Legislator Case Law & Legislation
1703/2014 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against High Court rejection of action for unjust enrichment due to vagueness.

Case Number 1703/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the High Court's decision rejecting the plaintiff's claim for unjust enrichment. The plaintiff failed to specify the exact date and market price of the defendant's share disposal, which is essential for calculating the enrichment amount. Consequently, the court ruled the claim inadmissible for being vague regarding the supplementary basis of unjust enrichment.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559 no. 14 and 578 of the Code of Civil Procedure; A claim for unjust enrichment is inadmissible if the plaintiff fails to specify the date and market price of the asset disposal, rendering the enrichment calculation impossible.

Keywords

AI generated
unjust enrichment vague claim share disposal market price inadmissible action supplementary basis calculation of enrichment

Cited Legislation

AI generated
Article 559 no. 14 of the Code of Civil Procedure
Article 578 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 no. 2 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1703 / 2014 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1703/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Εμμανουήλ Κλαδογένη και Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Δεκεμβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ν. Λ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Καραγκούνη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Β., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τoν πληρεξούσιo δικηγόρο του Γεώργιο Καρύδη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-3-2003 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6422/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 2538/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 2-12-2010 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωσήφ Τσαλαγανίδης, ανέγνωσε την από 30-11-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της κρινόμενης αίτησης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση προσβάλλεται η 2538/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών , η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία και δέχθηκε μερικώς την από 9-1-2009 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της 6422/2007 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την απόφαση αυτή είχε απορριφθεί ως μη νόμιμη η από 17-3-2003 αγωγή του αναιρεσείοντος κατά του αναιρεσίβλητου για την αναγνώριση καταβολής αποζημιώσεως λόγω μη εκπληρώσεως συμβατικής υποχρεώσεως και επικουρικά με βάση τις διατάξεις από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό. Το Εφετείο, αφού εξαφάνισε μερικώς την πρωτόδικη απόφαση ως προς το κεφάλαιο, με το οποίο είχε απορριφθεί η επικουρική βάση της αγωγής ως μη νόμιμη, την απέρριψε ως αόριστη. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω.

Σύμφωνα με το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο της ουσίας παρά τον νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα , έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Οι διαδικαστικές πράξεις, που αποτελούν κύριο συστατικό στοιχείο της δίκης ως έννομης σχέσης και ως διαδικασίας, προβλέπονται και ρυθμίζονται από τον νόμο, και μάλιστα ασκούνται κατά ορισμένο τύπο και έχουν ορισμένο περιεχόμενο.

Κατ' ακολουθίαν, όταν η διαδικαστική πράξη παρουσιάζει ελαττώματα είτε κατά το πραγματικό, είτε κατά τις έννομες συνέπειες, είτε κατά τη λειτουργία της τελολογικής σχέσης του πραγματικού της με τα αντικειμενικώς επιδιωκόμενα έννομα ή πραγματικά αποτελέσματά της, πρόκειται για ανίσχυρη διαδικαστική πράξη.

Οι διαβαθμίσεις δε του ανίσχυρου των διαδικαστικών πράξεων εκτυλίσσονται σε τέσσερις κατά βάση βαθμίδες, και συγκεκριμένα στην πρώτη, κατά την οποία κρίνεται το υποστατό αυτής, στη δεύτερη, κατά την οποία εξετάζεται το ενεργό αυτής, στην τρίτη, κατά την οποία κρίνεται το παραδεκτό, και στην τέταρτη, κατά την οποία κρίνεται το βάσιμο αυτής.

Ειδικότερα, η κρίση για το παραδεκτό σημαίνει ότι η διαδικαστική πράξη παράγει διαδικαστικά αποτελέσματα και είναι προϋπόθεση για να κριθεί στη συνέχεια η διαδικαστική αυτή πράξη και ως προς τη βασιμότητά της. 'Ετσι, με βάση τον λόγο αυτό αναιρέσεως, ελέγχεται η εσφαλμένη απόρριψη ή μη της αγωγής λόγω αοριστίας, αν η απόφαση θεώρησε επαρκή ή ανεπαρκή τα εκτιθέμενα για την εξειδίκευση του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου πραγματικά γεγονότα.

Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 904 παρ.1 εδ.α' ΑΚ, όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία άλλου ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια. Η αξίωση από τη διάταξη αυτή είναι επιβοηθητική, με την έννοια ότι μπορεί να ασκηθεί μόνο αν λείπουν ή αν είναι ανίσχυρες οι προϋποθέσεις της αξιώσεως από σύμβαση ή από αδικοπραξία, γιατί, σε αντίθετη περίπτωση, δεν μπορεί να γίνει λόγος για ανυπαρξία ή ελαττωματικότητα της αιτίας.

Επομένως, αν ασκείται αγωγή με την οποία ζητείται ευθέως ο πλουτισμός του εναγομένου εξαιτίας της ακυρότητας της συμβάσεως, για να είναι αυτή ορισμένη πρέπει στο δικόγραφο της αγωγής να αναφέρονται, σύμφωνα με το άρθρο 216 παρ1α ΚΠολΔ, τα περιστατικά στα οποία οφείλεται ή τα οποία επέφεραν την ακυρότητα και που συνιστούν τον λόγο για τον οποίο η αιτία της περιουσιακής μετακίνησης δεν είναι νόμιμη.

Αν όμως η βάση της αγωγής του αδικαιολόγητου πλουτισμού σωρεύεται κατά δικονομική επικουρικότητα στο ίδιο δικόγραφο (άρθρο 219 ΚΠολΔ) με την κύρια βάση από τη σύμβαση , υπό την ενδοδιαδικαστική αίρεση της απορρίψεως της τελευταίας λόγω ακυρότητας της συμβάσεως, τότε για την πληρότητα της επικουρικής βάσεως της αγωγής αρκεί, πέρα από τα στοιχεία της συμβάσεως και τον πλουτισμό του εναγομένου από την εκτέλεσή της, να γίνεται στο αγωγικό δικόγραφο απλή ,έστω και έμμεση, επίκληση της ακυρότητας της συμβάσεως, χωρίς να απαιτείται και έκθεση των γεγονότων στα οποία οφείλεται , αφού στην εν λόγω περίπτωση η επικουρική βάση θα εξετασθεί μόνο αν η κυρία βάση απορριφθεί λόγω ακυρότητας της συμβάσεως, η οποία συνεπώς θα είναι δεδομένη. (ΑΠ (Ολομ.) 22/2003).

Τέλος, με τα άρθρα 904, 908 -912 ΑΚ ρυθμίζεται ενιαίως για κάθε περίπτωση πλουτισμού του λήπτη χωρίς την ύπαρξη νόμιμης αιτίας, η απόδοση αυτού (πλουτισμού) σ'εκείνον, σε βάρος της περιουσίας του οποίου ο πλουτισμός αυτός επήλθε. Ενώ, κατά την έννοια του άρθρου 909 Α.Κ., η ύπαρξη και το ύψος του επιστρεπτέου πλουτισμού κρίνεται κατά το χρόνο της επιδόσεως της αγωγής ενώ κρίσιμος χρόνος για τον υπολογισμό της αξίας του πλουτισμού είναι ο χρόνος που περιήλθε ο πλουτισμός στον πλουτίσαντα (ΑΠ 600/1986).

Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων επικαλείται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, μετά την απόρριψη της κύριας βάσεως της αγωγής του για την καταβολή αποζημιώσεως από τη μη εκτέλεση συμβάσεων πωλήσεως μετοχών με συμφωνία επαναγοράς τους (σύμφωνα εξωνήσεως) ως ακύρων λόγω εικονικότητας, καθώς και της καλυπτομένης από τις συμβάσεις αυτές καταπιστευτικής μεταβιβάσεως μετοχών για την εξασφάλιση συμβάσεων δανείου (γιατί αφορούσαν εξωχρηματιστηριακές μεταβιβάσεις μετοχών εισηγμένων στο χρηματιστήριο) απέρριψε παρά τον νόμο ως αόριστη την επικουρική βάση της αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό.

Ειδικότερα , επικαλείται ότι εξέθετε στην ένδικη αγωγή του, ότι επικουρικά και για την περίπτωση που τα συμφωνητικά εξωνήσεως ήθελε θεωρηθούν άκυρα, ο εναγόμενος κατέστη χωρίς νόμιμη αιτία αδικαιολόγητα πλουσιότερος σε βάρος της περιουσίας του , υποχρεούμενος να του αποδώσει την ωφέλεια , η οποία συνίσταται στη διαφορά μεταξύ του ποσού που του δάνεισε ο εναγόμενος, το οποίο κατά τα εκτιθέμενα στο ίδιο δικόγραφο ανήλθε στο συνολικό ποσόν των 209.660.000 δρχ., και της αξίας των 107.800 μετοχών της ανώνυμης ναυτιλιακής εταιρείας με την επωνυμία "Β.

ΚΟΤΕΡΑ ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΗ ΑΕ", που του μεταβίβασε ο ίδιος προς εξασφάλιση του δανείου, και οι οποίες κατά το χρόνο καταρτίσεως των συμβάσεων εξωνήσεως είχαν συνολική αξία 263.032.000 δρχ. Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ερευνώντας, μετά την απόρριψη της κύριας βάσεως ως μη νόμιμης, την επικουρική βάση της αγωγής, την απέρριψε ως αόριστη με τις ακόλουθες σκέψεις: "Ο ενάγων, όμως, ενώ υπολογίζει την ωφέλεια του εναγομένου στη διαφορά μεταξύ του δανεισθέντος συνολικού ποσού και της αξίας των μετοχών που έλαβε (ο εναγόμενος) κατά το χρόνο κατάρτισης των συμβάσεων εξώνησης (δηλαδή 263.020.000- 209.660.000 = 53.360.000 δραχμές), ζητεί ως αδικαιολόγητη ωφέλεια το ποσόν των 449.490 ευρώ (δηλαδή 153.163.800 δρχ), που ισούται με τη θετική ζημιά που αξιώνει με την κύρια αγωγική του βάση.

Δεδομένου δε, ότι στο δικόγραφο της αγωγής του εκθέτει ότι ο εναγόμενος διέθεσε κατά βούληση τις μετοχές και σημειουμένου ότι κρίσιμος χρόνος για τον υπολογισμό της αξίας του πλουτισμού είναι ο χρόνος που περιήλθε σ 'αυτόν που πλούτισε χωρίς νόμιμη αιτία, έπρεπε ο ενάγων να αναφέρει για το ορισμένο της αγωγής του, πότε, σε ποιους και με ποιο χρηματιστηριακό τίμημα διέθεσε τις μετοχές ο εναγόμενος, ώστε να μπορεί να υπολογισθεί η αξία του πλουτισμού του.

Επομένως, η αγωγή πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, λόγω της αοριστίας της, ως προς την επικουρική της βάση>>. Έτσι που έκρινε το Εφετείο ορθά κατ' αποτέλεσμα αποφάνθηκε, απορρίπτοντας την αγωγή ως αόριστη ως προς την επικουρική της βάση. Πράγματι, όπως εκτέθηκε παραπάνω, και για την περίπτωση που ήθελε κριθούν άκυρα τα σύμφωνα εξωνήσεως , ο ενάγων - αναιρεσείων ζητούσε με την επικουρική βάση της αγωγής του να του αποδοθεί η ωφέλεια που αποκόμισε ο εναγόμενος, εκτιμώντας αυτήν ως τη διαφορά μεταξύ του ποσού που του δάνεισε ο εναγόμενος και της αξίας των μετοχών που του μεταβίβασε ο ίδιος προς εξασφάλιση του δανείου, χωρίς να προσδιορίζει το ποσόν, ενώ στο δικόγραφο της εφέσεως θεωρώντας ότι ο πλουτισμός του αναιρεσίβλητου επήλθε, όταν αυτός (αναιρεσείων) εκδήλωσε την πρόθεση να επαναγοράσει τις μετοχές και εκείνος από την πλευρά του υπαναχώρησε από τα σύμφωνα εξωνήσεως, ταυτίζοντας την ωφέλειά του με τη ζημιά του ίδιου από τη μη εκπλήρωση των συμβατικών του υποχρεώσεων, δηλαδή στο ποσόν των 449.490 ευρώ.

Ωστόσο, η αγωγή με το ως άνω περιεχόμενο ήταν αόριστη ως προς την επικουρική βάση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, εφόσον ο ενάγων δεν διευκρίνιζε στο οικείο δικόγραφο, πως θα ήταν δυνατόν να πραγματοποιηθεί η αναμεταβίβαση των επίμαχων μετοχών της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Β. ΚΟΤΕΡΑ ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΗ ΑΕ", κατ' ενάσκηση του δικαιώματός εξωνήσεως, ενόψει του ότι οι μετοχές αυτές ήσαν εισηγμένες στο Χρηματιστήριο και η εξωχρηματιστηριακή μεταβίβαση τούτων απαγορευόταν με βάση την ισχύουσα νομοθεσία, και περαιτέρω δεν επεκαλείτο ότι συνέτρεχε κάποια από τις αναφερόμενες στο άρθρο 15 παρ. 11ν.3632/1928 εξαιρέσεις.

Ορθά λοιπόν το Εφετείο απέρριψε την αγωγή ως αόριστη ως προς την επικουρική της βάση, έστω και εν μέρει με διαφορετικές αιτιολογίες (άρθρο 578 ΚΠολΔ) και κατόπιν τούτου ο (μοναδικός) λόγος αναιρέσεως τυγχάνει αβάσιμος. Πρέπει λοιπόν να απορριφθεί η αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων ως ηττωμένος στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2ΚΠολΔ ) , όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό .

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 2-12-2010 αίτηση του Ν. Ι. Λ. για αναίρεση της 2538/2010 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου και την ορίζει στο ποσόν των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Ιουλίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 25 Αυγούστου 2014.

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ