Legislator Case Law & Legislation
1703/2006 AI generated

Supreme Court dismisses appeal request to correct judgment for alleged drafting error regarding appeal grounds.

Case Number 1703/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected an anonymous company's request to correct a previous judgment regarding a drafting error. The company argued the court failed to identify an appeal ground concerning the primary claim, though the original appeal only challenged the supplementary claim. The court ruled that no drafting error existed because the omission of the ground for the primary claim was intentional, not accidental, and correcting it would alter the judgment's substance.

Legislator headnote

AI generated

Article 315 of the Code of Civil Procedure; Article 573 paragraph 1 of the same Code: A judgment may be corrected only for drafting or calculation errors arising from inconsistency or mathematical mistake, provided the correction does not alter the judgment's substance or content.

Keywords

AI generated
judgment correction drafting error substantive alteration intentional omission appeal grounds Supreme Court civil procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 315 of the Code of Civil Procedure
Article 573 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Decision 1487/2002
Decision 22/2004 of the Plenary Assembly
Decision 17/2003

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1703 / 2006 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1703/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Aνδρέα Μαρκάκη, Ηλία Γιαννακάκη, Αθανάσιο Θεμέλη, Μάριο-Φώτιο Χατζηπανταζή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Σεπτεμβρίου 2006, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, προκειμένου να αποφανθεί, για την διόρθωση της 1487/2002 αποφάσεως του Αρείου Πάγου (Β2' Τμήματος), μετά την από 8/3/2006 αίτηση της ανωνύμου εταιρίας υπό την επωνυμία "TRANSMAR SHIPING CO S.A.", μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανωνύμου εταιρίας υπό την επωνυμία "TRANSMAR SHIPING CO S.A.", που εδρεύει στον Παναμά, έχει εγκαταστήσει και λειτουργεί στην Ελλάδα γραφείο κατά τις διατάξεις του αν.ν. 89/1967 στον Πειραιά, όπως εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Στυλιανό Βλαστό.

Του αναιρεσίβλητου: ......, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Νταλάκα.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, ορίσθηκε εισηγητής ο Αρεοπαγίτης Ηλίας Γιαννακάκης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 315 του Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζεται και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, σύμφωνα με το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, αν από παραδρομή κατά τη σύνταξη της απόφασης περιέχονται λάθη γραφικά ή λογιστικά ή το διατακτικό της διατυπώθηκε κατά τρόπο ελλιπή ή ανακριβώς, το δικαστήριο που την έχει εκδώσει μπορεί, αν το ζητήσει κάποιος διάδικος ή αυτεπαγγέλτως, να τη διορθώσει με νέα απόφασή του.

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για να γίνει διόρθωση των σφαλμάτων στο αιτιολογικό της αποφάσεως θα πρέπει τα σφάλματα να οφείλονται σε ασυμφωνία αυτών που ήθελε το δικαστήριο και αυτών που έχουν διατυπωθεί στην απόφαση ή σε μαθηματικό εσφαλμένο υπολογισμό, ενώ η διόρθωση της αποφάσεως δεν μπορεί να σχετίζεται με την ουσία της υποθέσεως, να αλλοιώνει την έννοια της αποφάσεως και να μεταβάλει ή ανακαλεί το περιεχόμενό της.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, ο καθού η αίτηση με την, από 24-2-1999, αγωγή του κατά της αιτούσας, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, ζήτησε, ανάμεσα στα άλλα, την αποζημίωση του άρθρου 8 του ν. 3198/1955, λόγω αποχώρησής του από την υπηρεσία της αιτούσας. Στη συνέχεια με την, από 7-7-1999, αγωγή του, συμπληρωματική της πρώτης, επικαλούμενος εσφαλμένο υπολογισμό των αποδοχών του, ζήτησε συμπληρωματική αποζημίωση του άρθρου 8 του ν. 3198/1955.

Το Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς με την 5666/2000 απόφασή του δέχθηκε ότι, η πρώτη από τις παραπάνω αγωγές είχε ασκηθεί μέσα στην εξάμηνη αποσβεστική προθεσμία του άρθρου 6 παρ. 2 του ν. 3198/1955 και ήταν παραδεκτή, γιατί ο καθού η αίτηση είχε αποχωρήσει από την υπηρεσία της αιτούσας στις 17-9-1998, ενώ η αγωγή αυτή είχε επιδοθεί στην αιτούσα στις 5-3-1999 και έτσι έγινε δεκτή με την ίδια απόφαση και ως ουσιαστικά βάσιμη η αγωγή αυτή ως προς το παραπάνω αίτημά της.

Ως προς τη δεύτερη, όμως, από τις παραπάνω αγωγές δέχθηκε ότι, αυτή ήταν απαράδεκτη και απορριπτέα, γιατί είχε ασκηθεί μετά την πάροδο της παραπάνω προθεσμίας, αφού είχε επιδοθεί στην αιτούσα στις 9-7-1999. Κατά της παραπάνω απόφασης άσκησαν έφεση και οι δύο διάδικοι. Η αιτούσα με την έφεσή της ισχυρίσθηκε ότι, εσφαλμένα κρίθηκε ως παραδεκτή η πρώτη από τις παραπάνω αγωγές, επειδή ο καθού η αίτηση είχε αποχωρήσει από την υπηρεσία της σε προγενέστερο χρόνο της 17-9-1998 και έτσι είχε συμπληρωθεί η πιο πάνω εξάμηνη αποσβεστική προθεσμία, ενώ ο καθού η αίτηση παραπονέθηκε με την έφεσή του, γιατί είχε απορριφθεί ως απαράδεκτη η πιο πάνω συμπληρωματική αγωγή του.

Το Εφετείο Πειραιώς με την 509/2001 απόφασή του δέχθηκε ότι, για την καταβολή της αποζημιώσεως του άρθρου 8 του ν. 3198/1955 δεν ισχύει η εξάμηνη αποσβεστική προθεσμία του άρθρου 6 παρ. 2 του ίδιου νόμου και έτσι απορρίφθηκε με την παραπάνω απόφαση η έφεση της αιτούσας. Ως προς την έφεση του καθού η αίτηση δέχθηκε ότι, "έπρεπε να επιδικασθεί στον ενάγοντα αποζημίωση απολύσεως ύψους 4550000 δραχμών, λαμβανομένης υπόψη της διορθώσεως του οικείου αιτήματός του που έγινε με τη δεύτερη των συνεκδικασθεισών αγωγών, παρά το γεγονός ότι αυτή επιδόθηκε στην εναγομένη την 9-7-1999, δηλαδή μετά τη συμπλήρωση εξαμήνου από της αποχωρήσεως του ενάγοντος από την εργασία του, αφού, όπως ήδη σημειώθηκε, η αποσβεστική προθεσμία του άρθρου 6 παρ. 2 του ν. 3198/1955 δεν έχει εφαρμογή στην προκείμενη περίπτωση".

Η αιτούσα άσκησε αίτηση αναιρέσεως κατά της παραπάνω αποφάσεως του Εφετείου, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., προβάλλοντας ότι, εσφαλμένα δέχθηκε το Εφετείο ότι, δεν είχε εφαρμογή στην κρινόμενη υπόθεση η εξάμηνη αποσβεστική προθεσμία. Στην αίτηση αναιρέσεως, στην οποία περιεχόταν η πιο πάνω παραδοχή του Εφετείου, δεν υπήρχε αιτίαση για την απόρριψη της πρώτης από τις πιο πάνω συνεκδικασθείσες αγωγές, αλλά αιτίαση μόνο για την απόρριψη της δεύτερης από αυτές.

Ο Άρειος Πάγος με τη 1487/2002 απόφασή του, κρίνοντας ότι υπάρχει ζήτημα γενικότερου ενδιαφέροντος και χάριν της ενότητας της νομολογίας, παρέπεμψε στην τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου την αίτηση αναίρεσης της αιτούσας, με τον μοναδικό λόγο της οποίας, όπως αναφέρεται στην απόφαση "από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., προβάλλεται η αιτίαση της παραβιάσεως από την προσβαλλομένη των άνω ουσιαστικών κανόνων, δια της κρίσεώς της ότι η συμπληρωματική αγωγή του αναιρεσιβλήτου, περί καταβολής σε αυτόν αυξημένης αποζημιώσεως, έναντι εκείνης, την οποία είχε ζητήσει με την κύρια αγωγή του, λόγω της αποχωρήσεως του από την εργοδότιδά του αναιρεσείουσα μετά συμπλήρωση δεκαπενταετούς υπηρεσίας και τη συγκατάθεσή της, δεν υπέκυψε στην παραπάνω αποσβεστική προθεσμία, παρά το γεγονός ότι αυτή (αγωγή) κοινοποιήθηκε στην αναιρεσείουσα μετά πάροδο εξαμήνου από της αποχωρήσεώς του, από της οποίας κατέστη απαιτητή η περί της εν λόγω αποζημιώσεως αξίωσή του".

Με την κρινόμενη αίτηση διορθώσεως της παραπάνω απόφασης του Αρείου Πάγου η αιτούσα ζητεί, να διορθωθεί η απόφαση αυτή, έτσι ώστε να ορισθεί ότι, με αυτή παραπέμφθηκε στην τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως όχι μόνο ως προς την πιο πάνω συμπληρωματική αγωγή της αλλά και ως προς την κύρια αγωγή της.

Η αίτηση αυτή είναι κατ' αρχήν απαράδεκτη, γιατί με αυτή επιδιώκεται η αλλοίωση της 1487/2002 απόφασης του Αρείου Πάγου, αφού με αυτή κρίθηκε ότι, δεν υπήρχε αιτίαση στην αίτηση αναιρέσεως για παραβίαση ουσιαστικών κανόνων σε σχέση με την πρώτη κύρια αγωγή, αλλά υπήρχε τέτοια αιτίαση μόνο για τη δεύτερη συμπληρωματική και δεν υπάρχει παραδρομή του δικαστηρίου ως προς το ζήτημα αυτό.

Ανεξάρτητα όμως του απαραδέκτου της κρινόμενης αιτήσεως διορθώσεως, αυτή είναι και αβάσιμη ουσιαστικά, αφού όπως προαναφέρθηκε και όπως αναφέρεται και στην 22/2004 απόφαση της τακτικής Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, με την οποία απορρίφθηκε αίτηση της αιτούσας για διόρθωση και της 17/2003 απόφασής της, η οποία εκδόθηκε μετά την παραπομπή σ' αυτή της πιο πάνω αίτησης αναίρεσης, δεν υπήρχε στην αίτηση αναίρεσης της αιτούσας αιτίαση για την απόρριψη της κύριας αγωγής.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την αίτηση. Και

Καταδικάζει την αιτούσα στα δικαστικά έξοδα του καθού η αίτηση, τα οποία ορίζει σε επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Οκτωβρίου 2006.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 31 Οκτωβρίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ