Legislator Case Law & Legislation
1702/2018 AI generated

1702/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1702/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη - Εισηγήτρια, Πέτρο Σαλίχο, Ιωάννη Φιοράκη, Παρασκευή Καλαϊτζή και Γεώργιο Παπανδρέου, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1702/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο προσδιορισμός της εννοίας των γαιών, που έχουν αφεθεί ή εγκαταλειφθεί στην κοινή χρήση γίνεται με ευθεία παραπομπή στις σχετικές διατάξεις του περί γαιών νόμου της 7ης Ραμαζάν 1274 (1856), ο οποίος διατηρήθηκε σε ισχύ στις χώρες, που διετέλεσαν προηγουμένως υπό την άμεση κυριαρχία του οθωμανικού κράτους και μετά την εισαγωγή σ' αυτές της Ελληνικής Αστικής Νομοθεσίας, κατ' άρθρο 2 και 4 ν. 147/1914.

Keywords

AI generated
rural land rights standing of neighbours loss of citizenship standing of the municipality domicile of a party action for boundary determination
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1702 / 2018 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1702/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη - Εισηγήτρια, Πέτρο Σαλίχο, Ιωάννη Φιοράκη, Παρασκευή Καλαϊτζή και Γεώργιο Παπανδρέου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 10η Οκτωβρίου 2018 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Π. Κ. Χ., ..., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητά του ως δικηγόρος.

Της αναιρεσίβλητης: Δημοτικής Ενότητας του Δήμου Νέας Ζίχνης, που εδρεύει στη Ν. Ζίχνη Σερρών και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Παναγιώτη Καρίπογλου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13-12-2012 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Ροδολίβους Σερρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 44/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 35/2017 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σερρών, όπως αυτή διορθώθηκε με την 86/2017 του ιδίου δικαστηρίου. Την αναίρεση των τελευταίων αποφάσεων ζητεί ο αναιρεσείων με την από 20-10-2017 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο αναιρεσείων ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 560 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν.4335/2015 (που άρχισε να ισχύει από την 1.1.2016) και εφαρμόζεται στην προκείμενη περίπτωση ως εκ του χρόνου άσκησης της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης (20.10.2017), κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο: 1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης, μόνο, αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την εφαρμογή των κανόνων του δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν μπορεί να προβληθεί σε μικροδιαφορές 2) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως όριζε ο νόμος, ή δίκασε ειρηνοδίκης του οποίου είχε γίνει δεκτή η εξαίρεση 3) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ' ύλην αρμοδιότητα 4) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας 5) αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και 6) αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Η απαρίθμηση των προαναφερόμενων λόγων αναίρεσης είναι περιοριστική, όπως συνάγεται από τη λέξη "μόνον", και συνεπώς, δεν είναι δυνατόν να πρόβληθεί οποιοσδήποτε άλλος λόγος αναίρεσης κατά των ως άνω αποφάσεων. Επομένως, οι λόγοι αναίρεσης που στρέφονται κατά της 35/2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σερρών που δίκασε ως Εφετείο και αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατ' εκτίμηση, τις πλημμέλειες: 1) από το άρθρο 559αριθμ. 14ΚΠολΔ, της παρά το νόμο μη κήρυξης απαραδέκτου, εξαιτίας της έλλειψης πληρεξουσιότητας του παρασταθέντος δικηγόρου της αναιρεσίβλητης στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και, συνακόλουθα, της μη νόμιμης εκπροσώπησης αυτού στη δίκη (πρώτος, ένατος και δέκατος, κατά ένα μέρος λόγοι αναίρεσης) 2) από το άρθρο 559 αριθμ. 11 γ' και α' ΚΠολΔ, αντίστοιχα, της παρά το νόμο μη λήψης υπόψη εγγράφων που επικαλέστηκε και προσκόμισε ο αναιρεσείων (έβδομος, όγδοος, δέκατος, κατά ένα μέρος λόγοι αναίρεσης) και της παρά το νόμο λήψης υπόψη κατάθεσης μάρτυρα της αναιρεσίβλητης (ενδέκατος λόγος αναίρεσης) είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι.

Με το άρθρο 13 παρ.2 του με αριθμό 2648/20-5-1917 Δ/τος της Προσωρινής Κυβερνήσεως Θεσσαλονίκης, του οποίου η ισχύς επεκτάθηκε σε όλο το κράτος με το ν. 1072/1917, ορίστηκε ότι στις εκτάσεις, που είχαν αφεθεί στην κοινή χρήση κατά τον τουρκικό νόμο περί γαιών της 7ης Ραμαζάν 1274 (1856), μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται οι αλωνότοποι και οι βοσκήσιμες γαίες, εξακολουθούν οι κάτοικοι να ασκούν τα δικαιώματα χρήσης μέχρις ότου για την διοίκηση Των εκτάσεων αυτών προνοήσει ειδικός νόμος.

Ακολούθως με το άρθρο 1 εδ. α' του ν.2074/1920 "περί των εν ταις Νέαις Χώραις κοινοτικών γαιών", ορίστηκε ότι οι γαίες που έχουν αφεθεί σε κοινή χρήση, σύμφωνα με τα άρθρα 94, 95, 96, 98, 99 παρ.1, 100 και 102, του ως άνω τουρκικού νόμου περί γαιών, καθίστανται περιουσία των συνοικισμών, υπέρ των κατοίκων των οποίων είχαν ανέκαθεν προοριστεί, παραχωρούμενες στην πλήρη κυριότητα και κατοχή αυτών, που αναγνωρίζονται ως νομικά πρόσωπα, κατά δε το άρθρο 12 ν. 1051/1917, το οποίο δυνάμει του άρθρου 2 του ν. 2074/1920 είναι εφαρμοστέο στις παραπάνω εκτάσεις, η περιουσία συνοικισμού που αναγνωρίζεται σε ιδία κοινότητα, καθίσταται περιουσία της κοινότητας, η οποία θα συγκροτηθεί από τον συνοικισμό αυτό.

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι από την ισχύ του ν. 2074/1920, οι Κοινότητες των Νέων Χωρών απέκτησαν αυτοδικαίως την κυριότητα των βοσκών, οι οποίες είχαν αφεθεί, ανέκαθεν, κατά το νόμο περί γαιών, στην κοινή χρήση των κατοίκων των χωρίων, που αποτέλεσαν τις ως άνω κοινότητες, έστω και αν αυτές φέρουν διάφορο όνομα και ότι, επομένως, έπαυσε έκτοτε να υφίσταται το προγενέστερο επί των γαιών αυτών δικαίωμα κυριότητος του Ελληνικού Δημοσίου ως διάδοχο του Τουρκικού Δημοσίου (ΑΠ 213/1999).

Ο προσδιορισμός της εννοίας των γαιών, που έχουν αφεθεί ή εγκαταλειφθεί στην κοινή χρήση γίνεται με ευθεία παραπομπή στις σχετικές διατάξεις του περί γαιών νόμου της 7ης Ραμαζάν 1274 (1856), ο οποίος διατηρήθηκε σε ισχύ στις χώρες, που διετέλεσαν προηγουμένως υπό την άμεση κυριαρχία του οθωμανικού κράτους και μετά την εισαγωγή σ' αυτές της Ελληνικής Αστικής Νομοθεσίας, κατ' άρθρο 2 και 4 ν. 147/1914.

Από τις διατάξεις δε αυτές και, ειδικότερα, από εκείνες των άρθρων 1παρ. 4, 5 παρ. 2 και 91-102 του νόμου αυτού, προκύπτει ότι οι γαίες που είχαν αφεθεί στην κοινή χρήση (εγκαταλελειμμένες γαίες-μετρουκέ), μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και οι βοσκήσιμες εκτάσεις, αποτελούσαν ιδιαίτερη κατηγορία γαιών, διαφορετική από εκείνη των δημοσίων γαιών, διότι ανήκαν μεν, όπως και οι τελευταίες, στο Οθωμανικό Δημόσιο (κράτος), αλλά, ενώ στις δημόσιες γαίες παραχωρείτο στους ιδιώτες υπό ορισμένες προϋποθέσεις το δικαίωμα εξουσιάσεως (τεσσαρούφ), στις καθιερωμένες στη κοινή χρήση γαίες απαγορευόταν η με οποιοδήποτε τρόπο εξουσίασή τους από ιδιώτη και αυτές παραχωρούνταν είτε επισήμως με την έκδοση αυτοκρατορικών διαταγμάτων (σουλτανικών φιρμανιών) είτε και απλώς, κατ' ανοχή του τουρκικού κράτους, στην αποκλειστική κοινή χρήση της ολότητας των κατοίκων ενός η περισσοτέρων χωρίων ή κωμοπόλεων, το δικαίωμα των οποίων είχε κατοχυρωθεί ως απαράγραπτο με το άρθρο 102 του περί γαιών νόμου.

Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 1 παρ.1 του ν.δ. 31/1968 "Περί προστασίας της περιουσίας του Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης", του οποίου η ισχύς άρχισε από τις 2-12-1968 και από την διάταξη του άρθρου 4 του αν. 1539/1938 προκύπτει ότι, προκειμένου περί ακινήτων των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης, ο χρόνος κτητικής παραγραφής μπορούσε να συμπληρωθεί μέχρι τις 2-12-1968 (χρόνος ισχύος του ν.δ. 31/1968) και όχι μέχρι 11-9-1915, που έπαψε να ισχύει η δυνατότητα της απόκτησης του δικαιώματος κυριότητος με χρησικτησία επί των ακινήτων του Δημοσίου, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν.δ. 224/16-5-1926 "περί διοικητικής αποβολής εκ των κτημάτων της αεροπορικής αμύνης", που καθιερώνουν αναστολή της κτητικής παραγραφής μέχρι τις11-9-1915 (ΑΠ1005//2009, ΑΠ 388/1987).

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 974 και 1045 ΑΚ προκύπτει, ότι για την κτήση της κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, απαιτείται άσκηση της φυσικής εξουσίας πάνω στο πράγμα, με διάνοια κυρίου, επί συνεχή εικοσαετία. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρ. 560 αριθ. 1α' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006 και 4/2005).

Ωστόσο, ελλείψεις στη διατύπωση της μείζονος πρότασης, όπως η μη αναγραφή των νομικών διατάξεων και η μη παράθεση του περιεχομένου τους ή η μη ανάλυση του νοήματος τους, δεν ιδρύουν το λόγο αυτό, αρκεί να υπάρχει κανόνας δικαίου, ο οποίος, με βάση τις πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, επάγεται την έννομη συνέπεια που αυτό δέχθηκε ως διατακτικό της απόφασής του (ΑΠ 145/2012).

Περαιτέρω, ο ίδιος λόγος αναίρεσης, είναι δυνατό να φέρεται ότι πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση γιατί παραβίασε κανόνα δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα να πλήττει την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, με το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση αυτή παραβιάστηκε κανόνας δικαίου, οπότε ο λόγος αναίρεσης θα απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι πλήττει την ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρ 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Τέλος, ο από τό άρθρο 560 αριθμ.6 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης ιδρύεται όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "ζητήματα", των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί την απόφαση από τη νόμιμη βάση της, κατά την έννοια του άρθρου 560 αριθ. 6 ΚΠολΔ, νοούνται μόνον οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που έχουν αυθύπαρκτη ύπαρξη, δηλαδή, εκείνοι που τείνουν στη θεμελίωση ή την κατάλυση δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο όχι, όμως, και εκείνοι που ανάγονται στη βαρύτητα ενός αποδεικτικού μέσου ή σε ελλείψεις ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων ή την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς (ΟλΑΠ 861/1984), ούτε, επίσης, η εκτίμηση των αποδείξεων, όπως λ.χ.

η αξιοπιστία των μαρτύρων και η εκτίμηση των όσων καταθέτουν αυτοί σχετικά με τους αποδεικτικούς ισχυρισμούς των διαδίκων (ΑΠ 148/2008). Επίσης δεν αποτελούν "πράγματα", κατά την προαναφερόμενη έννοια, η επίκληση των αποδεικτικών μέσων και του περιεχομένου τους, τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης ή ως αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ενστάσεως κ.λ.π.

ούτε οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία (ΑΠ 983/2007). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του προσκομιζόμενου αντιγράφου της προσβαλλόμενης απόφασης, όπως αυτή διορθώθηκε, το Μονομελές Πρωτοδικείο Σερρών που δίκασε ως Εφετείο δέχθηκε, μετ' ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, αναφορικά με την από 13/12/2013 αναγνωριστική αγωγή κυριότητας ακινήτου, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η επίδικη έκταση εμβαδού 4000τ.μ.

βρίσκεται στην κτηματική περιοχή της τοπικής κοινότητας ... στην τοποθεσία "..." και συνορεύει βορειοανατολικά με ρέμα-λάκκο, δυτικά με ιδιοκτησία Ν. Τ. και νότια με αγροτεμάχιο εκτάσεως 25.000 τ.μ. ιδιοκτησίας του ενάγοντος. Ο ενάγων- εκκαλών ισχυρίστηκε με το δικόγραφο της αγωγής του ότι η επίδικη έκταση αποτελεί τμήμα αγροτεμαχίου ιδιοκτησίας του, συνολικού εμβαδού 29.000 τ.μ., του οποίου κατέστη κύριος δυνάμει δημόσιας διαθήκης του πατέρα του Χ.

Κ., η οποία δημοσιεύθηκε νομίμως και την οποία ο ίδιος αποδέχθηκε ως κληρονομιά με σχετική πράξη αποδοχής, νομίμως μεταγγεγραμένης. Περαιτέρω, ο ίδιος ισχυρίστηκε ότι ο πατέρας αυτού απέκτησε την κυριότητα του προαναφερόμενου αγροτεμαχίου, 29.000 τ.μ., με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας νεμόμενος αυτήν διανοία κυρίου ήδη από το έτος 1930, όταν έλαβε χώρα άτυπη μεταβίβαση αυτού από τη γιαγιά του ενάγοντος από την πατρική γραμμή, Π.

Κ. χήρα Γ.,μέχρι και το θάνατο του κατά το έτος 1982. Η δε Π. Κ. χήρα Γ. είχε αποκτήσει το ανωτέρω αγροτεμάχιο ομοίως με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας ήδη από το έτος 1875, έτος κατά το οποίο της το μεταβίβασε ατύπως ο πατέρας της, Γ. Π.. Ωστόσο, από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκε η άσκηση πράξεων νομής κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα 1948- 1968 σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα πρόταση από τον πατέρα του ενάγοντος προκειμένου ο ίδιος να αποκτήσει δικαίωμα κυριότητας δια εκτάκτου χρησικτησίας σε βάρος του εναγομένου ν.π.δ.δ.

επι της ανωτέρω εκτάσεως, η οποία ήταν και παρέμεινε κοινόχρηστη. Περαιτέρω δε, από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκε ότι η μητέρα του ενάγοντος άσκησε υπερδεκαετή νομή συμπληρωθείσα προ της 20ης.05.1917 ώστε να αποκτήσει με τον τρόπο αυτό δικαίωμα εξουσίασης, το οποίο να μετατραπεί κατά τα προεκτεθέντα στη μείζονα πρόταση σε δικαίωμα πλήρους κυριότητας.

Ο μάρτυρας του ενάγοντος Β. Θ. καταθέτει ενόρκως ενώπιον της Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης ότι καλλιεργούσε το επίδικο αγροτεμάχιο από το έτος 1953 μέχρι το έτος 1976-1977 και συνεπώς δεν συμπληρώνεται ο απαιτούμενος χρόνος της εικοσαετίας μέχρι τη 2η. 12.1968 ότε και ίσχυσαν και για τα ακίνητα των ΟΤΑ οι διατάξεις των άρθρων 1 έως 24 του α.ν. 1539/1938 "περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων".

Αντίθετα, αποδείχθηκε ότι η επίδικη έκταση "ήταν χέρσο τμήμα, ακαλλιέργητο και κοινόχρηστο, χρησιμοποιούμενο ως βοσκότοπος (βλ. κατάθεση μάρτυρος εναγομένου). Οι βοσκήσιμες γαίες των Νέων Χωρών που αφέθηκαν σε κοινή χρήση περιήλθαν αυτοδικαίως στην περιουσία των συνοικισμών και κατέστησαν περιουσία των συνοικισμών υπέρ των κατοίκων των οποίων είχαν ανέκαθεν προορισθεί, παραχωρούμενες στην πλήρη κυριότητα και κατοχή αυτών με την αναγνώριση τους ως νομικών προσώπων.

Κατά συνέπεια, το γεγονός ότι δεν έχει γίνει ποτέ διανομή στο χωριό Μυρίνη του Ν.Σερρών δεν αποστερεί το εναγόμενο από το δικαίωμα κυριότητας του. Με το από 28.12.1919 διάταγμα αναγνωρίστηκε ως κοινότητα ο συνοικισμός "..." με έδρα τον ομώνυμο οικισμό με το όνομα "...", στη συνέχεια δε με το από 28.12.1926 διάταγμα, η ανωτέρω κοινότητα μετονομάστηκε σε "..." και ο ομώνυμος οικισμός μετονομάστηκε σε "Μυρρίνη".

Ο εναγόμενος Δήμος είναι ο καθολικός διάδοχος της πρώην κοινότητας Μυρρίνης, καθώς υπεισήλθε στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της από 01.01.1999 όταν απέκτησε νομική προσωπικότητα και έπαψε να υφίσταται η ... δυνάμει του αρ.2 παρ. 11 του ν.2539/1997. Κατόπιν των ανωτέρω, η επίδικη έκταση είναι κοινόχρηστη και δεν ανήκει στην ιδιοκτησία του ενάγοντος-εκκαλούντος." Με βάση τις πιο πάνω παραδοχές το Μονομελές Πρωτοδικείο που δίκασε ως Εφετείο έκρινε ότι είναι ουσιαστικά αβάσιμη η ένδικη αγωγή του ενάγοντος, ήδη αναιρεσείοντος, διότι δεν αποδείχθηκαν τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία θεμελιωνόταν η ιστορική της βάση, ενώ παράλληλα έκρινε ότι είναι βάσιμος ο ισχυρισμός του εναγομένου, ήδη αναιρεσίβλητου, ότι το επίδικο ακίνητο αποτελεί κοινόχρηστο βοσκότοπο και, ακολούθως, απέρριψε κατ' ουσία την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της εκκαλούμενης απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου που είχε εκφέρει όμοια κρίση.

Ειδικότερα, έγινε δεκτό ότι δεν αποδείχθηκε η απόκτηση δικαιώματος κυριότητας του αναιρεσείοντος με παράγωγο τρόπο (κληρονομική διαδοχή) στο επίδικο ακίνητο, καθόσον τόσο ο άμεσος όσο και οι απώτεροι δικαιοπάροχοι του δεν είχαν αποκτήσει την κυριότητα αυτού με πρωτότυπο τρόπο (έκτακτη χρησικτησία), κατά τα ειδικότερα στην απόφαση αναφερόμενα χρονικά διαστήματα μέχρι και τις 2/12/1968, ώστε να μπορούν να προσπορίσουν την κυριότητά τους στον αναιρεσείοντα, παράλληλα δε, δέχθηκε ότι η ... (που προήλθε από το συνοικισμό ..., ο οποίος αναγνωρίστηκε ως ..., το έτος 1919 και, στη συνέχεια, το έτος 1926 μετονομάστηκε σε ...), την οποία υποκατέστησε, το έτος 1999, ως καθολικός διάδοχος αυτής, ο αναιρεσίβλητος Δήμος, απέκτησε με πρωτότυπο τρόπο την κυριότητα του επίδικου ακινήτου, το οποίο ήταν ακαλλιέργητο, χέρσο και κοινόχρηστο τμήμα που χρησιμοποιούνταν ως βοσκότοπος και εμπίπτει στην κατηγορία των βοσκήσιμων γαιών των Νέων Χωρών, οι οποίες αφέθηκαν στην κοινή χρήση και περιήλθαν αυτοδικαίως στην περιουσία των συνοικισμών, υπέρ των κατοίκων των οποίων είχαν ανέκαθεν προοριστεί και παραχωρήθηκαν στη πλήρη κυριότητα και κατοχή αυτών με την αναγνώρισή τους ως νομικών προσώπων.

Με εκείνα που δέχτηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 974,1045,1046,1051ΑΚ, του ν. 147/1914, του Δ/ματος 2468/1917 της προσωρινής κυβέρνησης Θεσσαλονίκης, που κυρώθηκε με το νόμο 1072/1917 και Το ν. 2052/1920, Του Δ/μάτός 11/12.11.1929 που τροποποιήθηκε με το ν. 1540/1938, του ν.δ. 31/1968, του α.ν. 1539/1938 και των διατάξεων του νόμου περί γαιών της 7 ης Ραμαζάν 1274 (1856), τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, δεν στέρησε δε την απόφασή του από νόμιμη βάση, διότι διέλαβε σ' αυτή πλήρεις, σαφείς και μη αντιφάσκουσες μεταξύ τους αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, για την ορθή εφαρμογή τους.

Επομένως, οι από τον αριθ. 1α' του άρθρου 560 ΚΠολΔ δεύτερος, δέκατος, κατά ένα μέρος, δωδέκατος, κατά το πρώτο μέρος, και δέκατος τρίτος λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Σε κάθε περίπτωση, οι ίδιοι πιο πάνω λόγοι, με τους οποίους, όπως από το όλο περιεχόμενο τους προκύπτει, αποδίδεται η παραβίαση των παραπάνω ουσιαστικών διατάξεων με την εσφαλμένη (κατά τον αναιρεσείοντα) εκτίμηση από το Μονομελές Πρωτοδικείο των θεμελιούντων την ένδικη αγωγή πραγματικών γεγονότων και του περιεχομένου των διαλαμβανομένων στην απόφαση αποδεικτικών μέσων, διότι (κατά τον αναιρεσείοντα) "στο επίδικο ακίνητο ασκούσε πράξεις νομής με διάνοια κυρίου και καλή πίστη, συνεχώς από το έτος 1930 μέχρι το θάνατο του το έτος 1982, ο δικαιοπάροχος πατέρας του Χ.

Κ., με συστηματική καλλιέργεια αυτού (σιταριού, βαμβακιού και ζωοτροφών),προκειμένου να αποκτήσει ο ίδιος δικαίωμα κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία"... "σε ολόκληρο το ακίνητο (καλλιεργήσιμο αγρό) των 29 στρεμμάτων, μέσα στο οποίο υπάγεται οργανικά το επίδικο ακίνητο των 4 στρεμμάτων, απέκτησε κυριότητα ο δικαιοπάροχος πατέρας του, κατόπιν άτυπης γονικής παροχής από τη μητέρα του, το έτος 1930, η οποία μέχρι τότε το κατείχε συνεχώς επί χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των 50 ετών, χωρίς δικαστική αμφισβήτηση, δυνάμει δικαιώματος εξουσίασης, καλλιεργώντας το συστηματικά από το έτος 1875, όταν της το μεταβίβασε ατύπως ο πατέρας της και ότι, έτσι, οι άμεσοι και απώτεροι δικαιοπάροχοι του απέκτησαν κυριότητα σε αυτό με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας" ... "το επίδικο αποτελούσε ανέκαθεν καλλιεργήσιμη γαία και δεν υπήρξε ποτέ χέρσο τμήμα, ακαλλιέργητο και κοινόχρηστος βοσκότοπος", είναι, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, διότι πλήττουν την ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ).

Οι ίδιοι λόγοι, κατά το μέρος που αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση περί εσφαλμένης εφαρμογής του άρθρου 78 του ΝπΓαιών, του άρθρου 1παρ. 1 του ν.δ. 31/1968 και των άρθρων 1-24 του α.ν. 1539/1938, αναφορικά με το χαρακτηρισμό του επίδικου ακινήτου ως κοινόχρηστου βοσκότοπου που ανήκει σε Δήμο ή Κοινότητα, είναι απορριπτέοι και ως αλυσιτελείς, δεδομένου ότι, όπως προεκτέθηκε, το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την ένδικη αναγνωριστική αγωγή κυριότητας, επειδή δεν αποδείχθηκαν τα περιστατικά που θεμελίωναν την ιστορική της βάση περί κτήσης κυριότητας του αναιρεσείοντος με παράγωγο τρόπο στο επίδικο ακίνητο, ως τμήμα μείζονος καλλιεργούμενου αγροτεμαχίου, αιτιολογία που δεν πλήττεται επιτυχώς με τους λόγους αναίρεσης και στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της απόφασης (ΑΠ 1991/2017).

Η περαιτέρω αιτίαση που προβάλλεται με το δέκατο, κατά ένα μέρος, λόγο της αναίρεσης, με την οποία ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την ίδια πιο πάνω πλημμέλεια, διότι "δεν αναφέρει ποια διάταξη του Αστικού Κώδικα εφάρμοσε, αφού για τις ένδικες διαφορές πριν από την εισαγωγή του ΑΚ εφαρμόζονται, κατ' άρθρο 55 του ΕισΝΑΚ, οι διατάξεις του ΑΚ" είναι απαράδεκτη, αφού, σύμφωνα με τις πιο πάνω αναφερόμενες πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, υπάρχουν κανόνες δικαίου, οι οποίοι επάγονται τις έννομες συνέπειες που αυτό δέχθηκε ως διατακτικό της απόφασής του.

Επίσης οι δέκατος, κατά ένα μέρος, δέκατος τρίτος, κατά ένα μέρος και δέκατος τέταρτος λόγοι αναίρεσης που πλήττουν, κατ' εκτίμηση, την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από το άρθρο 560αριθ.6 ΚΠολΔ, διότι, κατά τον αναιρεσείοντα, αυτή περιέχει ελλιπείς και αντιφατικές αιτιολογίες, αναφορικά με τη μη απόδειξη του πρωτότυπου τρόπου κτήσης κυριότητας (έκτακτη χρησικτησία) του επιδίκου ακινήτου από τους δικαιοπαρόχους του, το χαρακτηρισμό του ακινήτου αυτού ως κοινόχρηστου βοσκότοπου και όχι, όπως διατείνεται ο ίδιος, ως συστηματικά καλλιεργούμενου αγροτεμαχίου, επί του οποίου δεν ήταν αναγκαία η απόδειξη εκ μέρους των δικαιοπαρόχων του επιμέρους διακατοχικών πράξεων με διάνοια κυρίου, καθόσον αυτό αποτελεί τμήμα μείζονος ενιαίας έκτασης, καθώς και με τη μη απόδειξη της κτήσης κυριότητας του ιδίου και των δικαιοπαρόχων του στο πιο πάνω ακίνητο είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν στη μείζονα σκέψη, διότι με αυτούς ο αναιρεσείων προβάλλει αιτιάσεις για την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, το συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Μονομελές Πρωτοδικείο, καθώς και για τη σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το προαναφερόμενο αποδεικτικό του πόρισμα.

Κατά το άρθρο 560 αριθ. 1β' ΚΠολΔ η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την εφαρμογή των κανόνων του δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς. Ως διδάγματα της κοινής πείρας νοούνται οι αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επαγγελματική ενασχόληση και την επιστημονική έρευνα και έχουν έτσι καταστεί κοινό κτήμα.

Τα διδάγματα της κοινής πείρας μπορούν να χρησιμοποιηθούν είτε για να διαπιστωθεί έμμεσα η βασιμότητα των αποδεικτέων πραγματικών περιστατικών σε συγκεκριμένη δίκη (άρθρ. 336 παρ.4 ΚΠολΔ), είτε για να γίνει, αφού διαπιστωθεί η βασιμότητα αυτών, η υπαγωγή τους σε κανόνες ουσιαστικού δικαίου. Ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης στοιχειοθετείται, όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα, δηλαδή, με τρόπο που δεν συνάδει προς τις αρχές της λογικής, ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να ανεύρει, με βάση αυτά, την αληθινή έννοια κανόνα ουσιαστικού δικαίου και, ιδίως, για να εξειδικεύσει αόριστες νομικές έννοιες που αυτός τυχόν περιέχει ή για να υπαγάγει ή όχι σ' αυτόν τα εκάστοτε κρίσιμα πραγματικά περιστατικά.

Αντίθετα, όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να διαγνώσει αν συντρέχουν ή όχι τα εκάστοτε αποδεικτέα περιστατικά ή για να εκτιμήσει την αποδεικτική αξία των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων, δεν ιδρύεται ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης, αφού, όπως προκύπτει από τα άρθρα 336 παρ.4 και 339 ΚΠολΔ τα διδάγματα της κοινής πείρας δεν συμπεριλαμβάνονται στα αποδεικτικά μέσα (Ολ ΑΠ 8/2005, ΑΠ 1662/2010, ΑΠ 208/2011, ΑΠ 1226/2014).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 560 αριθ.1 β' ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι Το Εφετείο παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία παρέλειψε να εφαρμόσει και συνίστανται στο ότι "η γιαγιά του αναιρεσείοντος Π. Κ., δεν θα μπορούσε να επιβιώσει αν δεν εργαζόταν στα χωράφια και αν δεν καλλιεργούσε τους αγρούς της και αφού επιβίωσε μέσα στην τουρκική κατοχή μέχρι το έτος 1913 και από ένα βαλκανικό πόλεμο μέχρι το έτος 1916, σημαίνει ότι...ως γηγενής αγρότισσα δεν μπορούσε να ζήσει αν δεν καλλιεργούσε τα χωράφια της για να παράγει η ίδια τα αγαθά-προϊόντα..", ότι "αν το επίδικο τμήμα του αγροτεμαχίου του ήταν βοσκότοπος θα έπρεπε και το όμορο αγροτεμάχιο να είναι κοινόχρηστος βοσκότοπος, αλλά και όλη η περιοχή...γιατί δεν γίνεται όλη η περιοχή με την ονομασία ...' ή ...' που είναι χιλιάδες στρέμματα γης να είναι καλλιεργήσιμη και ένα τμήμα αυτής...δηλαδή μόλις 4 στρέμματα (το επίδικο) να είναι βοσκότοπος..", ότι "αν ήταν...βοσκότοπος θα υπήρχε δρόμος να πηγαίνουν τα ζώα...ο βοσκότοπος θέλει να έχει νερό για τον ποτισμό των ζώων, ενώ αν ήταν βοσκότοπος το επίδικο τα ζώα θα ψοφούσαν από έλλειψη νερού..." Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον τα επικαλούμενα περιστατικά δεν αποτελούν διδάγματα κοινής πείρας, με την έννοια που εκτέθηκε στη μείζονα σκέψη, αλλά αιτιάσεις που αναφέρονται στην εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας, οι οποίες δεν υπόκεινται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Ως πράγματα, για τα οποία, αν παρά το νόμο λήφθηκαν ή δεν λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύεται ο από τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 5 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, αγωγής ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, όχι δε και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει σ' αυτούς (ΟλΑΠ 14/2004), ούτε οι αρνητικοί ισχυρισμοί που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, αφού αυτοί αποκρούονται με την παραδοχή ως βάσιμων των θεμελιωτικών τους γεγονότων (ΟλΑΠ 469/1984), ούτε, τέλος, τα επιχειρήματα και συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων και το περιεχόμενο αυτών.

Επίσης, δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 1182/2012). Στην προκείμενη περίπτωση με τους τέταρτο, πέμπτο και έκτο λόγους αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στο Εφετείο την από το άρθρο 560 αριθμ.5 β' ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι με την προσβαλλόμενη απόφασή του δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και, ειδικότερα, ότι δεν έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς του ότι:

α) το επίδικο ακίνητο ήταν πάντοτε καλλιεργήσιμη έκταση (τέταρτος λόγος αναίρεσης) β) το ακίνητο αυτό είναι συνεχόμενο τμήμα του μεγαλύτερου ακινήτου, ιδιοκτησίας του, εμβαδού 29 στρεμμάτων, το οποίο έχει αποκτήσει φυσικά όρια λόγω της συνεχούς και συστηματικής καλλιέργειάς του (πέμπτος λόγος αναίρεσης) γ) η γιαγιά του Π.

Κ. είχε αποκτήσει το ακίνητο των 29 στρεμμάτων (στο οποίο, κατ' αυτόν, περιλαμβάνεται το επίδικο) ατύπως από τον πατέρα της το έτος 1875 και ότι έκτοτε το καλλιεργούσε συνεχώς (έκτος, κατά το πρώτο μέρος, λόγος αναίρεσης) δ) οι απώτεροι δικαιοπάροχοι του (γιαγιά και προπάππος του) κατείχαν, άλλως, εξουσίαζαν το επίδικο ακίνητο από το έτος 1875, καλλιεργώντάς το, τόσο πριν, όσο και μετά τη σύσταση του ελληνικού κράτους (έκτος, κατά το δεύτερο μέρος, λόγος αναίρεσης).

Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως προς όλες τις αιτιάσεις και, ειδικότερα, ως προς τις υπό στοιχεία α'και β'αιτιάσεις ως απαράδεκτοι, διότι οι ανωτέρω ισχυρισμοί δεν εμπίπτουν στην προεκτεθείσα έννοια του "πράγματος", αλλά συνιστούν επιχειρήματα του αναιρεσείοντος υπέρ των απόψεών του και ως προς τις υπό στοιχεία γ'και δ'αιτιάσεις, ως αβάσιμοι, διότι όπως προκύπτει από το προαναφερόμενο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης οι σχετικοί ισχυρισμοί λήφθηκαν υπόψη και απορρίφθηκαν ως ουσιαστικά αβάσιμοι.

Περαιτέρω ο αναιρεσείων με το δωδέκατο, κατά το δεύτερο μέρος, λόγο αναίρεσης προσάπτει στο ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο την από το άρθρο 560αριθ.5 α'ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι αποφάνθηκε επί ανύπαρκτης βάσης της ένδικης αγωγής, ως προς τον τρόπο κτήσης κυριότητας αυτού στο επίδικο ακίνητο, δεχόμενο περιστατικά που δεν περιλαμβάνονταν στην αγωγή (κτήση κυριότητας του αναιρεσείοντος με έκτακτη χρησικτησία, ενώ ο ίδιος επικαλείτο κληρονομική διαδοχή, δηλαδή, παράγωγο τρόπο κτήσης κυριότητας).

Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, αφού, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, γίνεται αναφορά στον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος ότι απέκτησε την κυριότητα του επίδικου ακινήτου με παράγωγο τρόπο (κληρονομική διαδοχή), που αποτελεί και τη μοναδική βάση της ένδικης αγωγής του, τα δε περιστατικά, στα οποία αναφέρεται ο αναιρεσείων δεν συνιστούν νέα μη προταθείσα αγωγική βάση, επί της οποίας παρά το νόμο αποφάνθηκε το δικαστήριο της ουσίας, αλλά περιστατικά που επικαλέστηκε ο ίδιος, καθ' υποφορά, στην αγωγή του, εξαιτίας και της αμφισβήτησης από τον αναιρεσίβλητο με τις πρωτόδικες προτάσεις του των επικαλούμενων με την αγωγή περιστατικών, ως προς τον τρόπο κτήσης κυριότητας των δικαιοπαρόχων του αναιρεσείοντος, τα οποία και απορρίφθηκαν ως αβάσιμα από το Μονομελές Πρωτοδικείο, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων.

Κατόπιν αυτών πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης στο σύνολο της, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ, όπως ισχύει) και να επιβληθεί η δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου σε βάρος του αναιρεσείοντος, λόγω της ήττας του (άρθρα 176,183,191 παρ.2 ΚΠολΔ), η οποία πρέπει να καταλογιστεί μειωμένη, σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ. 1 και 3 του Ν.3693/1957 (που κατά το άρθρο 276 του Ν. 3463/2006 εφαρμόζεται και επί Δήμων), το οποίο διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αριθ. 18 του ΕισΝ ΚΠολΔικ, και όπως τούτο ισχύει μετά την υπ' αριθ. 134423/8-12-1992 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ β' 11/20-1-1993) που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 5 παρ. 12 του Ν. 1738/1987.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 20/10/2017 αίτηση του Π. Κ. για αναίρεση της 35/2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σερρών που δίκασε ως Εφετείο, όπως η απόφαση αυτή διορθώθηκε με την 86/2017 απόφαση του πιο πάνω δικαστηρίου.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, την οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 5 Δεκεμβρίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 21 Δεκεμβρίου 2018.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ

ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ