέδιο, γίνεται η κήρυξη αναγκαστικής απαλλοτρίωσης των ακινήτων αυτών, η συντέλεση όμως και αυτής επέρχεται με την καταβολή ή κατάθεση της αποζημίωσης (ΟλΑΠ 1108/1981, ΟλΑΠ 1021/1980, ΑΠ 163/1995).

Με την ως άνω ερμηνεία οι διατάξεις που προαναφέρθηκαν δεν αντίκεινται στο άρθρο 17 του Συντάγματος για την προστασία της ιδιοκτησίας, ούτε στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της από 4-11-1950 Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε μαζί με τη Σύμβαση, αρχικά με το ν. 2329/1953 και εκ νέου με το ν.δ. 53/1974 και έχει αυξημένη ισχύ, σύμφωνα με το άρθρο 28 του Συντάγματος, έναντι των κοινών νόμων, δεδομένου ότι η απώλεια της κυριότητας συνδέεται με την υποκειμενική συμπεριφορά του κυρίου του ακινήτου, ο οποίος με τη συναίνεση ή την ανοχή του αποδέχθηκε τον κοινόχρηστο χαρακτήρα του ακινήτου και δεν μπορεί εκ των υστέρων να προβάλλει σχετικά δικαιώματα.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Τούτο συμβαίνει αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που αυτός απαιτεί, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν, κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της διάταξης που εφαρμόστηκε ή ότι δε συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν ορθώς εφαρμόστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.

Ως ζητήματα δε, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση ή την κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για την οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του προσκομιζόμενου αντιγράφου της προσβαλλόμενης απόφασης, με αυτήν το Εφετείο δέχθηκε, μετά από εκτίμηση των αποδείξεων, τ' ακόλουθα κρίσιμα περιστατικά: "Το αγρόκτημα με την ονομασία "Πυρναρή Γλυφάδας", που αποτελεί σήμερα ολόκληρη την περιοχή του Δήμου Γλυφάδας Αττικής, εκτάσεως περίπου 36.000 στρεμμάτων, ανήκε στην κυριότητα του Κ.

Κ., στον οποίο περιήλθε με αγορά εν μέρει από την Ε. Α. Κ. και εν μέρει από τις Α. συζ. Γ. Π. και Σ. συζ. Β. Π., δυνάμει των .../1894 και .../1899 συμβολαίων των συμβ/φων Αθηνών Γ. Παπούλια και Ηλία Τσοκά, αντιστοίχως. Μετά το θάνατο του Κ. Κ. ολόκληρο το αγρόκτημα περιήλθε με εξώδικη διανομή της κληρονομιαίας περιουσίας του στον υιό του Π.

Κ. Κ., δυνάμει του .../1915 συμβολαίου του συμβ/φου Αθηνών Ι. Οικονομόπουλου. Ο Π. Κ., δυνάμει του .../1920 συμβολαίου του ως άνω συμβ/φου πώλησε το ήμισυ εξ αδιαιρέτου του παραπάνω αγροκτήματος στους Ι. Ζ., Δ. Ζ., Κ. Β. και Ν. Γ., με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί η ονομαζόμενη έκτοτε "Συνιδιοκτησία Γλυφάδας", αποτελούμενη από τους ανωτέρω συμβαλλόμενους, δηλαδή πωλητή και αγοραστές.

Εντός του παραπάνω αγροκτήματος και ειδικότερα στη θέση "Πυρναρή" ή "Γλυφάδα", είχε δημιουργηθεί ήδη "συνοικισμός", που περιελάμβανε κατοικίες, στις οποίες διέμεναν πλην άλλων και οι οικογένειες των κατωτέρω αναφερόμενων οκτώ (8) "καλλιεργητών" τους οποίους χρησιμοποιούσε παλαιότερα η οικογένεια Κ. και αργότερα η "συνιδιοκτησία" για την καλλιέργεια και εν γένει εκμετάλλευση του ως άνω αγροκτήματος, σταύλους, κοινό "πατητήρι" σταφυλιών, ένα χωριστό γήπεδο, με την επωνυμία "επιστασία", με κτίριο στο οποίο κατοικούσε ο "επιστάτης" των ιδιοκτητών και αποθήκες αυτών για τη φύλαξη καλλιεργούμενων καρπών, αγροτικών υλικών κλπ.

Μετά από αξιώσεις των ως άνω 8 "καλλιεργητών", δηλαδή των, α) Χ. Δ. Π., β) Ι. Δ. Ν., γ) Ι. Σ. Μ. (απώτερο δικαιοπάροχο των αναιρεσειόντων), δ) Σ. Γ. Σ., ε) Π. Γ. Π., στ) Γ. Σ. Σ., και η) Γ. Τ., η προαναφερόμενη "συνιδιοκτησία", δυνάμει του .../24-3-1921 συμβολαίου του συμβ/φου Αθηνών Βασ. Μπόσδα και του συμπράττοντος συναδέλφου του συμβ/φου Αθηνών Νικ.

Αναστασάκη, που καταρτίσθηκε με παρόντες, μεταξύ των άλλων, όλους τους ανωτέρω οκτώ καλλιεργητές, οι δύο πρώτοι των οποίων χαρακτηρίζονται προφανώς κατά δήλωση τους ως γεωργοί, ενώ οι υπόλοιποι ως γεωργοκτηματίες (βλ ανωτέρω συμβόλαιο) καθώς και του δικηγόρου όλων των καλλιεργητών, ήτοι του Κων/νου Ξύδη, μεταβίβασε εξ αδιαιρέτου και κατ' ισομοιρία στους πρώτους, για τη γεωργική τους αποκατάσταση και λόγω πωλήσεως, μεταξύ των άλλων, και ένα τετράπλευρο γήπεδο εκτάσεως 60 περίπου στρεμμάτων, ευρισκόμενο στον προαναφερόμενο συνοικισμό και περιγραφόμενο ως εξής: "τετράπλευρον γήπεδον εκτάσεως στρεμμάτων εξήκοντα κείμενον εις θέσιν Πυρναρή ή Γλυφάδα της περιφερείας Αθηνών του Δήμου Αθηναίων εις ην θέσιν ο και σήμερον υπάρχων συνοικισμός εν τω οποίω τετραπλεύρω και συν τω οποίω θα συμπεριλαμβάνωνται και συμμεταβιβάζωνται κατά κυριότητος δικαίωμα επ' αυτού υπάρχουσαι σήμερον οικίαι και κατοικίαι αυτών σταύλοι και αποθήκαι των ως και το κοινόν πατητήριον σταφυλών "πλην του κτιρίου και του υπ' αυτού κατεχομένου γηπέδου του χρησιμεύοντος τοις ιδιοκτήταις ως κατοικία του επιστάτου αυτών και αποθήκαι του κτήματος γνωστού υπό το όνομα "Επιστασία", το οποίον παραμένει εις την κυριότητα των ιδιοκτητών", της οποίας τετραπλεύρου εκτάσεως η δυτική και σήμερα προς την θάλασσαν αντικρύζουσα πλευρά μήκους εκατόν εξήκοντα μέτρων και εφαπτομένη βαίνουσα τη προς την θάλασσαν προσάψει του ως είρηται κτιρίου Επιστασίας θα επεκτείνεται από της γωνίας του κτιρίου προς βορράν μεν μέχρι της οφρύος, του δάσους και της σήμερον καλλιεργούμενης ρευματιάς προς νότον δε, μέχρι του σημείου ενούντος τα δυο άκρα πλευράς συμπληρούσης το εξ εκατόν εξήκοντα μέτρων μήκος αυτής.

Η βόρεια πλευρά θα έχει μήκος περίπου τριακοσίων εξήκοντα επτά μέτρων και θα βαίνη από του ορισθέντος εις άκρον προς βορράν σημείου της ανωτέρω δυτικής πλευράς παραλλήλως τη δασώδει επιφάνεια εις το άκρον αυτής και εντός του καλλιεργούμενου σήμερον αγρού (ρευματιάς) ακολουθούσα ταύτην προς ανατολάς και μέχρι σημείου όπερ θα απέχει τα τριακόσια εξήκοντα επτά μέτρα του βορειοδυτικού άκρου του τετραπλεύρου το άκρον της οποίας γραμμής θα αποτελέση την βορειανατολικήν γωνίαν του γηπέδου.

Από του σημείου τούτου βορειοδυτικού άκρου πλευρά παραλλήλως της δυτικής και μήκους μέτρων εκατόν εξήντα προς νότον κατευθυνόμενη θ' αποτελέση την ανατολικήν πλευράν του κτήματος. Από δε του νοτιανατολικού άκρου της πλευράς ταύτης, γραμμή μήκους μέτρων τριακοσίων εξήκοντα ενούσα το σημείον τούτο με το προς νότον άκρον της δυτικής πλευράς ταύτης θα αποτελέση την νοτίαν πλευράν της παραχωρηθησομένης εκτάσεως".

Μια πρώτη αλλά αναγκαία παρατήρηση, που μπορεί να γίνει από το παραπάνω κείμενο του συμβολαίου και μάλιστα χωρίς να είναι αναγκαία η συνδρομή των ερμηνευτικών αρχών των άρθρων 173 και 200 του Α. Κ., είναι, ότι οι συμβαλλόμενοι με το παραπάνω μεταβιβαστικό συμβόλαιο συμφώνησαν ότι μέσα στην έκταση των εξήντα στρεμμάτων, τα οποία απέκτησαν εξ αδιαιρέτου οι προαναφερόμενοι καλλιεργητές, περιλαμβάνεται και η έκταση-γήπεδο, στην οποία είχαν κατασκευασθεί το κτίριο που χρησιμοποιούσε ως κατοικία αυτού και της οικογενείας του ο επιστάτης των πωλητών καθώς και οι αποθήκες αυτών και ότι το περιλαμβανόμενο στην έκταση των 60 στεμμάτων γήπεδο, δηλαδή η εδαφική έκταση με τα προαναφερόμενα επικείμενα αυτής, παρέμεινε στην κυριότητα της πωλήτριας "συνιδιοκτησίας" και μετά την κατάρτιση του ως άνω μεταβιβαστικού συμβολαίου.

Η άποψη αυτή, δηλαδή η συμφωνία των συμβαλλομένων ότι μέσα στην έκταση των 60 στρεμμάτων περιλαμβάνεται χωριστή ιδιοκτησία ανήκουσα κατά κυριότητα στην πωλήτρια "συνιδιοκτησία", ενισχύεται και από τον υπ' αριθμό 4 εκ των προσθέτων όρων του ανωτέρω συμβολαίου με τον οποίο οι συμβαλλόμενοι συμφώνησαν τα εξής: "ότι του ανωτέρω εξαιρουμένου της προς τους καλλιεργητάς παραχωρήσεως κτιρίου επιστασίας συνιστάται δικαίωμα δουλείας φωτός και απόψεως και εξόδων από την αυλήν της σήμερον αποτελούσης το προαύλιον του συνοικισμού εκτάσεως", εφόσον η σύσταση του εμπραγμάτου δικαιώματος των πραγματικών δουλειών, όπως είναι οι αναφερόμενες στο παραπάνω συμβόλαιο δουλείες οδού (βλ. "εξόδων") και μη παρεμπόδισης του φωτός και της θέας του δεσπόζοντος (βλ "φωτός και απόψεως), προϋποθέτει δύο ξεχωριστά αλλήλων ακίνητα, δηλαδή το "δεσπόζον", ήτοι το ακίνητο του οποίου ο κύριος είναι φορέας της δουλείας και το "δουλεύον", ήτοι το ακίνητο του οποίου ο κύριος φέρει το βάρος είτε να ανέχεται κάποια χρησιμοποίηση του ακινήτου του από τον κύριο του δεσπόζοντος είτε να παραλείπει ορισμένες πράξεις τις οποίες θα είχε δικαίωμα να επιχειρεί ως κύριος σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1118 - 1120 του ΑΚ.

Επίσης, από την περιγραφή του ακινήτου των 60 στεμμάτων που γίνεται στο παραπάνω συμβόλαιο συνάγεται ότι μέσα στην παραπάνω έκταση υπήρχε "ρέμα", δηλαδή βαθύς και ευρύς αύλακας εδάφους εντός του οποίου τρέχουν νερά, το οποίο ήταν εν μέρει καλλιεργήσιμο και εν μέρει βραχώδες και ακατάλληλο προς καλλιέργεια και ότι στην περιοχή που βρισκόταν η παραπάνω έκταση είχε σχηματισθεί ήδη "συνοικισμός".

Αργότερα, δηλαδή στις 10-2-1922, ήτοι ένα έτος περίπου από την κατάρτιση του ως άνω συμβολαίου, το Δημοτικό Συμβούλιο του Δήμου Αθηναίων, στον οποίο υπαγόταν μέχρι το έτος 1926, οπότε δημιουργήθηκε η Κοινότητα Γλυφάδας και αργότερα, δηλαδή κατά το έτος 1943 ο υφιστάμενος και σήμερα Δήμος Γλυφάδας, με την υπ' αριθμό .../1922.

Πράξη του, προέβη στην έγκριση ιδρύσεως συνοικισμού με την επωνυμία "Συνοικισμός, Ευρυάλης" ευρισκομένου στη θέση Γλυφάδας, με βάση το προσαρτημένο στην παραπάνω πράξη διάγραμμα, αποτελούμενου από 114 τετράγωνα, για το οποίο (διάγραμμα) γίνεται λόγος στην από 15-6-1985 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του Ε. Μ., με τη σημείωση ότι οι διάδικοι δεν προσκομίζουν αντίγραφο αυτού αλλά ούτε και της ως άνω δημοτικής πράξεως με την οποία εγκρίθηκε η ίδρυση του εν λόγω συνοικισμού.

Παρά τις ως άνω παραλείψεις αποδεικνύεται πλήρως κατά την κρίση του Δικαστηρίου και μάλιστα κυρίως από την προαναφερόμενη τεχνική έκθεση (βλ. σειρές 6 έως 10 της 16ης σελίδας αυτής, κατά τις οποίες: "Σημειώνεται ότι εις την ως άνω πράξιν και ειδικώτερον εις την εισήγησιν του Προέδρου αναφέρεται επί λέξει: "Από πολλού εκκρεμεί ενώπιον του Σώματος αίτησις των Συνιδιοκτητών του μεγάλου κτήματος "Γλυφάδας" περί εγκρίσεως συνοικισμού εις αυτήν κλπ) αλλά και τα λοιπά ως άνω αποδεικτικά στοιχεία, από τα οποία προκύπτει ότι το εγκριθέν ήδη από το Δήμο Αθηναίων ρυμοτομικό σχέδιο του ανωτέρω συνοικισμού εγκρίθηκε με το από 28-4-1922 Β.

Δ/γμα, που δημοσιεύθηκε στο υπ' αριθμό 64 Α/2-5-1922 ΦΕΚ, δηλαδή μέσα σε χρονικό διάστημα μόλις δύο (2) περίπου μηνών από την έκδοση της ως άνω πράξεως του Δημοτικού Συμβουλίου του Δήμου Αθηναίων, ότι η "συνιδιοκτησία" του μείζονος αγροκτήματος "Πυρναρή Γλυφάδας" μεριμνούσε και ενεργούσε για την υπαγωγή της μείζονος περιοχής σε εγκεκριμένο ρυμοτομικό σχέδιο τουλάχιστον ένα έτος πριν από την κατάρτιση του ως άνω .../24-3-1921 συμβολαίου, με το οποίο μεταβιβάσθηκε στους καλλιεργητές το ευρισκόμενο μέσα στο μείζον ως άνω αγρόκτημα αλλά και στην περιοχή του ως άνω συνοικισμού τετράπλευρο γήπεδο των 60 στρεμμάτων.

Το συνεχές και μάλιστα από πολλών ετών υφιστάμενο και αδιάκοπο ενδιαφέρον της "συνιδιοκτησίας" για τη δημιουργία του εν λόγω συνοικισμού στην ευρύτερη μείζονα περιοχή της Γλυφάδας αποδεικνύεται από το γεγονός ότι μέσα σε 19 ημέρες από την έκδοση της ως άνω εγκριτικής πράξεως του Δημοτικού Συμβουλίου του Δήμου Αθηναίων, η "συνιδιοκτησία" του αγροκτήματος "Πυρναρή Γλυφάδας", με το υπ' αριθμό .../3-3-1922 συμβόλαιο του συμβ/φου Αθηνών Ιωάννη Οικονομοπούλου, που μεταγράφηκε νόμιμα, παραχώρησε δωρεάν στο Δήμο Αθηναίων όλες τις εκτάσεις, τις προβλεπόμενες από την προαναφερόμενη Δημοτική πράξη και το προσαρτημένο σε αυτή διάγραμμα να χρησιμεύσουν ως χώροι κοινής χρήσεως, και κοινής ωφέλειας και χαρακτηριζόμενες από το εγκεκριμένο εκ μέρους Δημοτικού Συμβουλίου ρυμοτομικό σχέδιο ως πρασιές, πλατείες κλπ, και άλλες εκτάσεις, μεταξύ των οποίων και οι εκτάσεις που προορίζονται για τη δημιουργία δρόμων οιουδήποτε εύρους και υποσχέθηκε ότι δεν έχει οποιαδήποτε απαίτηση αποζημίωσης για τις καταλαμβανόμενες από κοινόχρηστους χώρους παραπάνω εκτάσεις και αν αυτές έχουν πωληθεί σε τρίτους αναλαμβάνει η ίδια (δηλαδή οι αποτελούντες τη "συνιδιοκτησία" Π.

Κ. Κ., Ι. Δ. Ζ., Κ. Β., Δ. Ζ. και Ν. Ζ. Γ.) να αποζημιώσει τους τελευταίους, στη συνέχεια δε και προφανώς κατόπιν δικών της ενεργειών επισπεύσθηκε η έκδοση και δημοσίευση, κατά τα αναφερόμενα, του εγκριτικού του ρυμοτομικού σχεδίου του εν λόγω συνοικισμού β. δ/τος. Στο σημείο αυτό πρέπει να παρατηρηθεί, αν και στερείται πρακτικής σημασίας λόγω του δεδικασμένου που δημιούργησαν οι κρίσεις της 9790/1989 αναιρεθείσας οριστικής απόφασης του Δικαστηρίου τούτου, κατά το μη αναιρεθέν από την υπ' αριθμό 163/1995 απόφαση του Αρείου Πάγου κεφάλαιο αυτής, περί ανυπαρξίας σχετικού δικαιώματος κυριότητας του εκκαλούντος, εκ του λόγου ότι η συνιδιοκτησία δεν ήταν κυρία του τετραπλεύρου γηπέδου των 60 στρεμμάτων, στο οποίο βρίσκονται τα επίδικα ακίνητα, όπως αναλύεται παρακάτω, κατά το χρόνο δημοσιεύσεως του εγκριτικού β.δτος στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (2-5-1922), με αποτέλεσμα να υπάρχει έλλειψη του τεκμηρίου εις βάρος αυτής αλλά και εις βάρος των κυρίων - καλλιεργητών, οι οποίοι δεν επέσπευσαν την έγκριση του ρυμοτομικού σχεδίου, ότι η εν λόγω "συνιδιοκτησία" δεν ήταν θεωρητικά ολικώς "τρίτη" προς τις καταληφθείσες από τους κοινόχρηστους χώρους εκτάσεις, δεδομένου ότι:

α) μέσα στην έκταση των 60 στρεμμάτων, διατηρούσε και η ίδια δικαίωμα κυριότητας στο γήπεδο της "Επιστασίας" με τα ανωτέρω ακίνητα αυτού και β) ο "Συνοικισμός Ευρυάλης", του οποίου το ρυμοτομικό σχέδιο εγκρίθηκε σύμφωνα με τα προαναφερόμενα από 2-5-1922, δεν περιελάμβανε μόνο την έκταση των 60 στρεμμάτων αλλά πολύ μεγαλύτερη, αφού η ανωτέρω Δημοτική πράξη αλλά και το εγκριθέν ρυμοτομικό σχέδιο διαιρούσε την περιοχή σε πολύ περισσότερα τεμάχια από εκείνα που προέβλεπε το παρακάτω αναφερόμενο διάγραμμα του μηχανικού Ξ.

Τ. και η κυριότητα της συνιδιοκτησίας στον περιβάλλοντα την έκταση των 60 στεμμάτων από βορρά, ανατολή και νότο μείζονα χώρο δεν αμφισβητείται. Περαιτέρω, από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά στοιχεία προκύπτει ότι στις 1-5-1922, δηλαδή περίπου μόλις δυόμισυ (2,5) μήνες μετά την έκδοση της ως άνω πράξεως του Δημοτικού Συμβουλίου του Δήμου Αθηναίων, 3 ημέρες μετά την έκδοση του δ/τος, με το οποίο εγκρίθηκε ρυμοτομικό σχέδιο του εν λόγω συνοικισμού και μόλις μια (1) ημέρα πριν από τη δημοσίευση αυτού του Δ/τος ρυμοτομίας στο ΦΕΚ, οι ως άνω 8 καλλιεργητές, με το υπ' αριθμό .../1-5-1922 συμβόλαιο του συμβ/φου Νικ.

Αναστασάκη, που μεταγράφηκε νόμιμο, και κατά την κατάρτιση του οποίου, η οποία έγινε μετά από προετοιμασία και διαβουλεύσεις, που απαίτησαν πολύ χρόνο, και μάλιστα τουλάχιστον όσο απαιτείται για την εκπόνηση σχεδίου δημιουργίας συνοικισμού, έστω και στην περιορισμένη έκταση των 60 στρεμμάτων, δήλωσαν ότι είναι όλοι "γεωργοκτηματίες" και προέβησαν στην εν μέρει διανομή του μεταβιβασθέντος σε αυτούς εξ αδιαιρέτου από τη "συνιδιοκτησία" ως άνω τετραπλεύρου γηπέδου εκτάσεως 60 στρεμμάτων, αποτελούντος τμήμα του από 114 τετράγωνα συνισταμένου ως άνω και υπό καθεστώς ρυμοτόμησης διατελούντος, εφόσον και αυτό υπαγόταν εντός της εδαφικής περιοχής του ως άνω από πολλών ετών ήδη υφισταμένου ως άνω συνοικισμού, όπως συνάγεται από την περιγραφή του στο παραπάνω υπ' αριθμό .../24-3-1921 μεταβιβαστικό συμβόλαιο, στο οποίο γίνεται λόγος για "υπάρχοντα" ήδη συνοικισμό με τα προαναφερόμενα σε αυτόν κτίσματα και λοιπές οικοδομές, η κατασκευή των οποίων -και μάλιστα με τα υφιστάμενα τότε πενιχρά μέσα απαιτούσε χρόνο πολλών ετών.

Συγκεκριμένα, οι προαναφερόμενοι καλλιεργητές, με το ανωτέρω συμβόλαιο έλυσαν εν μέρει την υφιστάμενη μέχρι τότε κοινωνία δικαιώματος κυριότητας και έλαβαν ο καθένας 4 από τα 32 συνολικά χωριστά εδαφικά τεμάχια με τα επικείμενα τους που αναφέρονται σε αυτό και εμφανίζονται με στοιχεία Ι από 1 έως 8, II από 1 έως 8 κα III από 1 έως 8 στο από 29-4-1922 υπό κλίμακα 1: 1000 διάγραμμα με τον τίτλο "Διάγραμμα διανομής οικοπέδων συνοικισμού των χωρικών καλλιεργητών Πυρναρής Γλυφάδας", που συνέταξε ο μηχανικός Ξ.

Τ., με το οποίο ολόκληρη η έκταση των 60 στρεμμάτων εμφανίζεται τεμαχισμένη σε ένδεκα εδαφικά τμήματα (τετράγωνα) με τους λατινικούς αριθμούς Ι έως XI, εκ των οποίων οι 3 πρώτοι (Ι έως III) εμφανίζονται να περιλαμβάνει ο καθένας κυρίως 8 μικρότερα εδαφικά τμήματα με τους αραβικούς αριθμούς 1 έως 8, ενώ συμφώνησαν ότι το υπόλοιπο μέρος του γηπέδου των 60 στρεμμάτων, μετά την μέρει διανομή αυτού που ενήργησαν με το συμβόλαιο αυτό, θα διανείμουν στο μέλλον με κλήρωση σε οκτώ μερίδες που θα σχηματισθούν με οκτώ κλήρους, ο καθένας από τους οποίους θα αποτελείται από τέσσερα τεμάχια ίσης αξίας και εκτάσεως.

Συμφώνησαν επίσης ότι από το προαναφερόμενο γήπεδο των 60 στεμμάτων θα μεταβιβάσουν, με ιδιαίτερο συμβολαιογραφικό έγγραφο του ως άνω συμβ/φου, στον ανωτέρω δικηγόρο τους Κ. Ξ., την εμφανιζόμενη στο άνω διάγραμμα του Ξ. Τ. υπό στοιχεία ΚΞ έκταση, ως αμοιβή αυτού για τις παρασχεθείσες υπό του τελευταίου σε αυτούς δικαστικές και εξώδικες υπηρεσίες και δαπάνες.

Από την προσαγωγή αντιγράφου του ως άνω συμβολαίου αλλά και του από 29-4-1922 διαγράμματος του Ξ. Τ., προκύπτει ότι οι ανωτέρω καλλιεργητές "λησμόνησαν" τη συμφωνία που είχαν καταρτίσει με τη "συνιδιοκτησία" για το εντός του μεταβιβασθέντος σε αυτούς τετραπλεύρου γηπέδου των 60 στρεμμάτων χωριστού ακινήτου, δηλαδή του γηπέδου της "Επιστασίας" με τα επ' αυτού υφιστάμενα κτίσματα, δηλαδή του κτιρίου του χρησιμεύοντος ως κατοικία του επιστάτη και των αποθηκών της συνιδιοκτησίας", αφού:

α) δεν κλήθηκε η "συνιδιοκτησία" να συμμετέχει στην κατάρτιση της διανομής για τη διαφύλαξη των συμφερόντων της από την ύπαρξη του γηπέδου της "επιστασίας" στην επιχειρούμενη από τους καλλιεργητές δημιουργία "συνοικισμού" (βλ. συμφωνημένο από τους καλλιεργητές κείμενο του ως άνω συμβολαίου, κατά το οποίο "Ότι προκειμένου σήμερον να κανονισθώσιν από κοινού παρά των συμβαλλομένων η αναλογία ιδιοκτησίας εκάστου αυτών από των χώρων τούτων και καθωρισθώσιν σαφώς τα όρια της ιδιοκτησίας αυτώ να δοθή δε συγχρόνως η κατάλληλος και επί το ανθρωπινώτερον διαμόρφωσις του υπάρχοντος συνοικισμού δουλοπάροικων και του μέλλοντος αυτών οικισμού ανέβηκαν από κοινού εις τον μηχανικόν Ξ.

Τ. την εκπόνηση σχεδίου συνοικισμού και επί χάρτου υπό τύπωσιν αυτού μετά υπομνήματος καταμετρήσεως και διανομής του χώρου μετά των υφισταμένων οικοδομών ..." και β) δεν αναφέρεται η έκταση που καταλαμβάνει το παραπάνω χωριστό ακίνητο της "συνιδιοκτησίας". Αργότερα, δηλαδή στις 11-10-1922, οι 8 ως άνω καλλιεργητές, με το υπ' αριθμό .../3-3-1922 διανεμητήριο και πωλητήριο συμβόλαιο του συμβ/φου Αθηνών Νικολάου Αναστασάκη, που μεταγράφηκε νόμιμα και στο οποίο εμφανίζονται όλοι επίσης κατά δήλωση τους ως "γεωργοκτηματίες" α) ολοκλήρωσαν τη διανομή του προαναφερόμενου τετραπλεύρου γηπέδου των 60 στρεμμάτων, όπως είχαν επιφυλαχθεί και συμφωνήσει με το προηγούμενο .../1-5-1922 συμβόλαιο και κατόπιν της κληρώσεως που έγινε, ο δικαιοπάροχος των αναιρεσειόντων, που ενδιαφέρει εν προκειμένω, ήτοι ο Ι.

Σ. Μ. έλαβε το εμφανιζόμενο στο διάγραμμα του Ξ. Τ. με αριθμό 7 οικόπεδο του υπ' αριθμό IV εδαφικού τεμαχίου, εκτάσεως 2.016,50 τ. μ, και β) πώλησαν στον παριστάμενο κατά την κατάρτιση του ως άνω συμβολαίου δικηγόρο τους Κ. Ξ., ήτοι το δικαιοπάροχο της υπό στοιχείο ΣΤ εναγομένης της δεύτερης αγωγής, το εμφανιζόμενο στο ως άνω διάγραμμα του Ξ, Τζουμέρκα υπό στοιχείο ΚΞ οικόπεδο του υπό στοιχείο ΥΙΙΙ εδαφικού τεμαχίου (ή τετραπλεύρου ή ζώνης) εκτάσεως 2.397 τ.μ.

έναντι τιμήματος ποσού 4.500 δραχμών, στο οποίο αποτιμήθηκαν οι προαναφερόμενες υπηρεσίες του εν λόγω αγοραστή. Και σε αυτό το συμβόλαιο δεν γίνεται λόγος για το ανήκον κατά κυριότητα στη "συνιδιοκτησία" γήπεδο με την ονομασία "επιστασία" ούτε κλήθηκαν να συμμετέχουν στην κατάρτιση του τα αποτελούντα τη "συνιδιοκτησία" του μείζονος αγροκτήματος "Γλυφάδα -Πυρναρή" ως άνω φυσικά πρόσωπα (ήτοι οι Π.

Κ. Κ., Ι. Δ. Ζ., Κ. Β., Δ. Ζ. και Ν. Ζ. Γ.). Περαιτέρω το Εφετείο δέχεται ότι τμήματα των ακινήτων των οκτώ καλλιεργητών που προέκυψαν από τη διανομή, τα οποία ειδικότερα περιγράφονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ανήκουν σε κοινόχρηστες εκτάσεις σύμφωνα με το αρχικό ρυμοτομικό σχέδιο του συνοικισμού Ευρυάλης Γλυφάδας, που εγκρίθηκε με το ανωτέρω από 28-4-1922 β.

δ/γμα και επεκτάθηκε αργότερα με το από 30-7-1925 π. δ/γμα, που δημοσιεύθηκε στο 203 Α/31-7-1925 ΦΕΚ και με το από 11-9-1926 π. δ/γμα, που δημοσιεύθηκε στο 353 Α/7-10-1926 ΦΕΚ και συγκεκριμένα αποτελούν εδαφικά τμήματα της χαρακτηρισμένης από το εν λόγω εγκεκριμένο ρυμοτομικό σχέδιο συνοικισμού της Ευρυάλης Γλυφάδας, (όπως επεκτάθηκε αργότερα, ήτοι με τα ως άνω ρυμοτομικά δ/γματα των ετών 1925 και 1926 καθώς και με το από το 16-11-1934 β.

δ/γμα), κοινόχρηστης οδού ... . Η οδός αυτή, όπως δέχεται το Εφετείο, προέκυψε από την εκ μέρους του Δήμου Γλυφάδας αλλά και των δικαιοπαρόχων των εφεσίβλητων σταδιακή επιχωμάτωση του ακαλλιέργητου αλλά και καλλιεργήσιμου τμήματος του αναφερομένου στο ανωτέρω .../24-3-1921 συμβόλαιο ρέματος, η οποία (επιχωμάτωση) ολοκληρώθηκε κατά το έτος 1971.

Ειδικότερα το επίδικο ακίνητο των 1.517 τ.μ,, που αποτελεί τμήμα του ως άνω μείζονος ακινήτου των 2.016,50 τ. μ (που περιήλθε με τη διανομή στην κυριότητα του δικαιοπαρόχου των αναιρεσειόντων Ι. Μ.), που ενδιαφέρει εν προκειμένω, βρίσκεται στο μέσο της ως άνω κοινόχρηστης οδού και οριζόμενη ανατολικώς επί πλευράς μήκους 36 μ.

με διεκδικούμενη έκταση των κληρονόμων Ν. Δ., δυτικώς επί ίσης πλευράς με την οδό ..., βορείως επί πλευράς μήκους 42 μ. με τμήμα των οδών ... και ... και σε απόσταση 17 μ. από το 130 Ο.Τ και νοτίως επί ίσης πλευράς με τμήμα των οδών ... και ... και σε απόσταση 16 μ. από το 211 Ο.Τ. Περαιτέρω το Εφετείο δέχεται ότι, από τα αναφερόμενα στην απόφαση του αποδεικτικά στοιχεία και "κυρίως από τη σπουδή των καλλιεργητών να διεκδικήσουν τη γεωργική τους αποκατάσταση κατά το έτος 1921, ήτοι κατά χρόνο που είχε αρχίσει ήδη η "συνιδιοκτησία" του μείζονος αγροκτήματος Ευρυάλης τις ενέργειες για τη δημιουργία του επίδικου συνοικισμού και την έγκριση του ρυμοτομικού του σχεδίου, το γεγονός ότι οι περισσότεροι από τους καλλιεργητές αρχικά και όλοι μεταγενεστέρως και, συνεπώς, οι απώτεροι δικαιοπάροχοι των εφεσίβλητων, οι οποίοι, εκτός από τις αγροτικές υπηρεσίες που προσέφεραν στη "συνιδιοκτησία", ήσαν και "γεωργοκτηματίες", όπως οι ίδιοι δήλωναν κατά την κατάρτιση των ανωτέρω συμβολαιογραφικών εγγράφων και των περιεχομένων σε αυτά δικαιοπραξιών και συνεπώς ήταν φυσιολογικό να επιδεικνύουν ενδιαφέρον, να παρακολουθούν εκ του πλησίον όσα συνέβαιναν και είχαν σύνδεσμο με την αξία των ανηκόντων σε αυτούς κτημάτων, τα οποία είχαν αποκτήσει τόσο πριν όσο και μετά την εκ μέρους αυτών "αγορά" του κτήματος των 60 στρεμμάτων, το οποίο βρισκόταν μέσα στην ευρύτερη περιοχή του τελούντος υπό έγκριση ρυμοτομικού σχεδίου του εν λόγω συνοικισμού και να πληροφορούνται και ως εκ τούτου να γνωρίζουν τόσο από το νομικό τους παραστάτη Κ.

Ξ., του οποίου οι υπηρεσίες υπήρξαν σημαντικές, όσο και από τις αρμόδιες υπηρεσίες του Δήμου Αθηναίων και μετέπειτα Κοινότητας και Δήμου Γλυφάδας, την εξέλιξη της πρωτοβουλίας της "συνιδιοκτησίας" για την έγκριση του ρυμοτομικού σχεδίου, σύμφωνα με την προαναφερόμενη .../10-2-1922 πράξη του Δημοτικού Συμβουλίου του Δήμου Αθηναίων, που αποδέχθηκε την αίτηση της πρώτης και τέλος από τη συνολική κατά τα ανωτέρω συμπεριφορά (και) των δικαιοπαρόχων των εφεσίβλητων, το Δικαστήριο τούτο εκτιμά, ότι οι προαναφερθέντες καλλιεργητές:

α) γνώριζαν ήδη από έτους και πλέον πριν από την κατάρτιση του .../1921 συμβολαίου, ότι τα αποτελούντα τη "συνιδιοκτησία" ανωτέρω φυσικά πρόσωπα (και οι δικαιοπάροχοι τους) ενεργούσαν και επέσπευσαν την υπαγωγή της επίδικης περιοχής σε εγκεκριμένο σχέδιο ρυμοτομίας και ότι η έκταση, η οποία εμφανίζεται στο διάγραμμα του μηχανικού Ξ.

Τ. να αποτελεί τα επίδικα οικόπεδα, καταλαμβάνει και τμήματα του ρέματος, που προβλεπόταν από το εγκεκριμένο ρυμοτομικό σχέδιο να εξελιχθεί στην κοινόχρηστη οδό ..., και β) παρακολουθούσαν την εξέλιξη της έγκρισης του ρυμοτομικού σχεδίου, λόγω του ενδιαφέροντος αυτών για τη υπαγωγή των κτημάτων στο ρυμοτομικό σχέδιο και, συνεπώς, για την αύξηση της περιουσίας τους συνεπεία της αύξησης της αξίας αυτών.

Η γνώση των εν λόγω καλλιεργητών για τις ενέργειες της "συνιδιοκτησίας" και την πορεία της έγκρισης του ρυμοτομικού σχεδίου του Συνοικισμού Ευρυάλης Γλυφάδας συνάγεται, εξάλλου, και από το γεγονός ότι αν και κατείχαν το από 29-4-1922 προαναφερόμενο διάγραμμα του Ξ. Τ., με το οποίο επιχειρήθηκε η διανομή της έκτασης των 60 στρεμμάτων σε οικόπεδα με τη δημιουργία δρόμων και άλλων κοινοχρήστων χώρων (πλατείες, οδοί κλπ) εν τούτοις ουδέποτε προχώρησαν στη διαδικασία έγκρισης ρυμοτομικού σχεδίου, σύμφωνα με το παραπάνω σχεδιάγραμμα, αφού μια τέτοια ενέργεια τους θα εύρισκε εμπόδια στην ήδη "από πολλού χρόνου" εκκρεμούσα στο Δήμο Αθηναίων αίτηση της "συνιδιοκτησίας" για την υπαγωγή της περιοχής στο ρυμοτομικό σχέδιο, η οποία μάλιστα κατά τον προαναφερόμενο χρόνο (29-4-1992) είχε ήδη γίνει αποδεκτή με την υπ' αριθμό .../10-2-1922 πράξη του Δημοτικού Συμβουλίου το Δήμου Αθηναίων.

Περαιτέρω οι ανωτέρω καλλιεργητές, αν και το εγκεκριμένο από το έτος 1922 ρυμοτομικό σχέδιο ήταν σε αυτούς γνωστό από το έτος αυτό και δημιουργούσε εν μέρει δυσμενές για τα συμφέροντα τους καθεστώς, δηλαδή εμφάνιζε τα επίδικα οικόπεδα τους να αποτελούν τμήματα κοινόχρηστου χώρου, σταθμίζοντας προφανώς ότι από την ένταξη της υπόλοιπης έκτασης των 60 στρεμμάτων στο ρυμοτομικό σχέδιο τα γενικότερα συμφέροντα τους εξυπηρετούνται με περισσότερο ενδεδειγμένο και ευνοϊκό τρόπο, ουδέποτε εκδήλωσαν εγγράφως οποιαδήποτε επιφύλαξη ή αντίθεση τους, ούτε διαμαρτυρήθηκαν για την επίδικη ρυμοτόμηση της επίδικης έκτασης έως και την έναρξη ισχύος του ν.

δ/τος 690/1948, ήτοι έως και την 8-5-1948 (βλ. άρθρο 5 του ν. δ/τος και 133/Α/8-5-1948 Φ.Ε.Κ) και αποδέχθηκαν με τον τρόπο αυτόν, έστω και σιωπηρώς, ότι οι προαναφερόμενες εδαφικές εκτάσεις, που φέρονται να ανήκουν με το διάγραμμα του Ξ. Τ. στα οικόπεδα τους, ουσιαστικά αλλά και τυπικά ανήκουν σε κοινόχρηστο χώρο, δηλαδή στην οδό ... .

Επομένως, ισχύει και για αυτούς και τους διαδόχους τους το τεκμήριο "παραίτησης" τους από το δικαίωμα κυριότητας επί των επίδικων εκτάσεων του άρθρου 1 παρ 1 του ν. δ/τος 690/1948, με αποτέλεσμα από τη δημοσίευση του εν λόγω β. δ/τος, με το οποίο εγκρίθηκε το ρυμοτομικό σχέδιο της εν λόγω περιοχής, ήτοι από 2-5-1922, η κυριότητα της εν λόγω οδού ...

να περιέλθει αυτοδικαίως και χωρίς ανάγκη άλλης διαδικασίας στο Δήμο Αθηναίων και αργότερα από τη σύσταση του Δήμου Γλυφάδας στον τελευταίο έστω και αν κύριοι της επίδικης έκτασης δεν ήσαν εκείνοι που επέσπευσαν την έγκριση του ρυμοτομικού σχεδίου". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε, ότι αποδείχθηκε η σχετική βάση της αγωγής του ενάγοντος Δήμου Γλυφάδας περί σιωπηρής αποδοχής (και) από τον ως άνω απώτερο δικαιοπάροχο των αναιρεσειόντων Ι.

Μ. της κατάληψης της επίδικης έκτασης των 1.517 τ.μ, που ενδιαφέρει εν προκειμένω, από τον κοινόχρηστο χώρο (οδό) και στη συνέχεια, κατά παραδοχή της έφεσης του Δήμου Γλυφάδας, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, δέχθηκε ως κατ' ουσίαν βάσιμη την αγωγή του τελευταίου, (η οποία είχε απορριφθεί πρωτοδίκως) και αναγνώρισε ότι και η ως άνω επίδικη έκταση των 1.517 τ.μ των αναιρεσειόντων αποτελεί τμήμα της κοινόχρηστης οδού ...

του Δήμου Γλυφάδας. Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις προδιαληφθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 1 παρ.1 και 2 του ν.δ. 690/7.8 Μαΐου 1948, όπως αυτές ερμηνεύθηκαν (και) από την πιο πάνω 163/1995 απόφαση του Αρείου Πάγου, και οι οποίες (διατάξεις), σύμφωνα με τη σχετική νομική σκέψη, που αναφέρθηκε στην αρχή, δεν αντίκεινται στο άρθρο 17 του Συντάγματος και το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της από 4-11-1950 Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου (ΕΣΔΑ).

Συνεπώς, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι του κυρίου δικογράφου αναίρεσης, από τον αριθ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όπως ο πρώτος λόγος συμπληρώνεται με τους πρώτο και τρίτο λόγους του δικογράφου των πρόσθετων λόγων αναίρεσης, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες ψέγουν το Εφετείο για παραβίαση των ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων του άρθρου 1 παρ.1 και 2 ν.δ 690/1948, του άρθρου 17 του Συντάγματος και του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ως άνω Σύμβασης, είναι αβάσιμοι.

Περαιτέρω, το Εφετείο, κρίνοντας όπως ανωτέρω, δε στέρησε την απόφαση του από νόμιμη βάση, αφού εξέθεσε σ' αυτήν χωρίς αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά γεγονότα που δέχθηκε ως αποδεικνυόμενα και που ήταν αναγκαία για την εφαρμογή των προδιαληφθεισών ουσιαστικών διατάξεων, τις οποίες και εφάρμοσε.

Ειδικότερα αναφέρεται σ' αυτήν με σαφήνεια ότι το επίδικο ακίνητο περιλαμβάνεται στο προαναφερθέν ρυμοτομικό σχέδιο, όπως αυτό επεκτάθηκε μεταγενεστέρως, και ότι ο ως άνω απώτερος δικαιοπάροχος των αναιρεσειόντων με τις προεκτεθείσες ενέργειες και εν γένει συμπεριφορά του αποδέχθηκε με τον τρόπο αυτόν, έστω και σιωπηρώς, ότι το επίδικο ακίνητο ουσιαστικά αλλά και τυπικά ανήκει σε κοινόχρηστο χώρο, δηλαδή στην οδό ....

Δεν απαιτείτο δε για τη νομική πληρότητα της απόφασης και η αναφορά των επικαλούμενων από τους αναιρεσείοντες στοιχείων από τα οποία να προκύπτει ότι η έγκριση του ρυμοτομικού σχεδίου ήταν επωφελής για τον δικαιοπάροχο τους και έτσι να δικαιολογείται η παραίτηση από το δικαίωμα για διεκδίκηση του.

Συνεπώς, ο πέμπτος λόγος του κυρίου δικογράφου αναίρεσης, από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όπως συμπληρώνεται από το δεύτερο λόγο του δικογράφου των πρόσθετων λόγων αναίρεσης, είναι αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος αναίρεσης (πέμπτος), κατά το μέρος που με αυτόν οι αναιρεσείοντες προβάλλουν αιτιάσεις για την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, το συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, καθώς και για τη σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων με βάση τα οποία αυτό στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα, αναφορικά με το ως άνω ουσιώδες ζήτημα της σιωπηρής αποδοχής (και) από τον ως άνω απώτερο δικαιοπάροχο των αναιρεσειόντων Ι. Μ. της κατάληψης της επίδικης έκτασης των 1.517 τ..μ,, από τον κοινόχρηστο χώρο (οδό), είναι, σύμφωνα με την προεκτεθείσα νομική σκέψη, απαράδεκτος.

3.- Επειδή, όπως προαναφέρθηκε, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.

Αντιφατικότητα των αιτιολογιών υπάρχει, όταν εξαιτίας της δεν προκύπτει ποία πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν σωστά εφάρμοσε το νόμο. Δεν ιδρύεται όμως ο ως άνω λόγος όταν υπάρχει αντίφαση μεταξύ των περιστατικών τα οποία δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, που προέκυψαν από την αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του, και εκείνων που έγιναν δεκτά με άλλες δικαστικές, ακόμη και τελεσίδικες, αποφάσεις.

Η αντιφατικότητα ή η ασάφεια πρέπει να υφίσταται μεταξύ των περιστατικών που πληρούν το πραγματικό του εφαρμοσθέντος ουσιαστικού κανόνα δικαίου και συγκροτούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού. Μόνο αν υπάρχει αντίφαση αναφορικώς με τελεσιδίκως, με προηγούμενη απόφαση, αναγνωρισθείσες έννομες συνέπειες, θεμελιούμενες επί των ιδίων πραγματικών περιστατικών, μπορεί να ανακύψει ζήτημα ορθής ή μη εφαρμογής των περί δεδικασμένου δικονομικών διατάξεων (αρθρ. 330 επ.

ΚΠολΔ), ιδρυομένου, ενδεχομένως, στην περίπτωση αυτή, λόγου από τον αριθ. 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όχι και από τον αριθ. 19 του ίδιου άρθρου, δεδομένου ότι αντικείμενο του δεδικασμένου, κατά τη θετική και αρνητική του λειτουργία είναι μόνο έννομες συνέπειες ή έννομες σχέσεις, όχι όμως και πραγματικά γεγονότα ως γενεσιουργά δικαιωμάτων και υποχρεώσεων.

Συνεπώς, ο έκτος λόγος του κυρίου δικογράφου αναίρεσης, από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση της έλλειψης νόμιμης βάσης, διότι τα όσα ως άνω κρίσιμα περιστατικά που αυτή δέχθηκε, αναφορικά με το ότι το επίδικο ακίνητο περιλαμβάνεται στο ρυμοτομικό σχέδιο και το τεκμήριο παραίτησης του άρθρου 1 του ν.δ 690/1048, έρχονται σε αντίθεση με εκείνα που δέχθηκαν οι 9790/1989 και 7227/1997 αποφάσεις του Εφετείου Αθηνών και η 163/1995 απόφαση του Αρείου Πάγου, είναι απαράδεκτος.

4.- Επειδή, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 18 ΚΠολΔ δημιουργείται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο της παραπομπής δεν συμμορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση. Ο αναιρετικός αυτός λόγος αναφέρεται σε κάθε παράλειψη του δικαστηρίου της παραπομπής να συμμορφωθεί με το νομικό ζήτημα που κρίθηκε από την αναιρετική απόφαση, το οποίο μπορεί να ανάγεται είτε στο ουσιαστικό είτε στο δικονομικό δίκαιο.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προαναφέρθηκε, με την απόφαση του Αρείου Πάγου 163/1995 αναιρέθηκε η 9790/1989 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατά παραδοχή μόνο του λόγου αναίρεσης από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο τον θεμελιωτικό της αγωγής (του ενάγοντος Δήμου Γλυφάδας) ισχυρισμό περί σιωπηρής αποδοχής από τους δικαιοπαρόχους των αντιδίκων του της κατάληψης των επίδικων ακινήτων από τους κοινόχρηστους χώρους που δημιουργήθηκαν με το ρυμοτομικό σχέδιο.

Οι αναιρεσείοντες, επικαλούμενοι την ως άνω αναιρετική πλημμέλεια, από τον αριθ. 18 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προσάπτουν στο Εφετείο με τον τρίτο λόγο του κυρίου δικογράφου αναίρεσης την αιτίαση, ότι με το να δεχθεί, με την προσβαλλόμενη (2252/2007) απόφαση του, αφενός ότι το τεκμήριο του άρθρου 1 του ν.δ 690/1948 ισχύει και για τους μη επισπεύσαντες την έγκριση του ρυμοτομικού σχεδίου και αφετέρου ότι το επίδικο ακίνητο των 1.517 τ.μ αποτελεί τμήμα της οδού ...

ενήργησε "καθ' υπέρβαση της απόφασης του Αρείου Πάγου", αφού, σύμφωνα με αυτήν, το εν λόγω τεκμήριο δεν ισχύει για εκείνους που δεν επέσπευσαν την έγκριση του ρυμοτομικού σχεδίου, ενώ "ερευνητέα ήταν η βάση της αγωγής περί της ιδιότητας των επίδικων εκτάσεων ως κοινόχρηστων με ρυμοτομικό σχέδιο, που έγινε δεκτό σιωπηρώς".

Επίσης με τον τέταρτο λόγο του κυρίου δικογράφου αναίρεσης μέμφονται το Εφετείο, δεδομένου ότι δε συμμορφώθηκε με την ανωτέρω αναιρετική απόφαση, διότι, ενώ από αυτήν προκύπτει ότι κρίθηκε "ανελέγκτως" με την 9790/1989 απόφαση του Εφετείου Αθηνών ότι το επίδικο ακίνητο των 1.517 τ. μ δεν περιελήφθη στο ρυμοτομικό σχέδιο, εντούτοις το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε (με την προσβαλλόμενη απόφαση του) την αγωγή του αναιρεσιβλήτου ως κατ' ουσίαν βάσιμη και ως προς το ακίνητο αυτό.

Οι λόγοι αυτοί είναι αβάσιμοι. Ειδικότερα ο τρίτος λόγος είναι αβάσιμος και ως προς τα δύο μέρη του. Τούτο διότι η προσβαλλόμενη απόφαση, αφενός με την παραδοχή της ότι οι ανωτέρω οκτώ καλλιεργητές, μεταξύ των οποίων και ο απώτερος δικαιοπάροχος των αναιρεσειόντων Ι. Μ., αποδέχθηκαν σιωπηρώς, με τις προαναφερόμενες ενέργειες και την εν γένει συμπεριφορά τους, ότι οι προδιαληφθείσες εδαφικές εκτάσεις, μεταξύ των οποίων και το επίδικο ακίνητο των 1.517 τ.μ, ανήκουν σε (προβλεπόμενο από ρυμοτομικό σχέδιο) κοινόχρηστο χώρο και, κατά συνέπεια, έχει εφαρμογή το ως άνω τεκμήριο (περί παραίτησης από το δικαίωμα διεκδίκησης τους) και αφετέρου με τον ακριβέστερο προσδιορισμό του κοινοχρήστου (οδός ...), συμμορφώθηκε πλήρως προς την αναιρετική απόφαση, αφού κινήθηκε μέσα στα όρια που διαγράφονταν από αυτή και δεν υιοθέτησε ως προς το νοηματικό περιεχόμενο του κανόνα του άρθρου 1 παρ. 1 και 2 του ΝΔ 690/1948, που αναλύθηκε στην προαναφερθείσα νομική σκέψη, εκδοχή ασυμβίβαστη προς εκείνη στην οποία στηρίχθηκε η αναιρετική απόφαση.

Επίσης ο τέταρτος λόγος είναι αβάσιμος, διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού με την αναιρετική απόφαση αναιρέθηκε, κατά τα προεκτεθέντα, για τον από την αριθμ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο η ανωτέρω 9790/1989 απόφαση του Εφετείου και κατά το μέρος που αφορά το προαναφερθέν (υπ' αριθ. 7) επίδικο ακίνητο (των 1.517 τ.μ), που ανήκε στον απώτερο δικαιοπάροχο των αναιρεσειόντων Ι.

Μ..

5- Επειδή, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 16 ΚΠολΔ, δημιουργείται λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο, κατά παράβαση του νόμου, δέχθηκε ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο. Αν όμως η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν αναφέρει την ύπαρξη ή τη μη ύπαρξη δεδικασμένου, τότε δεν ιδρύεται ο ως άνω από το άρθρο 559 αριθ. 16 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δεν ασχολήθηκε με ζήτημα ύπαρξης ή μη ύπαρξης δεδικασμένου, που να προκύπτει από την 9790/1989 απόφαση του, αναφορικά με το αν το επίδικο ακίνητο (των 1.517 τ.μ) περιελήφθη ή όχι ως κοινόχρηστο στο προαναφερθέν ρυμοτομικό σχέδιο. Επομένως, ο έβδομος (και τελευταίος) λόγος του κυρίου δικογράφου αναίρεσης, από τον αριθ. 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες ψέγουν το Εφετείο, διότι κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε, ότι δεν παράγεται δεδικασμένο από την ως άνω 9790/1989 απόφαση του, αναφορικά με την κρίση της "ότι το επίδικο ακίνητο δεν περιελήφθη στο ρυμοτομικό σχέδιο", είναι αβάσιμος.

6.- Κατ' ακολουθιαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης, και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα του τελευταίου (ΚΠολΔ 176, 183, 191 παρ.2), καθώς ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 22-6-2009 αίτηση των Φ. Λ. κλπ για αναίρεση της 2252/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών και τους από 27-1 -2011 πρόσθετους λόγους αναίρεσης.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου Δήμου Γλυφάδας, τα οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Ιουλίου 2012.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 25 Νοεμβρίου 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ