Legislator Case Law & Legislation
1703/2012 AI generated

1703/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1703/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Μαΐου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 3-12-1999 και 7-7-2000 αγωγές της ήδη αναιρεσείουσας και με την από 6-2-2001 αγωγή του Ν. Κ., που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 765/2003 μη οριστική, 7810/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4638/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 8-1-2011 αίτησή της.

Legislator headnote

AI generated

1703/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Αν δεν συντρέχει η προϋπόθεση αυτή, ο αληθινός κύριος του ως άνω βασικού ακινήτου δύναται να διεκδικήσει το αντίστοιχο που διαμορφώθηκε, ασκώντας τη σχετική αγωγή κατά του φερομένου στον κτηματολογικό πίνακα ως δικαιούχου ή των διαδόχων του (πρβλ. ΟλΑΠ 1236/1982 και ΟλΣτΕ 1730/2000), επομένως και αναγνωριστική κυριότητας αγωγή.

Keywords

AI generated
agricultural law rural land ownership agricultural direct payments agricultural lease territorial scope of the Treaties agricultural markets
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1703 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1703/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Δημάδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη και Κων/νο Τσόλα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Μαΐου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Κ. συζ. Σ. Ν., το γένος Ι. Θ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρία Στάμου.

Των αναιρεσίβλητων: 1. Α. χας Α. Γ., κατοίκου ..., ως ασκούσης την γονική μέριμνα των ανηλίκων θυγατέρων της Α. και Δ. Γ. του Α., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρία Βραχά, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ και 2. Ν. Κ. του Μ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Αλεξόπουλο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 3-12-1999 και 7-7-2000 αγωγές της ήδη αναιρεσείουσας και με την από 6-2-2001 αγωγή του Ν. Κ., που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 765/2003 μη οριστική, 7810/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4638/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 8-1-2011 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Μπιχάκης ανέγνωσε την από 14-5-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του δεύτερου αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις του αρθρ. 12 Ν. 1337/1983 για επέκταση των πολεοδομικών σχεδίων και οικιστική ανάπτυξη, σε συνδυασμό με εκείνες του αρθρ. 49 παρ. 2 και 3 Ν. 947/1979 περί οικιστικών περιοχών, συνάγεται ότι με την κύρωση της πράξης εφαρμογής της πολεοδομικής μελέτης οριστικοποιούνται οι αναφερόμενες σε αυτή εδαφικές μεταβολές, σε συσχετισμό με τους φερομένους ιδιοκτήτες τους, οι οποίοι από της μεταγραφής της αποκτούν πρωτότυπα κυριότητα στις αναγραφόμενες ιδιοκτησίες, υπό την προϋπόθεση ότι είναι οι πραγματικοί κύριοι των ακινήτων που αποτέλεσαν τη βάση διαμόρφωσης τους.

Αν δεν συντρέχει η προϋπόθεση αυτή, ο αληθινός κύριος του ως άνω βασικού ακινήτου δύναται να διεκδικήσει το αντίστοιχο που διαμορφώθηκε, ασκώντας τη σχετική αγωγή κατά του φερομένου στον κτηματολογικό πίνακα ως δικαιούχου ή των διαδόχων του (πρβλ. ΟλΑΠ 1236/1982 και ΟλΣτΕ 1730/2000), επομένως και αναγνωριστική κυριότητας αγωγή.

Αυτό συνάγεται σαφώς από τις διατάξεις του προαναφερόμενου αρθρ. 12 Ν. 1337/1983, κατά το πνεύμα των οποίων οριστικοποίηση της πράξης εφαρμογής που επέρχεται με την κύρωση της αναφέρεται στις περιεχόμενες σε αυτή σε μεταβολές, που κρίθηκαν αναγκαίες για την ολοκλήρωση του πολεοδομικού σχεδιασμού, γι' αυτό και ορίζεται ότι τυχόν διαφορές ως προς το μέγεθος της εισφοράς σε γη και το μέγεθος των ιδιοκτησιών, που βεβαιώνεται με απόφαση των αρμόδιων δικαστηρίων, μετατρέπονται σε χρηματική αποζημίωση (ΑΠ 261/2003 ΕλλΔ 2004, 801).

Περαιτέρω, σύμφωνα με το ως άνω άρθρ. 49 παρ. 3 Ν. 947/1979, που εφαρμόζεται εδώ αναλογικά, "εάν το εισφερόμενον ακίνητον διεκδικείται υπό τρίτου, από της μεταγραφής του παραχωρητηρίου αντικείμενον της δίκης καθίσταται το νέον ακίνητον. Επί διεκδικήσεως τμήματος ή ιδανικού μεριδίου επί του εισφερομένου ακινήτου αντικείμενον αυτής καθίσταται από της ως άνω μεταγραφής η αξία του, επιφυλασσομένης της εφαρμογής των άρθρων 1097 και 1099 του αστικού κώδικος ...".

Από τα παραπάνω συνάγεται σαφώς ότι αυτός ο οποίος διεκδικούσε δικαίωμα κυριότητας σε μεταβαλλόμενο, κατ' εφαρμογή του Ν. 1337/1983, ακίνητο, μετά τη μεταγραφή της κυρωθείσας πράξεως εφαρμογής και της συνακόλουθης απόσβεσης του δικαιώματος του επί του ακινήτου αυτού, δικαιούται να διεκδικήσει το νέο ακίνητο, το οποίο στα πλαίσια των ρυθμίσεων του ίδιου νόμου τυχόν περιήλθε στον φερόμενο στην πράξη εφαρμογής ως κύριο του μεταβληθέντος ακινήτου - καθ' ου η αρχική διεκδίκηση ή, όταν διεκδικείται τμήμα ή ιδανικό μερίδιο του εισφερομένου ακίνητου, την αξία του και προφανώς όχι το ίδιο το μεταβληθέν ακίνητο το οποίο ανήκει πλέον στην κυριότητα τρίτου, κατά του οποίου δεν παρέχεται στον διεκδικούντα καμία αξίωση, ούτε από τις προαναφερόμενες διατάξεις αλλά και ούτε από οποιαδήποτε διάταξη νόμου, εφόσον ο τρίτος αυτός αποκτά την κυριότητα πρωτοτύπως, έχοντας μάλιστα εισφέρει ισάξιο αντάλλαγμα στη γενική διαχείριση που πραγματοποιήθηκε με την πράξη εφαρμογής και δεν είναι διάδοχος του φερόμενου ως αρχικού κυρίου του μεταβληθέντος ακινήτου.

Σε κάθε περίπτωση, όταν η δίκη αφορά τμήμα ή ιδανικό μερίδιο επί του εισφερομένου ακινήτου, αντικείμενο της μπορεί να είναι μόνο η αξία των εξ αδιαιρέτου ποσοστών του νέου ακινήτου.

Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ., προκύπτει, ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, αντιστοίχως δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκθεμένα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού κανόνα δικαίου για την επέλευση της απαγγελθείσας έννομης συνέπειας ή την άρνηση της. Περαιτέρω, κατά την έννοια του αριθ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία που έχει ως συνέπεια την αναίρεση για έλλειψη νομίμου βάσεως, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως δεν προκύπτουν κατά τρόπο σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, όχι όμως και όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, εφόσον τούτο εκτίθεται σαφώς.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο δέχτηκε τα εξής: "Δυνάμει του .../1984 συμβολαίου της Συμβ/φου Κρωπίας που μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Κρωπίας στον τόμο 216 με αριθ. 227 η Κ. Ν. απέκτησε λόγω γονικής παροχής την κυριότητα ενός αγρού τεμνόμενου σε δύο τεμάχια από βορρά προς νότο από αγροτική οδό, στη θέση "Κιαφαϊδα" της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου Παιανίας.

Το δυτικό τμήμα είχε έκταση 301,50 m2 και συνόρευε ανατολικά με τον αγροτικό δρόμο, δυτικά με ιδιοκτησία Σ. Μ., βόρεια με αγροτικό δρόμο ασφαλτοστρωμένο και νότια με ιδιοκτησία κληρ/μων Δ. Γ. (ήτοι τον Α. Γ., εναγόμενο της πρώτης αγωγής) και το ανατολικό τμήμα είχε έκταση 229,50 m2 και συνόρευε ανατολικά με αγροτική οδό, δυτικά με την τέμνουσα αγροτική οδό και πέρα απ1 αυτή με το δυτικό τμήμα της ιδιοκτησίας, βόρεια με ασφαλτοστρωμένο αγροτικό δρόμο και νότια με ιδιοκτησία κληρ/μων Δ.

Γ.. Περαιτέρω ο Α. Γ. δυνάμει του .../1989 συμβολαίου του Συμβ/φου Αθηνών Σωτηρίου Οικονόμου, που μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου Κορωπίου στον τόμο ... με αριθ. 136, απέκτησε λόγω αγοράς από τη μητέρα του Β. Γ. ένα αγροτεμάχιο έκτασης 712,50 m2 στην ίδια θέση, το οποίο συνόρευε βόρεια με ιδιοκτησίες Ν. και Θ. (ήτοι της ενάγουσας της πρώτης αγωγής), νότια με ιδιοκτησίες κληρ/μων Γ.

και Μ. και ιδιοκτησίες Ε. Κ. και Χ., ανατολικά με αγροτική οδό ... και δυτικά με ιδιοκτησία ... . Επρόκειτο δηλαδή για δύο αγρούς επιμήκεις (λουρίδες) με ανατολική-δυτική φορά, από τις οποίες η βόρεια, πλάτους 9,00 m, ανήκε στην Κ. Ν. και η νότια, πλάτους 11,00 m κατά μέσο όρο στον Α. Γ.. Δυνάμει της υπ' αριθ. Π.Ε. 4 πράξης εφαρμογής της πολεοδομικής μελέτης του Δήμου Παιανίας, Τομέας Γ, που κηρύχθηκε νόμιμη με την 14772/4588/1988 απόφαση του Νομάρχη Ανατολικής Αττικής, η αγροτική οδός βόρεια του αγροτεμαχίου της Κ.

Ν. απέκτησε πλάτος 8,00 m από 6,00 m που ήταν πριν την πράξη εφαρμογής και ονομάστηκε οδός .... Πλην όμως με βάση την περιγραφή του αγρού της Κ. Ν. στον τίτλο κτήσης της και την υπόδειξη των ορίων του από την ίδια στον πραγματογνώμονα, ο αγρός κατά το βόρειο ήμισυ τμήμα της καταλαμβάνει περίπου το ήμισυ του πλάτους της οδού ... (βλ.

την έκθεση πραγματογνωμοσύνης, παρ. 5.1 σελ. 9 και το συνημμένο σ' αυτήν βάσει της άνω υπόδειξης τοπογραφικό διάγραμμα 1), αν και βάσει του τίτλου κτήσης της ο αγρός της φέρεται μετατοπισμένος προς νότο, εις βάρος της τότε ιδιοκτησίας Α. Γ., έτσι ώστε να δημιουργούνται επίδικα τμήματα εμβαδών 139,88 m2 το ανατολικό και 167,50 m2 το δυτικό.

Συνεπώς ο αγρός της Κ. Ν. πριν την πράξη εφαρμογής αποτελείτο από μία λωρίδα μέσου πλάτους 5,00 m περίπου και μήκους (συμπεριλαμβανομένου και του πλάτους των 6,00 m της τέμνουσας αυτόν αγροτικής οδού) 61,71 m (βλ. τοπογραφικό διάγραμμα 2 συνημμένο στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης). Με την πράξη εφαρμογής της επέκτασης του σχεδίου πόλης του Δήμου Παιανίας στην περιοχή, οπότε οι αγροί μετατράπηκαν σε αστικά ακίνητα (οικόπεδα), συνεισφέρθηκαν οι ιδιοκτησίες των διαδίκων και δημιουργήθηκαν απ' αυτές δύο νέα οικόπεδα, ήτοι το υπ' αριθ. 03 οικόπεδο, με πρόσοψη στην οδό ..., εμβαδού 350,00 m2, το οποίο συνορεύει βόρεια σε πρόσωπο 18,71 m με οδό ..., νότια σε πλευρά 28,42 m με το υπ' αριθ. 5 οικόπεδο ιδιοκτησίας αγνώστου, ανατολικά σε πλευρά 18,70 m με το υπ' αριθ. 04 οικόπεδο ιδιοκτησίας Α.

Γ. και δυτικά σε ελαφρώς τεθλασμένη πλευρά μήκους 18,56 m με οικοδομή του υπ' αριθ. 2ρικοττέδου ιδιοκτησίας αγνώστου, και το υπ' αριθ. 04 οικόπεδο, με πρόσοψη/στις οδούς ... και ανώνυμη, εμβαδού 406,50 m2, το οποίο συνορεύει βόρεια σε πρόσωπο 23,54 m με οδό ..., νότια σε πλευρά 19,45 m με την υπ' αριθ. 5 ιδιοκτησία, ανατολικά σε πρόσωπο ελαφρώς τεθλασμένης γραμμής μήκους 19,00 m με ανώνυμη οδό πλάτους 8,00 m και δυτικά σε πλευρά με το υπ' αριθ. 03 προαναφερθέν επίδικο οικόπεδο, ενώ από την ιδιοκτησία της Κ.

Ν. απέμειναν μία λωρίδα εμβαδού 87,75 m2 και μία λουρίδα εμβαδού 59,88 rn2, οι οποίες ρυμοτομούνται. Έτσι κατά τα άνω δημιουργήθηκαν δύο νέα οικόπεδα, με συνεισφορά γης κατά κύριο λόγο από τον Α. Γ. (ο οποίος εισέφερε στο συγκεκριμένο σημείο έκταση 712,50 m2), και εκ δευτέρου από την Κ. Ν., (η οποία εισέφερε έκταση 278,55 m2).

Ενόψει δε του ότι από της μεταγραφής της πράξης εφαρμογής στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Κρωπίας στον τόμο ... με αριθ. 154 αποσβήστηκαν όλα τα προηγούμενα δικαιώματα στα δημιουργηθέντα με την πράξη εφαρμογής νέα οικόπεδα και οι δικαιούχοι απέκτησαν πρωτοτύπως την κυριότητα σ' αυτά, καθίσταται και αδιάφορο ποιος ήταν ο κύριος προϋφιστάμενων ακινήτων και πώς είχε αποκτήσει κυριότητα σ' αυτά.

Τέλος ενόψει της παραδοχής του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ότι με την πράξη εφαρμογής δημιουργήθηκαν νέα ακίνητα και συνεπώς οι νέοι δικαιούχοι απέκτησαν πρωτοτύπως την κυριότητα τούτων, παραδοχής την οποία δέχεται και το παρόν Δικαστήριο κατά τα προαναφερθέντα, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε τις διατάξεις των αρθρ. 12 παρ. 7γ Ν. 1337/1983 και 49 παρ. 2 έως 7 Ν. 947/1979 και επομένως ο σχετικός πρώτος λόγος έφεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος".

Ακολούθως το Εφετείο απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας και επικύρωσε την εκκαλουμένη απόφαση, η οποία απέρριψε την ένδικη αγωγή της ως μη νόμιμη και έκανε δεκτή την αγωγή του δευτέρου αναιρεσιβλήτου Ν. Κ. και ως βάσιμη κατ' ουσία, αναγνωρίζοντας τον κύριο των επιδίκων ακινήτων. Με αυτά που δέχτηκε, και έτσι που έκρινε το Εφετείο, ως προς τα κρίσιμα ζητήματα και ειδικότερα α) ότι η αγωγή της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας με την οποία ζητούσε να αναγνωριστεί κυρία των επιδίκων ακινήτων, ως είχαν αυτά προ της ένταξης των στο σχέδιο πόλεως με την πράξη εφαρμογής που κατέστη αμετάκλητη και μεταγράφηκε, ώστε να μπορέσει να αναζητήσει αυτά από την αρμόδια αρχή με αναδιανομή και β) ότι ο ενάγων και ήδη δεύτερος των αναιρεσιβλήτων κατέστη κύριος των επιδίκου οικοπέδων κατά πρωτότυπο τρόπο με την πράξη εφαρμογής, αφού η ιδιοκτησία της αναιρεσείουσας, που εισφέρθηκε για τη δημιουργία των οικοπέδων αυτών, αντιστοιχεί σε τμήμα αυτών και αντικείμενο πλέον της δίκης είναι η αξία των εξ αδιαιρέτου ποσοστών του νέου ακινήτου που δημιουργήθηκε, περιέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή εφαρμογή των ως άνω διατάξεων, τις οποίες ορθά εφάρμοσε και δεν παραβίασε αυτές ευθέως ή εκ πλαγίου και επομένως όλοι οι σχετικοί λόγοι αναίρεσης από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.

Αλλά και η αιτίαση ότι παραμορφώθηκε το δικόγραφο της ένδικης αγωγής της αναιρεσείουσας είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, δεδομένου ότι τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης όπως είναι και η αγωγή, δεν αποτελούν έγγραφα κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 20 Κ.Πολ.Δ. και επομένως δεν ιδρύεται ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 8-1-2011 αίτηση της Κ. Ν. για αναίρεση της 4638/2010 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Ιουλίου 2012.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 29 Νοεμβρίου 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ