Legislator Case Law & Legislation
1704/2010 AI generated

1704/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1704/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Σεπτεμβρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1704/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 1825, 1830, 1831, 1833, 1834, 1835, 1896 και 1899 του ίδιου Κώδικα προκύπτει ότι για την εξεύρεση της πλασματικής ομάδας της κληρονομιάς, όταν επιβάλλεται να λειτουργήσει η διαδικασία της συνεισφοράς και του καταλογισμού, πρώτα αποτιμάται η αξία της πραγματικής ομάδας, δηλαδή του συνόλου των περιουσιακών στοιχείων που ανήκαν στον κληρονομούμενο κατά το θάνατό του, με την αξία που είχαν κατά το χρόνο τούτο.

Keywords

AI generated
calculation of survivor pension death grant determination of legal heir invalidity pension rate donation mortis causa action for recovery of inheritance
AI generated
1437/2017
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημα του, στις 13 Φεβρουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
939/2020
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Καλαϊτζή, Αναστασία Περιστεράκη, Λάμπρο Καρέλο, Ανθή Γκάμαρη-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
631/2016
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.
968/2017
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Ιωάννη Φιοράκη, Αρεοπαγίτες.
1079/2019
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Πέτρο Σαλίχο, Ιωάννη Φιοράκη, Παρασκευή Καλαϊτζή και Ανθή Γκάμαρη- Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1704 / 2010 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1704/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Κωνσταντίνο Τσόλα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Σεπτεμβρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος - καλούντος: Σ. Χ. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Σίδερη με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.

Των καθών η κλήση: 1. Μ. Κ. του Ω., κατοίκου ..., ως καθολικού διαδόχου-κληρονόμου της αποβιωσάσης αναιρεσίβλητης Ε. Κ. του Μ., και 2. Ω. Κ. του Μ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Στέργιο Κουκούδη με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-9-2004 αγωγή των Ε. και Ω. Κ., και με τις από 18-3-2005 προτάσεις-ανταγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 25.313/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 3017/2006 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 22-1-2007 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Κωνσταντίνος Τσόλας ανέγνωσε την από 7-4-2008 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου τούτου Αρεοπαγίτη Ιωάννη Σίδερη, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι.- Από τις διατάξεις των άρθρων 62, 73, 313 παρ.1 περ.δ' ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 286 επ. του ίδιου Κώδικα, που κατά το άρθρο 573 παρ. 1 εφαρμόζονται και στην κατ' αναίρεση δίκη, προκύπτει ότι, σε περίπτωση θανάτου κάποιου διαδίκου πριν από την αμετάκλητη περάτωση της δίκης, εάν ο θάνατος επήλθε μετά την έκδοση της οριστικής απόφασης, οπότε δεν υφίσταται εκκρεμής δίκη, ούτε στάδιο εφαρμογής των διατάξεων για διακοπή και επανάληψη της δίκης, το κατά της απόφασης αυτής από τον αντίδικο του αποβιώσαντος ασκούμενο ένδικο μέσο της αναίρεσης πρέπει να απευθύνεται, σύμφωνα με το άρθρο 558 ΚΠολΔ, κατά των καθολικών διαδόχων (κληρονόμων) του αποβιώσαντος, απευθυνόμενο δε κατά του τελευταίου είναι άκυρο, υπό την προϋπόθεση όμως ότι ο αναιρεσείων πριν από την άσκηση της αναίρεσής του είχε λάβει γνώση με οποιονδήποτε τρόπο του θανάτου του αντιδίκου του, ώστε να διαπιστώσει τους κληρονόμους του και να απευθύνει κατ' αυτών την αναίρεση.

Η κατά του αποβιώσαντος απευθυνόμενη αναίρεση, χωρίς ο αναιρεσείων να γνωρίζει τον θάνατο του αντιδίκου του, δεν είναι άκυρη και νόμιμα χωρεί η συζήτηση αυτής με τους κληρονόμους του αποβιώσαντος, οι οποίοι καλούνται προς τούτο ή εμφανίζονται κατά τη συζήτηση με την ιδιότητα αυτή στη θέση του αναιρεσιβλήτου και προβάλλουν υπεράσπιση επί της ουσίας της διαφοράς (ΟλΑΠ 31/2009).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της υπόθεσης, η πρώτη αναιρεσίβλητη Ε. Μ. Κ. απεβίωσε στις 25-1-2007, δηλαδή μετά την έκδοση της προσβαλλόμενης οριστικής απόφασης, και πριν από την κατάθεση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, η οποία έγινε στις 6-2-2007. Κατά τη δικάσιμο προς συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης της 23-9-2009, εμφανίστηκε ο κατά το χρόνο του θανάτου της ανωτέρω αναιρεσίβλητης πληρεξούσιος δικηγόρος της Θεμιστοκλής Χατζηϊωάννου, ο οποίος δήλωσε το θάνατο αυτής.

Η αποβιώσασα αναιρεσίβλητη άφησε τη με αριθμό …/24-02-2000 δημόσια διαθήκη, που δημοσιεύτηκε με το με αριθμό 465/16-03-2007 πρακτικό του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και την από 20-10-2004 ιδιόγραφη διαθήκη, που δημοσιεύτηκε με το με αριθμό 825/4-5-2007 πρακτικό και κηρύχθηκε κύρια με τη με αριθμό 16737/4-5-2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με τις οποίες εγκατέστησε στο σύνολο της κληρονομιαίας της περιουσίας, κινητής και ακίνητης, μοναδικό κληρονόμο τον ανιψιό της (υιό του αδελφού της Ω.-δευτέρου αναιρεσιβλήτου) Μ.

Κ. του Ω.. Ο τελευταίος δεν αποποιήθηκε την επαχθείσα σ' αυτόν κληρονομία εντός της οριζόμενης στο άρθρο 1847 ΑΚ προθεσμίας. Ήδη νομίμως, με την από 23-10-2009 κλήση του αναιρεσείοντος, ο οποίος δεν προέκυψε ότι γνώριζε πριν από την άσκηση της αναίρεσης το θάνατο της ανωτέρω αντιδίκου του, την οποία απευθύνει και κατά του δευτέρου αναιρεσιβλήτου και του ως άνω μοναδικού κληρονόμου της πρώτης αναιρεσίβλητης, χωρεί η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με το νομίμως παριστάμενο κληρονόμο της τελευταίας, ο οποίος προβάλλει υπεράσπιση επί της ουσίας της διαφοράς.

2.- Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1871, 1884, 1895, 1897, 1899 και 1900 του ΑΚ, όπως το άρθρο 1895 ΑΚ ίσχυε πριν από το ν. 1329/1983 και έχει εφαρμογή κατ' άρθρο 88 του εν λόγω νόμου εν προκειμένω ενόψει του χρόνου πραγματοποίησης της συνεισενεκτέας παροχής, σαφώς προκύπτει, ότι η υποχρέωση συγκληρονόμου για συνεισφορά, η οποία συνεπάγεται, αν ασκηθεί η αντίστοιχη αξίωση, τον περιορισμό ή και μηδενισμό του μεριδίου του στην πραγματική ομάδα της κληρονομιάς, μπορεί να αντιταχθεί εναντίον του όχι μόνο με ένσταση στη δίκη της διανομής των κληρονομιαίων, αλλά και στην περί κλήρου αγωγή.

Επίσης, μπορεί να γίνει επίκληση της υποχρέωσης συνεισφοράς και με αναγνωριστική αγωγή, με αντικείμενο την αναγνώριση των μεριδίων των συγκληρονόμων στην πραγματική ομάδα της κληρονομιάς, όρος αναγκαίος για την επίτευξη της διανομής της κληρονομιάς, σύμφωνα με τα άρθρα 1884, 1887 και 1888 παρ. 1 του ΑΚ, ανεξάρτητα του εάν η αναγνώριση γίνεται για τη διανομή των κληρονομιαίων ειδικώς ή ανακύπτει πριν από τη διανομή ως επιβαλλόμενη, χωρίς ειδικό συσχετισμό μαζί της.

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 1825, 1830, 1831, 1833, 1834, 1835, 1896 και 1899 του ίδιου Κώδικα προκύπτει ότι για την εξεύρεση της πλασματικής ομάδας της κληρονομιάς, όταν επιβάλλεται να λειτουργήσει η διαδικασία της συνεισφοράς και του καταλογισμού, πρώτα αποτιμάται η αξία της πραγματικής ομάδας, δηλαδή του συνόλου των περιουσιακών στοιχείων που ανήκαν στον κληρονομούμενο κατά το θάνατό του, με την αξία που είχαν κατά το χρόνο τούτο.

Στη συνέχεια αφαιρείται η μερίδα του τυχόν επιζώντος συζύγου (1/4). Κατόπιν προστίθενται με την αξία του χρόνου κατά τον οποίο έγιναν οι συνεισενεκτέες παροχές, στις οποίες περιλαμβάνεται και η νομοτύπως συσταθείσα δωρεά προς κατιόντα, εφόσον, κατά το άρθρο 1895 ΑΚ, όπως ίσχυε πριν τροποποιηθεί με τον ν. 1329/1983, ο κληρονομούμενος δωρητής διέταξε τη συνεισφορά ή τον καταλογισμό αυτής στην κληρονομική μερίδα του κατιόντος και έτσι δημιουργείται η πλασματική ομάδα της κληρονομιάς.

Το άθροισμα το οποίο προκύπτει από την παραπάνω πρόσθεση διαιρείται με τον αριθμό των κατιόντων κληρονόμων. Στη συνέχεια από το πηλίκο που θα προκύψει από τη διαίρεση αυτή αφαιρείται η αξία της συνεισενεκτέας παροχής, την οποία είχε λάβει ο υπόχρεος σε συνεισφορά κατιών, το υπόλοιπο δε, το οποίο θα προκύψει από την αφαίρεση αυτή, αποτελεί τη μερίδα του υπόχρεου σε συνεισφορά.

Το δικαίωμα του υπόχρεου επί της μερίδας αυτής καθορίζεται αρχικά κατ' ανάγκη σε ποσό χρημάτων και υπολογίζεται μεν επί της, κατά τα ανωτέρω, πλασματικής ομάδας της κληρονομιάς, ασκείται όμως και καλύπτεται από την πραγματική ομάδα της κληρονομιάς αφού αυτή είναι η διανεμητέα μεταξύ των κατιόντων κληρονόμων, κατά ποσοστό ειδικότερα το οποίο εκφράζει τη σχέση της αξίας της μερίδας σε δραχμές προς την αξία των αντικειμένων της πραγματικής ομάδας της κληρονομιάς (ΑΠ 95/2010).

Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στις αιτιολογίες της που συνιστούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε.

Αντιθέτως η απόφαση δεν στερείται από νόμιμη βάση όταν οι ανωτέρω ελλείψεις αφορούν στα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου ή ανάγονται στην αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (αρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ) και, ειδικότερα, στην ανάλυση και αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αρκεί τούτο να εκτίθεται στην απόφαση σαφώς.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Δυνάμει του …/7-2-1952 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Δήμου Παπαδήμου, που μεταγράφηκε νόμιμα την 11 Φεβρουαρίου 1952 στον τόμο … και αριθμό 112 των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης, ο Μ.

Κ. αγόρασε από τον τρίτο πωλητή Γ. Β. ένα οικόπεδο εμβαδού 202 τ.μ, το οποίο βρίσκεται στη διασταύρωση των οδών ... και … του Δήμου … . Με επιμέλεια του Μ. Κ. και μετά από αίτηση του ιδίου, εκδόθηκε κατά το έτος 1952 η …/27-6-1952 οικοδομική άδεια του Πολεοδομικού Γραφείου Θεσσαλονίκης, με την οποία ο Μ. Κ. ανήγειρε μία ισόγεια οικία εμβαδού 80 περίπου τ.μ.

Η ανέγερση έγινε σε τμήμα του οικοπέδου, εμβαδού 152 τ.μ. Ακολούθως, με επιμέλεια του Μ. Κ. και μετά από αίτηση του ιδίου, εκδόθηκε κατά το έτος 1956 η …/12-10-1956 νέα οικοδομική άδεια του Πολεοδομικού Γραφείου Θεσσαλονίκης, με την οποία ο Μ. Κ. ανήγειρε μία δεύτερη ισόγεια οικία, όμορη της προηγούμενης, εμβαδού 36 περίπου τ.μ., αποτελούμενη από δύο δωμάτια, χωλ, κουζίνα και αποχωρητήριο.

Το κτίσμα αυτό συνορεύει βόρεια με την υπάρχουσα οικία του ιδίου, νότια με την ιδιοκτησία του Δ., αγνώστων λοιπών στοιχείων, ανατολικά με το υπόλοιπο οικόπεδο του ιδίου και δυτικά με κήπο (πρασιά). Η ανέγερση έγινε σε τμήμα του οικοπέδου, εμβαδού 36 τετραγωνικών μέτρων. Μεταγενεστέρως, την 26 Ιανουαρίου 1962 και δυνάμει του …/26-1-1962 δωρητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Θωμά Κωνσταντινίδη ή Γιώβη, που μεταγράφηκε νόμιμα την 31 Ιανουαρίου 1962 στο τόμο … και αριθμό 298 των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης, ο Μ.

Κ., προβαίνοντας ουσιαστικά σε κατάτμηση του μείζονος οικοπέδου σε δύο τμήματα, ένα των 50 τ.μ. και στο υπόλοιπο που απομένει (152 τ.μ.), δώρησε προς τη θυγατέρα του Β. χήρα Ν. Χ., μητέρα και δικαιοπάροχο του εναγομένου Σ. Χ. και υπό τον όρο η δωρεά αυτή να συνυπολογισθεί στην κληρονομική μερίδα της, το προαναφερόμενο αυτοτελές και διαιρετό τμήμα του οικοπέδου, εμβαδού 36 τετραγωνικών μέτρων, μετά της επ' αυτού ισόγειας οικίας, καθώς και μια λωρίδα οικοπέδου από την πρασιά, εκτεινόμενη μέχρι την οδό …, συνολικής εκτάσεως του οικοπέδου και της λωρίδας 50 τετραγωνικών μέτρων.

Ο δωρητής διατήρησε και παρακράτησε υπέρ αυτού το δικαίωμα προσθήκης ορόφων επί του δωρηθέντος ακινήτου, σε περίπτωση μελλοντικής επεκτάσεως του καθ1 ύψος. Ακολούθως, με επιμέλεια του ενάγοντος Ω. Κ. και μετά από αίτηση του ιδίου, εκδόθηκε κατά το έτος 1962 η …/2-9-1963 άδεια προσθήκης του Πολεοδομικού Γραφείου Θεσσαλονίκης, με την οποία ο Ω.

Κ. ανήγειρε, με δικές του δαπάνες, ένα επί πλέον όροφο στην παραπάνω πρώτη ισόγεια οικοδομή, που είχε ανεγερθεί από τον πατέρα του το έτος 1952 στο οικοπεδικό τμήμα των 152 τετραγωνικών μέτρων του μείζονος οικοπέδου. Ο Μ. Κ. πέθανε την 14 Μαρτίου 1987 στη … . Κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου και κατ' ισομοιρίαν από τα τέκνα του Β.

χήρα Ν. Χ., Ε. Κ. και Ω. Κ. Ως κληρονομιαία περιουσία κατέλιπε τον πρώτο όροφο της παραπάνω διώροφης οικοδομής, που ανεγέρθηκε πρώτη επί του οικοπεδικού τμήματος των 152 τ.μ. του μείζονος οικοπέδου, με ποσοστό συνιδιοκτησίας 34 % εξ αδιαιρέτου επί του αντιστοίχου οικοπέδου. Ακολούθως, την 9 Οκτωβρίου 1980 πέθανε η μητέρα του εναγομένου Β.

χήρα Ν. Χ.. Κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τον υιό της Σ. Χ., ο οποίος, δυνάμει των …/10-10-2001 και …/17-3-2004 δηλώσεων αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Σοφίας Ιορδανίδου, αποδέχθηκε την κληρονομιά και μετέγραφε νόμιμα τις δηλώσεις στον τόμο … και αριθμό 309 και τόμο … και αριθμό 44 αντίστοιχα των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης.

Η κληρονομία που αποδέχθηκε ο εναγόμενος αποτελείτο από α) μία ισόγεια οικία, εμβαδού 36 τ.μ., κτισμένη επί οικοπέδου εμβαδού 50 τ.μ., η οποία είχε ανεγερθεί το έτος 1956 από τον δωρητή Μ. Κ. και αποτελεί συνεισενεκτέα παροχή και β) ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου του πρώτου ορόφου της διώροφης οικοδομής, που ανεγέρθηκε πρώτη επί του οικοπέδου των 152 τετραγωνικών μέτρων, μετά του αναλογούντος ποσοστού 34% εξ αδιαιρέτου επί του όλου ως άνω οικοπέδου.

Περαιτέρω, από τα ίδια παραπάνω αποδεικτικά στοιχεία, αποδείχθηκε, όπως ορθά έκρινε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ότι η κληρονομία της Β. χήρας Ν. Χ. επήχθη στον εναγόμενο υιό της βεβαρημένη με την υποχρέωση της συνεισφοράς. Προκειμένου να υπολογισθεί η εξ αδιαθέτου κληρονομική μερίδα του εναγομένου, που είναι υπόχρεος σε συνεισφορά, πρέπει πρώτα να αποτιμηθεί η αξία του κληρονομιαίου ακινήτου, κατά το χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου Μ.

Κ.. Η αξία της κληρονομίας, δηλαδή του πρώτου ορόφου της διώροφης οικοδομής που αναφέρθηκε, μετά του αναλογούντος ποσοστού συγκυριότητας επί του οικοπέδου, ανερχόταν, κατά το χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου, σε 5.600.000 δραχμές. Στο ποσό αυτό πρέπει να προστεθεί, δεδομένου ότι δεν υπάρχουν άλλες συνεισενεκτέες παροχές, η κατά το χρόνο που έγινε (26-1-1962) αξία της συνεισενεκτέας παροχής της αγωγής και συγκεκριμένα, του οικοπέδου, εμβαδού 50 τετραγωνικών μέτρων, μετά της επ' αυτού ισόγειας οικίας, εμβαδού 36 τ.μ., που έγινε υπό τον όρο η δωρεά αυτή να συνυπολογισθεί στην κληρονομική μερίδα, η οποία (αξία) ανερχόταν σε 80.000 δραχμές.

Σημειώνεται, ότι, πέραν του περιεχομένου της ανταγωγής, η οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη και για την οποία η υπόθεση δεν μεταβιβάζεται στο παρόν δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με βάση στα όρια που καθορίζουν η κρινόμενη έφεση, οι πρόσθετοι λόγοι εφέσεως και οι λόγοι που τους αποτελούν, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, δεν προτάθηκε από τους διαδίκους με ένσταση, που να περιέχει ισχυρισμό πρόσφορο για κατάταξη παροχής, ότι συγκεκριμένη παροχή πρέπει να κριθεί συνεισενεκτέα και να εκτιμηθεί και αυτή σε χρήμα.

Επειδή όμως επήλθε ουσιώδης υποτίμηση της τρέχουσας αξίας της δραχμής από το χρόνο που έγινε η παροχή μέχρι του θανάτου του κληρονομουμένου, πρέπει η ως άνω σε δραχμές αξία της συνεισενεκτέας παροχής να αναχθεί σε ίσης αξίας δραχμές του χρόνου θανάτου του κληρονομουμένου, με βάση την αξία της χρυσής λίρας Αγγλίας.

Έτσι, η τιμή της χρυσής λίρας Αγγλίας ανερχόταν κατά τον Ιανουάριο του 1962 σε 0,86 ευρώ, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο 43856/16-10-2003 έγγραφο του Χρηματιστηρίου Αθηνών, δηλαδή σε 293,045 δραχμές (0,86 ευρώ Χ 340.75 = 293,045 δραχμές). Συνακόλουθα, κατά τον ίδιο χρόνο, η αξία της παροχής αντιστοιχούσε σε 273 χρυσές λίρες Αγγλίας (80.000 δραχμές: 293,045 - 273).

Κατά το χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου, οι 273 χρυσές λίρες Αγγλίας άξιζαν 3.633.630 δραχμές, δεδομένου ότι η τιμή της χρυσής λίρας Αγγλίας κατά το χρόνο αυτό ανερχόταν σε 13.310 δραχμές, όπως προκύπτει από τα με ημερομηνία 9-10-2003 και 18-3-2004 προσκομιζόμενα έγγραφα της Τράπεζας της Ελλάδος. Κατά συνέπεια, για την εξεύρεση της πλασματικής ομάδας της κληρονομιάς, προστίθενται η αξία του κληρονομιαίου ακινήτου και η αξία της συνεισενεκτέας παροχής.

Το άθροισμα τους ανέρχεται σε 9.233.630 δραχμές (5.600.000 + 3.633.630 = 9.233.630). Περαιτέρω, η αξία της παραπάνω πλασματικής κληρονομικής ομάδας πρέπει να διαιρεθεί με τον αριθμό των συγκληρονόμων κατιόντων του κληρονομουμένου, οπότε προκύπτει το πηλίκον 3.077.877 (9.233.630 : 3 = 3.077.877) δραχμές. Από το πηλίκον που προέκυψε πρέπει να αφαιρεθεί η αξία της συνεισενεκτέας παροχής, η οποία ανέρχεται σε 3.633.630 δραχμές.

Το υπόλοιπο, που προκύπτει από την αφαίρεση αυτή, το οποίο είναι αρνητικό και ανέρχεται στο ποσό των -555.753 δραχμών (3.077.877- 3.635.630= 555.753), αποτελεί τη μερίδα του υπόχρεου σε συνεισφορά εναγομένου. Επειδή όμως η συνεισενεκτέα παροχή υπερκαλύπτει την εξ αδιαθέτου κληρονομική μερίδα του εναγομένου και το ποσό που προκύπτει είναι αρνητικό, ο τελευταίος δεν δικαιούται κληρονομικό μερίδιο στην καταλειφθείσα κληρονομιαία περιουσία του κληρονομουμένου Μ.

Κ., που ανήκε σ' αυτόν κατά το θάνατο του και συγκεκριμένα, στον πρώτο όροφο της διώροφης οικοδομής, που ανεγέρθηκε επί του οικοπέδου των 152 τ.μ., με ποσοστό συγκυριότητας 34% εξ αδιαιρέτου επί του οικοπέδου τούτου ...". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχτηκε, ότι η ένδικη αγωγή, με την οποία οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι ζητούσαν να αναγνωριστεί ότι ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων δεν έχει κανένα δικαίωμα επί του ως άνω κληρονομιαίου ακινήτου, είναι κατ' ουσίαν βάσιμη και, στη συνέχεια, απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης, που είχε κρίνει ομοίως.

Έτσι, που έκρινε το Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες για το ουσιώδες ζήτημα της αξίας τόσο της συνεισενεκτέας παροχής, όσο και της κληρονομιαίας περιουσίας, οι αιτιολογίες δε αυτές καθιστούν αδύνατο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των προαναφερθέντων κανόνων ουσιαστικού δικαίου.

Και τούτο γιατί παρέλειψε να εκθέσει ποία είναι η αξία των κτισμάτων της επίδικης οικίας, σε σχέση με την αξία του οικοπέδου, όπως επίσης και την ακριβή επιφάνεια των κτισμάτων του πρώτου κληρονομιαίου ορόφου, ουδέν δε αναφέρει περί της τύχης του δικαιώματος του υψούν του κληρονομουμένου επί της οικοδομής των 36 τ.μ., που είχε ανεγερθεί επί του προπεριγραφομένου τμήματος των 50 τ.μ., ως προς το οποίο το Εφετείο δέχεται, χωρίς αιτιολογίες, ότι επήλθε ουσιαστικά κατάτμηση και δημιουργία δύο αυτοτελών οικοπέδων.

Επομένως, η προσβαλλομένη απόφαση είναι αναιρετέα για πλημμέλεια, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, η οποία κατ' εφαρμογή του άρθρου 562 παρ.4 του ΚΠολΔ, προβλήθηκε από τον Εισηγητή Δικαστή με την έγγραφη εισήγηση του.

3.- Κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ το δικαίωμα ασκείται καταχρηστικά και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου, που προηγήθηκε της άσκησής του, καθώς και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το διάστημα που μεσολάβησε, δημιούργησαν στον οφειλέτη την εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα ασκηθεί το δικαίωμα, σε τρόπο ώστε η μεταγενέστερη άσκησή του, που θα έχει επαχθείς για τον οφειλέτη συνέπειες, να μη δικαιολογείται επαρκώς και να υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.

Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλ' απαιτείται να συντρέχουν προσθέτως ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του οφειλέτη, ενόψει των οποίων και της αδράνειας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, που τείνει σε ανατροπή της κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό τις παραπάνω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε επί μακρό χρόνο, να εξέρχεται των ορίων που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ.

Στην περίπτωση αυτή η επιχειρούμενη από το δικαιούχο ανατροπή της πιο πάνω κατάστασης δεν είναι απαραίτητο να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες συνέπειες για τον οφειλέτη, αλλ' αρκεί να έχει δυσμενείς απλώς επιπτώσεις στα συμφέροντά του (ΟλΑΠ 8/2001). Εξάλλου, από το συνδυασμό της ως άνω διάταξης του άρθρου 281 του ΑΚ, προς εκείνες των άρθρων 262 και 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι, εάν για τη στήριξη ισχυρισμού καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος προβάλλονται περισσότερα αυτοτελή πραγματικά περιστατικά, τα οποία πρέπει να ληφθούν υπόψη αθροιστικά, "πράγματα", η μη λήψη υπόψη των οποίων ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ.

β' του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, αποτελούν το καθένα από τα περισσότερα πραγματικά περιστατικά, εφόσον με την προσθήκη και αυτών, ο σχετικός ισχυρισμός καθίσταται νόμιμος, πληρώνει, δηλαδή, το πραγματικό της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ. Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των προσκομιζομένων διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτουν τα ακόλουθα:

Με την ένδικη αγωγή τους οι αναιρεσίβλητοι ζήτησαν να αναγνωρισθεί ότι ο αναιρεσείων υποχρεούται σε συνεισφορά και ότι δεν έχει κληρονομικό δικαίωμα επί του κληρονομιαίου ακινήτου, που κατέλιπε κατά τον χρόνο θανάτου του ο κληρονομούμενος Μ. Κ.. Ο αναιρεσείων ζήτησε την απόρριψη της αγωγής, πλην άλλων, προτείνοντας παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο ένσταση καταχρηστικής άσκησής του δια της αγωγής αξιωμένου δικαιώματος, την οποία επανέφερε στο Εφετείο με την ασκηθείσα απ' αυτόν έφεση, καθώς και τους πρόσθετους αυτής λόγους, κατά της πρωτόδικης απόφασης.

Ειδικότερα, (όπως προκύπτει από την εκτίμηση των προτάσεων του αναιρεσείοντος στον πρώτο βαθμό, την έφεσή του και τους πρόσθετους λόγους έφεσης) ισχυρίσθηκε, ότι οι αναιρεσίβλητοι αδράνησαν να ασκήσουν το δικαίωμά τους επί δέκα οκτώ έτη (18) από του θανάτου του κληρονομουμένου, και ότι όλο αυτό το χρονικό διάστημα (των 18 ετών) οι αναιρεσίβλητοι εισέπρατταν από αυτόν ως μίσθωμα για την εκ μέρους του αποκλειστική χρήση του επίδικου ακινήτου (πρώτου ορόφου της οικοδομής, εμβαδού 130,81 τμ) ως οικογενειακής του στέγης το ποσό των 176,08 ευρώ μηνιαίως, που αναλογούσε στα ποσοστά συγκυριότητάς τους 2/3 (1/3+1/3) εξ αδιαιρέτου, αναγνωρίζοντες έτσι αυτόν ως συγκληρονόμο του επιδίκου ακινήτου κατά το υπόλοιπο ποσοστό (1/3) εξ αδιαιρέτου, με συνέπεια να του δημιουργηθεί ευλόγως η πεποίθηση ότι δεν πρόκειται να ασκηθεί εναντίον του το αγωγικό δικαίωμα, ώστε η μετά την παρέλευση τόσου χρόνου άσκησή του να είναι καταχρηστική.

Το Εφετείο απέρριψε μεν την ένσταση καταχρηστικής άσκησης της αγωγής με την αιτιολογία, ότι η ένσταση δεν είναι νόμιμη, για το λόγο ότι μόνη η αδράνεια των δικαιούχων, και αληθής υποτιθέμενη, δεν αρκεί να καταστήσει καταχρηστική την αγωγή, πλην όμως δεν έλαβε υπόψη του και το ως άνω αυτοτελές πραγματικό περιστατικό το αναφερόμενο στην αναγνώριση εκ μέρους των αναιρεσιβλήτων του κληρονομικού δικαιώματος του αναιρεσείοντος με την είσπραξη του αναλογούντος, στα ποσοστά τους επί του κληρονομιαίου ακινήτου, μισθώματος, το οποίο, εκτιμώμενο με το κριθέν ως άνω από το Εφετείο περιστατικό είναι δυνατόν να προσδώσει καταχρηστικό χαρακτήρα στο ενασκούμενο δικαίωμα.

Συνεπώς, είναι βάσιμος ο σχετικός δεύτερος λόγος αναίρεσης, ο οποίος κατ' ορθή εκτίμησή του, αποδίδει πλημμέλεια μόνο από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και όχι και από τον αριθ. 1 του ιδίου άρθρου, (όπως αναγράφεται στο αναιρετήριο).

4- Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο όμως από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΝΑΙΡΕΙ την 3017/2006 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 18 Νοεμβρίου 2010.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Δεκεμβρίου 2010.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ