Legislator Case Law & Legislation
1704/2007 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds regarding contract basis changes and evidence timing.

Case Number 1704/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appellant's appeal against the Athens Court of Appeal's decision in a labor dispute. The appellant argued that the lower court erred by refusing to consider a new employment contract basis and by failing to examine a witness affidavit submitted after the appeal hearing. The court found the appeal inadmissible because the appellant had previously agreed to a specific contract basis in the appeal briefs and the witness statement was not properly timed for rebuttal under labor procedure rules. Consequently, the appeal was dismissed, and the appellant was ordered to pay the opposing party's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 224, 526, 559(8), 559(11), 670, 671, 674 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that an appeal based on a change of the claim's basis is inadmissible if the appellant previously accepted the original basis, and evidence submitted after the appeal hearing is inadmissible unless it serves to rebut new claims proposed by the respondent.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal change of claim basis labor dispute procedure witness affidavit timing rebuttal evidence rules contract basis agreement legal costs award

Cited Legislation

AI generated
Article 224 of the Code of Civil Procedure
Article 526 of the Code of Civil Procedure
Article 559(8) of the Code of Civil Procedure
Article 559(11) of the Code of Civil Procedure
Article 670 of the Code of Civil Procedure
Article 671 of the Code of Civil Procedure
Article 674 of the Code of Civil Procedure
Article 591 of the Code of Civil Procedure
Article 561 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1704 / 2007 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1704/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1΄ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος του Αντιπροέδρου), Χρήστο Αλεξόπουλο, Ειρήνη Αθανασίου, Σπυρίδωνα Ζιάκα και Αλέξανδρο Νικάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Μαϊου 2007, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος:............................, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κων/νο Αδάμη. Της αναιρεσίβλητης: Δημόσιας Επιχείρησης Ηλεκτρισμού (Δ.Ε.Η. Α.Ε.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Περικλή Κατσαούνη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-11-1997 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3055/1998 του ίδιου Δικαστηρίου και 7089/1999 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 22-7-2002 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αλέξανδρος Νικάκης, διάβασε την από 12-9-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 224 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτη κάθε μεταβολή της βάσεως της αγωγής, ενώ σύμφωνα με το άρθρο 526 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτη στην κατ΄ έφεση δίκη η με το δικόγραφο της έφεσης ή με τις προτάσεις ενώπιον του Εφετείου κάθε μεταβολή της βάσης, του αντικειμένου και του αιτήματος της αγωγής και αν ο αντίδικος του ενάγοντος συναινεί.

Το απαράδεκτο λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο. Στην προκειμένη περίπτωση από τα διαδικαστικά έγγραφα, τα οποία ο ΄Αρειος Πάγος επισκοπεί (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτουν τα ακόλουθα. Με την από 24.11.1997 αγωγή του ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων, επικαλούμενος σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, με την οποία, ως ιατρός με την ειδικότητα του παθολόγου - καρδιολόγου, ανέλαβε την υποχρέωση να παρέχει τις ιατρικές φροντίδες του στο προσωπικό του Υποτομέα ......

της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης Δημόσιας Επιχείρησης Ηλεκτρισμού, ζήτησε, με βάση τις διατάξεις του ΚΚΠ-ΔΕΗ, να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη να τον εντάξει στο τακτικό προσωπικό της και να του καταβάλει τις μισθολογικές διαφορές που προκύπτουν από την ένταξή του. Σημειώνεται ότι η αναφορά τεσσάρων συναδέλφων του ενάγοντος τους οποίους η εναγομένη ενέταξε στο τακτικό προσωπικό της, χωρίς άλλα περιστατικά, δεν θεμελίωνε την αγωγή και στις διατάξεις από την αρχή της ίσης μεταχείρισης (άρθρ. 288 ΑΚ και 22 του Συντάγματος).

Η αγωγή αυτή έγινε δεκτή από το Πρωτοδικείο και κατά τη συζήτηση της εφέσεως που άσκησε η εναγομένη, ο ενάγων επικαλέστηκε για πρώτη φορά, με την προσθήκη των προτάσεων που κατέθεσε στο Εφετείο και την παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης από την εναγομένη, ισχυριζόμενος ότι αυτή αρνήθηκε να τον εντάξει στο τακτικό προσωπικό της, παρότι ενέταξε σ΄ αυτό άλλους συναδέλφους του.

Το Εφετείο, κατά παραδοχή της εφέσεως της εναγομένης, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και απέρριψε την αγωγή ως αβάσιμη κατ΄ ουσίαν, αφού απέρριψε ως απαράδεκτη την ανωτέρω επί της αρχής της ίσης μεταχείρισης βάση της αγωγής. Με το να απορρίψει τη βάση αυτή ως απαράδεκτη το Εφετείο, δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο, αφού η ανωτέρω βάση δεν διαλαμβάνονταν στο δικόγραφο της αγωγής.

Επομένως ο πρώτος λόγος αναιρέσεως κατ΄ εκτίμηση από το άρθρο 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ, πρέπει ν΄ απορριφθεί ως αβάσιμος.-

Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε τα εξής : Κατόπιν της από 9.4.1987 εγγράφου προτάσεως της εναγομένης προς τον ενάγοντα και της ταυτόχρονης αποδοχής αυτής από τον τελευταίο καταρτίστηκε μεταξύ τους έγγραφη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, δυνάμει της οποίας ο ενάγων προσλήφθηκε από την εναγομένη για το από 1.4.1987 - 31.5.1987 χρονικό διάστημα ως αναπληρωτής ιατρός, με πεντάωρη ημερήσια απασχόληση, στον Υποτομέα Ασφάλισης Προσωπικού ........., αντί ημερήσιας αμοιβής 1.700 δραχμών, με αντικείμενο εργασίας την παροχή ιατρικών φροντίδων στους ασφαλισμένους μισθωτούς της εναγομένης.

Μετά τη λήξη της εν λόγω συμβάσεως, που είχε συμφωνηθεί να επέρχεται αυτοδικαίως και χωρίς καμμία προειδοποίηση εκ μέρους της εναγομένης, καταρτίστηκε νέα έγγραφη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου με το αυτό περιεχόμενο με την προηγούμενη για το χρονικό διάστημα από 31.5.1987 και εφεξής, η οποία λύθηκε την 21ευρώ.4.1989 με έγγραφη παραίτηση (καταγγελία) του ενάγοντος.

Εν τω μεταξύ την .......... καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων νέα έγγραφη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, με την οποία συμφωνήθηκε όπως ο ενάγων προσφέρει τις υπηρεσίες του από 10.4.1989 και εφεξής ως ιατρός στους ασφαλισμένους της εναγομένης, επί 3 ώρες ημερησίως, αντί αμοιβής 1.500 δραχμών την ώρα, η οποία αναπροσαρμόστηκε σε 2.000 δραχμές την ώρα από 1.9.1990 και 3.000 δραχμές την ώρα από15.3.1994 ενώ η ημερησία απασχόληση του ενάγοντος αυξήθηκε σε 4 ώρες την ημέρα από 15.9.1997.

Σύμφωνα με τις ανωτέρω συμβάσεις ο ενάγων προσέφερε τις ιατρικές υπηρεσίες του στους μισθωτούς της εναγομένης, προσερχόμενος στα ιατρεία, που λειτουργούσε αυτή στη ......., απασχολούμενος κατά τον συμφωνηθέντα χρόνο υπό την εποπτεία της και υποκείμενος στον έλεγχο αυτής για την επιμελή εκτέλεση της εργασίας του, ως εκ τούτου δε οι ως άνω συμβάσεις ήταν εξαρτημένης εργασίας και όχι ανεξάρτητων υπηρεσιών.

Όμως, οι διάδικοι είχαν συμφωνήσει εγγράφως α) ως προς μεν τις δύο αρχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου ότι αυτές δεν θα διέπονται από τις διατάξεις του Κανονισμού Προσωπικού της ΔΕΗ β) ως προς δε τη σύμβαση αορίστου χρόνου ότι "η μετά της ΔΕΗ σχέση του ιατρού διέπεται αποκλειστικά από την παρούσα σύμβαση, ότι ο ιατρός δεν αποτελεί προσωπικό της ΔΕΗ, με οποιαδήποτε μορφή, ο δε χρόνος παροχής από αυτόν των ιατρικών φροντίδων σε καμμία περίπτωση δεν λογίζεται ως χρόνος υπηρεσίας ιατρού στη ΔΕΗ, ότι η παρούσα σύμβαση μπορεί να καταγγελθεί ελευθέρως οποτεδήποτε και από τα δύο μέρη, μετά προηγούμενη προειδοποίηση ενός μηνός, χωρίς την υποχρέωση καταβολής οποιασδήποτε αποζημιώσεως ή άλλης παροχής και ότι η συμφωνούμενη ημερήσια αποζημίωση είναι μεγαλύτερη των αμοιβών των εμμίσθων ιατρών της ΔΕΗ".

Η αληθινή βούληση των διαδίκων, σύμφωνα με τα άρθρα 173 και 200 του ΑΚ, που προκύπτει από την ερμηνεία των δηλώσεων της βουλήσεώς τους στην ως άνω σύμβαση αορίστου χρόνου, ήταν ότι και επί της συμβάσεως αυτής δεν θα έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του ΚΚΠ-ΔΕΗ. Τούτο αβίαστα προκύπτει από το ότι 1) Ο ενάγων δεν υπάγονταν στην πειθαρχική διαδικασία του ΚΚΠ-ΔΕΗ, σε αντίθεση με το έκτακτο προσωπικό αυτής (άρθρ. 42 παρ. 5 του ΚΚΠ-ΔΕΗ), 2) ο ενάγων είχε το δικαίωμα να παρέχει τις υπηρεσίες του σε άλλους εργοδότες, σε αντίθεση με το έκτακτο προσωπικό της εναγομένης, το οποίο απαγορεύεται να παρέχει τις υπηρεσίες του σε άλλον εργοδότη (άρθρ. 17 παρ. 1 και 42 παρ. 1 του ΚΚΠ-ΔΕΗ), 3) η ως άνω σύμβαση ήταν μερικής απασχόλησης, μη προβλεπόμενη από τον ΚΚΠ-ΔΕΗ και 4) ο ενάγων είχε το δικαίωμα, σε αντίθεση με το υγειονομικό προσωπικό της εναγομένης (άρθρ. 17 παρ. 5 του ΚΚΠ-ΔΕΗ), να παρέχει υγειονομική περίθαλψη στους μισθωτούς και συνταξιούχους αυτής, καθώς και στα μέλη των οικογενειών τους, όχι μόνο στα ιατρεία της εναγομένης αλλά και κατ΄ οίκον, καθώς και σε οποιοδήποτε ιατρεία ή νοσηλευτήριο, καθώς και να υποδεικνύει σ΄ αυτούς θεράποντες ιατρούς, νοσηλευτήρια και ιατρικά εργαστήρια.

Συνεπώς, εφόσον οι διάδικοι είχαν αποκλείσει την εφαρμογή των διατάξεων του ΚΚΠ-ΔΕΗ, επί τ ων ως άνω συμβατικών τους σχέσεων, δεν υφίστατο δικαίωμα του ενάγοντος και αντίστοιχη υποχρέωση της εναγομένης προς ένταξη αυτού στο τακτικό προσωπικό της, κατ΄ εφαρμογή των διατάξεων του ως άνω Κανονισμού, αφού για την ένταξη αυτή απαιτείται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ.3 του ΚΚΠ-ΔΕΗ, να έχει προηγηθεί χρόνος υπηρεσίας ως εκτάκτου με συμβάσεις εργασίας, που να διέπονται από τις διατάξεις του ΚΚΠ-ΔΕΗ.

Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε δεχθεί την αγωγή και απέρριψε αυτή ως κατ΄ ουσίαν αβάσιμη. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 173, 179, 200 και 288 ΑΚ και διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις αιτιολογίες ως προς το ζήτημα της υποχρεώσεως ή όχι της εναγομένης να εντάξει τον ενάγοντα στο τακτικό προσωπικό της με βάση τις συμβάσεις εργασίας που είχαν συνάψει μεταξύ τους, οι δε περί του αντιθέτου, από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 του ΚΠολΔ, τρίτος και τέταρτος λόγοι της αναιρέσεως πρέπει ν΄ απορριφθούν ως αβάσιμοι.

Με τον πέμπτο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον αγωγικό ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, περί μετατροπής της συμβάσεώς του σε αορίστου χρόνου από 1.6.1987. Από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι η από ........... συναφθείσα μεταξύ των διαδίκων σύμβαση ήταν ορισμένου χρόνου, ενώ η νέα σύμβαση που συνήψαν στις ...........

ήταν αορίστου χρόνου και ακολούθως απέρριψε την αγωγή για την ένταξή του στο τακτικό προσωπικό της αναιρεσίβλητη, διότι δέχθηκε ότι σε αμφότερες τις συμβάσεις αυτές οι διάδικοι συμφώνησαν, ότι δεν θα έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του ΚΚΠ-ΔΕΗ. Επομένως, ο λόγος αυτός της αναιρέσεως, κατ΄ εκτίμηση από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ, πρέπει ν΄ απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του παραπάνω ισχυρισμό και τον απέρριψε κατ΄ ουσίαν.-

Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 11 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και όταν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι για την απόδειξη ή ανταπόδειξη πραγματικών ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Εξάλλου, κατά το άρθρο 671 παρ. 1 εδ.

τελευταίο του ΚΠολΔ, στην ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον Ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου μόνον αν έγιναν ύστερα από προηγούμενη κλήτευση του αντιδίκου πριν από 24 τουλάχιστον ώρες, κατά το άρθρο 670 εδ.

α του ΚΠολΔ οι διάδικοι προσάγουν όλα τα αποδεικτικά τους μέσα έως στο τέλος της συζήτησης στο ακροατήριο, και κατά το άρθρο 591 παρ. 1 του ιδίου Κώδικα οι διάδικοι μπορούν να προσκομίσουν ένορκες βεβαιώσεις έως τη δωδέκατη ώρα της τρίτης εργάσιμης ημέρας από τη συζήτηση μόνο για την αντίκρουση ισχυρισμών που προτάθηκαν για πρώτη φορά κατά τη συζήτηση.

Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 674 παρ. 2 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι στην παραπάνω διαδικασία των εργατικών διαφορών οι διάδικοι έχουν τη δυνατότητα προσαγωγής ενόρκων βεβαιώσεων που έχουν ληφθεί ακόμη και μετά τη συζήτηση της έφεσης εντός της παρεχόμενης από το νόμο τριήμερης προθεσμίας προσθήκης και αντίκρουσης, αλλά μόνον αν χρησιμεύουν για την αντίκρουση ισχυρισμών που προτάθηκαν για πρώτη φορά με τις προτάσεις του αντιδίκου στο Εφετείο.

Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων, με την προσθήκη των προτάσεών του που κατέθεσε στο Εφετείο, επικαλέσθηκε και προσκόμισε στο εν λόγω δικαστήριο, προς απόδειξη των ισχυρισμών που είχε προβάλει με την αγωγή, την 16856/23.4.1999 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρά του ενώπιον της συμβολαιογράφου Χίου Στυλιανής Καναρίου, η οποία είχε ληφθεί ύστερα από προηγούμενη εμπρόθεσμη -πριν από 24 ώρες- κλήση της αντιδίκου του.

Επομένως, η προαναφερόμενη ένορκη βεβαίωση, που δεν είχε προσκομιστεί για την αντίκρουση προταθέντων στο Εφετείο με τις προτάσεις της αντιδίκου νέων ισχυρισμών, ήτα απαράδεκτο αποδεικτικό μέσο και το Εφετείο που δεν την έλαβε υπόψη δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 11 ΚΠολΔ, ο δε περί του αντιθέτου δεύτερος λόγος της αναιρέσεως πρέπει ν΄ απορριφθεί ως αβάσιμος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 22.7.2002 αίτηση του ..................... για αναίρεση της 7089/1999 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει σε επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ.-

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Ιουνίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Ιουλίου 2007

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ