Legislator Case Law & Legislation
1703/2016 AI generated

1703/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1703/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου (σύμφωνα με την υπ’ αριθμ.131/2016 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Αριστείδη Πελεκάνο και Αρτεμισία Παναγιώτου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1703/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην προκειμένη περίπτωση με την από 9-5-2016 αίτηση του ο Θ. Π. του Χ., ιατρός, Διευθυντής του Κέντρου Ελέγχου και Πρόληψης Νοσημάτων (...), κάτοικος ..., ζητεί την επανεξέταση λόγων της υπ’ αριθμ. 39/2014 αναιρέσεως του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου κατά του 1462/2014 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, επειδή, όπως ισχυρίζεται, το δικαστήριο σας παρέλειψε με την υπ’ αριθμ. 1344/2015 απόφαση του (Σε Συμβούλιο) να εξετάσει τους λόγους αυτούς.

Keywords

AI generated
standing to appeal offences against the popular will act of accession of Greece political unrest plea of constitutional grievance right to petition
AI generated
1934/2017
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Απόστολο Παπαγεωργίου, Γεώργιο Μιχολιά - Εισηγητή, Θεόδωρο Τζανάκη και Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αρεοπαγίτες.
2235/2008
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
649/2025
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελένη Κατσούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνα Νάκου, Σπυρίδωνα Κουτσοχρήστο-Εισηγητή, Γεώργιο Παπαγεωργίου και Φώτιο Μουζάκη, Αρεοπαγίτες.
1669/2022
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Σπυρίδωνα Κουτσοχρήστο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
1804/2023
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Ευτύχιο Νικόπουλο και Δέσποινα Βασιλοδημητράκη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1703 / 2016 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 1703/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ- ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου (σύμφωνα με την υπ’ αριθμ.131/2016 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Αριστείδη Πελεκάνο και Αρτεμισία Παναγιώτου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Χαράλαμπου Βουρλιώτη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου.

Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 18 Οκτωβρίου 2016, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αιτούντος - κατηγορουμένου Θ. Π. του Χ., κατοίκου ..., περί αιτήσεως επανεξέτασης λόγων αναίρεσης επί της οποίας εκδόθηκε η υπ’ αριθμ.1344/2015 απόφαση του Αρείου Πάγου.

Ο Άρειος Πάγος, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και ο αιτών - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την επανεξέταση λόγων αναίρεσης, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 9 Μαΐου 2016 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό …/2016.

Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Χαράλαμπος Βουρλιώτης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικόλαου Παντελή με αριθμό 94/2-6-2016, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγων στο Δικαστήριο Σας (σε Συμβούλιο) κατά το άρθρο 485 Κ.Π.Δ την από 9-5-2016 αίτηση του Θ.

Π. του Χ., με την οποία και για τους λόγους που εκτίθενται σ’ αυτήν ζητεί την επανεξέταση λόγων αναιρέσεως του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου κατά του υπ’ αριθμ 1462/2014 παραπεμπτικού για τον αιτούντα βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, επειδή, όπως ισχυρίζεται ο αιτών, το δικαστήριο σας παρέλειψε με την υπ’ αριθμ. 1344/2015 απόφαση του (Σε Συμβούλιο) να εξετάσει τους λόγους αυτούς, και εκθέτω τα ακόλουθα:

Κατά τα άρθρα 370 και 514 του Κ.Π.Δ, τα ποινικά δικαστήρια δεν μπορούν να επανεξετάσουν την οριστική τους απόφαση, όπως είναι και αυτή με την οποία απορρίπτεται ένδικο μέσο, ενώ κατά της αποφάσεως του Αρείου Πάγου με την οποία απορρίπτεται αίτηση αναιρέσεως δεν επιτρέπεται ένδικο μέσο, ούτε δεύτερη αίτηση αναιρέσεως κατά της ιδίας αποφάσεως, αλλά, στην περίπτωση κατά την οποία ο Άρειος Πάγος παρέλειψε, από παραδρομή, να ερευνήσει προταθέντα παραδεκτώς αναιρετικό λόγο, μπορεί, εν όψει της αυτοτέλειας κάθε λόγου αναιρέσεως, που σωρευτικώς διατυπώνεται με τους λοιπούς λόγους στο ίδιο δικόγραφο αναιρέσεως, να επανέλθει και να τον εξετάσει, χωρίς αυτό να αντιτίθεται στις παραπάνω διατάξεις, διότι, επί του μη εξετασθέντος αναιρετικού λόγου, δεν υπάρχει απόφαση.

Η δυνατότητα επανεξετάσεως από τον Άρειο Πάγο αιτήσεως αναιρέσεως του κατηγορουμένου, η οποία με προηγούμενη απόφαση του είχε απορριφθεί, σε σχέση με προταθέντα λόγο ή λόγους αναιρέσεως του αναιρετηρίου ή του δικογράφου των πρόσθετων λόγων, που φέρονται ότι δεν ερευνήθηκαν, ούτε απορρίφθηκαν με προηγούμενη απόφαση, προϋποθέτει ότι οι λόγοι αυτοί έχουν προταθεί παραδεκτά και είναι αυτοτελείς και διαφορετικοί από άλλους λόγους αναιρέσεως που απορρίφθηκαν και ακόμη να μην αφορούν βελτίωση, διευκρίνιση και συμπλήρωση πλημμελειών που προβλήθηκαν και απορρίφθηκαν.

Η απόρριψη των λόγων αναιρέσεως, που αποκλείει την επανεξέταση τους, δεν είναι απαραίτητο να προκύπτει με ρητή για καθένα από αυτούς απορριπτική σκέψη της αποφάσεως, αλλά μπορεί να συνάγεται από το όλο σκεπτικό της, είναι δε αδιάφορη για την κρίση της απορρίψεως η πληρότητα ή μη της αιτιολογίας του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου, διότι εκείνο που αποτελεί αντικείμενο της σχετικής δίκης δεν είναι η ορθότητα ή μη της απορριπτικής κρίσης του Δικαστηρίου, αλλά αν δεν εξετάστηκε από παραδρομή κάποιος από τους λόγους αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου ή και εκείνου των προσθέτων λόγων και συνεπώς δεν υπήρξε απόφαση επ’ αυτού οπότε, αν βασίμως παραπονείται ο αιτών, το Δικαστήριο θα κάνει δεκτή την αίτηση και θα επανεξετάσει τον λόγο αναιρέσεως, τον οποίο μπορεί να απορρίψει ή να τον κρίνει δεκτό και να αναιρέσει στο σύνολο της ή εν μέρει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση.

Στην προκειμένη περίπτωση με την από 9-5-2016 αίτηση του ο Θ. Π. του Χ., ιατρός, Διευθυντής του Κέντρου Ελέγχου και Πρόληψης Νοσημάτων (...), κάτοικος ..., ζητεί την επανεξέταση λόγων της υπ’ αριθμ. 39/2014 αναιρέσεως του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου κατά του 1462/2014 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, επειδή, όπως ισχυρίζεται, το δικαστήριο σας παρέλειψε με την υπ’ αριθμ. 1344/2015 απόφαση του (Σε Συμβούλιο) να εξετάσει τους λόγους αυτούς.

Ειδικότερα ισχυρίζεται ότι το δικαστήριο σας παρέλειψε να εξετάσει τον περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διάταξης του άρθρου 406 Α παρ.1 του Π.Κ λόγο αναιρέσεως του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που στην περίπτωση του αποτελούσε προϋπόθεση για την ορθή ερμηνεία και εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διάταξης του άρθρου 386 του Π.Κ για την οποία κρίθηκε παραπεμπτέος στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων με το προσβληθέν βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών.

Ο λόγος όμως αυτός είναι αβάσιμος, γιατί όπως προκύπτει από το σκεπτικό της υπ’ αρθμ. 1344/2015 απόφασης του Δικαστηρίου σας (σε Συμβούλιο), ο λόγος αυτός αναιρέσεως εξετάστηκε και απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμος (βλ σελίδες 21, 22, 23 24 αι 25 της υπ’ αριθμ. 1344/2015 απόφασης σε Συμβούλιο). Εξάλλου και η αιτίαση περί έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, η οποία κατά την αναίρεση συνίστατο στο ότι δεν προέκυψε χωρίς αμφιβολία ότι το εκδόν το υπ’ αριθμ.

βούλευμα Συμβούλιο Εφετών Αθηνών έλαβε υπόψη του και τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων Ν. Μ., Δ. Δ., Γ. Σ. και Α. Ο. ενώπιον των Επιθεωρητών του Σ.ΕΎ.Υ.Π, εξετάσθηκε επίσης από το Συμβούλιο σας και απορρίφθηκε ως αβάσιμη με την αιτιολογία ότι στο προοίμιο του σκεπτικού του βουλεύματος αναφερόταν ότι ελήφθησαν υπόψη όλες οι καταθέσεις των μαρτύρων και προφανώς και των παραπάνω και ότι για την πληρότητα της αιτιολογίας δεν ήταν απαραίτητη η μνεία του τι προέκυψε χωριστά από κάθε μαρτυρική κατάθεση, ούτε η μεταξύ τους αξιολογικά συσχέτιση.

Οι υπόλοιπες αιτιάσεις κατά του ως άνω βουλεύματος, που επαναφέρονται και με την κρινόμενη αίτηση, απορρίφθηκαν ως απαράδεκτες, με την αιτιολογία ότι υπό την επίφαση της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πληττόταν η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστικού συμβουλίου σε σχέση με την εκτίμηση των αποδείξεων.

Συνεπώς με την υπ’ αριθμ. 1344/2014 απόφαση του δικαστηρίου σας (σε Συμβούλιο) εξετάσθηκαν όλοι οι λόγοι αναιρέσεως που περιλαμβάνονταν στην υπ’ αριθμ.39/2014 έκθεση αναιρέσεως του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω η κρινόμενη αίτηση επανεξέτασης είναι ουσιαστικά αβάσιμη και ως τέτοια πρέπει να απορριφθεί, δεν συντρέχει δε περίπτωση επιβολής στον αιτούντα των συναφών δικαστικών εξόδων, καθόσον η από 9-5-2016 αίτηση του δεν έχει τον χαρακτήρα αιτήσεως αναιρέσεως (άρθρο 583παρ.1Κ.Π.Δ) Για τους λόγους αυτούς Προτείνω:

Να απορριφθεί ως αβάσιμη η από 9-5-2016 αίτηση του Θ. Π. του Ιατρού, Διευθυντού του ... κατοίκου ... για επανεξέταση λόγων της υπ’ αριθμ.39/2014 αναιρέσεως του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου κατά του υπ’ αριθμ1462/2014 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, που φέρονται ότι παραλείφθηκαν. Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Παντελής"

Αφού άκουσε

τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή κατά τα άρθρα 370 και 514 του ΚΠΔ τα ποινικά δικαστήρια δεν μπορούν να επανεξετάσουν την οριστική τους απόφαση, όπως είναι και αυτή, με την οποία απορρίπτεται ένδικο μέσο, ενώ κατά της αποφάσεως του Αρείου Πάγου, με την οποία απορρίπτεται αίτηση αναιρέσεως δεν επιτρέπεται ένδικο μέσο, ούτε δεύτερη αίτηση αναιρέσεως αλλά στην περίπτωση κατά την οποία ο Άρειος Πάγος παρέλειψε από παραδρομή να ερευνήσει προταθέντα παραδεκτώς αναιρετικό λόγο, μπορεί ενόψει της αυτοτέλειας κάθε λόγου αναιρέσεως, που σωρευτικώς διατυπώνεται με τους λοιπούς λόγους στο ίδιο δικόγραφο αναιρέσεως ή το δικόγραφο των προσθέτων λόγων να επανέλθει και να τον εξετάσει, χωρίς αυτό να αντιτίθεται στις παραπάνω διατάξεις, διότι επί του μη εξετασθέντος αναιρετικού λόγου δεν υπάρχει απόφαση.

Το ίδιο όμως δεν ισχύει και στην περίπτωση που ο Άρειος Πάγος εκ παραδρομής παρέλειψε να εξετάσει λόγο αναιρέσεως κατά βουλεύματος, αυτεπαγγέλτως κατ’ άρθρο 484 παρ. 2 ΚΠΔ ερευνώμενο, ο οποίος δεν προτάθηκε, καθόσον ο Άρειος Πάγος, μετά την εξέταση όλων των παραδεκτώς προβληθέντων αναιρετικών λόγων απεκδύεται της εξουσίας του και, ελλείψει εκκρεμότητας παραδεκτώς προταθέντος λόγου, δεν έχει δικαιοδοσία να επανέλθει εκ νέου προς εξέταση της υποθέσεως, τούτο δε ουδόλως αντιτίθεται στο άρθρο 6 της ΕΣΔΑ.

Η μη αναγνώριση σ’ εκείνον, του οποίου η αίτηση αναιρέσεως κατά βουλεύματος απορρίφθηκε, του δικαιώματος να ζητήσει με μεταγενέστερη αίτηση του την εξέταση λόγου αναιρέσεως, ο οποίος αν και δεν προτάθηκε θα έπρεπε να είχε εξεταστεί αυτεπαγγέλτως από τον Άρειο Πάγο, που κατ’ άρθρο 484 παρ. 2 ΚΠΔ καθιερώνεται ως δικονομική ευχέρεια χάριν της ορθότερης ασκήσεως του αναιρετικού ελέγχου, χωρίς εκ τούτου να μπορεί να θεμελιωθεί και αντίστοιχο αίτημα του αναιρεσείοντα είναι θεμιτή.

Πολλώ μάλλον στην περίπτωση ασκήσεως αιτήσεως αναιρέσεως από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου προς όφελος του κατηγορουμένου, η οποία απορρίφθηκε ως αβάσιμη, δεν παρέχεται δικαίωμα στον κατηγορούμενο να ζητήσει επανεξέταση λόγου αναιρέσεως αυτεπαγγέλτως ερευνώμενου, ο οποίος δεν προτάθηκε από τον Εισαγγελέα έστω και αν, με υποβληθέν υπόμνημα του στη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως, επεσήμανε την ύπαρξη τέτοιου λόγου και ζήτησε την αυτεπάγγελτη έρευνα του.

Εξάλλου, η δυνατότητα επανεξετάσεως από τον Αρειο Πάγο αιτήσεως αναιρέσεως, η οποία με προηγούμενη απόφαση του είχε απορριφθεί, σε σχέση με λόγο ή λόγους του αναιρετηρίου ή του δικογράφου των προσθέτων λόγων, που φέρονται ότι δεν ερευνήθηκαν ούτε απορρίφθηκαν με την προηγούμενη απόφαση, προϋποθέτει ότι οι λόγοι αυτοί, εκτός της παραδεκτής προβολής τους, δεν αφορούν τη βελτίωση, διευκρίνιση και συμπλήρωση πλημμελειών που προβλήθηκαν και απορρίφθηκαν.

Η απόρριψη των λόγων αναιρέσεως, που αποκλείει την επανεξέταση τους, δεν είναι απαραίτητο να προκύπτει με ρητή για καθένα απ’ αυτούς απορριπτική σκέψη της αποφάσεως, αλλά μπορεί να συνάγεται από το όλο σκεπτικό της αποφάσεως, είναι δε αδιάφορη για την κρίση της απορρίψεως η πληρότητα ή μη της αιτιολογίας (ΑΠ 685/15, ΑΠ 356/14, ΑΠ 1698/10, ΑΠ 206/10, ΑΠ 987/10, ΑΠ 781/09, ΑΠ 89/09, ΑΠ 95/08, ΑΠ 530/07).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα της δικογραφίας, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται από τον Αρειο Πάγο για την έρευνα της βασιμότητας ή μη της επανεξετάσεως λόγων αναιρέσεως κατά του με αριθμό 1462/2014 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, προέκυψαν τα ακόλουθα :

Με το εν λόγω βούλευμα (1462/2014) ο αιτών Θ. Π. του Χ. παραπέμφθηκε ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για να δικαστεί για απάτη από κοινού και κατά μόνας κατ’ εξακολούθηση συνολικού οφέλους και αντίστοιχης ζημίας υπερβαίνουσας το ποσό των 150.000 ευρώ σε βάρος του ... και του Ελληνικού Δημοσίου.

Κατά του βουλεύματος αυτού ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου άσκησε την υπ’ αριθμ. 39/7-11-2014 αίτηση αναιρέσεως ζητώντας την αναίρεση του ως προς τον προαναφερόμενο κατηγορούμενο και νυν αιτούντα. Με το σύνολο των λόγων του δικογράφου αυτής, προβλήθηκαν οι πλημμέλειες της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της εσφαλμένης εφαρμογής των άρθρων 406 Α και 386 του ΠΚ καθώς και της εκ πλαγίου παραβάσεως των ίδιων διατάξεων.

Επί της αιτήσεως αναιρέσεως εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 1344/2015 απόφαση του ΣΤ’ Τμήματος του Αρείου Πάγου (σε Συμβούλιο), η οποία απέρριψε αυτήν (αίτηση αναίρεσης) στο σύνολό της ως αβάσιμη. Ειδικότερα, κρίθηκε ότι το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, που εξέδωσε το υπ’ αριθμ. 1462/2014 βούλευμα, με όλα όσα δέχθηκε αναφορικά με τον κατηγορούμενο Θ.

Π., διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα του την απαιτούμενη από το Σύνταγμα και τον ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ’ αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την προκαταρκτική εξέταση και την επακολουθήσασα κυρία ανάκριση και δικαιολογούν την κρίση του ότι πρέπει να παραπεμφθεί ο ανωτέρω κατηγορούμενος για να δικαστεί για τις προαναφερθείσες πράξεις για τις οποίες διώχθηκε και ορθά εφάρμοσε και ερμήνευσε τις διατάξεις των άρθρων 13 περ.

στ εδ. α, 26 παρ. 1 εδ. α, 27, 386 παρ. 1-3α ΠΚ σε συνδυασμό με το άρθρο 1 παρ. 1 Ν. 1608/1950 χωρίς να περιλάβει ασαφείς, ελλείπεις ή αντιφατικές παραδοχές ή διατάξεις. Ωσαύτως έγινε δεκτό ότι το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών δεν προέβη σε επιλεκτική εκτίμηση ορισμένων μόνο αποδεικτικών μέσων και ότι στην παραπεμπτική για τον ως άνω κατηγορούμενο κρίση του κατέληξε μετά από συνεκτίμηση και συναξιολόγηση όλων των αποδεικτικών μέσων που αναφέρονται στο προοίμιο του σκεπτικού του προσβαλλόμενου βουλεύματος λαμβάνοντας αναμφίβολα υπόψη του όλα τα έγγραφα και όλες τις ένορκες καταθέσεις μαρτύρων, που, κατά την αίτηση αναίρεσης, δεν προκύπτει ότι λήφθηκαν υπόψη καθώς και ότι για την πληρότητα της αιτιολογίας του βουλεύματος δεν ήταν απαραίτητη η μνεία του τι προέκυψε χωριστά από κάθε μαρτυρική κατάθεση ούτε η μεταξύ τους αξιολογική συσχέτιση.

Ειδικότερα δε απορρίφθηκαν ως αβάσιμες οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος Εισαγγελέα, σύμφωνα με τις οποίες αφενός μεν δεν προέκυπτε αναμφίβολα ότι λήφθηκαν υπόψη οι ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων Ν. Μ., Δ. Δ., Γ. Σ. και Α. Ο. ενώπιον των Επιθεωρητών του ΣΕΥΥΠ, αφετέρου δε δεν αξιολογήθηκε η από 22-7-2013 ιδιωτική γραφολογική πραγματογνωμοσύνη του γραφολόγου Δ.

Κ.. Περαιτέρω, κρίθηκε ως αβάσιμη η αιτίαση που απεδίδετο στο προσβαλλόμενο βούλευμα για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς τη στοιχειοθέτηση της υπερχειλούς υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της κακουργηματικής απάτης για το οποίο παραπέμφθηκε ο Θ. Π. ενώ όλες οι λοιπές αιτιάσεις περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας του προσβαλλόμενου βουλεύματος απορρίφθηκαν ως απαράδεκτες με την αιτιολογία ότι δι’ αυτών πλήττονταν η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών σε σχέση με την εκτίμηση των αποδείξεων.

Τέλος, εξετάστηκε και με αναλυτικές μάλιστα σκέψεις απορρίφθηκε ως αβάσιμος ο περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως του άρθρου 406 Α ΠΚ λόγος αναιρέσεως του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου ενώ περαιτέρω κρίθηκε ότι το προσβαλλόμενο βούλευμα δεν περιέχει ασάφειες, αντιφάσεις ή ενδοιαστικές αιτιολογίες, οι οποίες να αναιρούν τις παραδοχές του.

Έτσι το ΣΤ’ Τμήμα του Αρείου Πάγου με την υπ’ αριθμ. 1344/2015 απόφαση του (σε Συμβούλιο) απέρριψε ως αβάσιμους όλους τους, από το άρθρο 484 παρ. 1 περ. β’ και δ’ του ΚΠΔ, παραδεκτά προταθέντες από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου λόγους αναιρέσεως περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των προαναφερόμενων ουσιαστικών ποινικών διατάξεων.

Επομένως, η υπό κρίση από 9-5-2016 αίτηση του κατηγορουμένου Θ. Π., περί επανεξετάσεως των ως άνω λόγων, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη, αφού, όπως αναφέρθηκε, οι ως άνω λόγοι αναιρέσεως, που κατά την κρινόμενη αίτηση δεν ερευνήθηκαν ούτε κρίθηκαν με την πιο πάνω απόφαση, απορρίφθηκαν με αυτή ως αβάσιμοι, χωρίς βέβαια να μπορεί να ερευνηθεί το ορθό ή εσφαλμένο της απορρίψεως τους, όπως κατ’ ουσία επιζητά ο αιτών.

Περαιτέρω, καθ’ ο μέρος με την κρινόμενη αίτηση και κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα σ’ αυτήν επιδιώκεται να εξεταστούν μη προταθέντες αλλά αυτεπαγγέλτως εξεταζόμενοι, από το άρθρο 484 παρ. 1 περ. β’ , δ’ και στ’ του ΚΠΔ, λόγοι αναίρεσης του προαναφερθέντος βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, τους οποίους, κατά την κρινόμενη αίτηση, το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου (σε Συμβούλιο) παρέλειψε να εξετάσει, ανακύπτει θέμα απαραδέκτου αυτής, σύμφωνα με όσα ειπώθηκαν στη μείζονα σκέψη.

Εφόσον, όμως, ο αιτών δεν κλήθηκε να εμφανιστεί ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου (σε Συμβούλιο) για να εκθέσει τις απόψεις του περί του ζητήματος αυτού, ούτε υπάρχει σχετική εισαγγελική πρόταση, το Δικαστήριο τούτο (σε Συμβούλιο) πρέπει, κατ’ ανάλογη εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, να απόσχει ν’ αποφανθεί επί της κρινομένης αιτήσεως κατά το μέρος της τούτο προκειμένου αυτή να εισαχθεί σ’ αυτό ως Συμβούλιο ύστερα από σχετική πρόταση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και αφού προηγουμένως ειδοποιηθεί από αυτόν, μέσω του γραμματέα της Εισαγγελίας, ο αιτών ή ο αντίκλητος δικηγόρος του για να προσέλθει και να εκθέσει τις απόψεις του.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 9-5-2016 αίτηση του Θ. Π. του Χ. κατοίκου ..., καθ’ ο μέρος δι’ αυτής ζητείται η επανεξέταση των παραδεκτά προταθέντων λόγων της υπ’ αριθμ. 39/7-11-2014 αναιρέσεως του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου κατά του υπ’ αριθμ. 1462/2014 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, η οποία απορρίφθηκε με την υπ’ αριθμ. 1344/2015 απόφαση του ΣΤ’ Τμήματος του Αρείου Πάγου (σε Συμβούλιο).

Απέχει να αποφανθεί επί της αμέσως παραπάνω αιτήσεως κατά το μέρος της που ειδικότερα αναφέρεται στο σκεπτικό, προκειμένου να εισαχθεί η υπόθεση κατά τούτο στο παρόν Δικαστήριο (σε Συμβούλιο) για να κρίνει επ’ αυτής μετά από προηγούμενη σχετική πρόταση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και ειδοποίηση του αιτούντα ή του αντικλήτου του τουλάχιστον 24 ώρες πριν από τη συζήτηση για να προσέλθει κατ’ αυτήν για να εκθέσει τις απόψεις του.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Νοεμβρίου 2016. Και

Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 22 Νοεμβρίου 2016

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ