Supreme Court dismisses appeal on property ownership, ruling substantive law errors are not grounds for appeal.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the First Instance Court's decision regarding property ownership. The appellant argued the lower court erred in applying substantive law by rejecting his claim of ownership based on long-term possession, while the respondent maintained the court correctly applied the statute of limitations. The court ruled that the lower court's evaluation of evidence and application of the law regarding adverse possession was not subject to appellate review, thus the appeal was inadmissible.
Legislator headnote
AI generatedArticle 560 of the Code of Civil Procedure; Article 561 of the Code of Civil Procedure: An appeal against a judgment of a First Instance Court acting as a Court of Appeal is admissible only if a substantive law rule was violated, and the court's evaluation of evidence and application of law regarding adverse possession is not subject to appellate review.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1703 / 2010 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1703/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Νικόλαο Μπιχάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Σεπτεμβρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Α. Β. Ζ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαρίλαο Κοψαχείλη.
Της αναιρεσίβλητης: Χ. συζ. Σ. K., το γένος ..., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Λιάκο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-5-2004 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Ελασσόνας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 28/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 288/2006 μη οριστική, 78/2008 οριστική του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 13-11-2008 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Μπιχάκης ανέγνωσε την από 6-9-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 560 ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο 1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο η έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.
Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την εφαρμογή των κανόνων του δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν μπορεί να προβληθεί σε μικροδιαφορές, 2) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος ή δίκασε ειρηνοδίκης του οποίου είχε γίνει δεκτή η εξαίρεση, 3) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ' ύλην αρμοδιότητα και 4) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας.
Οι, κατά την ανωτέρω διάταξη, τέσσερις λόγοι αναιρέσεως αντιστοιχούν προς τους λόγους των αριθμ. 1, 2, 4, 5 και 7 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προς τους οποίους, όμως, μερικοί δεν ταυτίζονται απολύτως Η απαρίθμηση των προαναφερόμενων λόγων αναιρέσεως είναι περιοριστική όπως συνάγεται από τη λέξη "μόνον", και συνεπώς δεν είναι δυνατόν να προβληθεί οποιοσδήποτε άλλος λόγος αναιρέσεως κατά των ως άνω αποφάσεων.
Ειδικότερα, από τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, αντιστοίχως δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού κανόνα δικαίου για την επέλευση της απαγγελθείσας έννομης συνέπειας ή την άρνησή της.
Περαιτέρω, προϋπόθεση της κτήσης κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1045 ΑΚ, είναι η άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα αυτού που χρησιδεσπόζει να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και την όμοια νομή του δικαιοπαρόχου του (άρθρ. 1051 ΑΚ), εφόσον είχε γίνει, με νόμιμο τρόπο, καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού.
Νομέας δε, κατά το άρθρο 974 του ίδιου Κώδικα, είναι όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Άσκηση της νομής επί ακινήτου αποτελούν οι εμφανείς υλικές πράξεις επ' αυτού που είναι δηλωτικές της βούλησης του νομέα να εξουσιάζει τούτο και οι οποίες ποικίλλουν ανάλογα με τον κατά τη βούληση του νομέα προορισμό του πράγματος.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το ως Εφετείο δικάσαν Πολυμελές Πρωτοδικείο, δέχθηκε ανελέγκτως τα εξής: "Η εκκαλούσα-ενάγουσα, Χ. Κ., απέκτησε πρωτοτύπως, ήτοι με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, την πλήρη κυριότητα επί ενός αγρού εμβαδού περίπου 3.500 τμ που βρίσκεται στην θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας του Δ.
Δ. Πραιτωρίου του Δήμου Ποταμιάς - Ελασσόνας, δεδομένου ότι τον κατέχει και τον νέμεται με διάνοια κυρίας συνεχώς από το έτος 1966 και εντεύθεν, ήτοι για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των είκοσι ετών, χωρίς ποτέ να αμφισβητηθεί το δικαίωμά της αυτό από κανένα, ασκώντας επ' αυτού όλες τις προσιδιάζουσες πράξεις νομής, όπως είναι η καλλιέργειά του, κατά το μεγαλύτερο τμήμα, με δημητριακά, καπνό, τριφύλλι και η διαρκής επίβλεψή του στο σύνολο του εδάφους του.
Ο αγρός αυτός ορίζεται προς Βορρά με ιδιοκτησία του εφεσίβλητου-εναγομένου Α. Ζ., προς Νότο με αγροτική οδό, προς Ανατολάς με ιδιοκτησία του εφεσίβλητου και με ιδιοκτησία Α. χας Θ. Θ. και προς Δυσμάς με ιδιοκτησία του εφεσίβλητου. Η σημερινή ενιαία, κατά τα παραπάνω, ιδιοκτησία του εφεσίβλητου με την οποία ορίζεται σε τρεις (3) σχεδόν πλευρές της η ιδιοκτησία της εκκαλούσας, στο παρελθόν αποτελούνταν από τρεις (3) διαφορετικές μεταξύ τους (χωριστές) ιδιοκτησίες.
Ειδικότερα όμορος προς Δυσμάς της ιδιοκτησίας της εκκαλούσας, ήταν ένας (αρχικά χωριστός) αγρός, συνολικού εμβαδού, κατά τους ισχυρισμούς του εφεσίβλητου, περίπου 5.000 τμ. Την κυριότητα επί του αγρού αυτού απέκτησε με τρόπο πρωτότυπο ο πατέρας του εφεσίβλητου, Β. Ζ. του Α., δεδομένου ότι τον νεμήθηκε με διάνοια κυρίου και χωρίς -αμφισβήτηση- τρίτων, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας, ήτοι από το έτος 1953 έως το έτος 1976 που απεβίωσε.
Ομοίως, όμορος προς Ανατολάς της ιδιοκτησίας της εκκαλούσας ήταν ένας (αρχικά χωριστός) αγρός εμβαδού, κατά τους ισχυρισμούς του εφεσίβλητου, περίπου 2.000 τμ την κυριότητα επί του οποίου είχε αποκτήσει με τον ίδιο ως άνω τρόπο ο πατέρας του. Στη συνέχεια δυνάμει της υπ' αριθμ, .../18-9-1987 δηλώσεως αποδοχής κληρονομιάς του Συμβολαιογράφου Ελασσόνας Αλεξάνδρου Παπαλεξανδρή, που μεταγράφτηκε νόμιμα, του υπ' αριθμ. .../24-9-1987 πωλητηρίου συμβολαίου, του ιδίου Συμβολαιογράφου που ομοίως μεταγράφτηκε νόμιμα και του υπ' αριθμ. .../27-2-1997 συμβολαίου δωρεάς εν ζωή της Συμβολαιογράφου Ελασσόνας Δέσποινας Δόβα - Ρίζου, που επίσης μεταγράφτηκε νόμιμα, ο εφεσίβλητος απέκτησε την πλήρη κυριότητα επί των αμέσως παραπάνω δύο (2) ακινήτων.
Μάλιστα στο καθένα από αυτά ανήγειρε και χωριστή εγκατάσταση κτηνοτροφικής μονάδας, που επικοινωνούσαν μεταξύ τους-οι μονάδες αυτές-μέσω διόδου (εδαφικής λωρίδας) ευρισκομένης Βόρεια του όλου ακινήτου της εκκαλούσας, εντός του όμορου αυτού, ακινήτου ιδιοκτησίας Φ. Χ. (αδελφής του μάρτυρα ανταποδείξεως).
Οι ιδιοκτησίες της εκκαλούσας και της Φ. Χ. σαφώς διαχωρίζονταν μεταξύ τους με χαντάκι. Τέλος ο εφεσίβλητος το έτος 1997 ή 1998 αγόρασε άτυπα την ιδιοκτησία αυτή της Φ. Χ. (το ακριβές εμβαδόν της οποίας δεν αποδείχτηκε), που πλέον ένωσε με τις λοιπές ιδιοκτησίες του και τις κατέστησε ενιαίο ακίνητο σχήματος Π (κατά τα παραπάνω αναφερόμενα).
Το έδαφος επί του οποίου βρίσκεται η προς Νότο πλευρά του ακινήτου της εκκαλούσας, όμορη της αγροτικής οδού και σε εμβαδόν 435 τμ, (αρχικά) ήταν ανώμαλο και επικλινές, ενώ στο χαμηλότερο μέρος του υπήρχε και εδαφικό βαθούλωμα (γούρνα), στα πλαίσια αυτά δε, αυτό ήταν ανεπίδεκτο κάθε καλλιέργειας ή άλλου είδους παραγωγικής εκμετάλλευσης.
Το τμήμα αυτό, κυρίως από το πιο βατό μέρος του, χρησιμοποιούσε η εκκαλούσα για την πρόσβασή της, αλλά και την πρόσβαση των γεωργικών μηχανημάτων στην λοιπή καλλιεργήσιμη ιδιοκτησία της. Περί το καλοκαίρι του έτους 2001 ο εφεσίβλητος, με την άτυπη συγκατάθεση της εκκαλούσας, εναπόθεσε στο παραπάνω τμήμα των 435 τμ.
ζωοτροφές και γεωργικά μηχανήματα. Στην συνέχεια και εντός των επομένων μηνών, αυθαίρετα προέβη σε ισοπέδωση του τμήματος αυτού, σε βάθος 17 μέτρων από το Ανατολικό του όριο και σε βάθος 13 μέτρων από το Δυτικό του όριο, αρχής γενομένης από την αγροτική οδό, έτσι ώστε δημιουργήθηκε πλέον απότομη (σχεδόν κάθετη) υψομετρική διαφορά που πλέον η λοιπή ιδιοκτησία της εκκαλούσας υπερβαίνει σε ύψος τα 3 μ.
του παραπάνω τμήματος. Αποτέλεσμα της ενέργειας αυτής του εφεσίβλητου είναι το υπερυψωμένο τμήμα του ακινήτου της εκκαλούσας να κατολισθαίνει σταδιακά στο σημείο εκείνο (της υψομετρικής διαφοράς), ενώ ο εφεσίβλητος καίτοι επανειλημμένα προσκλήθηκε (από την εκκαλούσα) αρνείται να της το αποδώσει, προβάλλοντας εφεξής δικό του δικαίωμα κυριότητας στο ως άνω τμήμα, ισχυριζόμενος ότι αυτό αποτελεί τμήμα των ιδιοκτησιών του πατέρα του, που πλέον περιήλθαν στον ίδιο, κατά τα παραπάνω αναφερόμενα.
Πέραν τούτου ο εφεσίβλητος τον Αύγουστο του έτους 2003, αυθαίρετα κατέλαβε (και άλλο) μέρος της ιδιοκτησίας της εκκαλούσας, ευρισκόμενο Βορείως του όλου ακινήτου, ήτοι μία εδαφική λωρίδα που ορίζεται προς Βορρά σε πλευρά μήκους 18 μ. με την ιδιοκτησία του εφεσίβλητου, προς Νότο σε όμοια πλευρά με ιδιοκτησία της εκκαλούσας, Ανατολικά και Δυτικά σε πλευρές μήκους 5 μ.
που ορίζονται με ιδιοκτησίες του εφεσίβλητου και που ενσωμάτωσε στην λοιπή ιδιοκτησία του, καταστρέφοντας μάλιστα και το υφιστάμενο χαντάκι που χρησίμευε και σαν ορόσημο. Και το τμήμα αυτό ο εφεσίβλητος αρνείται να το αποδώσει στην εκκαλούσα, καίτοι προσκλήθηκε προς τούτο, προβάλλοντας, ομοίως, δικό του δικαίωμα κυριότητας σ' αυτό, ισχυριζόμενος, ότι (και το τμήμα αυτό) ανήκε στον πατέρα του...".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το ως Εφετείο δικάσαν Πρωτοδικείο έκρινε, ότι η ένδικη διεκδικητική αγωγή έπρεπε να γίνει δεκτή και ως βάσιμη κατ' ουσίαν. Ακολούθως, το ίδιο Δικαστήριο δέχθηκε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που είχε απορρίψει την αγωγή ως αβάσιμη κατ' ουσίαν. Έτσι, που έκρινε το ως Εφετείο δικάσαν Πολυμελές Πρωτοδικείο, δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1045 ΑΚ, την οποία εφάρμοσε, αφού δέχθηκε ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη κατέστη κυρία του όλου ακινήτου, τμήματα του οποίου αποτελούν τα επίδικα τμήματα των 435 και 95 τμ, που παράνομα κατέλαβε ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων, δεδομένου ότι το κατέχει με διάνοια κυρίας συνεχώς από το 1966 και εντεύθεν ήτοι για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των είκοσι (20) ετών, ασκώντας επ' αυτού όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση του πράξεις νομής, όπως είναι η καλλιέργειά του, κατά το μεγαλύτερο τμήμα με δημητριακά, καπνό, τριφύλλι και η διαρκής επίβλεψή του στο σύνολο του εδάφους του, στοιχεία που ήταν αναγκαία για την εφαρμογή της προδιαλαμβανομένης διάταξης.
Επομένως, ο περί του αντιθέτου, κατ' ορθή εκτίμησή του, από το άρθρο 560 αριθ.1 του Κ.Πολ.Δ. μοναδικός λόγος της αναίρεσης είναι αβάσιμος. Η περιεχομένη στον ίδιο λόγο αιτίαση του αναιρεσείοντος, ότι μολονότι επικαλέστηκε και απέδειξε αυτός πράξεις νομής επί του επιδίκου τμήματος, εμβαδού 95 τετρ. Μέτρων, και, ειδικότερα, την αποκλειστική χρήση του από του έτους 1953 και εφεξής από αυτόν και το δικαιόπαροχό του καθώς και την καλλιέργεια του επίδικου τμήματος, εμβαδού 435 τετρ.
Μέτρων, με σιτάρι, δηλαδή επί χρόνο μεγαλύτερο των είκοσι ετών το ως Εφετείο δικάσαν Πολυμελές Πρωτοδικείο απέρριψε την ένσταση ιδίας κυριότητάς του, είναι απαράδεκτη, διότι με αυτήν, που ειδικότερα αποτελεί πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., πλήττεται η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία όμως είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη (άρθρο 561 §1 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 13-11-2008 αίτηση του Α. Ζ. για αναίρεση της 78/2008 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, που δίκασε ως Εφετείο.
Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 2 Νοεμβρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 15 Δεκεμβρίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ