Legislator Case Law & Legislation
1703/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for lack of specific grounds regarding causation and procedural errors.

Case Number 1703/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appeal filed by three appellants against a lower court's decision awarding damages for olive tree damage. The appellants argued the lower court failed to establish a causal link between the defendants' obstruction of irrigation and the trees' poor yield, and that the judgment contained procedural flaws. The court ruled these arguments inadmissible because the lower court explicitly addressed the five-year pre-litigation period and the specific conditions of the dry farming, making the alleged omissions irrelevant to the legal requirements.

Legislator headnote

AI generated

Articles 914, 297, 298 of the Civil Code; Article 559(19) of the Code of Civil Procedure: An appeal is inadmissible if the challenged judgment addresses the material facts and legal causation sufficiently, and if the appellant fails to specify the violated substantive rule and its impact on the verdict.

Keywords

AI generated
tort liability causation requirement appeal admissibility substantive law violation indeterminate grounds civil procedure damages assessment

Cited Legislation

AI generated
Articles 914, 297 and 298 of the Civil Code
Article 336(4) of the Code of Civil Procedure
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1703 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1703/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη και Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Χ1, 2. Χ2 και 3. Χ3, κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιάκωβο Μηνδρινό με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσίβλητου: Ψ, κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Λάμπρο Μπατάκη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-3-2002 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λευκάδος. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 159/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 444/2005 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 19-1-2006 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Σπυρίδων Μιτσιάλης ανέγνωσε την από Φεβρουαρίου 2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 914, 297 και 298 ΑΚ προκύπτει, ότι προϋποθέσεις της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι α) ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη) β) παράνομος χαρακτήρας της πράξης ή παράλειψης, γ) υπαιτιότητα και δ) συνδρομή αιτιώδους συνάφειας μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς και αποτελέσματος, δηλαδή της ζημίας.

Η αιτιώδης αυτή συνάφεια υπάρχει όταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας (άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ), η φερόμενη ως ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης (άρθρο 298 ΑΚ), ήταν επαρκώς ικανή (πρόσφορη) να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα, επέφερε δε πράγματι τούτο στη συγκεκριμένη περίπτωση.

Περαιτέρω ο από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν επαρκώς από τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης τα περιστατικά που είναι αναγκαία στη συγκεκριμένη περίπτωση για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή, περί της μη συνδρομής τούτων, η οποία αποκλείει, την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει, ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με το χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όχι δε όταν υφίστανται ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται σαφώς (Ολ.

ΑΠ 1/1999, Ολ. ΑΠ 24/1992). Ως ζητήματα δε των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο αντιφατικό ή ανεπαρκή, στερεί από νόμιμη βάση την απόφαση, νοούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όπως είναι και τα αναγκαία, κατά νόμο προς στήριξη της αγωγής ή κάποιας νόμιμης ένστασης περιστατικά, όχι όμως και τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία ή έλλειψη, η αντιφατικότητα ή η ανεπάρκεια της αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (ΑΠ 502/2007).

Εξάλλου η επιταγή του αρθ. 340 εδαφ. β' ΚΠολΔ, σύμφωνα με την οποία στην απόφαση πρέπει να αναφέρονται οι λόγοι που οδήγησαν το δικαστή να σχηματίσει την πεποίθηση του, δεν σημαίνει ότι αυτός υποχρεούται να επιλαμβάνεται ιδιαιτέρως και να αναλύει διεξοδικώς τα αποδεικτικά μέσα που έχουν προσαχθεί από τους διαδίκους ή τα επιχειρήματα που έχουν προβάλει αυτοί (ΑΠ 1391/1992).

Δηλάδή μόνο τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι 'ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1987/2007. Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε, ύστερα από ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα: "Κατά το έτος 1962 ο πατέρας του ενάγοντος και του δικαιοπαρόχου των εναγομένων ΑΑ και οι ΓΓ, ΔΔ, ...

και ... προέβησαν από κοινού στην κατασκευή γεωτρήσεως που βρίσκεται στη Θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας Κοινότητας ... της ... και μάλιστα εντός κτήματος εκτάσεως ενός (1) στρέμματος περίπου που ανήκει στον ΕΕ με χρήματα που προέρχονταν με δανεισμό από την Αγροτική Τράπεζα για την άρδευση των κτημάτων τους.

Ταυτόχρονα με την κατασκευή της παραπάνω γεώτρησης κατασκευάστηκε από τα ίδια ως άνω πρόσωπα επιφανειακός αγωγός με σωλήνες, για τη μεταφορά του εν λόγω νερού στα κτήματα. Στη συνέχεια και μετά την παλαίωση του παραπάνω συστήματος, λόγω της συνεχούς χρήσης του από τους παραπάνω το έτος 1970 περίπου αγοράστηκαν πλαστικοί σωλήνες και κατασκευάστηκε υπόγειος αγωγός.

Ο αγωγός αυτός είχε αρχικό μήκος 1.200 μέτρα και κατά τα έτη 1976 - 1977 επεκτάθηκε με συνολικό μήκος 2 χιλιόμετρα περίπου. Η γεώτρηση αυτή ανήκε από κοινού σε όλους τους κατασκευαστές και μάλιστα κατά το 1/5 εξ αδιαιρέτου, το δε νερό αυτής χρησιμοποιείτο από όλους τους συννομείς για την άρδευση των κτημάτων με τη σειρά που όρισαν και σε τακτά και ίσα διαστήματα ο καθένας.

Στον οικίσκο της γεωτρήσεως, οι δικαιούχοι χρήσεως αναρτούσαν πίνακα κάθε αρδευτική περίοδο στον οποίον αναφερόταν ο τρόπος χρήσεως της γεωτρήσεως και η ημερομηνία χρήσεως της από καθένα απ' αυτούς. Κατά το έτος 1972 απεβίωσε ο ΑΑ χωρίς διαθήκη και το δικαίωμα νομής του στη γεώτρηση κατά το ποσοστό του 1/5 εξ αδιαιρέτου περιήλθε στα τέκνα αυτού δηλαδή στον ενάγοντα, στο δικαιοπάροχο των εναγομένων ΒΒ, στο ΔΔ και την ΓΓ, οι οποίοι από τον ως άνω χρόνο του θανάτου του πατέρα τους ερρύθμισαν και τη χρήση του ανήκοντος σ'αυτούς μεριδίου επί του νερού της γεωτρήσεως και ορίστηκε ότι η εκ των αδελφών ΓΓ για τον εαυτό της και για λογαριασμό του ενάγοντος αδελφού της, ο οποίος διέμενε στην ...

και δεν ασχολείτο με γεωργικές εργασίες, θα χρησιμοποιούσε και κατά το μερίδιο αυτού τη γεώτρηση, ο δε δικαιοπάροχος των εναγομένων το μερίδιο του κατά το 1/4 εξ αδιαιρέτου του νερού. Έκτοτε αυτή χρησιμοποιούσε το νερό της γεωτρήσεως για την άρδευση των ιδίων αυτής κτημάτων και του αδελφού της αλλά και των κτημάτων του ΔΔ, τα οποία είχε μισθώσει απ' αυτόν ευρισκόμενη έτσι στη νομή της κοινής γεωτρήσεως.

Στη συνέχεια δυνάμει του με αριθμ. ... διανεμητηρίου συμβολαίου της συμβ/φου Βόνιτσας Γλυκερίας Αποστολοπούλου - Διακογιάννη ο ενάγων και τα αδέλφια του ΓΓ, ΔΔ και ο αποβιώσας το έτος 1995 ΒΒ (δικαιοπάροχος των εναγομένων) διένειμαν την εξ αδιαιρέτου ακίνητη κληρονομιαία περιουσία μεταξύ της οποίας περιελαμβάνετο και ο κείμενος στη θέση "..." ...

ποτιστικός αγρός εκτάσεως 32 στρεμμάτων. Από τη διανομή ο ενάγων έλαβε τμήμα γης εμβαδού 9.353 τ.μ. που συνορεύει με τις ιδιοκτησίες ΕΕ, ..., ..., ΒΒ και τη θάλασσα του ... κόλπου. Ο κληρονομούμενος ΑΑ, κύριος του διανεμηθέντος αγρού είχε δικαίωμα δουλείας αντλήσεως ύδατος από την εν λόγω γεώτρηση. Επομένως αφού διαιρέθηκε το δεσπόζον ακίνητο η δουλεία αντλήσεως ύδατος εξακολουθεί να υπάρχει ακέραια και αδιαίρετη, για κάθε ένα από τα μέρη του δεσπόζοντος που προέκυψαν από τη διαίρεση.

Αυτό σημαίνει ότι ο ενάγων ως κύριος μέρους του δεσπόζοντος μπορεί να ασκεί στο ακέραιο τη δουλεία, και ο κύριος του δουλεύοντας υποχρεώνεται να ανέχεται την άσκηση της δουλείας στο ακέραιο από κάθε κύριο των διαφόρων μερών στα οποία διαιρέθηκε το δεσπόζον. Οι εναγόμενοι - εφεσίβλητοι οι οποίοι είναι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του ΒΒ κατά ποσοστό 2/8 η πρώτη και 3/8 ο καθένας από τους λοιπούς ισχυρίζονται ότι ο ενάγων - εκκαλών ποτέ δεν εγκαταστάθηκε στη νομή της γεωτρήσεως διότι ο ΑΑ, όταν ζούσε, είχε μοιράσει άτυπα την περιουσία στα τέκνα του και το δικαίωμα του επί της γεωτρήσεως είχε λάβει ο δικαιοπάροχος τους.

Ο ισχυρισμός αυτός δεν αποδείχθηκε από κανένα αποδεικτικό στοιχείο. Ο ΑΑ πέθανε χωρίς διαθήκη και οι κληρονόμοι εγκαταστάθηκαν στη νομή έστω και χωρίς να έλθουν σε επαφή με το πράγμα. Ισχυρίζονται ακόμη ότι ο ενάγων - εκκαλών απώλεσε τη νομή διότι αδιαφόρησε για τη γεώτρηση και αποξενώθηκε τελείως απ' αυτήν.

Ο ισχυρισμός αυτός δεν αποδείχθηκε. Αντίθετα αποδείχθηκε ότι η ΓΓ ενεργούσε και για λογαριασμό του ενάγοντος - εκκαλούντος και ασκούσε δικαίωμα του επί της γεωτρήσεως, δηλαδή πότιζε τα κτήματα που καλλιεργούσε και χορηγούσε αντί αμοιβής νερό σε άλλους. Ισχυρίζονται ακόμη ότι μόνο ο δικαιοπάροχός τους ΒΒ είχε την επιμέλεια για τη συντήρηση και καλή λειτουργία της γεωτρήσεως όσον αφορά το δικαίωμα αντλήσεως ύδατος που εκληρονομήθη δηλαδή το 1/5 εξ αδιαιρέτου, ότι αυτός με δικά του αποκλειστικά έξοδα αντικατέστησε τους σωλήνες το έτος 1976-1977 και ότι με αυτή την ενέργεια έκανε γνωστό και στον αδελφό του ενάγοντα - εκκαλούντα, συγκληρονόμο του ότι νεμόταν αποκλειστικά για τον εαυτό του το δικαίωμα του αποβιώσαντος πατέρα τους.

Πράγματι ο δικαιοπάροχος των εναγομένων με δικά του έξοδα αντικατέστησε τους σωλήνες το έτος 1976. Όμως η ενέργεια του αυτή δε θεωρείται ότι επέχει θέση δηλώσεως περί αποκλειστικής νομής του κοινού πράγματος απ' αυτόν και ότι έγινε στα πλαίσια των αγαθών αδελφικών σχέσεων που υπήρχαν τότε, ενώ αργότερα, όταν οι σχέσεις αυτές διαταράχθηκαν ο ενάγων - εκκαλών προσέφυγε στις αρμόδιες αρχές (αγρονομείο ...) και στα Πολιτικά δικαστήρια για την υπεράσπιση των συμφερόντων του.

Αυτό δεν αναιρεί το δικαίωμα αντλήσεως ύδατος του ενάγοντος - εκκαλούντος αλλά απλά θεμελιώνει αξίωση των εναγομένων - εφεσίβλητων για την καταβολή των δαπανών που αναλογούν στη μερίδα του. Περαιτέρω οι εναγόμενοι - εφεσίβλητοι ισχυρίζονται ότι με απόφαση της πλειοψηφίας των συνιδιοκτητών της γεωτρήσεως, που διατυπώθηκε στο από 5-9-1981 ιδιωτικό συμφωνητικό, ρυθμίστηκε η διοίκηση και η χρησιμοποίηση της κοινής γεωτρήσεως και μάλιστα ο τρόπος κατανομής του ύδατος αυτής και διορίστηκε συγχρόνως και διαχειριστής.

Το γεγονός ότι το εν λόγω ιδιωτικό συμφωνητικό υπογράφηκε από κάποιους συνιδιοκτήτες και αναφέρεται κυρίως στον τρόπο κατανομής του ύδατος δεν έχει έννομη σημασία για τον ενάγοντα - εκκαλούντα. Ο ως άνω μόλις έλαβε στη νομή και κατοχή του τον ως άνω αγρό εκτάσεως 9.353 τ. μ. και γνωρίζοντας ότι έχει το εξ υπαρχής εξ αδιαιρέτου δικαίωμα επί της γεωτρήσεως και του αντλούμενου ύδατος φύτεψε μεταξύ των άλλων δένδρων και 148 ελαιόδεντρα πλην όμως οι εφεσίβλητοι αρνήθηκαν το γεγονός ότι έχει δικαίωμα επί της γεωτρήσεως και τον εμπόδισαν να ποτίσει τα εντός αυτού φύοντα ελαιόδεντρα από τη γεώτρηση με βάνα και του αγωγού αυτής ως συνδικαιούχου χρήσεως με αποτέλεσμα να υποστεί ζημία, για το χρονικό διάστημα της τελευταίας πενταετίας πριν την έγερση της αγωγής 1996-1997 έως 2001-2004 (περίοδο καλλιέργειας).

Η σχετική δε ένσταση παραγραφής των εναγομένων εφεσίβλητων, απορριπτέα κρίνεται. Εν τω μεταξύ τα ελαιόδεντρα είχαν αναπτυχθεί με συνθήκες ξηρικής καλλιέργειας με συνέπεια η απόδοση τους να είναι χαμηλή. Με ποτιστική καλλιέργεια κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων από τον 15° χρόνο έπρεπε να αποδίδουν τουλάχιστον 30 κιλά ελαιόκαρπο ανά δένδρο και τελικά αποδίδουν 10 κιλά.

Επομένως τα τελευταία πέντε (5) χρόνια έχει ζημιωθεί εξ αιτίας της υπαίτιας συμπεριφοράς των εναγομένων τα αναφερόμενα πιο κάτω κιλά ελαιολάδου τα οποία κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων θα απέφερε η παραπάνω καλλιέργεια. Ειδικότερα για τις ελαιοκομικές περιόδους 1996 έως 2002, 148 ελαιόδεντρα Χ 30 κιλά ελαιόκαρπο ανά δένδρο Χ 10 % απόδοση σε ελαιόλαδο.

Συνεπώς η ποσότητα του ελαιολάδου που θα απέφεραν οι ως άνω καλλιέργειες ανέρχεται σε (444 κιλά λάδι ανά έτος Χ 6 καλλιεργητικές περίοδοι) 2.664 κιλά. Το κάθε ελαιόδενδρο στις παραπάνω ελαιοκομικές περιόδους απέφερε 10 κιλά ελαιόκαρπο ανά έτος Χ 148 ελαιόδενδρα Χ 6 ελαιοκομικές περιόδους Χ 6% απόδοση σε λάδι λόγω της ξηρικής καλλιέργειας και επομένως η συνολική παραγωγή ανήλθε σε 540 κιλά.

Κατά συνέπεια ζημιώθηκε κατά 2.124 κιλά ελαιολάδου, του οποίου η αξία στην αγορά ανερχόταν στο ποσό των δύο (2) ευρώ ανά κιλό και επομένως το συνολικό ποσό των 4.248 ευρώ". Ακολούθως, με βάση τις πιο πάνω παραδοχές, το Εφετείο, αφού δέχθηκε και κατ' ουσίαν την έφεση του αναιρεσιβλήτου, κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, το οποίο είχε απορρίψει κατ' ουσίαν την ένδικη αγωγή αποζημίωσης, λόγω της σ' αυτή αδικοπραξίας των αναιρεσειόντων κατά του αναιρεσιβλήτου, έκανε κατ' ουσίαν μερικά δεκτή την αγωγή αυτή και υποχρέωσε τους εναγομένους (ήδη αναιρεσείοντες) να καταβάλουν στον ενάγοντα (ήδη αναιρεσίβλητο) το ποσό των 4.248 ευρώ, με το νόμιμο τόκο του.

Με το μοναδικό λόγο της αναίρεσης και πιο συγκεκριμένα κατά το τμήμα του (αριθμός 1), από το άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι περιέχει αντιφατικές αιτιολογίες, επειδή, ενώ στην αρχή αναφέρει "ότι η γεώτρηση ανήκε από κοινού σε όλους τους κατασκευαστές και μάλιστα κατά το 1/5 εξ αδιαιρέτου" στη συνέχεια αναφέρει ότι "ο κληρονομούμενος ΑΑ, κύριος του διανεμηθέντος αγρού είχε δικαίωμα δουλείας αντλήσεως ύδατος από την εν λόγω γεώτρηση", με αποτέλεσμα να προκύπτει ασάφεια για το είδος του δικαιώματος που ανήκει στον ενάγοντα.

Όμως οι αιτιολογίες αυτές δεν είναι αντιφατικές, ώστε η προσβαλλόμενη απόφαση να στερείται νόμιμης βάσης, αφού, με βάση όσα δέχθηκε αυτή, ένας από τους κατασκευαστές της γεώτρησης αυτής και δικαιούχος της δουλείας αντλήσεως ύδατος ήταν και ο αποβιώσας το 1972 ΑΑ, δικαιοπάροχος τόσο του ενάγοντα όσο και του δικαιοπαρόχου των εναγομένων ΒΒ, οι οποίοι μαζί με τους δύο άλλους συγκληρονόμους ΔΔ και ΓΓ "ερρύθμισαν και τη χρήση του ανήκοντος σ' αυτούς μεριδίου επί του νερού της γεώτρησης" κατά τον σ' αυτή αναφερόμενο τρόπο.

Περαιτέρω οι αναιρεσείοντες προβάλλουν και τις εξής, από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αιτιάσεις: Με το τμήμα αριθμός 2 του λόγου αυτού ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, ενώ δέχεται ότι ο αναιρεσίβλητος προσέφυγε στις αρμόδιες αρχές και στα πολιτικά δικαστήρια για την υπεράσπιση των συμφερόντων του, δεν προσδιορίζει με ακρίβεια τις δικαστικές και εξώδικες ενέργειες του, πότε έγιναν και ποιά ήταν τα αποτελέσματα αυτών.

Επίσης με τον ίδιο λόγο κατά τα 3α, β και γ τμήματά του ότι, ενώ η προσβαλλόμενη απόφαση δέχεται ότι ο αναιρεσίβλητος φύτεψε 148 ελαιόδενδρα το έτος 1980, τα οποία είχαν αναπτυχθεί με συνθήκες ξηρικής καλλιέργειας και οι εναγόμενοι δεν του επέτρεψαν να τα ποτίσει, δεν προσδιορίζει πότε άρχισαν να τον εμποδίζουν στο πότισμα, σε τρόπον ώστε να κριθεί αν η περί παραγραφής ένσταση των αναιρεσειόντων ήταν βάσιμη.

Ακόμη με το τελευταίο τμήμα του λόγου αυτού προβάλλουν οι αναιρεσείοντες ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν αναφέρει πώς και με ποιές προϋποθέσεις τα ως άνω ελαιόδενδρα, που αναπτύχθηκαν με συνθήκες ξηρικής καλλιέργειας, θα απέδιδαν 30 κιλά ελαιοκάρπου μετά 15ετία. Όμως οι μεν αιτιάσεις που εκτίθενται στα τμήματα 2 και τελευταίο του ως άνω λόγου αναφέρονται στην επιχειρηματολογία του δικαστηρίου της ουσίας και όχι στο αναγκαίο περιεχόμενο των κανόνων ουσιαστικού δικαίου που ήταν εφαρμοστέες στην προκείμενη περίπτωση, και επομένως, ο λόγος αυτός κατά τα πιο πάνω τμήματά του είναι απαράδεκτος, οι δε αιτιάσεις που αναφέρονται στα τμήματα 3α, β και γ του μοναδικού λόγου αναίρεσης, αλυσιτελώς προβάλλονται, ενόψει του ότι, όπως από την ίδια προκύπτει, η προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε την ένσταση παραγραφής των αναιρεσειουσών αναφορικά με την αξίωση του αναιρεσιβλήτου για αποζημίωση του για την πριν από την άσκηση της αγωγής πενταετία, κατά την οποία (πενταετία) αυτή ρητά δέχεται ότι οι αναιρεσείοντες εμπόδισαν τον αναιρεσίβλητο να ποτίσει από τη γεώτρηση τα πιο πάνω ελαιόδενδρα και όχι για το προηγούμενο αυτής διάστημα για το οποίο δεν επιδίκασε αποζημίωση και, επομένως, ο πιο πάνω λόγος, κατά τα προαναφερθέντα τμήματά του, υπό τις πιο πάνω αντίστοιχες αιτιάσεις, είναι αβάσιμος.

Τέλος οι αναιρεσείοντες με τον ίδιο λόγο της αναίρεσής τους, κατά το τμήμα με αριθμό 3β, αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση και την από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι δηλαδή κατά παράβαση ουσιαστικού νόμου η ως άνω απόφαση απέρριψε την περί παραγραφής των αξιώσεων του αναιρεσιβλήτου ένσταση τους.

Όμως εφόσον στο αναιρετήριο δεν εκτίθενται κατά τρόπο σαφή ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε, σε τι συνίσταται η παραβίαση αυτού και ο τρόπος που παραβιάστηκε, καθώς και η επίδραση που είχε το σφάλμα αυτό στο διατακτικό, ο λόγος αυτός της αναίρεσης κατά το ανωτέρω τμήμα του είναι αόριστος και, συνεπώς, απαράδεκτος.

Κατ' ακολουθίαν πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου (άρθρου 176, 183 Κ.Πολ.Δ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 19-1-2006 αίτηση των Χ1, κλπ για αναίρεση της 444/2005 απόφασης του Εφετείου Πατρών.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων διακοσίων (1.200) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Μαΐου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Ιουλίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ