1703/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος του Αντιπροέδρου), Χρήστο Αλεξόπουλο, Ειρήνη Αθανασίου, Σπυρίδωνα Ζιάκα και Αλέξανδρο Νικάκη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1703/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η αίτηση επαναφοράς ασκείται μέσα σε προθεσμία τριάντα ημερών από την άρση του εμποδίου που συνιστούσε την ανώτερη βία ή από τη γνώση του δόλου του αντιδίκου του. Ως ανώτερη βία νοείται το παρακωλυτικό της τήρησης της προθεσμίας γεγονός που ήταν απρόβλεπτο και δεν μπορούσε στη συγκεκριμένη περίπτωση, να αποτραπεί ούτε με μέτρα άκρας επιμέλειας και σύνεσης.
Full text
Απόφαση 1703 / 2007 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1703/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1΄ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος του Αντιπροέδρου), Χρήστο Αλεξόπουλο, Ειρήνη Αθανασίου, Σπυρίδωνα Ζιάκα και Αλέξανδρο Νικάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Μαϊου 2007, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Αθλητικού σωματείου με την επωνυμία "Α.Σ. ΑΡΗΣ", που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Γρόλλιο. Του αναιρεσιβλήτου: ........, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Μόκκα βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 § 2 Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-1-2003 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2146/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 3128/2004 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 25-4-2005 αίτησή του και τους από 16-2-2007 πρόσθετους λόγους, με τους οποίους ζητεί και την επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Εμμανουήλ Καλούδης, διάβασε την από 1-9-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και την από 20-4-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση και των προσθέτων λόγων αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, των προσθέτων λόγων και την επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά το άρθρο 569 παρ. 2 εδ. α ΚΠολΔ, οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ως προς τα ίδια κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης και τα κεφάλαια εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με αυτά, ασκούνται μόνο με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου, τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση.
Αντίγραφο του δικογράφου των πρόσθετων λόγων επιδίδεται πριν από την ίδια προθεσμία στον αναιρεσίβλητο και τους άλλους διαδίκους. Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό της με τις διατάξεις των άρθρων 568 παρ. 3 και 571 ΚΠολΔ, με τις οποίες προβλέπεται ο προσδιορισμός δικασίμου σε χρόνο που να παρέχει επαρκή προθεσμία για την επίδοση και την προπαρασκευή της υπόθεσης και τη σύνταξη της έκθεσης από τον εισηγητή που ορίστηκε, προκύπτει ότι ως ημέρα συζήτησης για τον υπολογισμό της προθεσμίας κατάθεσης και κοινοποίησης του δικογράφου των προσθέτων λόγων, νοείται η αρχικά οριζόμενη δικάσιμος κατά το άρθρο 568 παρ. 2 ΚΠολΔ από τον Πρόεδρο του οικείου τμήματος του Αρείου Πάγου, όχι δε και η τυχόν μεταγενέστερη, που ορίζεται μετά από αναβολή ή ματαίωση (Ολ.ΑΠ 143/1984, ΑΠ 9/2004).
Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 152 παρ. 1, 153, 154 και 155 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο διάδικος ο οποίος από ανώτερη βία ή δόλο του αντιδίκου του δεν μπόρεσε να τηρήσει κάποια προθεσμία, άρα και εκείνη για την άσκηση πρόσθετων λόγων αναίρεσης, μπορεί με οποιοδήποτε δικόγραφο διαμείβεται κατά τη δίκη ή με τις προτάσεις του ή με αυτοτελές δικόγραφο να ζητήσει την επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, προκειμένου να κριθεί, με δικαστική απόφαση, ότι η εκπρόθεσμη διαδικαστική πράξη, έχει τις έννομες συνέπειες που αυτή θα είχε αν ήταν εμπρόθεσμη.
Η αίτηση επαναφοράς ασκείται μέσα σε προθεσμία τριάντα ημερών από την άρση του εμποδίου που συνιστούσε την ανώτερη βία ή από τη γνώση του δόλου του αντιδίκου του. Ως ανώτερη βία νοείται το παρακωλυτικό της τήρησης της προθεσμίας γεγονός που ήταν απρόβλεπτο και δεν μπορούσε στη συγκεκριμένη περίπτωση, να αποτραπεί ούτε με μέτρα άκρας επιμέλειας και σύνεσης.
Στην αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων, αν ο διάδικος δεν μπόρεσε να τηρήσει κάποια προθεσμία λόγω ανώτερης βίας, πρέπει, μεταξύ των άλλων στοιχείων, να αναφέρονται και οι λόγοι για τους οποίους δεν κατέστη δυνατό να τηρηθεί η προθεσμία και τα αποδεικτικά μέσα για την εξακρίβωση της αλήθειάς τους. Ειδικότερα, πρέπει να αναφέρονται στην αίτηση τα γεγονότα, εξαιτίας των οποίων παρεμποδίστηκε η εμπρόθεσμη άσκηση της διαδικαστικής πράξεως καθώς και εκείνα που ανέτρεψαν το εμπόδιο, ιδίως δε ο χρόνος άρσεως της ανώτερης βίας, ώστε να προκύπτει αμέσως αν η αίτηση υποβάλλεται εντός της τριακονθήμερης προθεσμίας του άρθρου 153 του ΚΠολΔ. (ΑΠ 932/1984).
Στην προκείμενη περίπτωση το αναιρεσείον άσκησε την από 25-4-2005 αίτηση αναιρέσεως κατά της 3128/2004 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης, την οποία, όπως προκύπτει από την κάτω από αυτή βεβαίωση του αρμόδιου γραμματέα, κατέθεσε στη γραμματεία του Εφετείου εκείνου στις 28-4-2005. Ως ημέρα συζήτησης της αίτησης αναίρεσης, ενώπιον του Β1΄ Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, ορίστηκε η 19-9-2006, από την οποία, με αίτηση του αναιρεσιβλήτου, αναβλήθηκε η συζήτηση για τη δικάσιμο της 8-5-2007.
Στις 6-3-2007 το αναιρεσείον κατέθεσε την από 16-2-2007 αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση ισχυριζόμενο, ότι η αρχική ημερομηνία συζητήσεως της αιτήσεως αναιρέσεως (19-9-2006) ορίστηκε με επιμέλεια του αναιρεσιβλήτου, ο οποίος παρέλειψε να τη γνωστοποιήσει τουλάχιστο εξήντα ημέρες πριν από αυτήν στο αναιρεσείον, με αποτέλεσμα αυτό να μη λάβει γνώση της αρχικής δικασίμου, και ότι από το γεγονός αυτό, το οποίο συνιστά ανώτερη βία, δεν μπόρεσε να ασκήσει εμπροθέσμως πρόσθετους λόγους αναιρέσεως, δηλαδή πριν από την οριζόμενη από το άρθρο 569 παρ. 2 ΚΠολΔ προθεσμία των τριάντα ημερών από την αρχική δικάσιμο, ζήτησε δε ακολούθως την επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, ώστε να θεωρηθούν εμπρόθεσμοι οι ασκούμενοι εν συνεχεία, με το ίδιο δικόγραφο, πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως.
Η προαναφερόμενη αίτηση επαναφοράς πρέπει να απορριφθεί ως αόριστη, αφού δεν αναφέρεται ο τρόπος και ο χρόνος κατά τον οποίο πληροφορήθηκε το αναιρεσείον τον ορισμό της αρχικής ή της μετ' αναβολή δικασίμου, δηλαδή ο χρόνος άρσεως της ανώτερης βίας, προκειμένου να κριθεί αν η αίτηση ασκήθηκε εντός της προβλεπόμενης από το άρθρο 153 του ΚΠολΔ προθεσμίας των τριάντα ημερών από την άρση του εμποδίου που συνιστούσε την ανώτερη βία.
Ακολούθως, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι και οι ασκούμενοι εκπροθέσμως, ήτοι μετά την ορισθείσα κατά τα ανωτέρω πρώτη συζήτηση της αναιρέσεως, πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως.
Επειδή οι πρώτος, δεύτερος, κατά το πρώτο μέρος του, έβδομος, ένατος και ενδέκατος λόγοι της αναιρέσεως, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι αιτιάσεις ότι το Εφετείο δέχτηκε ότι οι διάδικοι είχαν συμφωνήσει να καταβληθεί στον αναιρεσίβλητο για την παροχή των υπηρεσιών του στο αναιρεσείον το συνολικό ποσό των 19.500.000 δρχ., παρότι α) από τις αποδείξεις που προσκομίστηκαν δεν προέκυψε η συμφωνία για καταβολή του παραπάνω ποσού, και β) κατά το πραγματικό περιεχόμενο του από 19-10-1999 ιδιωτικού συμφωνητικού η αμοιβή που όφειλε το αναιρεσείον να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο για όλη τη διάρκεια της συμβάσεώς του, ανέρχεται στο ποσό των 6.500.000 δραχμών, πρέπει να απορριφθούν προεχόντως ως απαράδεκτοι κατά το άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ, αφού πλήττουν την ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του Δικαστηρίου ως προς το παραπάνω πραγματικό γεγονός.
Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 118 παρ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ. συνάγεται ότι στο έγγραφο της αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και σε ποιο λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικώς αναφερόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ εμπίπτει η αιτίαση που προβάλλεται.
Επίσης, αν με την προσβαλλόμενη απόφαση κρίθηκε κατ' ουσίαν βάσιμη ή αβάσιμη η αγωγή ή άλλη αυτοτελής αίτηση ή ανταίτηση και αποδίδεται ή συνάγεται ότι αποδίδεται σ' αυτήν παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, θα πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο οι κανόνες που φέρονται ότι παραβιάστηκαν και οι ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου δηλ.
τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε τούτο, ως θεμελιωτικά της κρίσεώς του. Διαφορετικά ο λόγος αναίρεσης απορρίπτεται αυτεπαγγέλτως λόγω της αοριστίας του, ως απαράδεκτος. Δεν επιτρέπεται δε συμπλήρωση του αναιρετηρίου με την προσβαλλόμενη απόφαση ή άλλα διαδικαστικά έγγραφα (Ολ. ΑΠ 27/1998, 32/1996). Στην προκείμενη περίπτωση με το δεύτερο, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια, που εκτιμάται ότι στηρίζεται στο άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ -αφού το αναιρεσείον δεν αναφέρει τη διάταξη στην οποία στηρίζεται ο αναιρετικός λόγος-, διότι το Εφετείο δέχτηκε την αγωγή του αναιρεσίβλητου, παρότι σύμφωνα με τις νομοθετικές διατάξεις για τον ερασιτεχνικό αθλητισμό οποιαδήποτε συμφωνία μεταξύ αθλητή και αθλητικού σωματείου με την οποία προβλέπεται η καταβολή αποδοχών σε χρήμα ή χρηματικά δώρα στον αθλητή είναι άκυρη.
Στο αναιρετήριο όμως, πέραν του ότι δεν αναφέρονται οι διατάξεις που παραβιάστηκαν και δεν εξειδικεύεται η αποδιδόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση νομική πλημμέλεια, δεν παρατίθενται οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, δηλαδή τα περιστατικά που δέχτηκε το Δικαστήριο και στα οποία στήριξε τη φερόμενη ως εσφαλμένη κρίση του.
Επομένως με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου -του οποίου δεν επιτρέπεται συμπλήρωση, κατά τα προεκτεθέντα- δεν είναι δυνατό να ελεγχθεί και στοιχειοθετηθεί ο προαναφερόμενος λόγος της αναιρέσεως, ο οποίος πρέπει, να απορριφθεί ως αόριστος. Σε κάθε περίπτωση, ο λόγος αυτός στηρίζεται σε μη συντρέχουσα προϋπόθεση, αφού όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα για τη βασιμότητα των αξιώσεων του αναιρεσίβλητου από τη σύμβαση παροχής αθλητικών υπηρεσιών ερασιτέχνη αθλητή (υδατοσφαιριστή) που είχε συνάψει με το αναιρεσείον, δέχτηκε ότι τα χρηματικά ποσά που του οφείλει το τελευταίο είχε συμφωνηθεί να καταβάλλονται σ' αυτόν για την υποστήριξη της αθλητικής του δραστηριότητας και ειδικότερα για την κάλυψη των οδοιπορικών του εξόδων (άρθρ. 33 παρ.1 και 2 του Ν. 2725/1999).
Επειδή, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 20 του ΚΠολΔ, παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας από κακή ανάγνωση του περιεχομένου αποδεικτικού εγγράφου, στο οποίο αποκλειστικώς ή προεχόντως στήριξε την κρίση του, απέδωσε σ' αυτό περιεχόμενο καταδήλως διάφορο του αληθινού.
Παραμόρφωση όμως με την παραπάνω έννοια δεν υπάρχει όταν το δικαστήριο ανέγνωσε σωστά το έγγραφο και αξιολογώντας το αληθινό περιεχόμενό του, οδηγήθηκε σε συμπέρασμα διαφορετικό από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, αφού η κρίση του αυτή αποτελεί εκτίμηση πραγμάτων που εκφεύγει, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, τον αναιρετικό έλεγχο (Ολ.
ΑΠ 1/1999). Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο παραπάνω λόγος αναιρέσεως, θα πρέπει να παρατίθεται κατά λέξη στο αναιρετήριο το ακριβές περιεχόμενο του εγγράφου και το περιεχόμενο που δέχθηκε ότι είχε το δικαστήριο, καθώς και ο ουσιώδης ισχυρισμός για την απόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε τούτο, ώστε να είναι δυνατό να ελεγχθεί από το αναιρετήριο αν το δικαστήριο ανέγνωσε σωστά ή λανθασμένα το έγγραφο και αν στήριξε αποκλειστικά ή προεχόντως σ' αυτό την κρίση του για το αποδεικτέο γεγονός.
Στην προκειμένη περίπτωση το αναιρεσείον ισχυρίζεται με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 20 του ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο του από 19-10-1999 ιδιωτικού συμφωνητικού, αφού έκρινε ότι το ποσό των 6.500.000 δρχ., που συμφωνήθηκε να καταβληθεί στον αναιρεσίβλητο, αφορούσε ετήσιες απολαυές ή οδοιπορικά, παρότι το ποσό αυτό είχε συμφωνηθεί να καταβληθεί σ' αυτόν για όλο το χρονικό διάστημα της τριετίας, κατά το οποίο διήρκεσε η ένδικη σύμβαση.
Στο αναιρετήριο όμως δεν αναγράφεται το ακριβές περιεχόμενο του ως άνω εγγράφου και συνεπώς ο προαναφερόμενος λόγος της αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως αόριστος. Επειδή, ο προβλεπόμενος από τον αριθ. 12 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για παράβαση των ορισμών του νόμου ως προς τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων δεν μπορεί να στοιχειοθετηθεί επί της εξώδικης ομολογίας, η οποία κατά το άρθρο 352 παρ. 2 του ΚΠολΔ εκτιμάται ελευθέρως από το δικαστήριο.
Επομένως, οι τάταρτος, πέμπτος, και όγδοος λόγοι της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 12 του ΚΠολΔ, κατά τους οποίους το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα κατά παράβαση των ορισμών του νόμου ως προς την αποδεικτική δύναμη της από 30-9-2002 εξώδικης ομολογίας του αναιρεσίβλητου ότι ουδεμία αξίωση έχει κατά του αναιρεσείοντος, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι.
Επειδή η εκδίκαση υποθέσεως υπαγομένης στην καθ' ύλην αρμοδιότητα του δικάσαντος Δικαστηρίου κατά διαδικασία διαφορετική από εκείνη που ορίζει ο νόμος δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 5 του ΚΠολΔ (Ολ.ΑΠ 402/1981). Επομένως, ο έκτος λόγος της αναιρέσεως από την παραπάνω διάταξη, με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι δεν παρέπεμψε την υπόθεση για να εκδικαστεί από το αρμόδιο Δικαστήριο με την προσήκουσα διαδικασία, ενόψει του ότι η ένδικη διαφορά δεν ήταν εργατική, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.
Επειδή κατά το άρθρο 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Η διάταξη αυτή αποτελεί εκδήλωση της αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει την νομιμότητα της προσβαλλόμενης αποφάσεως, με βάση τα πραγματικά γεγονότα και τους ισχυρισμούς που τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου από τους διαδίκους και γι΄αυτό ακριβώς νέοι ισχυρισμοί, έστω και επιγενόμενοι, δεν μπορούν να προταθούν, ούτε για τη θεμελίωση των λόγων αναιρέσεως, ούτε για την απόκρουσή τους, αν δεν συντρέχει κάποια από τις προαναφερόμενες εξαιρέσεις.
Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο ΄Αρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναιρέσεως είχε προταθεί στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, και μάλιστα ότι είχε προταθεί νομίμως.
Συνεπώς ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο χρόνος και τρόπος προτάσεώς του, ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος. Επομένως, ο δέκατος λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο, εφαρμόζοντας εσφαλμένα το νόμο, δεν έκρινε ότι η ένδικη αξίωση του αναιρεσιβλήτου ασκείται καταχρηστικά, πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως αόριστος, αφού το αναιρεσείον δεν επικαλείται ότι την ένσταση καταχρήσεως δικαιώματος, που δεν εμπίπτει σε κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ και στην οποία στηρίζεται ο παραπάνω λόγος της αναιρέσεως, προέτεινε στο δικαστήριο της ουσίας, ούτε αναφέρει το χρόνο και τρόπο προτάσεώς της, ώστε να μπορεί να κριθεί αν ήταν παραδεκτή και νόμιμη.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 16-2-2007 αίτηση για επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση.
Απορρίπτει την από 25-4-2005 αίτηση και τους από 16-2-2007 πρόσθετους λόγους αναιρέσεως της 3128/2004 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Ιουνίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 5 Ιουλίου 2007.
O ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ