Legislator Case Law & Legislation
1702/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on enforcement of auction due to procedural defects in electronic auction conversion.

Case Number 1702/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed appeals filed by a private individual and Alpha Bank against a First Instance Court decision. The Court upheld the lower court's finding that the forced auction was invalid because it failed to meet the mandatory electronic auction requirements introduced by Law 4512/2018. Consequently, the Court ruled that the enforcement proceedings were procedurally flawed and ordered the appeals to be rejected with costs borne by the appellants.

Legislator headnote

AI generated

Articles 208 of Law 4512/2018; Article 559 of the Code of Civil Procedure: The court held that an enforcement auction conducted before the mandatory electronic auction regime became effective is invalid if it was not properly converted and notified according to the new statutory requirements.

Keywords

AI generated
enforcement auction electronic auction procedural defect Law 4512/2018 appeal dismissal enforcement proceedings conversion of auction

Cited Legislation

AI generated
Article 208 of Law 4512/2018
Article 60 of Law 4472/2017
Article 246 of the Code of Civil Procedure
Article 573 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 180, 183, 191 of the Code of Civil Procedure
Articles 955 and 995 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1702 / 2024 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1702/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Παναγιώτη Βενιζελέα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 46/2024 Πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Παναγιώτα Γκουδή - Νινέ και Ελένη Θεοδωρακοπούλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Απριλίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θ. Π., για να δικάσει τις υποθέσεις μεταξύ:

Α) Της αναιρεσείουσας: Χ. Π. του Μ., κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Απόστολο Μαυραγάνη, ο οποίος ανακάλεσε την από 5-4-2024 δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Των αναιρεσιβλήτων:

1) ανώνυμης τεχνικής εταιρείας με την επωνυμία "ARCON ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "ARCON CONSTRUCTIONS ATE", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και

2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "ALPHA BANK", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Η πρώτη αναιρεσίβλητη εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Όλγα Ζυγούρα, ενώ η δεύτερη αναιρεσίβλητη εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξανδρο Κοντόπουλο.

Β) Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "ALPHA BANK", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξανδρο Κοντόπουλο.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) ανώνυμης τεχνικής εταιρείας με την επωνυμία "ARCON ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "ARCON ATE", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) Χ. Π. του Μ., κατοίκου .... Η πρώτη αναιρεσίβλητη εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Όλγα Ζυγούρα, ενώ η δεύτερη αναιρεσίβλητη εκπροσωπήθηκε από το πληρεξούσιο δικηγόρο της Απόστολο Μαυραγάνη, ο οποίος ανακάλεσε την από 5-4-2024 δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-6-2019 ανακοπή της ήδη πρώτης αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 483/2020 μη οριστική και 305/2021 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5123/2022 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με τις από 2-12-2022 και 28-11-2022 αιτήσεις τους.

Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων αυτών, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειουσών ζήτησαν την παραδοχή των αιτήσεών τους, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψη των αιτήσεων των αντιδίκων τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 246 ΚΠολΔ, η οποία εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία κατά το άρθρο 573 παρ.1 ΚΠολΔ, το δικαστήριο σε κάθε στάση τη δίκης μπορεί, αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου, να διατάξει την ένωση και συνεκδίκαση περισσοτέρων εκκρεμών ενώπιον του δικών ανάμεσα στους ίδιους ή διαφορετικούς διαδίκους, αν υπάγονται στην ίδια διαδικασία και, κατά την κρίση του, διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης ή επέρχεται μείωση των εξόδων. Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (8-4-2024) συζητήθηκαν οι εξής υποθέσεις: α) η από 2-12-2022 αίτηση αναίρεσης της Χ. Π. κατά των 1. ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία ''ARCON ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ'' και 2. ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία '' ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ'' και β) η από 28-11-2022 αίτηση αναίρεσης της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία '' ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ'' κατά των 1. ''ARCON ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ'' και 2. Χ. Π. Οι ανωτέρω αιτήσεις αναιρέσεως στρέφονται κατά της ίδιας απόφασης και συγκεκριμένα κατά της υπ` αριθμ. 5123/2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών και, επομένως, πρέπει να συνεκδικαστούν, κατά το ως άνω άρθρο 246 ΚΠολΔ, αφού είναι συναφείς και από τη συνεκδίκασή τους διευκολύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 76 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., στην οποία ορίζονται ή έννοια και οι συνέπειες της αναγκαστικής ομοδικίας, "όταν η διαφορά επιδέχεται ενιαία μόνο ρύθμιση ή η ισχύς της απόφασης που θα εκδοθεί εκτείνεται σε όλους τους ομοδίκους ή όταν οι ομόδικοι, μόνον από κοινού μπορούν να ασκήσουν αγωγή ή να εναχθούν ή, εξ αιτίας των περιστάσεων που συνοδεύουν την υπόθεση, δεν μπορούν να υπάρξουν αντίθετες αποφάσεις απέναντι στους ομοδίκους, οι πράξεις του καθενός, ωφελούν και βλάπτουν τους άλλους οι ομόδικοι που μετέχουν νόμιμα στη δίκη ή έχουν προσεπικληθεί, αν δεν παραστούν, θεωρούνται ότι αντιπροσωπεύονται, από εκείνους που παρίστανται".

Περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας καθιερώνεται και με τη διάταξη του άρθρου 933 του Κ.Πολ.Δ., από την οποία προκύπτει, ότι η ανακοπή κατά της αναγκαστικής εκτέλεσης, που ασκείται από τον οφειλέτη - καθού η εκτέλεση, μετά την κατακύρωση του εκπλειστηριάσματος, πρέπει να απευθύνεται κατά του υπερθεματιστή και κατά του επισπεύδοντος δανειστή, αφού η διαφορά επιδέχεται ως προς αυτούς ενιαία μόνο ρύθμιση και δεν νοείται έγκυρος πλειστηριασμός για τον έναν και άκυρος για τον άλλον, αν δε δεν απευθύνεται και κατά των δύο τούτων, η ανακοπή είναι απαράδεκτη. (ΟλΑΠ 6/2005, ΟλΑΠ 11/1992, ΑΠ 324/2024, ΑΠ 1132/2012, ΑΠ 214/2009, ΑΠ 37/2009).

Εξάλλου, στα άρθρα 556 παρ. 1 και 558 ΚΠολΔ ορίζεται, αντίστοιχα, ότι : ''1. Δικαίωμα αναίρεσης έχουν, εφόσον νικήθηκαν ολικά ή εν μέρει στη δίκη που εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ο ενάγων, ο εναγόμενος, ο εκκαλών, ο εφεσίβλητος, εκείνος που ζητεί την αναψηλάφηση, εκείνος κατά του οποίου στρέφεται η αναψηλάφηση, εκείνοι που είχαν ασκήσει κύρια ή πρόσθετη παρέμβαση, οι προσεπικληθέντες, οι καθολικοί διάδοχοι και οι ειδικοί διάδοχοι, εφόσον απέκτησαν την ιδιότητα αυτή μετά την άσκηση της αγωγής, καθώς και οι εισαγγελείς, μόνο αν ήταν διάδικοι'' και '' Η αναίρεση απευθύνεται κατά εκείνων οι οποίοι ήταν διάδικοι στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ή των καθολικών διαδόχων τους ή των κληροδόχων τους.

Αν υπάρχει αναγκαστική ομοδικία, η αναίρεση πρέπει να απευθύνεται κατά όλων των ομοδίκων, αλλιώς απορρίπτεται ως απαράδεκτη''. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό και με την διάταξη άρθρου 68 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι: "δικαστική προστασία έχει δικαίωμα να ζητήσει όποιος έχει άμεσο έννομο συμφέρον", προκύπτει ότι νομιμοποιείται παθητικά ως αναιρεσίβλητος, ο αντίδικος του αναιρεσείοντος στην δίκη, έναντι του οποίου ο αναιρεσείων νικήθηκε, όχι όμως και ο ομόδικος του, ο οποίος νικήθηκε, επίσης, στη δίκη αυτή και ο οποίος, έχοντας το ίδιο με τον αναιρεσείοντα έννομο συμφέρον να εξαφανισθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, μόνον ως ομόδικος του αναιρεσείοντος μπορεί να μετάσχει στην αναιρετική δίκη, με την άσκηση αναίρεσης από κοινού ή αυτοτελώς, εκτός αν, λόγω της φύσης της δίκης, ήταν δυνατή η δημιουργία αντιδικίας και μεταξύ των ομοδίκων, όπως στη δίκη διανομής ή αν η απόφαση περιέχει διάταξη βλαπτική για τον αναιρεσείοντα και επωφελή για τον ομόδικό του (ΟλΑΠ 15/1996, ΑΠ 754/2019, ΑΠ 86/2013, πρβλ για το ίδιο ζήτημα επί έφεσης ΑΠ 324/2024).

Τα ίδια ισχύουν και στην περίπτωση της αναγκαστικής ομοδικίας, οπότε η αναίρεση, κατά το εδάφ. β` του άρθρου 558 ΚΠολΔ, πρέπει μεν να απευθύνεται κατά όλων των ομοδίκων, ως ομόδικοι, όμως, κατά του συνόλου των οποίων πρέπει να απευθύνεται, με την ποινή του απαραδέκτου, η αναίρεση, νοούνται στην παραπάνω διάταξη οι αντίδικοι του αναιρεσείοντος στην δίκη και όχι και οι δικοί του αναγκαίοι στη δίκη αυτή ομόδικοι, αφού η αναίρεση που ασκείται από ένα των αναγκαίων ομοδίκων, θεωρείται, κατά το άρθρο 76 παρ. 4 ΚΠολΔ, ότι έχει ασκηθεί και από τους λοιπούς, οι οποίοι, με την αντίθετη εκδοχή, ότι η αναίρεση, δηλαδή, πρέπει να απευθύνεται και κατά των αναγκαίων ομοδίκων του αναιρεσείοντος στην δίκη, θα εμφανίζονταν να έχουν ταυτόχρονα την ιδιότητα και του αναιρεσείοντος και του αναιρεσίβλητου, κάτι όμως που είναι και λογικά και νομικά απαράδεκτο (ΑΠ 324/2024, ΑΠ 754/2019, ΑΠ 364/2018, ΑΠ 86/2013).

Περαιτέρω όμως, κατά την διάταξη του άρθρου 76 παρ. 3 ΚΠολΔ, ο αναγκαίος ομόδικος πρέπει σε κάθε περίπτωση να καλείται για να μετάσχει στη συζήτηση του ένδικου μέσου, αλλιώς, σε περίπτωση μη εμφάνισης τούτου, κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση ως προς όλους τους διαδίκους(ΑΠ 324/2024, ΑΠ 42/2016, ΑΠ 1403/2005)

Στην προκειμένη περίπτωση η προσβαλλόμενη απόφαση αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων: Με την από 18-6-2019 ανακοπή της η ανακόπτουσα εταιρία με την επωνυμία ''ARCON ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ'', ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη αμφοτέρων των αιτήσεων αναιρέσεως, εξέθεσε ότι με επίσπευση της πρώτης των καθών ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία '' ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ'', ήδη αναιρεσείουσας - αναιρεσίβλητης, και με εκτελεστό τίτλο την με αριθ. .../2014 διαταγή πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, κατασχέθηκαν με εντολή αυτής και με την υπ' αριθ. ...-2016 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Π.

Ζ., η περιγραφόμενη στην ανακοπή ακίνητη περιουσία της, στη συνέχεια ορίστηκε ημερομηνία διενέργειας του πλειστηριασμού στις 26-7-2017, αρχικά με φυσικό τρόπο, τόπος αυτού το Ειρηνοδικείο Λαυρίου και υπάλληλος του πλειστηριασμού η συμβολαιογράφος Κέας Α. Σ., ακολούθως δε, ο πλειστηριασμός μετατράπηκε σε ηλεκτρονικό και διενεργήθηκε δυνάμει της υπ' αριθ. ...-2019 δήλωσης συνέχισης πλειστηριασμού της συμβολαιογράφου Κέας Α.

Σ., η οποία προέβη στη σύνταξη της υπ' αριθ. ...-2019 έκθεσης αναγκαστικού πλειστηριασμού με ηλεκτρονικά μέσα, με υπερθεματίστρια την δεύτερη των καθών η ανακοπή Χ. Π., ήδη αναιρεσείουσα - αναιρεσίβλητη , καθώς και της με αριθ. ...-2019 περίληψης κατακυρωτικής έκθεσης. Για τους λόγους που εκθέτει στο δικόγραφο της ανακοπής , η ανακόπτουσα ζήτησε να ακυρωθεί ο παραπάνω διενεργηθείς πλειστηριασμός , η ως άνω περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης και η υπ' αριθ. ...-2019 έκθεση βιαίας αποβολής και εγκατάστασης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών Π.

Ζ., να διαταχθεί η επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση και να διαταχθεί η διαγραφή από τα βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Κέας της προσβαλλόμενης ως άνω περίληψης κατακυρωτικής έκθεσης. Επί της ανακοπής αυτής εκδόθηκε αρχικά η υπ' αριθ. 483/2020 μη οριστική απόφαση του Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία ανέβαλε την πρόοδο της δίκης και διέταξε την προσκόμιση των νομιμοποιητικών εγγράφων της ανακόπτουσας και της παρασταθείσας πληρεξούσιου δικηγόρου αυτής και ακολούθως η υπ' αριθ. 305/2021 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία η ανακοπή απορρίφθηκε.

Κατά της ανωτέρω απόφασης η ανακόπτουσα εταιρία άσκησε την από 20-9-2021 έφεσή της, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθ. 5123/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την ανωτέρω έφεση, εξαφάνισε την υπ' αριθμ. 305/2021 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, στη συνέχεια δε, κρατώντας και δικάζοντας την ανακοπή, δέχθηκε αυτή και ακύρωσε την υπ' αριθ. ...-2019 έκθεση αναγκαστικού πλειστηριασμού με ηλεκτρονικά μέσα, που συνέταξε η επί του πλειστηριασμού υπάλληλος συμβολαιογράφος Κέας Α.

Σ., την υπ' αριθ. ...-2019 περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης που συνέταξε η ίδια συμβολαιογράφος και την υπ' αριθ. ...-2019 έκθεση βιαίας αποβολής και εγκατάστασης του δικαστικού επιμελητή Εφετείου Αθηνών Π. Ζ. Την απόφαση αυτή προσβάλλουν οι εφεσίβλητοι (Χ. Π. και ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ) , με τις κρινόμενες από 2-12-2021 και 28-11-2022 αιτήσεις αναίρεσης αντίστοιχα .

Η από 2-12-2022 αίτηση αναίρεσης της αναιρεσείουσας Χ. Π., είναι απαράδεκτη καθό μέρος στρέφεται κατά της δεύτερης αναιρεσίβλητης τραπεζικής εταιρίας ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ, γιατί αυτή ήταν, όπως προαναφέρθηκε, αναγκαία ομόδικος της αναιρεσείουσας στη δίκη ενώπιον του Εφετείου, και η αναιρεσείουσα δεν επικαλείται ειδικό έννομο συμφέρον για την απεύθυνση της αίτησης αναίρεσης και κατ' αυτής.

Για τον ίδιο λόγο η από 28-11-2022 αίτηση αναίρεσης της αναιρεσείουσας τραπεζικής εταιρίας ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ, είναι απαράδεκτη καθό μέρος στρέφεται κατά της δεύτερης αναιρεσίβλητης Χ. Π., γιατί αυτή ήταν αναγκαία ομόδικος της αναιρεσείουσας στη δίκη ενώπιον του Εφετείου και η αναιρεσείουσα δεν επικαλείται ειδικό έννομο συμφέρον για την απεύθυνση της αίτησης αναίρεσης και κατ' αυτής.

Η επίδοση των αιτήσεων αναίρεσης στις δεύτερες αναιρεσίβλητες αυτών όμως, όπως προαναφέρθηκε, θα εκτιμηθεί ως νόμιμη κλήση τους στην συζήτηση των αναιρέσεων .Ως προς την πρώτη αναιρεσίβλητη, αμφότερες οι κρινόμενες αιτήσεις αναίρεσης, ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553. 556, 558, 564, 566 παρ. 1 Κ.

Πολ. Δ. ), και συνεπώς είναι παραδεκτές και πρέπει να εξετασθούν για το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (άρθρο 577 παρ. 1, 3 Κ. Πολ. Δ.).

Α)Κοινοί λόγοι αμφοτέρων των αιτήσεων αναιρέσεως.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 62 εδ. α' ΚΠολΔ ικανός να είναι διάδικος είναι, όποιος έχει την ικανότητα να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, και, κατά το άρθρο 61 ΑΚ τα νομικά πρόσωπα αποκτούν προσωπικότητα με την τήρηση των όρων που αναγράφει ο νόμος.

Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθρου 64 § 2 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι τα νομικά πρόσωπα παρίστανται στο Δικαστήριο με τα φυσικά πρόσωπα, που τα εκπροσωπούν σύμφωνα με το νόμο ή το καταστατικό ή τη συστατική ή την ιδρυτική πράξη τους. Η αντιπροσωπευτική εξουσία του φυσικού προσώπου, που εκπροσωπεί το νομικό πρόσωπο, αποτελεί διαδικαστική προϋπόθεση της δίκης, η οποία ερευνάται αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της δίκης, σύμφωνα με το άρθρο 73 του ΚΠολΔ.

Κάθε νομικό πρόσωπο και συνεπώς και η ανώνυμη εταιρία επιτάσσεται με αναγκαστικού δικαίου διάταξη να έχει διοίκηση, είναι δε αυτό επιτακτική προϋπόθεση (άρθρο 65 ΑΚ). Χωρίς διοίκηση το νομικό πρόσωπο δεν μπορεί να υπάρχει σε ενέργεια. Εξάλλου, σύμφωνα με τον νόμο μόνον ο φορέας του αξιούμενου δικαιώματος έχει κατά κανόνα την εξουσία να εγείρει αγωγή ή να παραστεί στο Δικαστήριο αιτούμενος τη δικαστική προστασία του δικαιώματος αυτού, προκειμένου δε περί νομικού προσώπου διάδικος είναι αυτό τούτο το νομικό πρόσωπο, το οποίο μπορεί να εναγάγει και να παραστεί επί δικαστηρίου με τον κατά νόμο ορισμένο αντιπρόσωπό του, με τον οποίο, ως το αρμόδιο όργανο, εκφράζεται η νόμιμη, έγκυρη προς τούτο βούληση του νομικού προσώπου.

Έτσι, η ανώνυμη εταιρία εκπροσωπείται στο Δικαστήριο από το διοικητικό της συμβούλιο, το οποίο ενεργεί συλλογικά, εκτός αν το καταστατικό ορίζει διαφορετικά. Στην αρμοδιότητα του διοικητικού συμβουλίου της εταιρίας ανήκει η απόφαση για κάθε θέμα σχετικό με τη διοίκηση, διαχείριση της περιουσίας της εταιρίας και γενικά με την πραγματοποίηση του σκοπού της και συνεπώς και η απόφαση για την έγερση αγωγής (ΑΠ 1979/2008), ή την άσκηση ενδίκου μέσου.

Ειδικότερα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 77 παρ.1 του ν.4548/2018 ''Αναμόρφωση του δικαίου των ανωνύμων εταιριών", από την έναρξη ισχύος του οποίου (1η.1.2019, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 190 παρ.1 αυτού), καταργούνται οι διατάξεις των άρθρων 1 έως 63δ και 90 έως 146 του ν.2190/1920 (άρθρο 189 στοιχείο α' του ιδίου νόμου): ''Την εταιρία διοικεί το διοικητικό συμβούλιο.

Η διοίκηση της εταιρίας περιλαμβάνει τη διαχείριση και τη δικαστική και εξώδικη εκπροσώπηση της. Με την επιφύλαξη του άρθρου 87, το διοικητικό συμβούλιο ενεργεί συλλογικά'' ενώ στη διάταξη του άρθρου 86 παρ.1 αυτού ορίζεται ότι: "Το διοικητικό συμβούλιο είναι αρμόδιο να αποφασίζει για κάθε πράξη που αφορά τη διοίκηση της εταιρείας, τη διαχείριση της περιουσίας της και την εν γένει επιδίωξη του σκοπού της''.

Περαιτέρω η γενική συνέλευση είναι η μόνη αρμόδια, έχουσα αποκλειστική αρμοδιότητα προς τούτο, για την εκλογή των μελών του ΔΣ και την ανάκληση αυτών (77 παρ.2, 78 και 117 παρ. 1 β' Ν.4548/2018). Οι σύμβουλοι (μέλη ΔΣ), που εκλέγονται είναι μέτοχοι ή μη, φυσικά (αρθρ.83) πρόσωπα ή νομικά πρόσωπα (με ορισμό φυσικού προσώπου για την άσκηση των σχετικών εξουσιών (αρθρ.77 παρ.4), είναι τουλάχιστον τρεις (3) και όχι περισσότεροι των δεκαπέντε (15) ή όσοι προβλέπονται στο καταστατικό εντός του νομίμου ορίου (αρθρ.77 παρ. 3 και 4 Ν.4548/2018), ενώ υφίσταται δυνατότητα αντί διοικητικού συμβουλίου, το καταστατικό να προβλέπει το διορισμό μονομελούς διοικητικού οργάνου (σύμβουλος-διαχειριστής), εκλεγόμενου από τη γενική συνέλευση, ο οποίος είναι πάντοτε φυσικό πρόσωπο ( άρθρο 115 παρ. 1 Ν. 4548/2018), το δε άρθρο αυτό δεν εφαρμόζεται στις μεγάλες και μεσαίες εταιρείες, ούτε σε εταιρείες με μετοχές εισηγμένες σε ρυθμιζόμενη αγορά( άρθρο 115 παρ. 6 Ν. 4548/2018). Οι πράξεις της ΑΕ που αφορούν το ΔΣ (εκλογή μελών-παύση αυτών, στοιχεία αυτών) υπόκεινται σε δημοσιότητα (άρθρα 12 και 13 Ν.4548/2018) ,με καταχώριση στο Γ.Ε.ΜΗ. , με ευθύνη του ΔΣ , σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 3419/2005, του άρθρου 232 του ν. 4072/2012 (Α 86) και του άρθρου 2 του ν. 4250/2014 (Α 74) και ισχύουν έναντι των καλόπιστων τρίτων (84 Ν.4548/2018).

Περαιτέρω, με τις διατάξεις των άρθρων 94 παρ. 1, 96 παρ. 1, 104 του ΚΠολΔ ορίζεται, αντιστοίχως: α) στα πολιτικά δικαστήρια [..] οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, β) η πληρεξουσιότητα δίνεται είτε με συμβολαιογραφική πράξη είτε με προφορική δήλωση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση είτε με ιδιωτικό έγγραφο, εφόσον η υπογραφή εκείνου που παρέχει την πληρεξουσιότητα βεβαιώνεται από δημόσια, δημοτική ή άλλη αρμόδια αρχή ή από δικηγόρο, μπορεί να αφορά ορισμένες ή όλες τις δίκες εκείνου, που την παρέχει και πρέπει να αναγράφει και τα ονόματα των πληρεξουσίων, γ) για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται, ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και, αν δεν υπάρχει, κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως. Το δικαστήριο, εξετάζει αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της δίκης την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβαση της.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 67 παρ. 1 εδαφ.α' ΚΠολΔ, αν υπάρχουν ελλείψεις σχετικά με την ικανότητα των διαδίκων για δικαστική παράσταση με το δικό τους όνομα ή σχετικά με τη νόμιμη εκπροσώπηση τους και την άδεια ή την εξουσιοδότηση που απαιτείται για τη διεξαγωγή της δίκης, εφόσον μπορούν να συμπληρωθούν, το δικαστήριο αναβάλλει την πρόοδο της δίκης και ορίζει προθεσμία για τη συμπλήρωση των ελλείψεων (ΟλΑΠ 13/2018, ΑΠ 1159/2019).

Περαιτέρω, το άρθρο 238 του ΑΚ, που αφορά τη συγκατάθεση που παρέχεται μετά την επιχείρηση της δικαιοπραξίας (έγκριση), η οποία έχει ως συνέπεια την κατά τον χρόνο τέλεσής της (αναδρομική) ισχυροποίηση της διενεργηθείσας δικαιοπραξίας (νομικής πράξης), εφαρμόζεται, ελλείψει αντιθέτου δικονομικού ορισμού, και επί των διαδικαστικών πράξεων (ΟλΑΠ 15/2008, ΑΠ 1979/2008). Τέλος, με το άρθρο 254 του ΚΠολΔ, το οποίο, ορίζεται, κατ` απόκλιση από το καθιερούμενο με το άρθρο 106 του ίδιου Κώδικα σύστημα της συζήτησης, ότι το δικαστήριο μπορεί και αυτεπαγγέλτως να διατάξει την επανάληψη της συζήτησης στο ακροατήριο, η οποία έχει κηρυχθεί περαιωμένη, όταν κατά τη μελέτη της υπόθεσης ή τη διάσκεψη παρουσιάζονται κενά ή αμφίβολα σημεία, που χρειάζονται συμπλήρωση ή επεξήγηση (ΑΠ 846/2017, ΑΠ 1314/2013). Η επαναλαμβανόμενη συζήτηση θεωρείται, κατ` άρθρο 254 εδ. β` ΚΠολΔ, συνέχεια της προηγουμένης, με την έννοια ότι πρόκειται για δύο συνεχόμενα δικονομικά στάδια, που συνθέτουν μία και μόνη συζήτηση, ένα αδιάσπαστο δικονομικό σύνολο. Επομένως, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 254, 271 επ., 280 ΚΠολΔ, εάν κάποιος παρέστη κανονικά, κατά την προηγουμένη συζήτηση, κατά την οποία διατάχθηκε η επανάληψη, όπως και στην αντίστροφη περίπτωση, όταν δηλ. δεν παρέστη στην αρχική, αλλά μόνο στην επαναλαμβανόμενη συζήτηση, δικάζεται αντιμωλία ( ΑΠ 1024/2019 ).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006). Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27/1998).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση. Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 7/2006).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο, ερευνώντας την αντιπροσωπευτική εξουσία του φυσικού προσώπου, που εκπροσώπησε την ανακόπτουσα και διόρισε την ασκήσασα την ανακοπή και παρασταθείσα ενώπιόν του, όπως και ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, πληρεξουσία δικηγόρο της, διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τις ακόλουθες αιτιολογίες: ''Το τελευταίο Διοικητικό Συμβούλιο της ανακόπτουσας ανώνυμης εταιρείας εξελέγη από τη Γενική Συνέλευσή της στις 30.3.3012 με πενταετή θητεία παρατεινόμενη μέχρι την 30.6.2017 και αποτελείτο από τους:

α) Ζ. M. του F. - Πρόεδρος & Διευθύνων Σύμβουλος από 02/04/2012 έως 30/06/2017, β) Α. Ο. του Γ. - Μέλος Δ.Σ. από 02/04/2012 έως 30/06/2017, γ) Κ. Λ. του Ι. - Μέλος Δ.Σ. από 02/04/2000 έως 30/06/2017, δ) Μ. Δ. του Χ. - Μέλος Δ.Σ. από 02/04/2012 έως 30/06/2017 και ε) Σ. Ζ. του Κ. - Μέλος Δ.Σ. από 02/04/2012 έως 30/06/2017, όπως τα παραπάνω προκύπτουν από το υπ' αρ. 2782/20-4-2012 Φύλλο της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως.

Σύμφωνα με το αρ. 22 παρ. 2 του καταστατικού της ανακόπτουσας, ορίζεται ότι "Τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου εκλέγονται σε μυστική ψηφοφορία από τη Γενική Συνέλευση των μετόχων. Όλα τα μέλη εκλέγονται για πενταετή θητεία που παρατείνεται μέχρι την ανάληψη των καθηκόντων από το νέο Διοικητικό Συμβούλιο που εκλέγεται από την τακτική Γενική Συνέλευση που εγκρίνει τον ισολογισμό του πέμπτου έτους.

Η θητεία πάντως δεν μπορεί να υπερβεί την εξαετία" (αρ. 9572/22-8- 2008 ΦΕΚ ΤΑΕ-ΕΠΕ). Πριν από την κατάθεση και επίδοση του δικογράφου της υπό κρίσιν ανακοπής, ήτοι στις 7.6.2019, συγκλήθηκε έκτακτη αυτόκλητη γενική συνέλευση των μετόχων της ανακόπτουσας, προκειμένου να αποφασίσει την τροποποίηση του καταστατικού της και να προβλέψει την δυνατότητα εκλογής μονομελούς διοικητικού οργάνου (σύμβουλου - διαχειριστή), σύμφωνα με τη διάταξη του αρ. 115 του Ν. 4548/2018, όπως αποδεικνύεται από το προσκομιζόμενο και επικαλούμενο "Πρακτικό της Έκτακτης Αυτόκλητης Γενικής Συνέλευσης των Μετόχων της Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία ARCON ΑΤΕ.

Την ως άνω από 7.6.2019 απόφαση της Γ.Σ. η ανακόπτουσα απέστειλε στο ΓΕΜΗ για δημοσίευση και το ΓΕΜΗ απέστειλε στην Περιφέρεια Αττικής, Γενική Διεύθυνση Βιώσιμης Ανάπτυξης και Κλιματικής Αλλαγής, Διεύθυνση Ανάπτυξης Περιφερειακής Ενότητας Κεντρικού Τομέα Αθηνών, Τμήμα Ανωνύμων Εταιρειών για έγκριση, σύμφωνα με το αρ. 9 παρ. 2 του Ν. 4548/2018.

Όμως η ως άνω αρμόδια Διεύθυνση, με το υπ' αρ. πρωτ. 3370/18.6.2019 έγγραφο της, απέρριψε το αίτημα έγκρισης της ως άνω απόφασης της Γ.Σ. της ανακόπτουσας για την τροποποίηση του καταστατικού, για τους ειδικότερα αναφερόμενους σε αυτό λόγους. Τέλος, από το υπ' αριθμόν πρωτοκόλλου ... από ....2020 έγγραφο του ΓΕΜΗ προκύπτει ότι τελικά το νέο καταστατικό της ανακόπτουσας, που προβλέπει στο άρθρο 22α ότι η ανακόπτουσα διοικείται από μονομελές διοικητικό όργανο και δη τον διαχειριστή της Α.

Ο., δημοσιεύθηκε στις ....2020. Επίσης, στη σελίδα 9 του δικογράφου της ανακοπής η ανακόπτουσα εκθέτει ως προς την νομιμοποίησή της, ότι εκπροσωπείται από μόνο την διαχειριστή της Α. Ο., όπως άλλωστε προκύπτει από το υπ' αριθμόν πρωτοκόλλου ... από ....2020 έγγραφο του ΓΕΜΗ. Κατόπιν των ανωτέρω η ανακόπτουσα κατά τη συζήτηση της ανακοπής ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου στις 18.5.2021 παραστάθηκε νομίμως εκπροσωπούμενη από τον εγκύρως διορισθέντα, κατά τα άνω, διαχειριστή της Α.

Ο., ο οποίος δια της παραστάσεώς του εξέφρασε σιωπηρά την βούλησή του περί εγκρίσεως των ανωτέρω διαδικαστικών πράξεων, ήτοι περί κατάθεσης και επίδοσης στις 18.6.2019 της ως άνω ανακοπής, καθώς και των στα πλαίσια της δίκης αυτής ενεργηθεισών πράξεων του παραστάντος για λογαριασμό της εταιρίας δικηγόρου, με συνέπεια οι πράξεις αυτές, κατά το ως άνω άρθρο 238 ΑΚ, να ισχυροποιηθούν αναδρομικώς, ήτοι από το χρόνο άσκησης της ανακοπής στις 18.6.2019.

Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που δέχθηκε ότι η ανακοπή είναι απαράδεκτη λόγω ελλείψεως ενεργητικής νομιμοποιήσεως στο πρόσωπο του διαχειριστή ως νομίμου εκπροσώπου της ανακόπτουσας, επειδή η απόφαση της γενικής συνέλευσης της τελευταίας, με την οποία τροποποιήθηκε το καταστατικό και ανατέθηκε στον παραπάνω η νόμιμη εκπροσώπησή της, δεν είχε ακόμη υποβληθεί σε δημοσιότητα, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις του νόμου που αναλύονται στις παραπάνω νομικές σκέψεις, όπως βάσιμα υποστηρίζεται με τον λόγο της ένδικης έφεσης, που πρέπει να γίνει δεκτός.

Κατόπιν αυτού, η κρινόμενη έφεση, πρέπει αυτή να γίνει δεκτή και να εξαφανισθεί η προσβαλλόμενη απόφαση...''. Με βάση τις παραδοχές αυτές η προσβαλλόμενη απόφαση έκανε δεκτή την έφεση της ανακόπτουσας εταιρίας, εξαφάνισε την Πρωτόδικη απόφαση και ακολούθως προέβη στην έρευνα της βασιμότητας των λόγων της κρινόμενης ανακοπής.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προεκτεθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 61, 65, 67, 238 ΑΚ, 77 παρ. 1 και 115 παρ. 1 του Ν. 4548/2018 και 62, 64 παρ. 2, 67, 68 ΚΠολΔ, κατά το μέρος που οι τελευταίες αποτελούν διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, οι οποίες ήταν εφαρμοστέες, ενόψει του ότι στην απόφασή του υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των πραγματικών γεγονότων που έγιναν δεκτά και υπήχθησαν στις εν λόγω διατάξεις και του συμπεράσματος του δικανικού της συλλογισμού, καθόσον, σύμφωνα με τις ανωτέρω ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης α) κατά τη συζήτηση της κρινόμενης ανακοπής ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που έλαβε χώρα στις 18-5-2021 και αποτελεί, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, μία και μόνη συζήτηση και ένα αδιάσπαστο δικονομικό σύνολο με την αρχική συζήτηση, που έλαβε χώρα στις 4-2-2020, κατά την οποία η συζήτηση αναβλήθηκε προκειμένου η ανακόπτουσα- αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρία να προσκομίσει στοιχεία για τη νόμιμη εκπροσώπησή της και την πληρεξουσιότητα της παρισταμένης δικηγόρου της, η ανακόπτουσα παραστάθηκε νομίμως εκπροσωπούμενη από τον εγκύρως διορισθέντα διαχειριστή της Α.

Ο. (μονομελές διοικητικό όργανο κατ' άρθρο 115 παρ. 1 του Ν. 4548/2018) , ο οποίος ήδη από 7-2-2020, που έλαβαν χώρα οι σχετικές δημοσιεύσεις στο Γ.Ε.ΜΗ., εκπροσωπούσε νόμιμα την ανακόπτουσα σύμφωνα με το άρθρο 22α του νέου κατασταστικού της και β) ο εν λόγω νόμιμος εκπρόσωπος της ανακόπτουσας ανώνυμης εταιρίας Α. Ο., με την ως άνω παράστασή του ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ενέκρινε εκ των υστέρων και ισχυροποίησε αναδρομικά τις διαδικαστικές πράξεις που είχαν προηγηθεί ήτοι την κατάθεση και επίδοση της ένδικης ανακοπής στους καθών, στις 18-6-2019, καθώς και όλες τις μεταγενέστερες στα πλαίσια της δίκης αυτής διαδικαστικές πράξεις της παραστάσας για λογαριασμό της ανακόπτουσας δικηγόρου, στις οποίες η ανακόπτουσα δεν εκπροσωπήθηκε νόμιμα.

Συνεπώς ο πρώτος λόγος αμφοτέρων των αιτήσεων αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείουσες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι κατά το χρόνο άσκησης της ένδικης ανακοπής (18-6-2019) αλλά και τον χρόνο συζήτησης αυτής (4-2-2020) η ανακόπτουσα στερείτο διοίκησης και νόμιμης εκπροσώπησης και ως εκ τούτου η ανακόπτουσα δεν νομιμοποιούνταν στην άσκηση της ένδικης ανακοπής, αφού οι αποφάσεις της ΓΣ περί τροποποίησης του καταστατικού και εκλογής του Α.

Ο. ως διαχειριστή αυτής, δημοσιεύτηκαν στις 7-2-2020 , είναι αβάσιμος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.8 περ. β` ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, θεμελιώνουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως .

Για να ιδρυθεί ο λόγος αυτός, πρέπει ο ισχυρισμός να έχει προταθεί ενώπιον του δικαστηρίου, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, να είναι νόμιμος και να ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης (λυσιτελής). Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση (ΑΠ 1795/08).

Επομένως, δεν αποτελούν "πράγματα" και άρα δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναιρέσεως αν δεν ληφθούν υπόψη ισχυρισμοί που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής και αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής (ΑΠ 1442/2017, ΑΠ 432/2016) ή οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων, ούτε οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι ισχυρισμοί (Ολ.

Α.Π. 3/1997) ή τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από αυτά (Α.Π. 185/2002). Επίσης δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.

Α.Π. 12/1997) ή όταν αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ. Α.Π. 11/1996) ή παρέλειψε να απαντήσει σε ισχυρισμό αόριστο, μη νόμιμο ή αλυσιτελή, που δεν ασκούσε επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.

Α.Π. 2/1989, ΑΠ 1437/2017, ΑΠ 1143/15).

Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο αμφοτέρων των αιτήσεων αναίρεσης, οι αναιρεσείουσες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άνω άρθρο 559 αριθμ. 8 β` ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τον προβληθέντα από αυτές πρωτοδίκως και κατ' έφεση πραγματικό ισχυρισμό τους ότι η ανακόπτουσα - αναιρεσίβλητη παράνομα προέβη στην από 7-6-2019 τροποποίηση του καταστατικού της, αποφασίζοντας τη δυνατότητα εκλογής μονομελούς ΔΣ , σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 115 παρ. 1 του Ν. 4548/2018 , καθόσον ανήκει τουλάχιστον στην κατηγορία των μεσαίων επιχειρήσεων, αφού το μετοχικό της κεφάλαιο ανέρχεται σε 4.200.000 ευρώ και η ακίνητη περιουσία της εκτιμάται άνω των 12.000.000 ευρώ , σύμφωνα με τα σχετικά αποδεικτικά στοιχεία ( κατάθεση πρώην μέλους του ΔΣ της ανακόπτουσας, ένορκη βεβαίωση του Κ.

Λεοντάρη, δημοσιευμένα οικονομικά στοιχεία της ανακόπτουσας), και ως εκ τούτου δεν έχει δικαίωμα εκλογής μονομελούς διοικητικού οργάνου (συμβούλου - διαχειριστή ) , κατά τη διάταξη του άρθρου 115 παρ. 6 του Ν. 4548/2018, και συνεπώς η τροποποίηση του καταστατικού της ανακόπτουσας δεν επιφέρει έννομα αποτελέσματα καθότι δεν στηρίζεται στο νόμο και ο διορισμός του Α.

Ο. ως συμβούλου - διαχειριστή είναι άκυρος, με αποτέλεσμα η ανακόπτουσα να στερείται πλήρως νόμιμης εκπροσώπησης. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθόσον, από το ως άνω εκτεθέν περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, και ειδικότερα από την αναφορά σ' αυτή '' στις 7.6.2019, συγκλήθηκε έκτακτη αυτόκλητη γενική συνέλευση των μετόχων της ανακόπτουσας, προκειμένου να αποφασίσει την τροποποίηση του καταστατικού της και να προβλέψει την δυνατότητα εκλογής μονομελούς διοικητικού οργάνου (σύμβουλου - διαχειριστή), σύμφωνα με τη διάταξη του αρ. 115 του Ν. 4548/2018, όπως αποδεικνύεται από το προσκομιζόμενο και επικαλούμενο "Πρακτικό της Έκτακτης Αυτόκλητης Γενικής Συνέλευσης των Μετόχων της Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία ARCON ΑΤΕ.

Την ως άνω από 7.6.2019 απόφαση της Γ.Σ. η ανακόπτουσα απέστειλε στο ΓΕΜΗ για δημοσίευση.....'', σαφώς προκύπτει ότι το Εφετείο εξέτασε τον παραπάνω ισχυρισμό των αναιρεσειουσών, αλλά, εκτιμώντας τα προσκομισθέντα ενώπιον του αποδεικτικά μέσα οδηγήθηκε σε αποδεικτικό πόρισμα, το οποίο ήταν αντίθετο προς τους επίμαχους ισχυρισμούς τους και ειδικότερα ότι στην προκειμένη περίπτωση υπήρξε δυνατότητα της αναιρεσίβλητης για τροποποίηση του καταστατικού της και εκλογή μονομελούς διοικητικού οργάνου αυτής .

Β)Λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως της Χ. Π.

Με το άρθρο 59 του ν. 4472/19-5-2017 εισήχθη για πρώτη φορά στο ελληνικό σύστημα του δικαίου της αναγκαστικής εκτέλεσης ο θεσμός του ηλεκτρονικού πλειστηριασμού, ο οποίος είχε ήδη "προγραμματικά" προβλεφθεί ως δυνατότητα με το άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ.16 ν. 4335/2015 (μεταβατικές διατάξεις ), το οποίο προέβλεπε ότι η διαδικασία διενέργειάς του θα καθοριστεί με προεδρικό διάταγμα.

Ειδικότερα, με το άρθρο 59 ν. 4472/2017 αντικαταστάθηκαν το τελευταίο εδάφιο του άρθρου 927, η παρ.3 του άρθρου 943, το τελευταίο εδάφιο του άρθρου 954, η παρ.2 του άρθρου 955 και η παρ.1 του άρθρου 959 ΚΠολΔ, προβλέποντας ότι στις προβλεπόμενες από τις διατάξεις αυτές διαδικασίες και πράξεις της εκτελεστικής διαδικασίας πρέπει να ορίζεται η τυχόν διενέργεια του πλειστηριασμού με ηλεκτρονικά μέσα.

Ταυτόχρονα, με το ίδιο άρθρο του ν. 4472/2017 ( παρ.6 ) προστέθηκε στον ΚΠολΔ, μετά το άρθρο 959, νέο άρθρο με αριθμό 959Α και τίτλο "πλειστηριασμός με ηλεκτρονικά μέσα, ηλεκτρονικός πλειστηριασμός", με το οποίο ορίστηκε η διαδικασία και ο τρόπος διεξαγωγής του ηλεκτρονικού πλειστηριασμού και προβλέφθηκε η ρύθμιση επιμέρους λεπτομερειών με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, οι οποίες, πράγματι, ακολούθως εκδόθηκαν, όπως ήδη ανωτέρω αναφέρθηκε.

Με το άρθρο 60 του ίδιου ως άνω νόμου εισήχθησαν μεταβατικές διατάξεις για τους ηλεκτρονικούς πλειστηριασμούς, παρασχέθηκε, δε, η δυνατότητα επιλογής από τον επισπεύδοντα ή από τους καθ' υποκατάσταση αυτού δανειστές του τρόπου διενέργειας του πλειστηριασμού και για την περίπτωση που, κατά την έναρξη ισχύος του, είχε ήδη συντελεστεί η προδικασία του πλειστηριασμού και είχε ήδη οριστεί η ημερομηνία διεξαγωγής του, καθορίστηκαν, με την ίδια διάταξη, οι προϋποθέσεις και η αναγκαία διαδικασία για τη μετατροπή του επισπευδόμενου πλειστηριασμού σε ηλεκτρονικό.

Ειδικότερα, με την παρ.2 του παραπάνω άρθρου ορίστηκε ότι: "Αν κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος έχει ήδη συντελεστεί η προδικασία του πλειστηριασμού και έχει οριστεί ημερομηνία πλειστηριασμού, ο επισπεύδων μπορεί να ζητήσει τη διενέργεια του πλειστηριασμού με ηλεκτρονικά μέσα. Η γνωστοποίηση της μεταβολής του τρόπου και του χρόνου διενέργειας του πλειστηριασμού γίνεται με εντολή του επισπεύδοντος, κατ` άρθρο 927, στην οποία γίνεται μνεία της κατασχετήριας έκθεσης.

Ο δικαστικός επιμελητής επαναλαμβάνει την προδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης κατά τα άρθρα 955 και 995 μόνο ως προς τις επιδόσεις και δημοσιεύσεις της επιταγής προς εκτέλεση της γνωστοποίησης της μεταβολής του τρόπου και του χρόνου διενέργειας του πλειστηριασμού. Στην περίπτωση που η επίδοση της επιταγής προς εκτέλεση έχει διενεργηθεί μετά την 1.1.2016, όλες οι επιδόσεις και οι δημοσιεύσεις πρέπει να έχουν γίνει το αργότερο δύο (2) μήνες πριν την ημερομηνία διεξαγωγής του πλειστηριασμού.

Αν έχουν επιβληθεί περισσότερες κατασχέσεις ή έχουν κατατεθεί αναγγελίες, ο επισπεύδων δανειστής οφείλει να γνωστοποιήσει ότι επιλέγει τη διενέργεια του πλειστηριασμού κατά το άρθρο 959Α και στους λοιπούς κατασχόντες ή απλώς αναγγελθέντες δανειστές. Ο ως άνω πλειστηριασμός με ηλεκτρονικά μέσα είναι άκυρος, αν δεν τηρηθούν οι διατυπώσεις των προηγούμενων εδαφίων", με την παράγραφο 3 ότι "Αν έχει ήδη ασκηθεί ανακοπή κατά της εκτέλεσης ή εκκρεμεί κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου η ανακοπή του άρθρου 954 παρ. 4 ή η αίτηση αναστολής του πλειστηριασμού και η εφαρμογή του άρθρου 1000, δεν είναι δυνατή η μεταβολή του τρόπου διενέργειας του πλειστηριασμού και η εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 959Α.

Το προηγούμενο εδάφιο δεν εφαρμόζεται όταν η επίδοση της επιταγής προς εκτέλεση έχει διενεργηθεί μετά την 1.1.2016" και με την παρ. 4 ορίστηκε ότι: "Οι διατάξεις του άρθρου 959Α δύναται να εφαρμοστούν σε περίπτωση υποκατάστασης κατά το άρθρο 973 ή ορισμού νέας ημερομηνίας πλειστηριασμού, κατά το άρθρο 966 παράγραφοι 3 και 4, μετά την ακύρωση της εκτέλεσης, την ευδοκίμηση της κατά το άρθρο 954 παράγραφος 4 ανακοπής ή της αίτησης αναστολής του άρθρου 1000, καθώς και στον αναπλειστηριασμό κατά το άρθρο 965 παράγραφος 5.".

Έτσι, με τον ως άνω νόμο, ο ηλεκτρονικός πλειστηριασμός εισήχθη στο ελληνικό νομικό σύστημα μόνο ως δυνητικό μέσο, κατ' επιλογή του δανειστή. Ακολούθως, με το άρθρο 208 του ν. 4512/17-1-2018, αντικαταστάθηκε το άρθρο 60 του ν. 4472/2017 και ορίστηκε πλέον ως υποχρεωτική και αποκλειστική η διεξαγωγή των πλειστηριασμών, μετά την 21-2-2018, με ηλεκτρονικά μέσα, ανεξάρτητα από τον χρόνο επίδοσης της επιταγής και επιβολής της κατάσχεσης ( παρ.1 άρθ.60 ), χωρίς δυνατότητα επιλογής του δανειστή, ανεξαιρέτως και σε κάθε περίπτωση, ήτοι όχι μόνο για τους το πρώτον επισπευδόμενους μετά την έναρξη ισχύος του πλειστηριασμούς και οριζόμενους να διενεργηθούν μετά την 21-2-2018, αλλά και για όσους είχαν ήδη ορισθεί να διενεργηθούν με φυσικό τρόπο και είχε ήδη συντελεστεί η προδικασία τους, για όσους είχαν ματαιωθεί και επρόκειτο να επισπευθούν εκ νέου, είτε από τον αρχικό επισπεύδοντα είτε με υποκατάσταση άλλου δανειστή, θέτοντας, για κάθε επιμέρους περίπτωση, ειδικότερες προϋποθέσεις και διατυπώσεις της προδικασίας του πλειστηριασμού.

Ταυτόχρονα, με το άρθρο 207 του ίδιου νόμου καταργήθηκε, όπως προαναφέρθηκε, το προστεθέν με το ν. 4472/2017 άρθρο 959Α ΚΠολΔ, αντικαταστάθηκε στο σύνολό του το προϊσχύσαν άρθρο 959 ΚΠολΔ και καθορίστηκαν μ' αυτό, υπό τη νέα μορφή του, ο τρόπος, ο χρόνος και η εν γένει διαδικασία διεξαγωγής του ηλεκτρονικού πλειστηριασμού.

Ειδικότερα, ως προς τους πλειστηριασμούς που είχαν ήδη οριστεί να διενεργηθούν με φυσικό τρόπο, μετά την αντικατάσταση του άρθρου 60 παρ.2 του ν. 4472/2017 με το άρθρο 208 ν. 4512/2018, ορίσθηκαν τα εξής: "Για τους πλειστηριασμούς που έχει ήδη οριστεί να πραγματοποιηθούν με φυσικό τρόπο οποτεδήποτε μετά τις 21.2.2018 και έχει ήδη συντελεστεί η σχετική προδικασία του πλειστηριασμού, αυτοί διενεργούνται με ηλεκτρονικά μέσα, από τις 14:00 έως τις 18:00, εφόσον δεν αλλάζει η ημερομηνία διενέργειας και ο υπάλληλος του πλειστηριασμού.

Ο πλειστηριασμός διενεργείται κατόπιν ανάρτησης αναγγελίας από τον συμβολαιογράφο στο ηλεκτρονικό σύστημα δέκα (10) εργάσιμες ημέρες πριν την ημερομηνία διενέργειας του πλειστηριασμού, χωρίς άλλη διατύπωση. Εφόσον αλλάζει η ημερομηνία διενέργειας ή ο υπάλληλος του πλειστηριασμού κατά την παράγραφο 3 του παρόντος άρθρου, ο επισπεύδων είναι υποχρεωμένος να γνωστοποιήσει τη μεταβολή του τρόπου και του χρόνου διενέργειάς τους με σχετική εντολή προς τον δικαστικό επιμελητή για την έκδοση νέου αποσπάσματος της κατασχετήριας έκθεσης.

Στο νέο απόσπασμα γίνεται μνεία μόνον της αρχικής κατασχετήριας έκθεσης και της μεταβολής του τρόπου και του χρόνου διενέργειας του πλειστηριασμού. Ο δικαστικός επιμελητής επαναλαμβάνει την προδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης κατά τα άρθρα 955 και 995 μόνο ως προς τις επιδόσεις και δημοσιεύσεις του νέου αποσπάσματος της κατασχετήριας έκθεσης.

Αν έχουν επιβληθεί περισσότερες κατασχέσεις ή έχουν κατατεθεί αναγγελίες, ο επισπεύδων δανειστής οφείλει να γνωστοποιήσει τη μεταβολή του τρόπου και του χρόνου διενέργειας του πλειστηριασμού στους λοιπούς κατασχόντες ή απλώς αναγγελθέντες δανειστές. Ο ως άνω πλειστηριασμός είναι άκυρος, αν δεν τηρηθούν οι διατυπώσεις των προηγούμενων εδαφίων, το αργότερο δέκα (10) ή είκοσι (20) εργάσιμες ημέρες, κατά τις προεκτεθείσες διακρίσεις, πριν από την ορισθείσα αρχικά ημερομηνία διενέργειας του φυσικού πλειστηριασμού".

Περαιτέρω, με την παρ.6 του ιδίου άρθρου ( 208), ορίστηκε ότι "Μεταβολή είναι δυνατή ακόμη και εάν κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου έχει ασκηθεί η ανακοπή των άρθρων 933, 954 παράγραφος 4 ή η αίτηση αναστολής του πλειστηριασμού κατά το άρθρο 1000", ενώ, με την τελευταία παράγραφο του άρθρου 208, ορίστηκε ότι "η κατά την παρ. 2 του άρθρου 60 του ν. 4472/2017 προδικασία μπορεί να διενεργηθεί αμέσως μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος.

Η προθεσμία της κατά την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου προδικασίας εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς, κατά το χρόνο έναρξης ισχύος του παρόντος, διαδικασίες μετατροπής του φυσικού πλειστηριασμού σε ηλεκτρονικό, καθώς επίσης και σε ματαιωθέντες για οποιονδήποτε λόγο πλειστηριασμούς. Μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος, η προδικασία και η κύρια διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης διέπονται από τις διατάξεις του παρόντος".

Από το συνδυασμό των ανωτέρω συνάγεται ότι, όταν οι πλειστηριασμοί είχαν ήδη, πριν την έναρξη ισχύος του ν. 4472/2017, οριστεί να γίνουν με φυσικό τρόπο μετά την 21-2-2018, η μετατροπή τους σε ηλεκτρονικούς θα χωρήσει ex lege, ακόμα και αν έχει ασκηθεί και είναι εκκρεμής, μεταξύ άλλων, η ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ, χωρίς οποιαδήποτε διατύπωση ή γνωστοποίηση, εφόσον δεν μεταβάλλεται ο χρόνος και ο υπάλληλος του πλειστηριασμού, με μόνη πρόσθετη διατύπωση την ανάρτηση αναγγελίας από το συμβολαιογράφο στο ηλεκτρονικό σύστημα, 10 ημέρες πριν τον πλειστηριασμό.

Αντίθετα, αν μεταβάλλεται η ημερομηνία ή ο υπάλληλος του πλειστηριασμού, πρέπει να ακολουθηθεί συγκεκριμένη προδικασία, με την εντολή του επισπεύδοντος προς τον δικαστικό επιμελητή για την έκδοση νέου αποσπάσματος, το οποίο θα περιέχει μόνο τα μεταβαλλόμενα στοιχεία, το απόσπασμα, δε, αυτό υπόκειται σε δημοσιότητα κατά τα άρθρα 955 και 995 ΚΠολΔ και πρέπει να επιδίδεται στον καθ' ου η εκτέλεση και στους λοιπούς αναγγελθέντες ή στους περισσότερους κατασχόντες δανειστές.

Στην περίπτωση αυτή, η ως άνω προδικασία πρέπει να ολοκληρωθεί είκοσι ( 20 ) ημέρες πριν την ημερομηνία διενέργειας του πλειστηριασμού.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο, ερευνώντας τον πρώτο λόγο της ανακοπής, διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τις ακόλουθες αιτιολογίες: '' Με την με αριθμό 1/21.12.2016 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών Π.

Ζ. και του με αριθμό 2/2016 αποσπάσματος της άνω έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης, σε εκτέλεση της με αριθμό .../2014 διαταγής πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και του με αριθμό 2649/2014 α' εκτελεστού απογράφου αυτής, που επιβλήθηκε από την ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία ''ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ'' και τον διακριτικό τίτλο ''ALPHA BANK'', ενεργούσας υπό την ιδιότητα της ως καθολικής διαδόχου της ΕΜΠΟΡΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ Α.Ε., κατασχέθηκαν αναγκαστικά τα εξής ακίνητα (οριζόντιες ιδιοκτησίες) της ανακόπτουσας, κείμενα στην νήσο Κέα ήτοι:

Α) Το διαμέρισμα με τα στοιχεία Βήτα κεφαλαίο διαμέρισμα του ισογείου, που εμφαίνεται στην ........έχει επιφάνεια μέτρα τετραγωνικά εξήντα εννέα και 0,83 (69,83 τ.μ.), ανήκουν δε στον εκάστοτε κύριο της ιδιοκτησίας αυτής κατά το δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης: α) η δεξαμενή νερού Β, που εμφαίνεται ....., επιφάνειας δέκα επτά και 0,02 (17,02 τ.μ.), β) η με στοιχεία Ρ-3 θέση στάθμευσης αυτοκινήτου του ακάλυπτου χώρου του οικοπέδου, που εμφαίνεται με ........., επιφάνειας δέκα πέντε μέτρων τετραγωνικών (15 τ.μ.) και γ) η με στοιχεία Ρ-4 θέση στάθμευσης αυτοκινήτου του ακάλυπτου χώρου του οικοπέδου που εμφαίνεται ....., επιφάνειας δέκα πέντε μέτρων τετραγωνικών (15 τ.μ.).

Β) Η αποθήκη με τα στοιχεία Βήτα κεφαλαίο του υπογείου, που εμφαίνεται με ..... Τα άνω αναφερόμενα ακίνητα είναι κτισμένα σε ένα αγροτεμάχιο στη θέση Πέρα Μεριά εξοχής της νήσου Κέας του Νομού Κυκλάδων της Δημοτικής Ενότητας Κέας της Περιφερειακής Ενότητας Κέας - Κύθνου της Περιφέρειας Νοτίου Αιγαίου, εκτός του εγκεκριμένου σχεδίου οικισμού και της ζώνης ενεργού πολεοδομίας και οικιστικού ελέγχου, στη θέση Γιαλασούρη, επιφάνειας πέντε χιλιάδων πενήντα τετραγωνικών μέτρων (5050 τ.μ.) το οποίο φαίνεται με τα περιμετρικά στοιχεία .....

Με την ίδια ως άνω κατασχετήρια έκθεση ορίστηκε ως ημέρα πλειστηριασμού αυτών ενώπιον της συμβολαιογράφου Κέας Α. Σ. η 26η Ιουλίου 2017, ημέρα Τετάρτη και από ώρες 16:00 έως 17:00 μ.μ. της ίδιας ημέρας, τόπος διενέργειας του το κατάστημα του Ειρηνοδικείου Λαυρίου και ως τιμή πρώτης προσφοράς κατά την έναρξη του πλειστηριασμού το ποσό των 139.878 ευρώ συνολικά και για τις δύο (2) οριζόντιες ιδιοκτησίες, πλην όμως ο πλειστηριασμός αυτός ματαιώθηκε κατά την παραπάνω ημεροχρονολογία.

Στη συνέχεια, στις 18 Φεβρουάριου 2019 η πρώτη των καθών η παρούσα, ήτοι η ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο: "ΑLΡΗΑ ΒΑΝΚ", εμφανίστηκε, νόμιμα εκπροσωπούμενη, ενώπιον της συμβολαιογράφου Κέας Α. Σ. και δήλωσε ότι με βάση την 1/21.12.2016 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών Π.

Ζ., του με αριθμό 2/2016 αποσπάσματος της άνω έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης και σε εκτέλεση της .../2014 διαταγής πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και του με αριθμό 2649/2014 α' εκτελεστού απογράφου αυτής επιθυμεί να συνεχίσει ενώπιον της εν λόγω συμβολαιογράφου τον πλειστηριασμό, που δεν διενεργήθηκε στις 26....017, όρισε δε νέα ημερομηνία πλειστηριασμού στις 17 Απριλίου 2019, ημέρα Τετάρτη και ώρα 10-14 μ.μ., δεδομένου ότι ο πλειστηριασμός έχει μετατραπεί από φυσικό σε ηλεκτρονικό, για να εξοφληθεί από το εκπλειστηρίασμα η απαίτηση της.

Σχετικά με την εν λόγω δήλωση συντάχθηκε η με αριθμό ....2019 συμβολαιογραφική πράξη Δήλωσης Συνέχισης Πλειστηριασμού και Μετατροπής αυτού από Φυσικό σε Ηλεκτρονικό της συμβολαιογράφου Κέας Α. Σ., στην οποία, πέραν των ανωτέρω, ρητά δηλώθηκαν από την επισπεύδουσα και τα ακόλουθα: "Ο πλειστηριασμός θα διενεργηθεί σύμφωνα με τα όσα αναγράφονται στην ως άνω κατασχετήρια έκθεση και η τελευταία περίληψη θα αναρτηθεί ηλεκτρονικά από εμένα στην ιστοσελίδα δημοσιεύσεων πλειστηριασμών του Δελτίου Δικαστικών Δημοσιεύσεων του Τομέα Ασφάλισης Νομικών του Ενιαίου Ταμείου Ανεξάρτητα Απασχολούμενων και η επισπεύδουσα παραγγέλλει δια του παρόντος τον άνω δικαστικό επιμελητή να διενεργήσει όλες τις νόμιμες διατυπώσεις και κοινοποιήσεις που χρειάζονται για την συνέχιση του ανωτέρω πλειστηριασμού στις 17 Απριλίου 2019".

Σε εκτέλεση των ανωτέρω εντολών που δόθηκαν η μεν συμβολαιογράφος ανάρτησε, την επόμενη ημέρα, 19.2.2019, στην ιστοσελίδα Δημοσιεύσεων Πλειστηριασμών του ΕΤΑΑ ΤΑΝ" τον εν λόγω πλειστηριασμό, ο οποίος έλαβε μοναδικό κωδικό 1m3CuvrKsn, ο δε δικαστικός επιμελητής προέβη σε κοινοποιήσεις της παραπάνω με αριθμό ....2019 Δήλωσης Συνέχισης Πλειστηριασμού και Μετατροπής αυτού από Φυσικό σε Ηλεκτρονικό της ως άνω συμβολαιογράφου προς:

α) Την Δ.Ο.Υ. Κέντρο Ελέγχου Μεγάλων Επιχειρήσεων, β) το Α' περιφερειακό ΚΕΑΟ Αθηνών του ΕΦΚΑ, γ) την ΑΤΤΙCΑ ΒΑΝΚ, δ) την ΣΙΔΕΚΑΤ ΠΑΡΑΓΩΓΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΑ ΔΟΜΙΚΩΝ ΥΛΙΚΩΝ, ε) τον ΟΛΠ ΑΕ, στ) την Τελωνειακή Περιφέρεια Αττικής, ζ) την αναγγελθείσα τράπεζα ΕUROBANK, η) την Τράπεζα Πειραιώς και θ) την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδας, πλην όμως ουδέποτε κοινοποίησε αυτήν στην καθής η εκτέλεση - οφειλέτρια - ανακόπτουσα εταιρεία.

Ο πλειστηριασμός διενεργήθηκε στις 17 Απριλίου 2019, συνταχθείσας της ....2019 έκθεσης δημόσιου αναγκαστικού πλειστηριασμού ακινήτων της συμβολαιογράφου Κέας Α. Σ. και κατακυρώθηκαν στο όνομα της μοναδικής υπερθεματίστριας Χ. Π. του Μ. και της Τ., δεύτερης των καθών, αντί του ποσού των 139.880 ευρώ. Ακολούθησε η σύνταξη της ....2019 Περίληψης Κατακυρωτικής Έκθεσης Ακινήτων (Οριζοντίων Ιδιοκτησιών) - Κατακύρωσης Πλειστηριασθέντων Ακινήτων της ως άνω συμβολαιογράφου, η οποία μεταγράφηκε στις 13.5.2019 στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Κέας, στον τόμο 188 με αριθμό 182.

Ακριβές και αντιφωνημένο αντίγραφο από το πρώτο εκτελεστό απόγραφο της με αριθμό ....2019 περίληψης κατακυρωτικής έκθεσης ακινήτων της συμβολαιογράφου Κέας Α. Σ., το οποίο κοινοποιήθηκε στις 13.5.2019, προς την ανακόπτουσα εταιρεία στην έδρα της στην Αθήνα, επί της οδού ..., με θυροκόλληση (βλ. με αριθμό ....2019 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή Κ.

Ζ.). Τέλος, με την με αριθμό ....2019 Έκθεση Βίαιης Αποβολής Εγκατάστασης σε Ακίνητο του ίδιου ως άνω δικαστικού επιμελητή διενεργήθηκε δυνάμει της ....2019 Περίληψης Κατακυρωτικής Έκθεσης Ακινήτων βίαιη αποβολή και έξωση της ανακόπτουσας εταιρείας από τα εκπλειστηριασθέντα ακίνητα, καθώς και κάθε τρίτου που έλκει ή αντλεί τα δικαιώματά του από αυτήν, και απέδωσε προς την εντολέα του την χρήση, νομή και κατοχή αυτών των ακινήτων.

Με βάση τα ανωτέρω ο παραπάνω πρώτος λόγος ανακοπής πρέπει να γίνει δεκτός, διότι, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα στη μείζονα σκέψη της παρούσας, η μη τήρηση των προϋποθέσεων της συμπληρωματικής προδικασίας, που απαιτεί μεταβατικά ο νόμος, έχει ως συνέπεια την ακυρότητα του πλειστηριασμού, δεδομένου ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση κατά τη μετατροπή του κοινού (φυσικού) πλειστηριασμού σε ηλεκτρονικό υπήρχε μεταβολή της ημερομηνίας του πλειστηριασμού, όμως δεν δόθηκε εντολή από την επισπεύδουσα Τράπεζα και δεν επιδόθηκε το νέο απόσπασμα της κατασχετήριας εκθέσεως στην καθής η εκτέλεση - ανακόπτουσα, κατά τις ειδικότερες διατάξεις του άρθρου 995 παρ. 1 ΚΠολΔ τουλάχιστον είκοσι ημέρες πριν από τον προσδιορισμένο να συνεχισθεί πλειστηριασμό, ενώ δεν χρειάζεται η απόδειξη δικονομικής βλάβης.

Μετά ταύτα πρέπει να γίνει δεκτή η ανακοπή και να ακυρωθούν οι προσβαλλόμενες πράξεις εκτέλεσης......''. Με βάση τις παραδοχές αυτές , το Εφετείο δεχόμενο τον πρώτο λόγο της ένδικης ανακοπής, ακύρωσε τις προσβαλλόμενες με την τελευταία πράξεις εκτέλεσης, που προαναφέρθηκαν. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε την διάταξη του άρθρου 208 του Ν. 4512/2018, με την οποία αντικαταστάθηκε το άρθρο 60 του Ν. 4472/2017 , κατά το μέρος που αυτή αποτελεί κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, την οποία ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, καθόσον, με βάση τις ως άνω ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ο ένδικος πλειστηριασμός έλαβε χώρα ακύρως στις 17-4-2019 , αφού δεν τηρήθηκαν οι προϋποθέσεις συμπληρωματικής προδικασίας που απαιτεί η ανωτέρω μεταβατική διάταξη, που ρύθμισε τη μετατροπή του κοινού (φυσικού) πλειστηριασμού σε ηλεκτρονικό, δεδομένου ότι, κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης, ο εν λόγω πλειστηριασμός, ο οποίος είχε προσδιοριστεί αρχικά να διενεργηθεί στις 26-7-2017 (ήτοι πριν τη ισχύ του Ν. 4512/2018, που επέβαλε την υποχρεωτικότητα του ηλεκτρονικού πλειστηριασμού), οπότε και ματαιώθηκε, α) έλαβε χώρα κατόπιν της από 18-2-2019 δήλωσης συνέχισης αυτού, της επισπεύουσας δανείστριας τράπεζας, και μετατροπής αυτού από φυσικό σε ηλεκτρονικό, β) ορίστηκε (πλειστηριασμός) για 17-4-2019 ήτοι υπήρξε μεταβολή της ημερομηνίας του πλειστηριασμού, γ) δεν δόθηκε εντολή από την επισπεύδουσα δανείστρια τράπεζα προς τον δικαστικό επιμελητή για την έκδοση νέου αποσπάσματος της κατασχετήριας έκθεσης και επίδοση αυτού, κατά τις διατάξεις των άρθρων 955 και 995 ΚΠολΔ , στην καθής η εκτέλεση - ανακόπτουσα εταιρία, ούτε δε έγινε τέτοια επίδοση.

Επομένως, ο τρίτος λόγος της από 2-12-2022 αίτησης αναίρεσης της Χ. Π., με τον οποίο προβάλλεται από την αναιρεσείουσα η ανωτέρω από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, είναι αβάσιμος. Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς εξέταση, πρέπει να απορριφθούν οι συνεκδικαζόμενες αιτήσεις αναιρέσεως και να διαταχθεί κατ' άρθρο 495 § 3 ΚΠολΔ η εισαγωγή του κατατεθέντος από τις αναιρεσείουσες παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

Τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις, θα επιβληθούν σε βάρος των αντιστοίχων αναιρεσειουσών λόγω της ήττας τους (άρθρα 176, 180, 183, 191 ΚΠολΔ), κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

-Απορρίπτει την από 2-12-2022 αίτηση της Χ. Π. για αναίρεση της υπ' αριθ. 5123/2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

-Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα εκάστης των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ για την κάθε μία.

-Απορρίπτει την από 28-11-2022 αίτηση της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία ''ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ'', για αναίρεση της υπ' αριθ. 5123/2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

-Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα εκάστης των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ για την κάθε μία.

-Διατάσσει την εισαγωγή των παραβόλων αμφοτέρων των αιτήσεων αναιρέσεως στο δημόσιο ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Σεπτεμβρίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Νοεμβρίου 2024.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ