Legislator Case Law & Legislation
1702/2016 AI generated

1702/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1702/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου (σύμφωνα με την υπ’ αριθμ. 131/2016 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Χρυσούλα Παρασκευά, Αριστείδη Πελεκάνο, Αρτεμισία Παναγιώτου-Εισηγήτρια και Χρήστο Βρυνιώτη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1702/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Σύμφωνα με το άρθρο 171 §2 ΚΠΔ, απόλυτη ακυρότητα κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, η οποία λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης και θεμελιώνει τον εκ του άρθρου 510§ 1 στοιχ. Α του ΚΠΔ σύστοιχο λόγο αναιρέσεως, προκαλείται αν ο πολιτικώς ενάγων παρέστη παράνομα στη διαδικασία του ακροατηρίου.

Keywords

AI generated
undeclared gainful employment bogus self-employment capacity to pursue debt enforcement dismissal of fraud charges false statements regarding commercial business registration of construction lien
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1702 / 2016 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

ΑΡΙΘΜΟΣ 1702/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου (σύμφωνα με την υπ’ αριθμ. 131/2016 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Χρυσούλα Παρασκευά, Αριστείδη Πελεκάνο, Αρτεμισία Παναγιώτου-Εισηγήτρια και Χρήστο Βρυνιώτη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Χαράλαμπου Βουρλιώτη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου Γ. Μ. του Π., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Μοροζίνη, περί αναιρέσεως της υπ’ αριθ.30/2014 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Καλαμάτας και με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1) "... ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εκπροσωπείται νόμιμα και που στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Ευάγγελο Κωφό και ‘ Αρτεμη Κυριαζή και 2) Χ. Φ. του Α., κάτοικο ..., που δεν παρέστη στο ακροατήριο.

Το Πενταμελές Εφετείο Καλαμάτας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην υπ’ αριθμ. πρωτ. .../3-8-2016 αίτησή του αναίρεσης και στους από 30-9-2016 προσθέτους λόγους αυτής, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...2016.

Αφού άκουσε

Τους πληρεξουσίους δικηγόρους των παραστάντων διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη από 29-7-2016 και με αριθμ. πρωτ. .../3-8-2016 αίτηση του Γ. Μ. του Π. για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 30/2014 καταδικαστικής αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Καλαμάτας καθώς και οι από 30-9-16 πρόσθετοι λόγοι, που κατατέθηκαν με χωριστό δικόγραφο στις 30-9-16, έχουν ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα και πρέπει να συνεκδικαστούν ως συναφείς.

Κατά το άρθρο 386 παρ. 1 ΠΚ, όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας άλλον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών.

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να είναι αναγκαία η πραγμάτωση του οφέλους, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από τα οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος σε πράξη ή παράλειψη ή ανοχή και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη.

Δεν είναι απαραίτητο να ταυτίζεται το πρόσωπο εκείνου που εξαπατήθηκε με εκείνου που ζημιώθηκε. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη της παρ. 3 του ίδιου άρθρου (386 ΠΚ), όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ. 4 του Ν. 2721/1999, που άρχισε να ισχύει από 3-6-1999 η απάτη προσλαμβάνει κακουργηματικό χαρακτήρα και τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ’ επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ και ήδη 30.000 ευρώ και β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ και ήδη 120.000 ευρώ (τα ποσά των 30.000 και 120.000 ευρώ ορίστηκαν με τις παρ. 2δ και 1ιδ αντίστοιχα του άρθρου 25 του ν. 4055/12).

Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι για να είναι η απάτη κακούργημα πρέπει α) ο υπαίτιος να διαπράττει απάτες κατ’ επάγγελμα ή κατά συνήθεια και συγχρόνως το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία του παθόντος να υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ και ήδη 30.000 ευρώ ή β) το όφελος που επεδίωκε ο δράστης ή η ζημία που προξενήθηκε να υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ και ήδη 120.000 ευρώ.

Κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 1608/1950, περί αυξήσεως των προβλεπομένων για τους καταχραστές του Δημοσίου ποινών, όπως ίσχυε μετά το ν. 1738/1987, στον ένοχο των αδικημάτων που προβλέπονται στα αναγραφόμενα εκεί άρθρα του Ποινικού Κώδικα, μεταξύ των οποίων και το άρθρο 386 ΠΚ για απάτη, εφόσον αυτά στρέφονται κατά του Δημοσίου, ή των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, ή κατά άλλου νομικού προσώπου από εκείνα που αναφέρονται στο άρθρο 263Α ΠΚ και το όφελος που πέτυχε ή επιδίωξε ο δράστης, ή η ζημία που προξενήθηκε ή οπωσδήποτε απειλήθηκε στο Δημόσιο ή στα πιο πάνω νομικά πρόσωπα υπερβαίνει το ποσό των πέντε εκατομμυρίων δραχμών (ποσόν το οποίο μετά το άρθρο 4 παρ. 3 του Ν. 2408/1996 αυξήθηκε σε 50.000.000 δραχμές), επιβάλλεται η ποινή της καθείρξεως και, αν συντρέχουν ιδιαζόντως επιβαρυντικές περιστάσεις, ιδία δε όταν ο ένοχος εξακολούθησε επί μακρό χρόνο την τέλεση του εγκλήματος ή το αντικείμενο αυτού είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, επιβάλλεται η ποινή της ισοβίου καθείρξεως.

Με τη διάταξη του άρθρου 5 περ. 7 του ν. 2943/2001, με την οποία προβλέπεται (μετά την εισαγωγή του ευρώ) η μετατροπή των δραχμών σε ευρώ (και κατά την οποία το ποσό σε ευρώ, που προκύπτει από τη μετατροπή των δραχμών σε ευρώ, αναπροσαρμόζεται, αν το ποσό που προκύπτει σε ευρώ, είναι μεγαλύτερο των 100.000 και μικρότερο των 1.000.000 ευρώ, στην πλησιέστερη ανώτερη ή κατώτερη δεκάκις χιλιάδα ευρώ, αναλόγως του αν τα τέσσερα τελευταία ακέραια ψηφία του προκύπτοντος ποσού σε ευρώ, είναι μεγαλύτερα ή μικρότερα του αριθμού 5.000), το ποσό των 50.000.000 δρχ.

αναπροσαρμόσθηκε σε 150.000 Ευρώ (και όχι σε 146.000 ή 147.000 Ευρώ), αφού το ακριβές ποσό από τη μετατροπή είναι 146.735 Ευρώ και η αναπροσαρμογή γίνεται στην δεκάκις χιλιάδα. Στην περίπτωση αυτή, αρκεί επιδίωξη οφέλους ή απειλή ζημίας, χωρίς να είναι αναγκαία και η επίτευξή τους και ο υπαίτιος τιμωρείται με (πρόσκαιρη) κάθειρξη, το ανώτατο όριο της οποίας είναι είκοσι έτη, με τη συνδρομή δε επιβαρυντικής περιστάσεως, με ισόβια κάθειρξη.

Νομικά πρόσωπα που αναφέρονται στο άρθρο 263 Α ΠΚ και συνεπώς προστατεύονται από την ανωτέρω διάταξη του ν. 1608/1950, υπό την έννοια ότι τα κατ’ αυτών διαπραττόμενα εγκλήματα τιμωρούνται, συντρεχόντων και των λοιπών όρων του ν. 1608/1950, κατά τις διατάξεις του τελευταίου αυτού νόμου, είναι και "οι Τράπεζες που εδρεύουν στην ημεδαπή, κατά το νόμο ή το καταστατικό τους", χωρίς άλλη διάκριση.

Επομένως οι ένοχοι των αδικημάτων που προβλέπονται στο ν. 1608/1950, τα οποία τελούνται σε βάρος Τράπεζας από αυτές που εδρεύουν στην ημεδαπή, τιμωρούνται κατά τις διατάξεις του νόμου αυτού, ο οποίος δεν καθιερώνει διαφορετικά εγκλήματα, αλλά απλώς τιμωρεί αυστηρότερα τον δράστη όταν τα εγκλήματα που παρατίθενται σ’ αυτόν στρέφονται κατά του Δημοσίου και των λοιπών προσώπων του άρθρου 263 Α ΠΚ.

Στην περίπτωση δηλαδή αυτή, που το έγκλημα της απάτης στρέφεται, μεταξύ άλλων και κατά Τράπεζας που εδρεύει στην ημεδαπή και το όφελος ή η ζημία είναι μεγαλύτερη του ποσού των 150.000 ευρώ, αρκεί επιδίωξη οφέλους ή απειλή ζημίας, χωρίς να είναι αναγκαία και η επίτευξη τους και ο υπαίτιος τιμωρείται με (πρόσκαιρη) κάθειρξη, το ανώτατο όριο της οποίας είναι είκοσι έτη (αρθρ. 52 ΠΚ), χωρίς δηλαδή τον περιορισμό, σε σχέση με το ανώτατο όριο ποινής, των δέκα ετών του άρθρου 386 παρ. 3 του ΠΚ, με τη συνδρομή δε επιβαρυντικής περιστάσεως, με ισόβια κάθειρξη (ΑΠ 124/15, ΑΠ 553/15, ΑΠ 456/2013).

Εξάλλου, η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του ίδιου Κώδικα υπάρχει, όταν, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, περιέχονται σ’ αυτή τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις οι οποίες τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις με τις οποίες έχουν υπαχθεί τα περιστατικά, που αποδείχτηκαν, στην ουσιαστική ποινική διάταξη, που στη συγκεκριμένη περίπτωση εφαρμόστηκε.

Όσον αφορά τα αποδεικτικά μέσα για την πληρότητα της αιτιολογίας, πρέπει, να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π) χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από το καθένα ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα.

Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.

Τέλος, κατ’ άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’ ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει και εσφαλμένη είναι η εφαρμογή αυτού, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία δέχθηκε ότι προέκυψαν, στην αληθή έννοιά του αλλά και όταν η σχετική διάταξη παρεβιάσθηκε εκ πλαγίου, διότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλομένης απόφασης, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών που την εξέδωσε, δέχτηκε κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι από τα αποδεικτικά μέσα, που κατ’ είδος λεπτομερώς αναφέρει (ανωμοτί κατάθεση πολιτικώς ενάγοντος, ένορκες καταθέσεις μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, πρακτικά πρωτοβάθμιας δίκης, αναγνωσθέντα έγγραφα και απολογία κατηγορουμένου), αποδείχτηκαν, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

Την 4-12-1997 καταχωρήθηκε στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιρειών της ... το υπ’ αριθμ. ...1997 πρακτικό του Δ.Σ. της εταιρείας υπό την επωνυμία "...", σύμφωνα με το οποίο πρόεδρος και δ/νων σύμβουλος αυτής είναι ο κατηγορούμενος Γ. Μ., ενώ πρέπει να λεχθεί ότι η εν λόγω εταιρεία αποτελεί συνέχεια ατομικής επιχειρήσεως του πατέρα του τελευταίου Π.

Μ., στην οποία συμμετείχαν ως μέλη του Δ.Σ. αυτής άτομα της οικογένειας Μ. που κατείχαν και όλες τις μετοχές της εταιρείας. Ακολούθως, στις 16-1-1998 καταχωρήθηκε στο ίδιο μητρώο το από 5-1-1998 πρακτικό της Γ.Σ. μετόχων της εταιρείας, το οποίο διαλαμβάνει την εκλογή νέου Δ.Σ., που με το από 6-1-1998 πρακτικό του συγκροτήθηκε σε σώμα, αναθέτοντας την θέση του Προέδρου και του διευθύνοντος συμβούλου στη Μ.

Μ., μητέρα του κατηγορουμένου και στον τελευταίο την θέση του αντιπροέδρου. Από το έτος 2000 αρχίζουν να εισέρχονται στο Δ.Σ. της εταιρείας και τρίτα, εντός της οικογενείας, Μ., πρόσωπα και ειδικότερα με το από 2-4-2000 πρακτικό του Δ.Σ. της εταιρείας, που καταχωρήθηκε στο ίδιο μητρώο στις 12-4-2000, αναλαμβάνει Πρόεδρος και δ/νων σύμβουλος ο Δ.

Κ., παραμένει δε ως αντιπρόεδρος ο κατηγορούμενος, ο οποίος με το από 3-7-2000 ιδιωτικό συμφωνητικό πωλεί στον ανωτέρω Δ. Κ. 900 μετοχές. Το επόμενο έτος με το από 3-9-2001 πρακτικό του Δ.Σ., που καταχωρήθηκε στο ίδιο μητρώο, Πρόεδρος και δ/νων σύμβουλος αναλαμβάνει εκ νέου ο Δ. Κ., αντιπρόεδρος ο Χ. Φ. και μέλος ο Δ. Γ., ενώ με το υπό ιδία ημερομηνία (3-9-2001) ιδιωτικό συμφωνητικό ο Δ.

Κ. αγοράζει από τον κατηγορούμενο το υπόλοιπο 44% των μετοχών της εταιρείας, μετά δε την παρέλευση μικρού χρονικού διαστήματος, ήτοι στις 26-11-2001 με ιδιωτικό συμφωνητικό ο ανωτέρω Δ. Κ. πωλεί στον Χ. Φ. 1880 μετοχές. Ακολούθως με την από 2-12-2001 απόφαση της έκτακτης γενικής συνέλευσης των μετόχων της εταιρείας εγκρίθηκε η τροποποίηση του καταστατικού της και από το κεφάλαιο αυτής, ύψους 170.500.000 δραχμών, ο Χ.

Φ. ανέλαβε 16.930 μετοχές, αξίας 10.000 δρχ. εκάστη και ο κατηγορούμενος 120 μετοχές ιδίας αξίας. Τέλος, με το από 3-12-2001 πρακτικό του Δ.Σ. της εταιρείας, που καταχωρήθηκε στις 14-12-2001 στο ίδιο μητρώο, Πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος εξακολουθεί να είναι ο Δ. Κ., αντιπρόεδρος ομοίως ο Χ. Φ. και μέλη ο Δ. Γ. και Ε. Κ., ενώ μετά παρέλευση 25 ημερών περίπου και συγκεκριμένα στις 10-1-2002 καταχωρήθηκε στο ίδιο μητρώο το από 23-12-2001 πρακτικό του Δ.Σ.

από το οποίο προκύπτουν νέες αλλαγές στο Δ.Σ., ήτοι μετά από παραίτηση του Δ. Κ., Πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος αναλαμβάνει ο Χ. Φ., αντιπρόεδρος ο Δ. Γ. και μέλη οι Ε. Κ. και Ι. Κ.. Στη σημείο αυτό και προς κατανόηση των όσων θα εκτεθούν κατωτέρω, πρέπει να λεχθεί ότι το αναφερόμενο και εμφανιζόμενο ως Χ. Φ.

πρόσωπο ήταν ο Δ. Κ., συγκατηγορούμενος στον πρώτο βαθμό του νυν κατηγορουμένου Γ. Μ. και καταδικασθείς με την επικαλουμένη απόφαση σε συνολική ποινή καθείρξεως 20 ετών, ο οποίος και παραιτήθηκε από την ασκηθείσα κατ’ αυτής έφεσή του. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος Γ. Μ. στην …, στους κατωτέρω αναγραφόμενος χρόνους με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, με πρόθεση από κοινού με τον Δ.

Κ. και κατ’ επάγγελμα ενεργώντας με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος έβλαψε ξένη περιουσία νομικού προσώπου από τα αναφερόμενα στο άρθρο 263 Α Π.Κ. πείθοντας κάποιον σε πράξη με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών, η δε ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, υπερβαίνει δε συνολικά το ποσόν των 50.000.000 δρχ.

Ειδικότερα: Αα) Κατά το χρονικό διάστημα από Νοέμβριο 2001 έως Σεπτέμβριο 2002 από κοινού με τον Δ. Κ., παρέστησε ψευδώς στους υπαλλήλους του υποκαταστήματος Καλαμάτας της Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδας ότι ο ανωτέρω Δ. Κ. ονομάζεται Χ. Φ., ότι έχει μεγάλη ακίνητη περιουσία, ότι ο ίδιος καθώς και ο Δ. Κ. είναι επιχειρηματίες με μεγάλο κύκλο εργασιών και ότι επιθυμούν να συναφθεί με την εταιρεία "..." σύμβαση πίστωσης παρέχοντας ως ασφάλεια εγγραφή προσημείωσης υποθήκης επί ακινήτου του Χ.

Φ., συγχρόνως δε προσκόμισαν το ... με στοιχεία Χ. Φ. του Α., και της ‘ Ε., γεννηθείς το έτος 1938 στην Αθήνα, το οποίο ήταν πλαστό και δεν είχε εκδοθεί για το ως άνω πρόσωπο (Χ. Φ.), καθώς και το ΑΔΤ ... με στοιχεία Δ. Κ. του Σ. και Σ., γεννηθείς το έτος 1954 στις ΗΠΑ, το οποίο ήταν νοθευμένο καθόσον είχε εκδοθεί για τον Δ.

Κ. με αριθμό ..., κάτοικο ..., πλην όμως είχε νοθευθεί ως προς το επώνυμο από Κ. Κ., την ημερομηνία γέννησης από 3-9-1964 σε 8-9-1954, ως προς τον αριθμό από ... σε ... και είχε συμπληρωθεί η ιδιότητα επιχειρηματίας, επιπλέον είχε τοποθετηθεί άλλη φωτογραφία στη θέση αυτής του Δ. Κ.. Επίσης προσεκόμισε το υπ’ αριθμ. .../27-2-1973 συμβόλαιο του συμ/φου Αθηνών Κων/νου Τσιχριτζή, από το οποίο προέκυπτε ότι ο Χ.

Φ. είναι ιδιοκτήτης ενός οικοπέδου στην ... Αττικής, εκτάσεως 2.294,24 τ.μ. και έτσι τους έπεισαν 1) να συναφθεί η υπ’ αριθμ. ...14-11-2001 σύμβαση πίστωσης με ανοικτό λογαριασμό, ύψους 735.000 ευρώ της Εμπορικής Τράπεζας και της εταιρείας ..., με Πρόεδρο και δ/ντα σύμβουλο αυτής τον Δ. K., για την οποία εγγυήθηκαν ατομικά ο Δ.

Κ. και Χ. Φ., 2) να υποβάλει η τράπεζα στο Μον/λές Πρωτοδικείο Καλαμάτας με την οποία ζητούσε να εγγραφεί προσημείωση υποθήκης για να εξασφαλισθεί η απαίτησή της που προήρχετο από τη σύμβαση, στο προαναφερόμενο ακίνητο του Χ. Φ., η οποία έγινε αυθημερόν με την υπ’ αριθμ. 1172/14-11-2001 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας, 3) Την 15-11-2001 να καταβληθεί στον Δ.

Κ. από την Τράπεζα το ποσόν των 146.735,14 ευρώ σε μετρητά, 4) την 7-12-2001 να καταθέσει η τράπεζα το ποσόν των 440.205,43 ευρώ στο λογαριασμό της εταιρείας ..., από τον οποίο στη συνέχεια η εταιρεία εξέδωσε την ... επιταγή με ημερομηνία έκδοσης 10-12-2001, σε διαταγή Μ. Τ., ποσού 437.272 ευρώ ή 149.000.000 δρχ., η οποία εμφανισθείσα από αυτόν προς πληρωμή την επομένη ημέρα στο υποκατάστημα της Εμπορικής Τράπεζας στην Καλλιθέα Αττικής εξοφλήθηκε, έλαβε δε για την επιταγή αυτή 10.000 δρχ.

μετρητά και άλλη επιταγή της Τράπεζας ποσού 139.000.000 δρχ., την οποία αυθημερόν εμφάνισε στο κεντρικό κατάστημα της Εμπορικής στην Αθήνα, όπου πληρώθηκε, 5) την 30-4-2002 να δοθεί η ... εγγυητική επιστολή της Τράπεζας ποσού 115.000 ευρώ προς την εταιρεία ..., η οποία κατέπεσε διότι αυτή δεν εκπλήρωσε τις υποχρεώσεις της προς την εν λόγω Α.Ε.

και η τράπεζα κατέβαλε το ως άνω ποσόν στις 14-1-2003, 6) την 22-7-2002 να συναφθεί η ...1/22-7-2002 πράξη μεταβολής ύψους πίστωσης της προαναφερόμενης αρχικής σύμβασης πίστωσης σε 1.500.000 ευρώ, μεταξύ της Εμπορικής Τράπεζας και της εταιρείας ..., εκπροσωπούμενης από τον Χ. Φ. και με εγγυητή τον ίδιο, 7) την 25-7-2002 να υποβάλει η τράπεζα αίτηση προς το Μον/λές Πρωτοδικείο Καλαμάτας με την οποία ζητούσε εγγραφή προσημείωσης υποθήκης μέχρι του ποσού των 586.940,56 ευρώ επί του ακινήτου του Χ.

Φ., επί της οποίας εξεδόθη η 885/25-7-2002 απόφαση του άνω δικαστηρίου, με την οποία έγινε δεκτή η αίτηση, 8) την 14-8-2002 να καταβληθεί το ποσόν των 174.787 ευρώ σε μετρητά στον κατηγορούμενο Γ. Μ., η υπογραφή του οποίου έχει τεθεί επί του σχετικού εγγράφου της Τράπεζας και επίσης να καταβληθούν στον ίδιο, ως πληρεξούσιο της εταιρείας δυνάμει του .../30-4-2002 πληρεξουσίου, 9) την 21-8-2002 σε μετρητά 300.000 ευρώ, 10) την 23-8-2002 σε μετρητά 23.900 ευρώ και 11) την 5-9-2002 σε μετρητά 150.000 ευρώ.

β) κατά το χρονικό διάστημα από Νοέμβριο 2001 έως Μάρτιο 2002, από κοινού με τον Δ. Κ. του Ο., παρέστησε ψευδώς στους υπαλλήλους της ... (υποκατάστημα Καλαμάτας) ότι ο ανωτέρω ονομάζεται Χ. Φ., ότι έχει μεγάλη ακίνητη περιουσία, ότι ο ίδιος είναι επιχειρηματίας με μεγάλο κύκλο εργασιών και ότι επιθυμούν να συναφθεί με την εταιρεία ...

σύμβαση πίστωσης, παρέχοντας ως ασφάλεια το δικαίωμα εγγραφής προσημείωσης υποθήκης σε ακίνητο ιδιοκτησίας του Χ. Φ., συγχρόνως δε προσκόμισε το ανωτέρω αναλυτικά αναφερόμενο ... πλαστό δελτίο ταυτότητας και το .../30-5-1973 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Κων/νου Τσιχριτζή, από το οποίο προέκυπτε ότι ο Χ.

Φ. είναι ιδιοκτήτης ενός οικοπέδου στην ... Αττικής, εκτάσεως 1132,40 τ.μ. και έτσι τους έπεισαν 1) να συναφθεί η ...23-2-2002 σύμβαση πίστωσης με ανοιχτό αλληλόχρεο λογαριασμό μεταξύ Τράπεζας ... και της εταιρείας ..., δυνάμει της οποίας χορηγήθηκε στην τελευταία πίστωση ύψους 880.410,86 ευρώ με εγγυητή τον Χ. Φ. ατομικά, 2) Την 6-3-2002, να γίνει εκταμίευση από τον αλληλόχρεο λογαριασμό ποσού 587.000 ευρώ, σε μετρητά, το οποίο ήταν και το όριο ανάληψης του λογαριασμού αυτού.

Από το συγκεκριμένο ποσόν κατατέθηκαν σε άλλο λογαριασμό της εταιρείας 139.672,35 ευρώ, εκδόθηκε η ... επιταγή της Τράπεζας ποσού 298.935,99 ευρώ, το οποίο την επομένη (7-3-2002) εισέπραξε ο Π. Β., 145.000 ευρώ σε μετρητά εισέπραξε ο κατηγορούμενος Γ. Μ. και 146.000 ευρώ χρησιμοποιήθηκαν ως πιστωτικό όριο στον λογαριασμό όψεως της εταιρείας, από τον οποίο εκδόθηκε η ...

επιταγή ποσού 135.000 ευρώ, την οποία στις 7-3-2002 εισέπραξε ο Π. Β.. Τα ανωτέρω έπραξε με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος με αντίστοιχη περιουσιακή βλάβη της Εμπορικής Τράπεζας και της ..., ύψους 1.175.840,57 και 731990,35 ευρώ για καθεμία αντίστοιχα, ποσό ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, ενώ από την επανειλημμένη τέλεση των πράξεων και την υποδομή που είχε διαμορφώσει, ήτοι την βάσει σχεδίου δράση του και την οργανωμένη ετοιμότητα για επανάληψη της πράξης του προκύπτει σκοπός για πορισμό εισοδήματος και Β) Επίσης αποδέχθηκε ότι ο κατηγορούμενος στην Καλαμάτα την 25-2-2002 με πρόθεση παρείχε σε άλλον απλή συνδρομή κατά την διάρκεια εκτέλεσης της πράξης της πλαστογραφίας ιδιαίτερα μεγάλης αξίας κατ’ επάγγελμα σε βάρος Τράπεζας που εδρεύει στην ημεδαπή, εκ της οποίας το συνολικό όφελος και η αντίστοιχη προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει το ποσόν των 50.000.000 δραχμών.

Ειδικότερα με πρόθεση ηθελημένης παροχής συνδρομής στον πράττοντα και εν γνώσει του ότι αυτή παρέχεται κατά την εκτέλεση αξιόποινης πράξης, παρευρίσκετο μαζί με τον Δ. Κ. στο υποκατάστημα της ... κατά τη σύναψη της ...25-2-2002 σύμβασης πίστωσης με ανοιχτό αλληλόχρεο λογαριασμό μεταξύ της εταιρείας ... Π. Μ. και ..., την οποία ο ανωτέρω Δ.

Κ. έθεσε κατ’ απομίμηση την υπογραφή του Χ. Φ., ως εκπρόσωπος δήθεν της πιστούχου εταιρείας και ως εγγυητής για την καλή εκτέλεση της σύμβασης, παρέχοντας σ’ αυτόν ψυχική συνδρομή κατά την τέλεση της άδικης πράξης της πλαστογραφίας. Ο κατηγορούμενος και ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου αρνείται τις σε βάρος του προαναφερόμενες αξιόποινες πράξεις, πλην όμως η εκ μέρους του τέλεση αυτών αποδεικνύεται από τα εξής στοιχεία: 1) από την ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου του τότε κατηγορουμένου Δ.

Κ., κατά την οποία αυτός ομολόγησε τις αξιόποινες πράξεις, για τις οποίες και καταδικάσθηκε, δηλώνοντας συγχρόνως ότι αναμείχθηκε στην όλη υπόθεση καθοδηγούμενος από τους Δ. Κ. και τον παρόντα κατηγορούμενο Γ. Μ., 2) από τις πειστικές καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων κατηγορίας Χ. Κ., Μ. Κ., Α. Δ. και Κ. Γ., σύμφωνα με τις οποίες ο κατηγορούμενος διαβεβαίωσε τους υπαλλήλους των δύο Τραπεζών ότι ο Δ.

Κ. και ο Χ. Φ. είναι σοβαροί επιχειρηματίες, έχουν μεγάλη οικονομική επιφάνεια και ότι θα κάνουν ευρείας εκτάσεως επενδύσεις στην εταιρεία ... ... Α.Ε., παρά το γεγονός ότι ο ίδιος γνώριζε ότι οι ανωτέρω ήσαν αφερέγγυοι, εμφανίζονταν με πλαστά δελτία αστυνομικής ταυτότητας και δεν είχαν μεγάλης αξίας ακίνητη περιουσία, 3) από το ότι ο κατηγορούμενος ενεργούσε και ως πραγματικός ιδιοκτήτης της εταιρείας και όχι μόνον ως πληρεξούσιος δικηγόρος της, όπως διατείνεται, καθόσον ο ίδιος διαπραγματευόταν το πλαφόν και τους όρους των συμβάσεων, κρατούσε το μπλόκ των επιταγών, ενεργούσε πληρωμές, προέβαινε σε αναλήψεις ή εκταμιεύσεις, έκανε χρήση των πιστώσεων, ενώ οι Δ.

Κ. και Δ. Κ. ουδέποτε ασχολήθηκαν με την εν λόγω εταιρεία, η οποία εξακολουθούσε να λειτουργεί και μετά την εξαφάνιση του δευτέρου εξ αυτών (μετά τις 25-7-2002). Μάλιστα δε ο κατηγορούμενος τον Αύγουστο του έτους 2002, απόντος πλέον του φερομένου ως Προέδρου και μεγαλομετόχου της εταιρείας Δ. Κ., υπέβαλε αίτηση στην ...

Τράπεζα για νέα χρηματοδότηση, ύψους 3.000.000 έως 5.000.000 δολλαρίων περίπου, παρότι γνώριζε τον περιορισμένο κύκλο εργασιών της εταιρείας και ότι με τις προηγούμενες χρηματοδοτήσεις, συνολικού ύψους 1.907.830,8 ευρώ δεν είχαν υλοποιηθεί τα επενδυτικά σχέδια για τα οποία είχαν δοθεί τα χρήματα, 4) από το ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε από την αρχή ποιος ήταν στην πραγματικότητα ο εμφανιζόμενος ως Χ.

Φ., είχε δε στα χέρια του το πλαστό δελτίο αστυνομικής ταυτότητας στο όνομα αυτό, το παρέδιδε στον Δ. Κ. όταν ο τελευταίος εμφανιζόταν στις Τράπεζες για τη σύναψη και υπογραφή των επίμαχων συμβάσεων και στα Δικαστήρια για την εγγραφή των προσημειώσεων στα ακίνητα του πραγματικού Χ. Φ. στην ... Αττικής και ακολούθως το έπαιρνε πίσω για να αποκλείσει την δυνατότητα σ’ αυτόν να προβεί αυτός σε αναλήψεις χρημάτων από τις Τράπεζες, 5) από το γεγονός ότι αν και ο Δ.

Κ. δεν καμία από τις υποχρεώσεις που ανέλαβε κατά την προς αυτόν πώληση από τον κατηγορούμενο του υπολοίπου 44% των μετοχών της εταιρείας ..., οι οποίες διαλαμβάνονται στο αναγνωσθέν στο ακροατήριο από 3-9-2001 ιδιωτικό συμφωνητικό, που καταρτίσθηκε μεταξύ τους, ο κατηγορούμενος δεν κινήθηκε νομικά εναντίον του, ούτε σφράγισε τις επιταγές που είχε στα χέρια του, ούτε προέβη σε καμία απολύτως ενέργεια σε βάρος του, ακόμη και όταν αυτός (Δ.

Κ.) μεταβίβασε το σύνολο των μετοχών της εταιρείας με το από 26-11-2001 ιδιωτικό συμφωνητικό στον Χ. Φ., ήτοι στον Δ. Κ., με τον οποίο και συνέπραξε ο κατηγορούμενος στην τέλεση της απάτης σε βάρος των Τραπεζών. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι δεν έγινε πραγματική μεταβίβαση της εταιρείας από τον κατηγορούμενο στον Δ.

Κ. και εν συνεχεία από αυτόν στον Χ. Φ. (σ.σ. Δ. Κ.), αλλά εικονική μεταβίβαση, προκειμένου η εταιρεία, η οποία αντιμετώπιζε σοβαρά οικονομικά προβλήματα (χρέη προς την ... ΑΕ, δανειστικές συμβάσεις με τις Τράπεζες ΕΤΕ, ΑΤΕ και ... κ.λ.π.), να επιτύχει την χρηματοδότησή της, που είχε διογκωθεί και να ορθοποδήσει, ενώ ο κατηγορούμενος γνώριζε ασφαλώς την οικονομική κατάσταση του Δ.

Κ. και ότι δεν ήταν ο μεγαλοεπιχειρηματίας που εμφανιζόταν σε τρίτους, β) από το ότι το συνολικό ποσόν των 793.687 ευρώ που εισέπραξε ο κατηγορούμενος, ουδέποτε εισήλθε στο ταμείο της εταιρείας, ούτε καταχωρήθηκε σχετική εγγραφή στα βιβλία της, ο δε ισχυρισμός αυτού ότι το σύνολο των χρημάτων που εισέπραξε σε μετρητά παρέδωσε στον Δ.

Κ., δεν αποδεικνύεται από οποιαδήποτε αποδεικτικό στοιχείο, και 7) από το ότι ο κατηγορούμενος στις 27-9-2002, αν και ήταν μέτοχος σε ποσοστό μόλις 0,6% της επίμαχης εταιρείας υπέγραψε ως εγγυητής για την εκπλήρωση των υποχρεώσεών της προς την ... ΑΕ, δηλαδή σε χρόνο, κατά τον οποίο, όπως ισχυρίζεται, η εταιρεία είχε περιέλθει εξ ολοκλήρου σε τρίτα πρόσωπα.

Στη συνέχεια στις 4-11-2002 συνήνεσε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας στην εγγραφή προσημείωσης υποθήκης επί τεσσάρων (4) ακινήτων του υπέρ της ... προς εξασφάλιση απαιτήσεως της τελευταίας, ύψους 450.000 ευρώ κατά της ... και εκδόθηκε η 1279/2002 σχετική απόφαση. Το γεγονός αυτό καταδεικνύει την μη πραγματική μεταβίβαση της εταιρείας, καθόσον στην αντίθετη περίπτωση δεν θα υπήρχε λόγος ένα χρόνο μετά την μεταβίβαση να εγγυηθεί για τα χρέη μιας εταιρείας που δεν ανήκε και να προσημειώσει την ακίνητη περιουσία του προς εξασφάλιση απαιτήσεων δανειστών της.

Ο ισχυρισμός του ότι έπραξε ως ανωτέρω για να αποδεσμευθεί ακίνητο της αδελφής του, στο οποίο η ... είχε εγγράψει προσημείωση υποθήκης, δεν υποστηρίζεται με την προσκομιδή αποφάσεως, ανακλητικής εκείνης δυνάμει της οποίας εγγράφηκε η προσημείωση στο ακίνητο της αδελφής του ή από οποιοδήποτε άλλο στοιχείο.

Τέλος ο κατηγορούμενος κατά την διάρκεια της αποδεικτικής διαδικασίας υπέβαλε εγγράφως αίτημα όπως διαταχθεί η πολιτικώς ενάγουσα ... Τράπεζα να προσκομίσει τα ευρισκόμενα στην κατοχή της έγγραφα, ήτοι τόσο τα αφορώντα την χρηματοδότηση της εταιρείας ... (αιτήσεις και συναφείς μελέτες από Νοέμβριο 2001 έως και Μάρτιο 2002, εκθέσεις επισκέψεων υπαλλήλων σ’ αυτή, εισηγητικά πιστοδοτήσεων και πρακτικά γνωμοδοτήσεων - εγκρίσεων χρηματοδοτήσεων), όσο και το πόρισμα των Επιθεωρητών της ίδιας Τράπεζας, αλλά και τις καταθέσεις των υπαλλήλων της ενώπιον αυτών, ώστε να αποδειχθεί ότι η χρηματοδότηση της εταιρείας βασίσθηκε σε αμιγώς τραπεζικά κριτήρια και ότι ο ίδιος δεν προκάλεσε καθ’ οιονδήποτε τρόπο το θετικό αποτέλεσμα της χρηματοτοδότησης, όπως αβάσιμα καταθέτει ο εξετασθείς μάρτυρας της παθούσας Τράπεζας Μ.

Κ.. Το αίτημα του αυτό κρίνεται απορριπτέο, διότι το, κατά τους ισχυρισμούς του, χρήζον αποδείξεως "γεγονός" αφορά το υποκειμενικό στοιχείο των αρμοδίων για την χρηματοδότηση προσώπων, το οποίο, όμως, δεν περιλαμβάνεται στα τραπεζικά κριτήρια, ώστε να καταγράφεται και στα σχετικά έγγραφα (πιστοδοτήσεις, πρακτικά κ.λ.π.), ενώ τα όσα κατέθεσε ο ανωτέρω μάρτυρας τα γνωρίζει εξ ιδίας αντιλήψεως και δεν αποτελούν το μοναδικό στοιχείο σε βάρος του κατηγορουμένου.

Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει αυτός να κηρυχθεί ένοχος των πράξεων για τις οποίες κατηγορείται με τις αναγνωρισθείσες και πρωτοδίκως ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ. 2 α και ε ΠΚ, όπως στο διατακτικό. Στη συνέχεια, το Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα, με το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2 α’ και ε’ ΠΚ, του ότι: "A) Στην Καλαμάτα στους κατωτέρω αναγραφόμενους χρόνους με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, με πρόθεση από κοινού με τον Δ.

Κ. του Ο. και κατ’ επάγγελμα ενεργούντες, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος έβλαψε ξένη περιουσία νομικών προσώπων από αυτά που αναφέρονται στο άρθρο 263Α Π.Κ., πείθοντας κάποιον σε πράξη με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών η δε ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, υπερβαίνει δε συνολικά το ποσό των 50.000.000 δρχ.

Ειδικότερα:

α) Κατά το χρονικό διάστημα από Νοέμβριο 2001 έως Σεπτέμβριο 2002 από κοινού με τον Δ. Κ. του Ο., παρέστησε ψευδώς στους υπαλλήλους του υποκαταστήματος Καλαμάτας της Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος ότι ο Δ. Κ. ονομάζεται Χ. Φ., ότι έχει μεγάλη ακίνητη περιουσία, ότι ο ίδιος καθώς και ο Δ. Κ. είναι επιχειρηματίες με μεγάλο κύκλο εργασιών και ότι επιθυμούν να συναφθεί με την εταιρεία ...

Π. Μ. Α.Ε., σύμβαση πίστωσης παρέχοντας ως ασφάλεια εγγραφή προσημείωσης υποθήκης επί ακινήτου του Χ. Φ., συγχρόνως δε προσκόμισαν το ΑΔΤ: ... με στοιχεία Χ. Φ. του Α. και της Έ., γεννηθείς το έτος 1938 στην Αθήνα, το οποίο ήταν πλαστό και δεν είχε εκδοθεί για τον Χ. Φ., το ΑΔΤ: ... με στοιχεία Δ. Κ. του Σ. και Σ., γεννηθείς το έτος 1954 στις Η.Π.Α., το οποίο ήταν νοθευμένο καθόσον είχε εκδοθεί για τον Δ.

Κ. με αριθμ. ..., κάτοικο ..., πλην όμως είχε νοθευθεί ως προς το επώνυμο από Κ. Κ., την ημερομηνία γέννησης από 3.9.1964 σε 8.9.1954, ως προς τον αριθμό από ... σε ... και είχε συμπληρωθεί η ιδιότητα επιχειρηματίας, επί πλέον είχε τοποθετηθεί άλλη φωτογραφία στη θέση αυτής του Δ. Κ.. Επίσης προσκόμισε το υπ’ αριθμ. .../27.2.1973 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Κων/νου Τσιχριτζή, από το οποίο προέκυπτε ότι ο Χ.

Φ. είναι ιδιοκτήτης ενός οικοπέδου στην ... Αττικής, εκτάσεως 2.294,24 τ.μ. και έτσι τους έπεισαν i) να συναφθεί η υπ’ αριθμ. ...14.11.2001 σύμβαση πίστωσης με ανοικτό λογαριασμό ύψους 735.000 μεταξύ της Εμπορικής Τράπεζας και της εταιρείας ... Π. Μ. Α.Ε., με πρόεδρο και δ/ντα σύμβουλο αυτής τον Δ. Κ., για την οποία εγγυήθηκαν ατομικά οι Δ.

Κ. και Χ. Φ., ii) να υποβάλει η τράπεζα αίτηση στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καλαμάτας με την οποία ζητούσε να εγγραφεί προσημείωση υποθήκης για να εξασφαλιστεί η απαίτησή της που προερχόταν από τη σύμβαση, στο προαναφερόμενο ακίνητο του Χ. Φ., η οποία και έγινε δεκτή αυθημερόν με την υπ’ αριθμ. 1172/14.11.2001 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας, iii) την 15.11.2001 να καταβληθεί στον Δ.

Κ. από την Τράπεζα το ποσό των 146.735,14 ευρώ μετρητά. iν) την 7.12.2001 να καταθέσει η τράπεζα το ποσό των 440.205,43 ευρώ στο λογαριασμό της εταιρείας ... Π. Μ. Α.Ε., από τον οποίο στη συνέχεια η εταιρεία εξέδωσε την υπ’ αριθμ. ... επιταγή με ημερομηνία έκδοσης 10.12.2001, σε διαταγή Μ. T., ποσού 437.272 ευρώ ή 149.000.000 δρχ., η οποία εμφανισθείσα από αυτόν (Τ.) την επομένη ημέρα στο υποκατάστημα της Εμπορικής Τράπεζας στην Καλλιθέα εξοφλήθηκε, έλαβε δε για την επιταγή αυτή 10.000.000 δρχ.

μετρητά και άλλη επιταγή της τράπεζας ποσόν 139.000.000 δρχ., την οποία αυθημερόν εμφάνισε στο κεντρικό κατάστημα της Εμπορικής στην Αθήνα όπου και πληρώθηκε, ν) την 30.4.2002 να δοθεί η υπ’ αριθμ. ... εγγυητική επιστολή της τράπεζας ποσού 115.000 ευρώ προς την εταιρεία ... Α.Ε., η οποία κατέπεσε διότι αυτή δεν εξεπλήρωσε τις υποχρεώσεις της προς την ...

Α.Ε. και κατεβλήθη το ως άνω ποσό από την τράπεζα την 14.1.2003, νi) την 22.7.2002 να συναφθεί η υπ’ αριθμ. ...1/22.7.2002 πράξη μεταβολής ύψους πίστωσης της προαναφερόμενης αρχικής σύμβασης πίστωσης σε 1.500.000 ευρώ, μεταξύ της Εμπορικής Τράπεζας και της εταιρείας ... Π. Μ. Α.Ε., εκπροσωπούμενης από τον Χ. Φ. και με εγγυητή τον Χ.

Φ., νii) την 25.7.2002 να υποβάλει η τράπεζα αίτηση προς το Μονομελές Πρωτοδικείο Καλαμάτας με την οποία ζητούσε εγγραφή προσημείωσης υποθήκης μέχρι του ποσού των 586.940,56 ευρώ επί του ακινήτου του Χ. Φ., επί της οποίας εξεδόθη η υπ’ αριθμ. 885/25.7.2002 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας με την οποία έγινε δεκτή η αίτηση, viii) την 14.8.2002 να καταβληθεί το ποσό των 174.787 ευρώ σε μετρητά στον Γ.

Μ., η υπογραφή του οποίου έχει τεθεί επί του σχετικού εγγράφου της Τράπεζας, και επίσης να καταβληθούν στον Γ. Μ. ως πληρεξούσιο της εταιρείας δυνάμει του υπ’ αριθμ. .../30.4.2002 πληρεξουσίου, ix) την 21.8.2002 σε μετρητά 300.000 ευρώ, x) την 23.8.2002 σε μετρητά 23.900 και χi) την 5.9.2002 σε μετρητά 150.000 ευρώ.

β) Κατά το χρονικό διάστημα από Νοέμβριο 2001 έως Μάρτιο 2002, από κοινού με τον Δ. Κ. του Ο., παρέστησε ψευδώς στους υπαλλήλους της ... (υποκ/μα Καλαμάτας) ότι ο Δ. Κ.ς ονομάζεται Χ. Φ., ότι έχει μεγάλη ακίνητη περιουσία, ότι ο ίδιος είναι επιχειρηματίας με μεγάλο κύκλο εργασιών και ότι επιθυμούν να συναφθεί με την εταιρεία ...

Π. Μ. Α.Ε. σύμβαση πίστωσης, παρέχοντας ως ασφάλεια το δικαίωμα εγγραφής προσημείωσης υποθήκης σε ακίνητο ιδιοκτησίας του Χ. Φ., συγχρόνως δε προσκόμισε το ανωτέρω αναλυτικά αναφερόμενο υπ’ αριθμ. ... πλαστό δελτίο αστυνομικής ταυτότητας και το υπ’ αριθμ. .../30.5.1973 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Κων/νου Τσιχριτζή, από το οποίο προέκυπτε ότι ο Χ.

Φ. είναι ιδιοκτήτης ενός οικοπέδου στην ... Αττικής, εκτάσεως 1.132,40 τ.μ. και έτσι τους έπεισαν i) να συναφθεί η υπ’ αριθμ. ...23.2.2002 σύμβαση πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό μεταξύ Τράπεζας ... και της εταιρείας ... Π. Μ. Α.Ε., δυνάμει της οποίας χορηγήθηκε στην τελευταία πίστωση ύψους 880.410,86 ευρώ, με εγγυητή τον Χ.

Φ. ατομικά, ii) την 6.3.2002 να γίνει εκταμίευση από τον αλληλόχρεο λογαριασμό ποσού 587.000 ευρώ, σε μετρητά, το οποίο ήταν και το όριο ανάληψης του λογαριασμού αυτού. Από τα χρήματα αυτά κατατέθηκε σε άλλο λογαριασμό της εταιρείας το ποσό των 139.672,35 ευρώ, εξεδόθη η υπ’ αριθμ. ... επιταγή της τράπεζας ποσού 298.935,99 ευρώ, η οποία την επομένη 7.3.2002 εισπράχθηκε από τον Π.

Β.. Επίσης 145.000 ευρώ σε μετρητά εισέπραξε ο Γ. Μ. και 146.000 ευρώ χρησιμοποιήθηκαν ως πιστωτικό όριο στον λογαριασμό όψεως της εταιρείας, από τον οποίο εξεδόθη η υπ’ αριθμ. ... επιταγή ποσού 135.000 ευρώ, την οποία την 7.3.2002 εισέπραξε ο Π. Β..

Τα ανωτέρω έπραξε με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος με αντίστοιχη περιουσιακή βλάβη της Εμπορικής Τράπεζας και της ... ύψους 1.175.840,57 ευρώ για την Εμπορική Τράπεζα και 731.990,35 ευρώ για την ... Τράπεζα, ποσό ιδιαιτέρας μεγάλης αξίας. Από την επανειλημμένη δε τέλεση των πράξεων και την υποδομή που είχε διαμορφώσει ήτοι την βάσει σχεδίου δράση του και την οργανωμένη ετοιμότητα για επανάληψη της πράξης προκύπτει σκοπός για πορισμό εισοδήματος.

Β) Στην Καλαμάτα την 25.2.2002 με πρόθεση παρείχε σε άλλον απλή συνδρομή κατά τη διάρκεια και την εκτέλεση της πράξης της πλαστογραφίας ιδιαίτερα μεγάλης αξίας κατ’ επάγγελμα σε βάρος τράπεζας που εδρεύει στην ημεδαπή εκ της οποίας το συνολικό όφελος και η αντίστοιχη προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει το ποσό των 50.000.000 δρχ. Ειδικότερα με πρόθεση ηθελημένης παροχής συνδρομής στον πράττοντα και εν γνώσει του ότι αυτή παρέχεται κατά την εκτέλεση αξιόποινης πράξης, παρευρίσκονταν μαζί με τον Δ. Κ. στο υποκατάστημα της ... κατά τη σύναψη της υπ’ αριθμ. ...25.2.2002 σύμβασης πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό, μεταξύ της εταιρείας ... Π. Μ. και ..., στην οποία ο Δ. Κ. έθεσε κατ’ απομίμηση την υπογραφή του Χ. Φ., ως εκπρόσωπος δήθεν της πιστούχου εταιρείας και ως εγγυητής για την καλή εκτέλεση της σύμβασης και παρέχει σ’ αυτόν ψυχική συνδρομή κατά την τέλεση της άδικης πράξης της πλαστογραφίας.".

Με τις κατά το συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού, παραδοχές αυτές το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο της ουσίας, αναφορικά με την πράξη της απάτης ιδιαίτερα μεγάλης αξίας από κοινού κατ’ εξακολούθηση και κατ’ επάγγελμα σε βάρος Τράπεζας που εδρεύει στην ημεδαπή με συνολικό όφελος και αντίστοιχη ζημία άνω των 150.000 ευρώ, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την από τις προαναφερθείσες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, από τα οποία συνήγαγε την ύπαρξη όλων των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων της ανωτέρω αξιόποινης πράξεως, για την οποία κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1, 13 περ.

στ’ , 26 παρ. 1 α, 27 παρ. 1, 45, 98, 263 Α και 386 παρ. 1 και 3 Π.Κ σε συνδ. με το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 1608/1950, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε χωρίς να τις παραβιάσει ευθέως ή εκ πλαγίου και να στερήσει έτσι την απόφασή του από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, παρά τις περί του αντιθέτου αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, στην αιτιολογία της προσβαλλομένης απόφασης εκτίθενται όλα τα στοιχεία που απαρτίζουν τη νομοτυπική υπόσταση του ανωτέρω εγκλήματος, ήτοι αναφέρονται αναλυτικά και με ακρίβεια οι εκ μέρους του αναιρεσείοντος, ο οποίος είχε την πρωτοβουλία στις διαπραγματεύσεις με την Εμπορική Τράπεζα και την ...

Τράπεζα για τη σύναψη επωφελών για την επιχείρησή του χρηματοδοτικών συμφωνιών, απατηλές ενέργειες αυτού, με τη σύμπραξη του συναυτουργού του Δ. Κ., που ήσαν πρόσφορες να προκαλέσουν πλάνη στους αρμοδίους υπαλλήλους των εν λόγω Τραπεζών ως προς το αξιόχρεο και την ικανότητα δανειοδότησης της εταιρείας του με την επωνυμία "...

Π. Μ. Α.Ε", την οποία και προκάλεσαν και έτσι έπεισε αυτούς να προέλθουν τελικά στις ενέργειες εκείνες που εξυπηρετούσαν το τελικό σχέδιό του, δηλαδή τη σύναψη των ένδικων συμβάσεων πίστωσης με ανοιχτό αλληλόχρεο λογαριασμό μεταξύ της ανωτέρω εταιρείας και των προειρημένων Τραπεζών και τον προσπορισμό από τον ίδιο του συνολικού ποσού του 1.907.830,92 ευρώ, κατά το οποίο ζημιώθηκαν, αντιστοίχως, οι τελευταίες, μη υπάρχουσας έτσι διαφοράς μεταξύ πλανηθέντων και διαθεσάντων προσώπων αλλ’ ούτε και έλλειψης αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ των εξακολουθητικών ψευδών παραστάσεών του προς του αρμοδίους υπαλλήλους των ως άνω Τραπεζών και της πλάνης αυτών, ως αβάσιμα υποστηρίζει.

Περαιτέρω, από τις παραδοχές της προσβαλλομένης ότι οι εμφανιζόμενοι στις ως άνω Τράπεζες με τα ονόματα Δ. Κ. και Χ. Φ. (στην πραγματικότητα Δ. Κ.) δρούσαν ως όργανα του αναιρεσείοντος και ότι η, κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό ποσοστά, μεταβίβαση της εταιρείας "... Π. Μ. Α.Ε" προς αυτούς ήταν εικονική και ότι αυτός (αναιρεσείων) ήταν ο πραγματικός ιδιοκτήτης της, σαφώς προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, χωρίς αντιφάσεις, δέχτηκε ότι όλες οι ένδικες εκταμιεύσεις αποσκοπούσαν στο να αποκομίσει αυτός και όχι τρίτοι το προαναφερθέν παράνομο περιουσιακό όφελος.

Ωσαύτως, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλομένης, τα αναφερόμενα στη σελίδα 44 του σκεπτικού της ποσά των 300.000, 23.900 και 150.000 ευρώ καταβλήθηκαν στις 21-8-2002, 23-8-2002 και 5-9-2002 αντίστοιχα στον ίδιο τον αναιρεσείοντα ως πληρεξούσιο της προαναφερθείσας εταιρείας και επομένως ουδεμία ασάφεια υφίσταται ως προς το ζήτημα τούτο, ενώ το γεγονός ότι, τα αναφερόμενα στη σελίδα 45 του σκεπτικού αλλά και στο διατακτικό (σελ. 53) ποσά των 139.672,35, 298.935,99 και 145.000 ευρώ, αθροιζόμενα υπολοίπονται του ποσού των 587.000, που κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης εκταμιεύθηκαν σε μετρητά στις 6-3-2000 από την ...

Τράπεζα, ουδεμία ασάφεια ή αντίφαση δημιουργεί ως προς το ύψος του ποσού αυτού και κατ’ επέκταση ως προς το ύψος της ζημίας της ως άνω Τράπεζας, αφού, κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης, τα παραπάνω επιμέρους ποσά προέρχονται εκ του παραπάνω εκταμιευθέντος ποσού και δεν αποτελούν το σύνολο αυτού. Περαιτέρω, το Δικαστήριο δέχθηκε ότι ο κατηγορούμενος-αναιρεσείων γνώριζε ότι οι εμφανισθέντες ως Δ.

Κ. και Χ. Φ. "ήσαν αφερέγγυοι, εμφανίζονταν με πλαστά δελτία αστυνομικής ταυτότητας και δεν είχαν μεγάλης αξίας ακίνητη περιουσία" αφού έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα ανεξαιρέτως τα εισφερθέντα αποδεικτικά μέσα και όχι επιλεκτικά ορισμένα μόνο από αυτά, η σχετική δε αιτιολογία της προσβαλλομένης απόφασης δεν θεμελιώθηκε σε μη επιτρεπόμενες και μάλιστα ανύπαρκτες αξιολογικές κρίσεις των μαρτύρων κατηγορίας όπως αβάσιμα ούτος (αναιρεσείων) διατείνεται.

Τέλος, καίτοι η προκειμένη υπόθεση δεν αφορά υπηρεσιακό έγκλημα από τα προβλεπόμενα στα άρθρα 235 έως 261 ΠΚ, το Δικαστήριο ορθά, σύμφωνα με όσα ειπώθηκαν στη μείζονα σκέψη, εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 1608/1950, εφόσον η πράξη της απάτης, για την οποία κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων, περιλαμβανομένη μεταξύ των διαλαμβανομένων στην ως άνω διάταξη εγκλημάτων, στρέφεται κατά τραπεζών που εδρεύουν στην ημεδαπή και το επιδιωχθέν όφελος υπερβαίνει τις 150.000 ευρώ.

Επομένως, οι σχετικοί, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ και Ε’ ΚΠΔ, πρώτος, δεύτερος, έβδομος, όγδοος και ένατος κύριοι λόγοι αναίρεσης και δεύτερος πρόσθετος λόγος αυτής, με τους οποίους, κατ’ εκτίμηση του περιεχομένου τους, πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 386, 263 Α ΠΚ και 1 ν. 1608/1950 καθώς και για έλλειψη νόμιμης βάσης, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.

Περαιτέρω, με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, λόγω του ότι παραβιάσθηκαν τα υπερασπιστικά δικαιώματα του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος, επειδή το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε αναιτιολόγητα το υποβληθέν από το συνήγορό του αίτημα να προσκομισθεί ο χρηματοδοτικός φάκελος της εταιρείας "...".

Όπως όμως προκύπτει από την, παραδεκτή για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλομένης απόφασης, το παραπάνω, υποβληθέν από το συνήγορο του αναιρεσείοντος αίτημα, απορρίφθηκε από το Δικαστήριο της ουσίας με την ακόλουθη, κατά λέξη, αιτιολογία: "...ο κατηγορούμενος κατά τη διάρκεια της αποδεικτικής διαδικασίας υπέβαλλε εγγράφως αίτημα όπως διαταχθεί η πολιτικώς ενάγουσα ...

Τράπεζα να προσκομίσει τα ευρισκόμενα στην κατοχή της έγγραφα, ήτοι τόσο τα αφορώντα τη χρηματοδότηση της εταιρείας ... (αιτήσεις και συναφείς μελέτες από Νοέμβριο 2001 έως και Μάρτιο 2002, εκθέσεις επισκέψεων υπαλλήλων σ’ αυτή, εισηγητικά πιστοδοτήσεων και πρακτικά γνωμοδοτήσεων-εγκρίσεων χρηματοδοτήσεων), όσο και το πόρισμα των επιθεωρητών της ίδιας Τράπεζας, αλλά και τις καταθέσεις των υπαλλήλων της ενώπιον αυτών, ώστε να αποδειχθεί ότι η χρηματοδότηση της εταιρείας βασίστηκε σε αμιγώς τραπεζικά κριτήρια και ότι ο ίδιος δεν προκάλεσε καθ’ οιονδήποτε τρόπο το θετικό αποτέλεσμα της χρηματοδότησης, όπως αβάσιμα καταθέτει ο εξετασθείς μάρτυρας της παθούσας Τράπεζας Μ.

Κ.. Το αίτημά του αυτό κρίνεται απορριπτέο, διότι το, κατά τους ισχυρισμούς του, χρήζον αποδείξεως "γεγονός" αφορά το υποκειμενικό στοιχείο των αρμοδίων για τη χρηματοδότηση προσώπων, το οποίο, όμως, δεν περιλαμβάνεται στα τραπεζικά κριτήρια, ώστε να καταγράφεται και στα σχετικά έγγραφα (πιστοδοτήσεις, πρακτικά κ.λ.π), ενώ τα όσα κατέθεσε ο ανωτέρω μάρτυρας τα γνωρίζει εξ ιδίας αντιλήψεως και δεν αποτελούν το μοναδικό στοιχείο σε βάρος του κατηγορουμένου".

Η αιτιολογία αυτή είναι η απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη, τα όσα δε περί του αντιθέτου διατείνεται ο αναιρεσείων είναι αβάσιμα και πρέπει ν’ απορριφθούν όπως και ο παραπάνω τέταρτος λόγος αναίρεσης. Με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης και τον πρώτο πρόσθετο λόγο, πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα λόγω αφενός μεν παραβίασης του τεκμηρίου αθωότητας του αναιρεσείοντος, επειδή στο σκεπτικό του εκδοθέντος τον Ιανουάριο του 2016 υπ’ αριθμ. 1093/16 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών γίνεται αναφορά της προσβαλλομένης, καταδικαστικής γι’ αυτόν, απόφασης χωρίς αυτή να έχει καταστεί αμετάκλητη (50ς λόγος αναίρεσης), αφετέρου δε λόγω μη τήρησης των διατάξεων που αφορούν την κίνηση ή την αναστολή της ποινικής δίωξης, επειδή δια του παραπεμπτικού για την κρινόμενη υπόθεση βουλεύματος παραπέμπεται για να δικαστεί και άγνωστος δράστης, εμφανισθείς ως Δ.

Κ., αντί, ως προς αυτόν η υπόθεση να τεθεί στο αρχείο αγνώστων δραστών (10ς πρόσθετος λόγος). Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι καθόσον α) η περί ενοχής του αναιρεσείοντος για την κρινόμενη υπόθεση ανεπίκαιρη αναφορά στο σκεπτικό του ανωτέρω βουλεύματος (1093/16) δεν αποτελεί παράβαση που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση και η οποία να συνάπτεται με παραβίαση από το Δικαστήριο που την εξέδωσε του από το άρθρο 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ τεκμηρίου αθωότητας του αναιρεσείοντα και β) το Πενταμελές Εφετείο Καλαμάτας προήλθε στην εκδίκαση υποθέσεως με μόνο εκκαλούντα - κατηγορούμενο τον αναιρεσείοντα Γ.

Μ. και ως εκ τούτου δεν υπέπεσε σε οποιαδήποτε πλημμέλεια σχετιζόμενη με την κίνηση ή την αναστολή της ποινικής δίωξης για άλλο πρόσωπο, γνωστής ή μη ταυτότητας, η υπόθεση του οποίου δεν εισήχθη ενώπιόν του αλλ’ ούτε και ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου.

Σύμφωνα με το άρθρο 171 §2 ΚΠΔ, απόλυτη ακυρότητα κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, η οποία λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης και θεμελιώνει τον εκ του άρθρου 510§ 1 στοιχ. Α του ΚΠΔ σύστοιχο λόγο αναιρέσεως, προκαλείται αν ο πολιτικώς ενάγων παρέστη παράνομα στη διαδικασία του ακροατηρίου.

Παράνομη δε είναι η παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος στο ακροατήριο όταν δεν συντρέχουν στο πρόσωπο του τελευταίου οι όροι της ενεργητικής και παθητικής νομιμοποιήσεως για την άσκηση πολιτικής αγωγής, καθώς και όταν παραβιάσθηκε η διαδικασία που έπρεπε να τηρηθεί σχετικά με τον τρόπο και τον χρόνο άσκησης και υποβολής της, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 64, 63 και 68 ΚΠΔ.

Η πολιτική αγωγή για την αποζημίωση και την αποκατάσταση από το έγκλημα και για την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης μπορεί να ασκηθεί στο ποινικό δικαστήριο από τους δικαιούμενους σύμφωνα με τον αστικό κώδικα δηλ. από τους αμέσως ζημιωθέντες από την αξιόποινη πράξη και ειδικότερα από τους φορείς του δικαιώματος ή του εννόμου αγαθού που έχει προσβληθεί, κατά τις προβλέψεις των διατάξεων των άρθρων 914 και 932 ΑΚ, το επιτρεπτό δε της παραστάσεως του πολιτικώς ενάγοντος κρίνεται από το περιεχόμενο της απαιτήσεως που περιέχει η δήλωσή του και από το κατηγορητήριο που διαλαμβάνει την αξιόποινη πράξη, ενώ η ουσιαστική βασιμότητα της αξιώσεως από την αποδεικτική διαδικασία (ΑΠ 124/15, ΑΠ 720/2013, ΑΠ 609/12).

Στη προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλομένης απόφασης, που παραδεκτά επισκοπούνται για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, στην αρχή της συνεδριάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Καλαμάτας παρουσιάστηκε ο δικηγόρος Καλαμάτας Β. Α. και δήλωσε ότι "δυνάμει του υπ’ αριθμ. .../27-4-2012 πληρεξουσίου της συμ/φου Αθηνών Ελένης Χ.

Μαρκογιαννάκη, δηλώνει, για λογαριασμό του Χ. Φ. του Α. και της Έ., κατοίκου ..., παράσταση πολιτικής αγωγής κατά του κατ/νου, για χρηματική ικανοποίηση (44,00) ευρώ ως και πρωτοδίκως, με ρητή επιφύλαξη παντός δικαιώματός του, για την ηθική βλάβη που έχει υποστεί από τις πράξεις του κατηγορουμένου...". Είναι προφανές ότι με τη διατύπωση αυτή στα πρακτικά εννοείται ότι η δήλωση αυτή της πολιτικής αγωγής, για την οποία ουδεμία αντίρρηση προβλήθηκε τόσο στο πρωτοβάθμιο όσο και στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, παρά την αναφορά της στις "πράξεις του κατηγορουμένου", αναφέρεται μόνο στην κατηγορία που αποδίδεται σ’ αυτόν για την αξιόποινη πράξη της απλής συνέργειας σε κακουργηματική πλαστογραφία σε βάρος της ... (για την οποία γίνεται λόγος κατωτέρω), η οποία και μόνο κατά το κατηγορητήριο αφορούσε τον πολιτικώς ενάγοντα Χ.

Φ., η παράσταση του οποίου ορθά κρίθηκε από το Δικαστήριο της ουσίας, στην κρίση του οποίου ανάγεται η διακρίβωση της ταυτότητας εκείνου που δηλώνει παράσταση πολιτικής αγωγής, επιτρεπτή με βάση το περιεχόμενο της απαιτήσεως, που περιείχε η δήλωσή του και από το κατηγορητήριο, που περιέγραφε την ανωτέρω αξιόποινη πράξη.

Επομένως, οι αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντα περί του ότι η ως άνω δήλωση παραστάσεως ως πολιτικώς ενάγοντος του Χ. Φ. ήταν ελλειπής όπως έγινε στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και επαναλήφθηκε στο Δευτεροβάθμιο, λόγω έλλειψης αναφοράς των αναγκαίων κατά νόμο στοιχείων και ειδικότερα της συνοπτικής έκθεσης της υπόθεσης και του τρόπου προκλήσεως της βλάβης του από τον κατηγορούμενο, είναι αβάσιμες και απορριπτέες όπως και ο σχετικός, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.

Α’ ΚΠΔ, έκτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα λόγω μη νόμιμης παράστασης ως πολιτικώς ενάγοντα του ανωτέρω Χ. Φ..

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 47 παρ. 1 ΠΚ, που έχει τον υπότιτλο "απλός συνεργός", όποιος εκτός από την περίπτωση της παρ. 1 στοιχ. β’ του προηγούμενου άρθρου παρέσχε με πρόθεση σε άλλον οποιαδήποτε συνδρομή πριν από την τέλεση ή κατά την τέλεση της άδικης πράξης που διέπραξε, τιμωρείται ως συνεργός με ποινή ελαττωμένη (άρθρο 83). Κατά την έννοια της διάταξης αυτής απλή συνέργεια συνιστά οποιαδήποτε συνδρομή υλική ή ψυχική, θετική ή αποθετική, η οποία παρέχεται στον αυτουργό (χωρίς να είναι άμεση), εφόσον εκείνος που την παρέχει γνωρίζει ότι ο αυτουργός διαπράττει ορισμένο έγκλημα. Για την πράξη της απλής συνέργειας υποκειμενικά απαιτείται δόλος του συνεργού, ο οποίος συνίσταται στη γνώση της τέλεσης από τον αυτουργό ορισμένης αξιόποινης πράξης και στη βούληση ή αποδοχή να συμβάλει με τη συνδρομή του, στην πραγμάτωσή της. Η συνδρομή του απλού συνεργού όπως αναφέρθηκε δύναται να είναι είτε υλική είτε ψυχική. Η ψυχική συνδρομή δύναται να παρασχεθεί με την ενεργό παρουσία του απλού συνεργού στον τόπο της πράξεως, με την ενίσχυση της αποφάσεως που ο αυτουργός έχει πάρει για την τέλεση της πράξεως καθώς και την ενθάρρυνση αυτού καθ’ οιονδήποτε τρόπο, όπως αυτή που γίνεται με φωνές, χειρονομίες, με την παρότρυνση για την τέλεση της πράξεως ή την παροχή υποσχέσεως για συγκάλυψη του εγκλήματος με την εξάλειψη των ιχνών του (ΑΠ 310/2016, ΑΠ 917/10).

Στην προκειμένη περίπτωση, αναφορικά με την πράξη της απλής συνέργειας σε κακουργηματική πλαστογραφία σε βάρος Τράπεζας με ζημία άνω των 150.000 ευρώ, για την οποία ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος με την προσβαλλομένη απόφαση, η τελευταία στερείται της επιβαλλόμενης από το Σύνταγμα και το άρθρο 139 ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας κατά το βάσιμο περί τούτου τρίτο λόγο αναίρεσης, καθόσον δεν εκτίθενται σ’ αυτήν πραγματικά περιστατικά από τα οποία να προκύπτει ότι η παρουσία του αναιρεσείοντος κατά τη διάπραξη της παραπάνω αξιόποινης πράξης, η οποία τόσο στο σκεπτικό όσο και στο διατακτικό αναφέρεται ως πράξη απλής συνδρομής του, ήταν ενεργός, δηλαδή δεν εκτίθενται περιστατικά από τα οποία να προκύπτει με ποιό τρόπο η παρουσία του αυτή ενθάρρυνε αντικειμενικά τον αυτουργό στην τέλεση της παραπάνω πράξης.

Μετά ταύτα, εφόσον δεν υπάρχουν άλλοι λόγοι αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει, κατά παραδοχή του προαναφεθέντος τρίτου λόγου αναίρεσης, να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλομένη απόφαση και δη μόνο ως προς την πράξη της απλής συνέργειας σε κακουργηματική πλαστογραφία σε βάρος Τράπεζας με ζημία άνω των 150.000 ευρώ καθώς και κατά το περί ποινής ως προς την πράξη αυτή και συνολικής γενικώς ποινής κεφάλαιό της κατά τη διάταξη της περί επιδικάσεως χρηματικής ικανοποίησης στον πολιτικώς ενάγοντα Χ.

Φ. και να παραπεμφθεί η υπόθεση για εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο (άρθρ. 518 παρ. 2, 519 ΚΠΔ), αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως, απορριπτομένης της αιτήσεως αναιρέσεως κατά τα λοιπά καθώς και των προσθέτων λόγων αυτής.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί εν μέρει την υπ’ αριθμ. 30/2014 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Καλαμάτας, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στο σκεπτικό.

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, για νέα εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.

Απορρίπτει κατά τα λοιπά την από 29-7-2016 και με αριθμ. πρωτ. .../3-8-2016 αίτηση του Γ. Μ. του Π. για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 30/2014 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Καλαμάτας καθώς και τους από 30-9-16 πρόσθετους λόγους, που κατατέθηκαν με χωριστό δικόγραφο στις 30-9-16.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Νοεμβρίου 2016.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 22 Νοεμβρίου 2016.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ