Supreme Court allows appeal against lower court's failure to distinguish between Ottoman land law articles regarding title acquisition.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against the First Instance Court's decision regarding land ownership disputes in Kastoria. The appellant argued the lower court incorrectly applied Article 3 of the Ottoman Land Law instead of Article 78 when determining title acquisition through continuous cultivation. The court found the lower court's reasoning insufficient regarding the source of the title and the specific legal basis for the defendant's rights, necessitating a new trial.
Legislator headnote
AI generatedArticles 3 and 78 of the Ottoman Law on Lands; The lower court must clearly distinguish between title acquisition via public land grant and continuous cultivation without dispute, and failure to specify the factual basis for a title constitutes a ground for appeal.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1702 / 2022 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1702/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη, Μαρουλιώ Δαβίου-Απέργη, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Οκτωβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια Αφεντία Ιωσηφίδου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, που ανακάλεσε την από 14-9-2021 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Α. Λ. του Γ., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Παΐση, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-09-2011 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου και προσώπων μη διαδίκων στη δίκη αυτή, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καστοριάς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 47/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 50/2016 του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 5-3-2018 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 5-3-2018 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθμ. 50/2016 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση του αναιρεσείοντος-εναγομένου κατά της υπ' αριθμ. 47/2015 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καστοριάς.
Με την απόφαση αυτή του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου είχε απορριφθεί ως μη νόμιμη η από 12-9-2011 αγωγή ως προς τους ενάγοντες Α. Μ. του Θ. και Φ. Μ. του Θ., οι οποίοι δεν είναι διάδικοι στην αναιρετική αυτή δίκη και είχε γίνει δεκτή η ίδια αγωγή ως προς τον ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο Α. Λ., με την οποίαν οι εν λόγω ενάγοντες ζήτησαν να αναγνωρισθούν συγκύριοι σε ποσοστό 10/16 ο ενάγων-αναιρεσίβλητος και σε ποσοστό 3/16 έκαστος των λοιπών εναγόντων σε τρία τμήματα εμβαδού 1.995,26 τ.μ., 178,78 τ.μ.
και 44,77 τ.μ., όπως αυτά περιγράφονται ειδικότερα στην αγωγή, που βρίσκονται στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου Καστοριάς. Ζήτησαν, επίσης, οι ως άνω ενάγοντες να αναγνωσθούν ως ανακριβείς οι πρώτες εγγραφές που έγιναν στο Κτηματολογικό Γραφείο Καστοριάς, σύμφωνα με τις οποίες τα ως άνω τμήματα καταχωρήθηκαν ως ιδιοκτησίες του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου και να διαταχθεί η διόρθωση των ανακριβών αυτών εγγραφών.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι κατά συνέπεια παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Από τη διάταξη του άρθρ. 559 αρ. 10 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο απ' αυτήν προβλεπόμενος αναιρετικός λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δέχθηκε ως αληθινά πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης χωρίς απόδειξη, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση χωρίς να έχει προσκομισθεί οποιαδήποτε απόδειξη γι' αυτά ή όταν δεν προσδιορίζονται τα αποδεικτικά μέσα με βάση τα οποία διαμορφώθηκε το αποδεικτικό πόρισμα (ΑΠ 701/2020, ΑΠ 242/2014) χωρίς όμως να είναι απαραίτητο να αξιολογείται το καθένα χωριστά (ΑΠ 272/2020, ΑΠ 217/2016).
Στην προκειμένη περίπτωση, το αναιρεσείον, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης και κατά τα δύο πρώτα μέρη του, με την επίκληση της παραβίασης του άρθρου 559 αρ. 10 ΚΠολΔ, μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση με την αιτίαση ότι το Εφετείο, χωρίς να έχει προσκομισθεί καμία απόδειξη από τον αναιρεσίβλητο και χωρίς το ίδιο να μνημονεύει από ποια αποδεικτικά μέσα έχει αντλήσει τη σχετική απόδειξη, δέχθηκε ότι το επίδικο ακίνητο, το οποίο αναφέρεται στο ...
συμβόλαιο αγοραπωλησίας και έχει κατά το συμβόλαιο αυτό έκταση 1,5 στρέμματα και τα οποία ισοδυναμούν κατά τις παραδοχές της απόφασης σε τρία περίπου στρέμματα, ταυτίζεται κατά θέση, έκταση και όρια με το αναφερόμενο στις ... και ... πράξεις αποδοχής κληρονομίας και γονικής παροχής αντίστοιχα, ακίνητο, που φέρει αριθμό διανομής του αγροκτήματος Καστοριάς έτους 1937, ..., με εμβαδόν 4.120 τ.μ.
Ότι, επίσης, το Εφετείο δέχθηκε ότι το επίδικο ακίνητο ήταν εγγεγραμμένο στο Οθωμανικό Κτηματολόγιο Καστοριάς στο όνομα του Χ. Μ., χωρίς να έχει προσκομισθεί με επίκληση η σχετική εγγραφή σε ακριβές αντίγραφο και σε επίσημη μετάφραση στο δικαστήριο. Όπως, όμως, προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Εφετείο, στην παραδοχή των ανωτέρω, καθώς και στην παραδοχή του για την ουσιαστική βασιμότητα της αγωγής του αναιρεσιβλήτου κατέληξε ύστερα από εκτίμηση, όπως βεβαιώνει, της ένορκης κατάθεσης της μάρτυρος απόδειξης ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που περιέχεται στα προσκομιζόμενα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης τούτου και όλων των εγγράφων, τα οποία με επίκληση προσκόμισαν οι διάδικοι.
Δεν ήταν δε υποχρεωμένο το Δικαστήριο να αναφέρει κάθε φορά στην απόφασή του τα αποδεικτικά μέσα με βάση τα οποία κατέληξε στις επί μέρους παραδοχές του. Επομένως, ο πρώτος λόγος κατά τα δύο πρώτα μέρη του είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338-340 και 346 του ΚΠολΔ, συνάγεται ότι το δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσης του ως προς τα πραγματικά γεγονότα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι και στηρίζουν την άμεση ή έμμεση απόδειξη, την κύρια απόδειξη ή ανταπόδειξη.
Η παράβαση δε της υποχρέωσης αυτής ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αρ. 11 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης (ΑΠ 324/2010). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά το τρίτο σκέλος του, από το άρθρο 559 αρ. 11 γ' του ΚΠολΔ, το αναιρεσείον προβάλλει την αιτίαση, ότι, όσα δέχθηκε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, έρχονται σε προφανή αντίθεση με πραγματικά περιστατικά τα οποία προκύπτουν από έγγραφο, το οποίο το Δικαστήριο δέχθηκε ότι προσκόμισε το ίδιο, αναφέροντας συγκεκριμένα η απόφαση ...Εξ άλλου, στον πίνακα διανομής του αγροκτήματος Καστοριάς του 1937, που επικαλείται και προσκομίζει το εναγόμενο...
το με αριθμό ... αγροτεμάχιο... περιγράφεται ως άμπελος, εμβαδού 750 τ.μ.?, ώστε να μην καθίσταται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης ότι συνεκτιμήθηκε το ως άνω προσκομισθέν από το ίδιο έγγραφο, από το οποίο, όπως ισχυρίζεται, προκύπτει ότι το με αριθμό ... αγροτεμάχιο διανομής του αγροκτήματος Καστοριάς έτους 1937, έχει εμβαδόν μόλις 750 τ.μ.
και όχι 4.120 τ.μ., όπως αναφέρεται στις πράξεις αποδοχής κληρονομίας και γονικής παροχής, που ανέφερε προηγουμένως με τον ίδιο αναιρετικό λόγο και που δέχθηκε το Εφετείο ως αληθινό, το οποίο αρκείται να κάνει αναφορά στο ως άνω έγγραφο χωρίς να αντιπαρατίθεται με αυτό. Ο λόγος, όμως, αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθώς οι προβαλλόμενες αιτιάσεις αναφέρονται στην εκτίμηση και στάθμιση των αποδείξεων εκ μέρους του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου και δεν ιδρύουν τον από τον από το άρθρο 559 αρ. 11 γ' ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης.
Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 2 παρ. 7 του Ν. 147/1914, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 9 του ν. 262/1914, στις Νέες Χώρες, οι οποίες βρίσκονταν προηγουμένως κάτω από την άμεση επικυριαρχία του Οθωμανικού Κράτους, διατηρούνται σε ισχύ οι διατάξεις του Οθωμανικού Δικαίου "περί γαιών", οι οποίες ρυθμίζουν τα σχετικά με την κτήση σ' αυτές δικαιωμάτων ιδιωτικής φύσεως, ενώ οι δικαιοπραξίες γι' αυτά συντελούνται εφεξής κατά τους ελληνικούς νόμους.
Στην κατηγορία των Νέων Χωρών ανήκει και η Μακεδονία, στην οποία από 1-2-1914 άρχισε να ισχύει, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 3 του ίδιου πιο νόμου (147/1914), η ελληνική νομοθεσία. Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 51 και 55 του ΕισΝΑΚ, η κτήση κυριότητας ή άλλου εμπράγματου δικαιώματος, που έλαβε χώρα πριν από την εισαγωγή του ΑΚ, κρίνεται κατά το δίκαιο που ίσχυε κατά το χρόνο κατά τον οποίο έγιναν τα πραγματικά περιστατικά, που απαιτούνται για την κτήση αυτών, ενώ η προστασία τους διέπεται εφεξής από τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα.
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 3 του Οθωμανικού Νόμου "περί γαιών" της 7ης Ραμαζάν 1274 (χριστιανικού 1856), του οποίου οι διατάξεις, που ρυθμίζουν τα δικαιώματα ιδιωτικής φύσεως σ' αυτές, διατηρήθηκαν σε ισχύ στις Νέες Χώρες, με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 4 του Ν.147/1914, "δημόσιαι γαίαι είναι οι λειμώνες, οι αγροί, αι χειμεριναί και θεριναί βοσκαί, τα δάση και οι παρόμοιοι τόποι", των οποίων η κυριότητα ανήκει στο Τουρκικό Δημόσιο (βλ.
και άρθρα 4, 9, 12, 34 και 49 του ίδιου νόμου). Η παραχώρηση στους ιδιώτες των παραπάνω ακινήτων, τα οποία αποτελούν την κατηγορία των δημόσιων γαιών (εραζΐϊ - εμιριγιέ) γίνεται με τη χορήγηση από το κράτος έγγραφου τίτλου, ονομαζόμενου "ταπί", το οποίο φέρει το μονόγραμμα (τουγρά) του Σουλτάνου, με το οποίο παρέχεται σ' αυτούς όχι δικαίωμα κυριότητας αλλά ιδιόρρυθμο δικαίωμα εξουσίασης (τεσσαρούφ), που ισοδυναμεί με διηνεκή μίσθωση, αφού αντικείμενό του είναι η αναφερόμενη στον τίτλο χρήση του εδάφους - αποτελεί δε το ταπί απλό αποδεικτικό μέσο και όχι συστατικό.
Εξαίρεση του κανόνα ότι μόνο με τίτλο (ταπί) αποκτάται το δικαίωμα εξουσίασης για ορισμένη χρήση των δημόσιων γαιών καθιερώνει το άρθρο 78 του ίδιου παραπάνω νόμου "περί γαιών", σύμφωνα με το οποίο, εάν κάποιος ιδιώτης καταλάβει και καλλιεργήσει δημόσιες και αφιερωμένες γαίες για δέκα (10) έτη, χωρίς δικαστική αμφισβήτηση από το Δημόσιο, αποκτά δικαίωμα μόνιμης εγκατάστασης και είτε κατέχει έγκυρο τίτλο, είτε δεν κατέχει, οι γαίες δεν θεωρούνται σχολάζουσες, αλλά δίδεται σ' αυτόν - ιδιώτη - δωρεάν νέος τίτλος.
Από το σαφές περιεχόμενο της παραπάνω διάταξης, την ερμηνευτική εγκύκλιο του Τουρκικού Υπουργείου Δικαιοσύνης της 28 Σεφέρ 1304, του άρθρου 13 του νόμου "περί εγγράφων ταπίων" της 8 Δζεμαγήλ Αχίρ 1275 (ήδη έτος 1857), του άρθρου 2 των διασαφητικών διατάξεων περί ταπίων της 15 Σαμπάν 1276 και των οδηγιών της 23 Μουχαρέμ 1293 ή 7.2.1921 "περί εξελέγξεως τίτλων δασών", αλλά και το σύνολο των διατάξεων του νόμου περί γαιών (ειδικότερα των άρθρων 8, 9, 24, 30, 61, 71 και 78), προκύπτει, ότι απαραίτητη προϋπόθεση για την απόκτηση του δικαιώματος αυτού της μόνιμης εγκατάστασης είναι όχι μόνον η συνεχής επί δέκα (10) έτη κατοχή (εξουσίαση), αλλά και η ταυτόχρονη καλλιέργεια του κτήματος.
Επομένως, η διάταξη του άρθρου 78 έχει εφαρμογή μόνο επί καλλιεργήσιμων γαιών, ενώ οι υπόλοιπες μη καλλιεργούμενες εκτάσεις, στις οποίες περιλαμβάνονται τα δάση και οι μη αφιερωμένες στην κοινή χρήση βοσκήσιμες εκτάσεις, που ονομάζονταν εμλάκι μιριγέ ή εμλάκι χουμουγιούν, εξουσιάζονται μόνο με έκδοση τίτλου - ταπίου (Ολ ΑΠ 411/1963 και 409/1963).
Περαιτέρω, με τη διάταξη 2468/1917 της Προσωρινής Κυβέρνησης Θεσσαλονίκης (άρθρο 2 αυτού), το οποίο κυρώθηκε με το ν.1072/1917, καταργήθηκε κατά βάση ο θεσμός των δημόσιων γαιών του οθωμανικού δικαίου. Από της ισχύος του πιο πάνω διατάγματος, δηλαδή από τις 20-5-1917, το δικαίωμα διηνεκούς εξουσίασης (τεσσαρούφ) μεταβλήθηκε σε δικαίωμα πλήρους και οριστικής κυριότητας των 4/5 εξ αδιαιρέτου, του υπόλοιπου 1/5 εξ αδιαιρέτου παραμείναντος στο Δημόσιο, ενώ ο Ν. 2052/1920 επαναλαμβάνει στα άρθρα 49 επ.
τις διατάξεις του διατάγματος 2468/1917. Στη συνέχεια, με τα άρθρα 101-104 του διατάγματος της 11/12.11.1929, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 2 του ν.4226/1929 και τροποποιήθηκε με τα άρθρα 17, 18 και 19 του νόμου 1540/1938, παραχωρήθηκε στους ιδιοκτήτες των 4/5 και το υπόλοιπο 1/5 εξ αδιαιρέτου και έτσι αυτοί που είχαν αποκτήσει δικαίωμα διηνεκούς εξουσίασης έγιναν καθ' ολοκληρίαν κύριοι του ακινήτου αυτοδικαίως και χωρίς εγγραφή στα βιβλία μεταγραφών (ΑΠ 546/2017, ΑΠ 933/2017).
Το παραπάνω δικαίωμα διηνεκούς εξουσίασης μετά το θάνατο του εξουσιάζοντος μετέβαινε, με υπεισέλευση στην κληρονομία του, στα τέκνα του, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 54 του προαναφερόμενου Οθωμανικού Νόμου "περί γαιών" και των νόμων 12 Πανδ. (28.7), 14 παρ. 8 (11.7), 6 Πανδ. (29.2), 12 Πανδ. (38.16), 3.616 (2.19), Θεμ. φ.3 (3.19) του βυζαντινορρωμαϊκού δικαίου, το οποίο ίσχυε, κατά τους νόμους αυτούς, και επί Τουρκοκρατίας, στην Ελλάδα, ως προς τους Χριστιανούς υπηκόους του Οθωμανικού Κράτους, δυνάμει σουλτανικών φιρμανιών, μετά δε την απελευθέρωση της Βόρειας Ελλάδος από τον τουρκικό ζυγό, εξακολούθησε να ισχύει σ' αυτήν, όπως και οι προαναφερόμενες διατάξεις του Οθωμανικού Νόμου "περί γαιών", σύμφωνα με το προαναφερόμενο άρθρο 2 του Ν. 147/1914 και το άρθρο 7 του Ν.
ΔΡΑΔ/1913, ο οποίος, κατά το άρθρο 16 αυτού, εφαρμόστηκε στις Νέες Χώρες αναδρομικά από 6-10-1912. Ενόψει αυτών, εφόσον, μετά το θάνατο του ασκούντα δικαίωμα εξουσίασης σε δημόσιο ακίνητο τα τέκνα αυτού υπεισήλθαν στην κληρονομία του και συνέχισαν να ασκούν το δικαίωμα αυτό, μετά από δεκαετή αδιαμφισβήτητη κατοχή αυτού που συμπληρώθηκε στο πρόσωπό τους ή του κληρονομηθέντα μέχρι τις 20-5-1917, γίνονταν κύριοι του εν λόγω ακινήτου τα τέκνα αυτού, κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις του άρθρου 49 του ν. 2052/1920 και των άρθρων 101-104 του Διατάγματος της 11/12-1-1929, κατά τις οποίες κρίνεται και μετά την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα, η κτήση της κυριότητας αυτών, σύμφωνα με το άρθρο 51 ΕισΝΑΚ.
Επίσης, όπως προαναφέρθηκε από τις αμέσως πιο πάνω διατάξεις του Οθωμανικού Νόμου, επί των δημόσιων γαιών, συνακόλουθα δε, και των αγρών, των οποίων η κυριότητα ανήκε στο Τουρκικό Δημόσιο, μπορούσε να αποκτηθεί δικαίωμα εξουσίασης (τεσσαρούφ) με την χορήγηση από το Δημόσιο σε ιδιώτη τίτλου - ταπίου - (άρθρο 3).
Εάν, όμως, επρόκειτο για καλλιεργήσιμη δημόσια γαία, το εν λόγω δικαίωμα εξουσίασης μπορούσε, κατά το άρθρο 78, να αποκτηθεί και χωρίς την έκδοση τίτλου, με μόνη την πραγματική κατάσταση της από μέρους του ιδιώτη κατοχής και καλλιέργειας αυτής, επί συνεχή δεκαετία χωρίς δικαστική αμφισβήτηση. Οι δύο αυτοί τρόποι κτήσης του δικαιώματος εξουσίασης, το οποίο, στη συνέχεια, μετατράπηκε σε δικαίωμα κυριότητας, διαφέρουν μεταξύ τους και δεν στηρίζονται στην ίδια ιστορική και νομική αιτία.
Και αυτό γιατί η βάση της μιας αγωγής στηρίζεται στην κτήση του δικαιώματος εξουσίασης της δημόσιας γαίας με τη χορήγηση τίτλου (ταπίου) από το Δημόσιο στον ιδιώτη, ενώ της άλλης (αγωγής) στην πραγματική κατάσταση της από μέρους του ιδιώτη κατοχής και καλλιέργειας της καλλιεργήσιμης δημόσιας γαίας επί δέκα συνεχή έτη, χωρίς δικαστική αμφισβήτηση (ΑΠ 1340/2010).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα ως ουσιώδεις ισχυρισμοί στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997, ΟλΑΠ 11/1996).
Επομένως "πράγματα" κατά την έννοια αυτή νοούνται και οι βάσεις της αγωγής (ΑΠ 1152/2017, ΑΠ 1322/2017, ΑΠ 2028/2009, ΑΠ 148/2009, ΑΠ 759/2006, ΑΠ 1765/2005). Εξ άλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση χωρεί, αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ανεπάρκεια αιτιολογιών, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει όταν δεν προκύπτουν από την απόφαση σαφώς και επαρκώς τα περιστατικά που είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή όταν η απόφαση έχει ελλείψεις, όσον αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων περιστατικών που έγιναν δεκτά.
Αντιφατικότητα δε αιτιολογιών υπάρχει όταν εξ αιτίας της δεν προκύπτει ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν σωστά εφάρμοσε το Νόμο. Η αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια πρέπει να έχει σχέση με ουσιώδεις ισχυρισμούς και κεφάλαια παροχής έννομης προστασίας και επιθετικά ή αμυντικά μέσα και όχι με την επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ούτε την εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή διατυπώνεται σαφώς (ΟλΑΠ 9/2016, ΟλΑΠ 9/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του τα ακόλουθα: "Με το με αριθμό ... συμβόλαιο αγοραπωλησίας του άλλοτε συμβολαιογράφου Καστοριάς Θεοδώρου Κόντου, που μεταγράφηκε νόμιμα στις 3-10-1921 στα οικεία βιβλία μεταγραφών της ειρηνοδικειακής περιφέρειας Καστοριάς (τόμ.
…, αύξ. αρ. ...), περιήλθε κατά πλήρη και αποκλειστική κυριότητα στον Α. Μ., παππού του ενάγοντος, μία άμπελος, που βρίσκεται στη θέση "..." της κτηματικής περιοχής του Δήμου Καστοριάς, συνολικής έκτασης ενός και μισού στρέμματος, που συνορεύει με άμπελον Κ. Σ., με ομοίως Γ. Σ. και Π. Γ. και με δημόσιο δρόμο, από αγορά από τον Ν.
Χ. αγά, κάτοικο ..., στον οποίο, όπως ρητά αναφέρεται στο συμβόλαιο, είχε περιέλθει εκ κληρονομίας του προ πολλών ετών επί τουρκοκρατίας αποβιώσαντος πατρός του, Χ. Μ., στο όνομα του οποίου φέρεται εγγεγραμμμένη στο Οθωμανικό Κτηματολόγιο Καστοριάς. Πρέπει να σημειωθεί ότι ο αγρός του 1.5 στρέμματος, που αγόρασε ο Α.
Μ. με το παραπάνω συμβόλαιο, αντιστοιχεί σε έκταση 3.000 τ.μ. περίπου, καθώς η αναλογία παλαιών και νέων στρεμμάτων στις περιοχές της Καστοριάς, όπου υπήρχαν ιδιοκτησίες και δεν έχουν γίνει διανομές ή αναδασμοί για το σύνολο της κτηματικής περιοχής, είναι περίπου ένα παλαιό τουρκικό στρέμμα να ισοδυναμεί με δύο ή δυόμιση περίπου νέα στρέμματα, καθώς, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, δεν υπήρχε σταθερή αναλογία παλαιών με τα νέα στρέμματα για το σύνολο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, αφού αυτή (αναλογία) κυμαινόταν ανά περιοχή και εποχή από 975 τ.μ.
έως και 2.500 τ.μ. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί ο πέμπτος λόγος έφεσης με τον οποίο το εκκαλούν διατείνεται αφενός μεν ότι αυθαιρέτως το πρωτόδικο δικαστήριο δέχθηκε ότι πρόκειται για τουρκικό στρέμμα, ενώ δεν γίνεται καμία αναφορά στο αρχικό ως άνω συμβόλαιο και αφετέρου προσδιόρισε την αναλογία τουρκικού με νέο, καθώς χωρίς αμφιβολία προκύπτει από το αρχικό συμβόλαιο ότι η αναφορά γίνεται σε τουρκικό στρέμμα, δεδομένου του χρόνου κατάρτισής του (1921), αλλά και της αγοράς του από Τούρκο αγά, ενώ η αντιστοιχία του προκύπτει, πέραν της κατάθεσης του μάρτυρα του ενάγοντος στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και από τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, που λαμβάνει υπόψη του το δικαστήριο.
Στη συνέχεια, ο Α. Μ. απεβίωσε στις 6-9-1960 στην Καστοριά, χωρίς να αφήσει διαθήκη, κατέλειπε δε, μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους του τη σύζυγό του Ε., χήρα Α. Μ., γιαγιά του ενάγοντος, κατά ποσοστό 2/8 εξ αδιαιρέτου και τα τέκνα του Ε. συζ. Γ. Λ., το γένος Α. Μ., μητέρα του ενάγοντος και Θ. Μ. του Α., κατά ποσοστό 3/8 εξ αδιαιρέτου στο καθένα.
Την κληρονομία αυτή, στην οποία περιλαμβανόταν και το άνω επίδικο αγροτεμάχιο (άμπελος), αποδέχθηκαν οι ανωτέρω κληρονόμοι με τη με αριθμό ... πράξη αποδοχής κληρονομίας του άλλοτε συμβολαιογράφου Καστοριάς Γεωργίου Τέζια, που μεταγράφηκε νόμιμα στις 3-3-1988 στα οικεία βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Καστοριάς (..., ...).
Την ίδια ημέρα, με το με αριθμ. ... συμβόλαιο γονικής παροχής και δωρεάς του ίδιου ως άνω συμβολαιογράφου, που ομοίως μεταγράφηκε νόμιμα στις 3-3-1988 στα άνω βιβλία (..., αύξ. αρ. 58), οι παραπάνω Ε., χήρα Α. Μ. και Ε. συζ. Γ. Λ., το γένος Α. Μ., γιαγιά και μητέρα του ενάγοντος, αντίστοιχα, μεταβίβασαν τα ποσοστά συγκυριότητας επί του άνω αγροτεμαχίου, ήτοι 2/8 και 3/8 εξ αδιαιρέτου, αντίστοιχα, στον τελευταίο, ώστε αυτός κατέστη συγκύριος επ' αυτού σε ποσοστό 5/8 ή 62,50% εξ αδιαιρέτου.
Το παραπάνω ακίνητο στις ως άνω πράξεις αποδοχής κληρονομίας και γονικής παροχής αναφέρεται με αριθμό ..., ότι έχει έκταση 4.120 τ.μ. και συνορεύει με αγροτικό δρόμο, με το ... κοινόχρηστο του Δήμου Καστοριάς, με το 1713 αγροτεμάχιο αγνώστου και με το 1714 αγροτεμάχιο ιδιοκτησίας Σ., όπως απεικονίζεται στο συνημμένο στα συμβόλαια αυτά τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Παναγιώτη Παππά με στοιχεία Α,Β,Γ,Δ,Ε,Ζ,Η,Θ,Ι,Α.
Κατά τη διαδικασία κτηματογράφησης της περιοχής του Δήμου Καστοριάς, με ημερομηνία έναρξης την 25-2-2008, όπου βρίσκεται το ως άνω ακίνητο, μέρος αυτού, ήτοι τμήμα εμβαδού 619,58 τ.μ., με ΚΑΕΚ ..., καταχωρήθηκε ως ιδιοκτησία του ενάγοντος κατά ποσοστό συγκυριότητας 62,50% εξ αδιαιρέτου, ενώ το υπόλοιπο αποδόθηκε στο εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, ως μέρος τριών ομόρων ακινήτων και συγκεκριμένα: 1) το με διακριτικό Ε5 και ΚΑΕΚ ..., έκτασης 1.995,26 τ.μ., που ορίζεται με τα στοιχεία Α,Β,Γ,4,3,2,1,Λ,Μ,Ν,Ξ,0,Α του από Φεβρουαρίου 2011 τοπογραφικού διαγράμματος του πολιτικού μηχανικού Γεωργίου Τσανούσα, συνταγμένο σύμφωνα με τις συντεταγμένες ΕΓΣΑ 87, που καταχωρήθηκε ως τμήμα ευρύτερου αγροτεμαχίου, συνολικής έκτασης 149.694 τ.μ.
του Ελληνικού Δημοσίου, 2) το με διακριτικό Ε4 και ΚΑΕΚ ..., έκτασης 178,78 τ.μ., που ορίζεται με τα στοιχεία Η,Θ,Ι,Κ,Λ,1,5,Η του ίδιου τοπογραφικού διαγράμματος, που καταχωρήθηκε ως τμήμα ευρύτερης έκτασης 2.069 τ.μ. του Ελληνικού Δημοσίου και 3) το με διακριτικό Ε3 και ..., έκτασης 44,77 τ.μ., που ορίζεται με τα στοιχεία Ζ,Η,5,Ζ του ίδιου τοπογραφικού διαγράμματος, που καταχωρήθηκε ως τμήμα ευρύτερης έκτασης 932 τ.μ.
του Ελληνικού Δημοσίου. Το παραπάνω δε ενιαίο ακίνητο έκτασης 2.838,39 τ.μ., αποτελούμενο από τα προαναφερόμενα τέσσερα επί μέρους τμήματα (τα τρία επίδικα και το ήδη αποδοθέν στον ενάγοντα), ορίζεται με τα στοιχεία Α,Β,Γ,4,5,Ζ,Η,Θ,Ι,Κ, Λ,Μ,Ν,Ξ,Ο,Α του άνω από Φεβρουάριο του 2011 τοπογραφικού διαγράμματος. Ο ενάγων ισχυρίζεται ότι τμήμα του μείζονος ενιαίου ακινήτου συγκυριότητας του ιδίου, αποτελεί και έτερο τμήμα, έκτασης 571,61 τ.μ., το οποίο, όμως, δεν έχει καταστεί αντικείμενο της παρούσας δίκης.
Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι στις 30-6-2010 ο ίδιος ενάγων υπέβαλε στη Διεύθυνση Δασών Καστοριάς αίτηση με την οποία ζητούσε το χαρακτηρισμό συνολικής έκτασης 4.120 τ.μ., που βρίσκεται στην άνω θέση "..." της κτηματικής περιοχής Δήμου Καστοριάς Ν. Καστοριάς. Επ' αυτής εκδόθηκε η με αριθμό πρωτ. 105751/7112/10-11-2010 πράξη χαρακτηρισμού έκτασης της ανωτέρω Διεύθυνσης, η οποία κατέστη τελεσίδικη, βάσει της με αριθμ.
πρωτ. 18406/1592/14-4-2011 βεβαίωσης της ίδιας Διεύθυνσης, δυνάμει της οποίας από την άνω έκταση χαρακτηρίστηκε ως δάσος τμήμα αυτής εμβαδού 710 τ.μ., το οποίο αποτυπώνεται με τα στοιχεία Δ,Ε,Ζ,Η,Θ,3,2,1,Α (ΤΜΗΜΑ 2), όπως εμφαίνεται στο από Μάιο του 2009 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Γεωργίου Τσανούσα, όπως αυτό ελέγχθηκε και διορθώθηκε από τη Δασολόγο Ιωάννα Παπαμήλιου.
Το δε υπόλοιπο τμήμα, έκτασης 3.410 τ.μ., στο οποίο περιλαμβάνονται και τα άνω περιγραφόμενα τρία επίδικα τμήματα, καθώς και τα δύο, μη επίδικα, και αποτυπώνεται με τα στοιχεία Α,Β,Γ,Δ,1,2,3,Θ,Ι,Κ,Λ,Μ,Α (ΤΜΗΜΑ 1), όπως εμφαίνεται στο ίδιο ως άνω τοπογραφικό διάγραμμα, χαρακτηρίστηκε ως μη δάσος και μη δασικό, ότι δεν εμπίπτει στις προστατευτικές διατάξεις της δασικής νομοθεσίας και ότι είναι γεωργικώς καλλιεργούμενη έκταση.
Εξ άλλου, στον πίνακα διανομής του αγροκτήματος Καστοριάς του 1937, που επικαλείται και προσκομίζει το εναγόμενο, τα ως άνω επίδικα τμήματα, είχαν καταχωρηθεί ως τμήμα του με αριθμό κτηματολογίου ..., "χερσολίβαδου" του Δήμου Καστοριάς, ευρύτερης έκτασης εμβαδού 472.381 τ.μ., ενώ το με αριθμό ... αγροτεμάχιο, που δεν είναι επίδικο, περιγράφεται ως άμπελος, εμβαδού 750 τ.μ.
Από την αεροφωτογραφία έτους λήψης 1945, προκύπτει ότι το τμήμα 1 (επίδικο), έκτασης 3.410 τ.μ., ήταν καλλιεργήσιμος αγρός και δεν υπήρχε σ' αυτόν δασική βλάστηση, ενώ τα επόμενα έτη, στις αεροφωτογραφίες έτους λήψης 1982, το ίδιο τμήμα 1 διαπιστώνεται ότι είναι χέρσα έκταση (βλ. την από 10-11-2010 έκθεση αυτοψίας και φωτοερμηνείας της δασολόγου Ιωάννας Παπαμήλιου, που προσκομίζει το εναγόμενο).
Τη διαφορά αυτή εξηγεί στην κατάθεσή του ο μάρτυρας Ε. Κ., ο οποίος κατέθεσε ότι αρχικά ήταν αμπέλι και μετά από θεομηνία (φυλλοξήρα) ξεράθηκε, γνώση που άντλησε από τον παππού του.
Συνεπώς, από τα παραπάνω δεν προέκυψε ότι τα επίδικα συνιστούν χορτολιβαδική έκταση, απορριπτομένου ως αβάσιμου του περί του αντιθέτου ισχυρισμού του εναγομένου και του σχετικού λόγου έφεσης. Αντιθέτως, αποδεικνύεται ότι αυτά αποτελούσαν ανέκαθεν τμήματα μείζονος ιδιωτικής έκτασης, στην οποία αρχικά ο απώτατος δικαιοπάροχος του ενάγοντος Χ.
Μ., στο όνομα του οποίου, ως προαναφέρθηκε, ήταν εγγεγραμμένη η άνω έκταση στο Οθωμανικό Κτηματολόγιο Καστοριάς και στη συνέχεια ο κληρονόμος αυτού Ν. Χ., καλλιεργούσαν κυρίως αμπέλια από την εποχή της τουρκοκρατίας, χωρίς δικαστική ή άλλη αμφισβήτηση από οποιονδήποτε, μέχρι 20-5-1917 και πάντως πριν από το 1921, που πώλησαν στον παππού του ενάγοντος, οπότε απέκτησαν δικαίωμα διηνεκούς εξουσίασης (τεσσαρούφ), αφού πρόκειται για καλλιεργήσιμη έκταση επί δέκα συναπτά έτη, καθώς, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα στη νομική σκέψη, από της ισχύος του με αριθμό 2468/1917 διατάγματος (20-5-1917), το άνω δικαίωμα διηνεκούς εξουσίασης (τεσσαρούφ) μεταβλήθηκε σε δικαίωμα πλήρους και οριστικής κυριότητας των 4/5 εξ αδιαιρέτου.
Στη συνέχεια δε, ως προεκτέθηκε, δυνάμει των άρθρων 101-104 του διατάγματος της 11/12-11-1929, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 2 του ν. 4226/1929 και τροποποιήθηκε με τα άρθρα 17, 18 και 19 του νόμου 1540/1938, παραχωρήθηκε στους ιδιοκτήτες των 4/5 και το υπόλοιπο 1/5 εξ αδιαιρέτου και έτσι ο απώτερος δικαιοπάροχος του ενάγοντος Α.
Μ., αρχικός αγοραστής του εν λόγω ενιαίου αγροτεμαχίου, έγινε καθ' ολοκληρίαν κύριος αυτού. Το εναγόμενο προς απόκρουση της αγωγής με τον πρώτο λόγο της έφεσής του ισχυρίζεται ότι κατ' εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έκρινε την αγωγή ουσιαστικά βάσιμη, δεχόμενο ότι δυνάμει δικαιώματος διηνεκούς εξουσίασης και καλλιέργειας από μέρους του αρχικού δικαιοπαρόχου του ενάγοντος χωρίς καμία δικαστική αμφισβήτηση επί δέκα συνεχή έτη, που μετατράπηκε, με βάση τις προαναφερόμενες διατάξεις σε πλήρες δικαίωμα κυριότητας και ο ενάγων απέκτησε την κυριότητα επ' αυτού, ενώ τα περιστατικά αυτά ο ενάγων δεν τα ανέφερε στην αγωγή του, αλλά ενόψει της αμφισβήτησης εκ μέρους του εναγομένου, συμπλήρωσε με την προσθήκη των προτάσεών του μεταβάλλοντας την ιστορική βάση της αγωγής.
Επιπρόσθετα, ισχυρίζεται ότι εσφαλμένα το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε την ύπαρξη κυριότητας στο πρόσωπο του Τούρκου - αρχικού δικαιοπαρόχου του ενάγοντος, παρόλο που ο τελευταίος δεν επικαλέστηκε τον τρόπο με τον οποίο το ακίνητο αυτό, ως "γαία καθαρής ιδικτησίας" εντάχθηκε στη συγκεκριμένη κατηγορία, δεν προσκόμισε σχετικό τίτλο ιδιοκτησίας (ταπί), ούτε παρέθεσε στοιχεία καταγραφής του στο Οθωμανικό Κτηματολόγιο.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και απορριπτέος, ως προς το πρώτο σκέλος του διότι ο ενάγων, εάν υπάρξει αμφισβήτηση του τρόπου κτήσης της κυριότητας του αρχικού δικαιοπαρόχου του από τον εναγόμενο, μπορεί παραδεκτά κατ' άρθρο 224 ΚΠολΔ, με την προσθήκη των προτάσεών του (καθώς η αμφισβήτηση εμπεριέχεται στις προτάσεις του εναγομένου) να συμπληρώσει την κτήση αυτή χωρίς να μεταβάλλεται η βάση της αγωγής, συμπλήρωση στην οποία ο ενάγων προέβη, αναφέροντας ότι ο απώτερος δικαιοπάροχός του Χ.
Μ. και στη συνέχεια ο κληρονόμος του - πωλητής Ν. Χ., καλλιεργούσε επί 10 συναπτά έτη το επίδικο αγροτεμάχιο με αμπέλια, έχοντας αποκτήσει δικαίωμα συνεχούς εξουσίασης, το οποίο μετατράπηκε σε δικαίωμα πλήρους κυριότητας κατά τα 4/5 και με το διάταγμα του 1929 και κατά το υπόλοιπο 1/5. Αλλά αβάσιμος και απορριπτέος είναι και ως προς το δεύτερο σκέλος, καθώς ο αρχικός δικαιοπάροχος του ενάγοντος απέκτησε δυνάμει του τίτλου (ταπίου) του τουρκικού κτηματολογίου Καστοριάς δικαίωμα διηνεκούς εξουσίασης (τεσσαρούφ) στο επίδικο ακίνητο, κατόπιν παραχωρήθηκε σ' αυτόν δικαίωμα κυριότητας σ' αυτό κατά τα 4/5 εξ αδιαιρέτου δυνάμει του άρθρου 49 του ν. 2052/1920 και τέλος περιήλθε στον παππού του ενάγοντος και το υπόλοιπο 1/5 εξ αδιαιρέτου δυνάμει των άρθρων 101-104 του διατάγματος της 11/12-11-1929, όπως και στη μείζονα σκέψη εκτίθεται".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος και επικύρωσε την απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που είχε δεχθεί τα ίδια.
Το αναιρεσείον με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του και κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, με την επίκληση της παράβασης του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, διατείνεται ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν. Ειδικότερα, ισχυρίζεται ότι, ενώ ο αναιρεσίβλητος, λόγω της αμφισβήτησης πρωτοδίκως από το ίδιο της κυριότητας των απωτέρων δικαιοπαρόχων του (του αναιρεσιβλήτου), συμπλήρωσε την αγωγή του με την προσθήκη των προτάσεών του, επικαλούμενος κτήση δικαιώματος διηνεκούς εξουσίασης στα επίδικα ακίνητα από τον απώτατο δικαιοπάροχό του Χ.
Μ. με βάση το άρθρο 3 του Οθωμανικού Νόμου "περί γαιών" της 7ης Ραμαζάν 1274, δηλαδή απόκτηση δικαιώματος διηνεκούς εξουσίασης με βάση τίτλο - ταπί, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του απόκτηση του εν λόγω δικαιώματος από τον ανωτέρω μετά από δεκαετή χωρίς αμφισβήτηση καλλιέργεια των επιδίκων, δηλαδή με βάση το άρθρο 78 του ανωτέρω Οθωμανικού Νόμου, απορρίπτοντας τον σχετικό πρώτο λόγο της έφεσής του κατά της πρωτόδικης απόφασης, που είχε δεχθεί τα ίδια.
Ο λόγος αυτός πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος. Συγκεκριμένα, ενόψει του γεγονότος ότι, ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου το αναιρεσείον αμφισβήτησε την κυριότητα των απωτέρων δικαιοπαρόχων του αναιρεσιβλήτου, ο τελευταίος, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της από 10-3-2015 προσθήκης επί των από 2-3-2015 πρωτοδίκων προτάσεών του, με την επίκληση του άρθρου 3 του Οθωμανικού Νόμου "περί γαιών" της 7ης Ραμαζάν 1274, ισχυρίστηκε, συμπληρώνοντας έτσι παραδεκτά την αγωγή του, ότι "Ο απώτερος δικαιοπάροχός μας Α.
Μ. αγόρασε από τον Ν. Χ. αγά το επίδικο αμπέλι με το υπ' αριθμ. ... συμβόλαιο του τότε συμβολαιογράφου Καστοριάς Θεοδώου Κόντου, νόμιμα μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών της Ειρηνοδικειακής περιφέρειας Καστοριάς στον τόμο … με αριθμό ... στις 3-10-2021. Ο πωλητής Ν. Χ. το απέκτησε από τον πατέρα του Χ. Μ., που είχε προαποβιώσει επί τουρκοκρατίας και το οποίο ακίνητο (αμπέλι), στο όνομα του οποίου εφέρετο το επίδικο εγγεγραμμένο στο Οθωμανικό κτηματολόγιο Καστοριάς, όπως ρητά αναφέρεται στο παραπάνω συμβόλαιο.
Εκ των ανωτέρω προκύπτει σαφέστατα η ύπαρξη ταπίου στο όνομα του Χ. Μ., με το οποίο παραχωρήθηκε σ' αυτόν κατ' αρχήν δικαίωμα εξουσιάσεως στο επίδικο, στη συνέχεια δε επήλθε πλήρης κυριότητα σ' αυτόν κατά τα ανωτέρω διαλαμβανόμενα, καθώς και στο όνομα του πωλητή Ν. Χ.. Κατά συνέπεια πρόκειται πλέον περί ιδιοκτησίας και δεν υφίσταται κανένα απολύτως δικαίωμα κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου".
Ωστόσο, το Εφετείο, όπως προκύπτει από τις ανωτέρω εκτιθέμενες παραδοχές του, προκειμένου να καταλήξει στο ως άνω αποδεικτικό του πόρισμα, δέχθηκε ότι ο απώτατος δικαιοπάροχος του αναιρεσιβλήτου Χ. Μ. και στη συνέχεια ο κληρονόμος αυτού Ν. Χ. απέκτησαν δικαίωμα διηνεκούς εξουσίασης (τεσσαρούφ) επί του επιδίκου μετά από αδιάλειπτη και συνεχή καλλιέργειά του επί δέκα έτη χωρίς δικαστική αμφισβήτηση μέχρι 20-5-1917, το οποίο στη συνέχεια μετατράπηκε σε δικαίωμα πλήρους κυριότητας με τις αναφερόμενες στην προσβαλλόμενη απόφαση διατάξεις.
Δέχθηκε, δηλαδή, το Εφετείο πραγματικά περιστατικά που δεν είχαν προταθεί από τον αναιρεσίβλητο κατά τη συμπλήρωση της βάσης της αγωγής του με την ανωτέρω προσθήκη των προτάσεών του και τα οποία πραγματικά περιστατικά συγκροτούν το πραγματικό του άρθρου 78 του Οθωμανικού Νόμου περί γαιών και όχι του άρθρου 3 του ίδιου νόμου, που αυτός επικαλέστηκε με την εν λόγω προσθήκη, υποπίπτοντας έτσι το Εφετείο στην παράβαση του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, όπως βάσιμα υποστηρίζει το εκκαλούν.
Επί πλέον, το Εφετείο, ενώ κατά τα προαναφερθέντα δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του κτήση δικαιώματος διηνεκούς εξουσίασης (τεσσαρούφ) με δεκαετή συνεχή καλλιέργεια του επιδίκου χωρίς δικαστική αμφισβήτηση από τους ανωτέρω αναφερόμενους απώτερους δικαιοπαρόχους του αναιρεσιβλήτου, δέχθηκε στη συνέχεια, όπως επίσης προκύπτει από τις πιο πάνω αναφερόμενες παραδοχές του, ότι "ο αρχικός δικαιοπάροχος του ενάγοντος απέκτησε δυνάμει τίτλου (ταπίου) του τουρκικού Κτηματολογίου Καστοριάς δικαίωμα διηνεκούς εξουσίασης (τεσσαρούφ) στο επίδικο ακίνητο...", χωρίς να διευκρινίζει με βάση ποια πραγματικά περιστατικά παραχωρήθηκε ο τίτλος αυτός και συγκεκριμένα, αν δόθηκε μετά από παραχώρηση δημόσιας γαίας, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 3 του Οθωμανικού Νόμου "περί γαιών" της 7ης Ραμαζάν έτους 1274 (χριστιανικού 1856), ή μετά από δεκαετή καλλιέργεια αγροτικής έκτασης χωρίς αμφισβήτηση, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 78 του ίδιου νόμου, περιλαμβάνοντας έτσι στην προσβαλλόμενη απόφασή του ανεπαρκείς αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Επομένως, ο σχετικός δεύτερος λόγος αναίρεσης κατά το δεύτερο μέρος του και κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος. Μετά ταύτα παρέλκει η έρευνα του τρίτου αναιρετικού λόγου, καθώς καλύπτεται από την αναιρετική εμβέλεια του δευτέρου λόγου, που γίνεται δεκτός. Κατά συνέπεια και με βάση τα ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη 50/2016 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, παραπεμφθεί δε η υπόθεση για νέα εκδίκαση στο δικαστήριο που εξέδωσε την ως άνω απόφαση, εφόσον είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλο δικαστή (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Τέλος, ο αναιρεσίβλητος πρέπει να καταδικαστεί, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, σύμφωνα με το σχετικό του αίτημα (άρθρ. 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ και 22 Ν. 3693/1957), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 50/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνο που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 29 Ιουνίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Οκτωβρίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ