1702/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Εμμανουήλ Κλαδογένη και Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1702/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξ άλλου, κατά το άρθρο 300 ΑΚ: "Αν εκείνος που ζημιώθηκε συντέλεσε, από δικό του πταίσμα, στη ζημία ή στην έκτασή της, το δικαστήριο μπορεί να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της. Το ίδιο ισχύει και αν εκείνος που ζημιώθηκε παρέλειψε να αποτρέψει ή να περιορίσει τη ζημία, η δεν επέστησε την προσοχή του οφειλέτη, στον κίνδυνο ασυνήθιστα μεγάλης ζημίας, την οποία ο οφειλέτης, ούτε γνώριζε, ούτε όφειλε να γνωρίζει".
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1702 / 2014 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1702/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Εμμανουήλ Κλαδογένη και Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Οκτωβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ι. Π. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Κωστόπουλο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Χ. Κ. του Β. και 2) Π. συζ. Χ. Κ., το γένος Α. Μ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσια δικηγόρο τους Ιωάννη Κατσουρίνη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 20-4-2005 και 26-5-2008 αγωγές των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3972/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3695/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 5-12-2011 αίτησή του και τους από 8-11-2012 πρόσθετους λόγους αυτής. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεράσιμος Φουρλάνος διάβασε την από 4-4-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε: α) την απόρριψη των κυρίων λόγων αναίρεσης και β) την απόρριψη, ως απαράδεκτων, των πρόσθετων λόγων αναίρεσης, άλλως την απόρριψή τους ως αβασίμων. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των πρόσθετων λόγων και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Εισάγεται αίτηση προς αναίρεση απόφασης εφετείου, η οποία έκρινε για προβαλλόμενη, από μέρους των αναιρεσιβλήτων αξίωση σε βάρος του αντιδίκου τους - αναιρεσείοντος, από σύμβαση πώλησης σ'αυτους διαμερίσματος σε πολυκατοικία, η οποία είχε πραγματικά (κεκρυμμένα) ελαττώματα, τα οποία προκλήθηκαν, με υπαιτιότητα του αναιρεσείοντος, κατέστησαν δε το ακίνητο ακατάλληλο προς χρήση και έτσι υποχρεώθηκαν να μισθώσουν άλλη κατοικία στην ίδια περιοχή, και να καταβάλουν, ως μίσθωμα τα αξιούμενα με την αγωγή τους ποσά. Επιπρόσθετα, ασκήθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα (αρθρ.569 παρ.2 ΚΠολΔ) πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης (βλ.177/26.11.2012 πράξη κατάθεσής τους και 3966Δ, 3867 Δ/ 28.11.2012 έκθεση επίδοσής τους στους αναιρεσίβλητους της δικαστικής επιμελήτριας Αθηνών Ο. Δ.), οι οποίοι πρέπει να συνεκδικαστούν με την αναίρεση, λόγω της πρόδηλης μεταξύ τους, συνάφειας (αρθρ.246 ΚΠολΔ).
ΙΙ. Κατά το άρθρο 281 ΑΚ: "Η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται, αν υπερβαίνει, προφανώς, τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος". Μόνη, όμως, η αδράνεια του δικαιούχου έστω και αν πλησιάζει ο χρόνος της παραγραφής δεν καθιστά καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος, εκτός αν συνοδεύεται από ειδικές περιστάσεις, που καθιστούν αναγκαία τη θυσία του δικαιώματος (ΑΠ 223 /2007, ΑΠ 1026/2006).
Εξ άλλου, κατά το άρθρο 300 ΑΚ: "Αν εκείνος που ζημιώθηκε συντέλεσε, από δικό του πταίσμα, στη ζημία ή στην έκτασή της, το δικαστήριο μπορεί να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της. Το ίδιο ισχύει και αν εκείνος που ζημιώθηκε παρέλειψε να αποτρέψει ή να περιορίσει τη ζημία, η δεν επέστησε την προσοχή του οφειλέτη, στον κίνδυνο ασυνήθιστα μεγάλης ζημίας, την οποία ο οφειλέτης, ούτε γνώριζε, ούτε όφειλε να γνωρίζει".
Η κρίση του ουσιαστικού δικαστηρίου, ότι συγκεκριμένη συμπεριφορά είναι πέραν των ορίων που θέτουν τα κριτήρια του άρθρου 281 ΑΚ, είναι νομική και υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 362/2007). Ανέλεγκτο, όμως, είναι το ζήτημα της διακρίβωσης των πράξεων, με τις οποίες ο δικαιούχος άσκησε το δικαίωμά του, στην συγκεκριμένη περίπτωση (ΑΠ 563/2000).
Ωσαύτως, η έννοια της συνυπαιτιότητας είναι νομική και η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τη συνδρομή ή όχι του συντρέχοντος πταίσματος του ζημιωθέντος ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (Ολ.ΑΠ 15/2006, ΑΠ 766/2007). Η κρίση όμως για την βαρύτητα του πταίσματος και τον καθορισμό του ποσοστού, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, δεν ελέγχεται αναιρετικά (ΑΠ 605/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, τα ακόλουθα: "Με το υπ'αριθ. .../26-9-1995 πωλητήριο συμβόλαιο...που μεταγράφηκε νόμιμα, περιήλθαν στη κυριότητα των εκκαλούντων και σε εξ' αδιαιρέτου ποσοστό 1/2 για τον καθένα τους.... διαμέρισμα...εμβαδού 102,66 τ.μ....εξ αγοράς από τον εφεσίβλητο, που ενεργούσε τόσο ατομικά όσο και για λογαριασμό του οικοπεδούχου....Όμως, στη συγκεκριμένη πολυώροφη οικοδομή και επομένως και στις συγκεκριμένες οριζόντιες ιδιοκτησίες που.
πωλήθηκαν εμφανίσθηκαν σοβαρά πραγματικά ελαττώματα. Τούτο έχει κριθεί τελεσίδικα, με την υπ' αριθ. 323/2008 απόφαση του Δικ/ρίου αυτού (που εκδόθηκε επί της προγενέστερης από 16-2-2001 .αγωγής των αυτών εναγόντων - εκκαλούντων της προηγουμένης υποθέσεως επίσης κατά του ιδίου εναγομένου εφεσίβλητου) η οποία και έχει καταστεί αμετάκλητη, κρίνοντας με ισχύ δεδικασμένου (αρθ. 321 επ.
του ΚΠολΔ) τα εξής: α) Οι οριζόντιες ιδιοκτησίες που πωλήθηκαν, κατά το χρόνο της σύναψης της πωλήσεως, αλλά και της παραδόσεως αυτών στους εκκαλούντες αγοραστές (26-9-95), παρουσίασαν κρυμμένα πραγματικά ελαττώματα που αναιρούσαν την αξία και τη χρησιμότητα αυτών, καθότι, όπως έκρινε αρμοδίως το Γραφείο Πολεοδομίας Μοσχάτου, που εξέτασε την οικοδομή, η πολ/κία ήταν επικίνδυνη, λόγω εσφαλμένης θεμελιώσεως αυτής, που προκάλεσε έντονες διαφορικές καθιζήσεις του εδάφους θεμελιώσεως της, με αποτέλεσμα να προκληθούν απόκλιση του κτιρίου από τη κατακόρυφο και οριζόντιες ρηγματώσεις στα εξ' οπλισμένου σκυροδέματος φέροντα στοιχεία της οικοδομής, β) Ότι, τα πιο πάνω ελαττώματα ήταν σε γνώση του εφεσίβλητου - εργολάβου της οικοδομής κατά το χρόνο συνάψεως της πωλήσεως και της παραδόσεως των πωληθέντων, ο οποίος και δόλια τα απέκρυψε από τους εκκαλούντες και γ) ότι το απώτερο χρονικό σημείο της ενάρξεως της διαδρομής της παραγραφής των οποιονδήποτε αξιώσεων των εκκαλούντων και του εφεσίβλητου τοποθετείται στο μήνα Ιανουάριο του 1996, όταν αυτοί (όπως και οι λοιποί ένοικοι της πολ/κίας) αντιλήφθηκαν τις παραπάνω ρηγματώσεις και αποτάνθηκαν με αίτηση στην Πολεοδομία Μοσχάτου για τη διενέργεια αυτοψίας.
Τα παραπάνω προβλήματα επιδεινώθηκαν με το σεισμό του Σεπτεμβρίου του 1999 και οι εκκαλούντες για το λόγο αυτό αναγκάσθηκαν να μισθώσουν άλλη κατοικία σε γειτονική περιοχή...." Στη συνέχεια το Εφετείο αναφέρεται αναλυτικά στα ποσά, που οι ενάγοντες δαπάνησαν ως μισθώματα του διαστήματος από 23-2-2001 έως 31-5-2008, και προσθέτει τα ακόλουθα: "Οι αξιώσεις των εκκαλούντων για τις δαπάνες που υποβλήθηκαν, κατά τα προλεγόμενα, εξ' αιτίας των πραγματικών ελαττωμάτων των πωληθέντων, είναι δευτερογενείς και επομένως εμπίπτουν στην εικοσαετή παραγραφή του άρθρου 249 του ΑΚ, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη της παρούσας, σε κάθε δε περίπτωση η πιο πάνω εικοσαετής παραγραφή ισχύει κατ' άρθ. 557 του ΑΚ λόγω και της τελεσίδικα αναγνωρισθείσας (με την προμνησθείσα υπ' αριθ. 323/2008 απόφαση του Δικ/ρίου αυτού) δόλιας συμπεριφοράς του εφεσίβλητου, κατά τα επίσης προλεχθέντα.
Επομένως, ενόψει του χρόνου κατά τον οποίο οι αξιώσεις αυτές γεννήθηκαν και κατέστησαν δικαστικά επιδιώξιμες (Ιανουάριος του 1996, όπως αναφέρθηκε) είναι προφανές ότι δεν έχουν υποκύψει σε παραγραφή.
Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο Δικ/ριο, που έκανε δεκτή την περί παραγραφής ένσταση του εναγομένου και ήδη εφεσίβλητου ως προς τις παραπάνω ενδοσυμβατικής φύσεως αξιώσεις, απορρίπτοντας την αντένσταση των εναγόντων και ήδη εκκαλούντων ότι οι εν λόγω αξιώσεις υπόκεινται σε εικοσαετή παραγραφή, έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή των περί παραγραφής διατάξεων και ως εκ τούτου "πρέπει να γίνει δεκτός ο σχετικός λόγος της κρινόμενης εφέσεως κατά το αντίστοιχο σκέλος του....
Στη συνέχεια, ο εφεσίβλητος επαναφέρει, κατά την παρούσα έκκλητη δίκη, τις ενστάσεις τις οποίες και πρωτοδίκως προέβαλε κατά των αντιδίκων του, δηλαδή: 1) Της καταχρηστικής ασκήσεως των επίδικων αξιώσεων, κατά την έννοια του άρθρου 281 του ΑΚ, καθόσον από την προγενέστερη της ασκήσεως των εν λόγω αξιώσεων συμπεριφορά των εκκαλούντων διαμορφώθηκε πραγματική κατάσταση, έτσι ώστε (η πιο πάνω άσκηση) να προκαλεί σ' αυτόν υπέρμετρα επαχθείς συνέπειες, που θα πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, εφόσον σε καμμία περίπτωση δεν προέκυψε αδράνεια των εκκαλούντων, ως προς την ενάσκηση των δικαιωμάτων τους, αλλ' αντίθετα αυτοί βρίσκονταν σε, μακρόχρονη και οξεία αντιδικία με τον εφεσίβλητο, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθ. 323/2008 απόφαση του Δικ/ρίου αυτού κατόπιν της ασκήσεως της αρχικής από 16-2-2001 αγωγής τούτων, ούτε αποδείχθηκε, ότι η επιδίωξη των αξιώσεων που σχετίζονται με την προκειμένη υπόθεση γίνεται κακόβουλα και κατά προφανή υπέρβαση των ορίων που διαγράφονται από το άρθρο 281 του ΑΚ και τέλος η επιδίωξη της ικανοποιήσεως των συγκεκριμένων από ενδοσυμβατική ευθύνη αξιώσεων των εκκαλούντων θεωρείται, ότι γίνεται, μετά στάθμιση και των όσων προελέχθηκαν, σε εύλογο χρόνο, η τυχόν υπέρβαση του οποίου άλλωστε, σε κάθε ένδικη υπόθεση, αντιμετωπίζεται κατά το ημέτερο δικαιϊκό σύστημα αποτελεσματικά με το θεσμό της παραγραφής και 2) του συντρέχοντος πταίσματος των εκκαλούντων (σύμφωνα με το άρθρο 300 του ΑΚ) καθότι αυτοί υπαίτια παρέλειψαν την αποφυγή ή έστω τον περιορισμό της ζημίας τους από τα συγκεκριμένα πραγματικά ελαττώματα, λαμβανομένου υπόψη ότι στις 8-3-2000 τάχθηκε από την Πολεοδομία τετράμηνη προθεσμία αποκαταστάσεως των ελαττωμάτων στη συγκεκριμένη πολ/κία, που επίσης θα πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, εφόσον η διενέργεια επισκευαστικών εργασιών στην προαναφερόμενη πολυώροφη οικοδομή, τα τεχνικά ελαττώματα της οποίας επεκτείνονταν στο σύνολο της και όχι μόνο στις επί μέρους οριζόντιες ιδιοκτησίες που πωλήθηκαν στους εκκαλούντες, κατά τα προαναφερθέντα, προϋπέθετε συνεννόηση και σύμπραξη όλων των συνιδιοκτητών της πολυκατοικίας, πλέον του ότι σε κάθε περίπτωση, ήταν αμφίβολη η άρση του επικινδύνου της πολ/κίας και επομένως η επαναφορά της δυνατότητας χρησιμοποιήσεως των πωληθέντων για τους σκοπούς που κατασκευάσθηκαν.
Με τις σκέψεις που προεκτέθηκαν κρίνεται ότι θα πρέπει να καταβληθούν σε καθένα από τους εκκαλούντες το ποσό των 9.192,73 ευρώ, κατόπιν της από 20-4-2005 αγωγής τους και των 7.417,50 ευρώ κατόπιν της από 26-5-2008 αγωγής τους....".
Υπό τις παραδοχές αυτές: α)το Εφετείο, ουδόλως παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, αφού, με τα περιστατικά που δέχτηκε, (ανέλεγκτα), δεν συγκροτείται το πραγματικό της παραπάνω διάταξης. β)δεν προκύπτει πως "στην ουσία" το Εφετείο δέχτηκε πως η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, δεν εφαρμόζεται "ενόσω δεν έχει παραγραφεί η αξίωση" Αντίθετα, αναφέρεται στην παραγραφή, σε σχέση με τον εύλογο χρόνο και μόνο και δή, επιπρόσθετα, προς στήριξη της απορριπτικής θέσης του και συγκεκριμένα προσδιορίζεται ο "εύλογος χρόνος" κατά τα παραπάνω.
Άρα, ο πρώτος λόγος της αναίρεσης, με στοιχεία 1, 2, 3, 4, 4.1, που προβάλλει την από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ πλημμέλεια, είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, ο αναιρεσείων παραθέτει σειρά ισχυρισμών του, ενισχυτικών της από το άρθρο 281 ΑΚ προβληθείσας ένστασής του. Το ότι οι ισχυρισμοί του, αυτοί δεν ελήφθησαν υπ'όψιν από το δικαστήριο της ουσίας, πρόδηλα, δεν συνιστά την από το άρθρο 559 αρ.8 ΚΠολΔ παράβαση, διότι:
α)δεν αποτελούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, αλλά υποστηρικτικούς της πιο πάνω ένστασής του, και πραγματικά επιχειρήματα β)το αν έπρεπε το Εφετείο να προσφύγει, στις αρχές της καλής πίστης και τα διδάγματα της κοινής πείρας (μη προσδιοριζόμενα), και το ότι η κατάσταση "βολεύει" τους αντιδίκους του, αποτελούν ισχυρισμούς περί την ανέλεγκτη αναιρετικά (αρθρ.561 παρ.1 ΚΠολΔ) ουσιαστική κρίση του Δικαστηρίου.
Το τελευταίο, εξ άλλου, με την προπαρατεθείσα ουσιαστική κρίση του, ως προς τις πιο πάνω ενστάσεις διέλαβε εκτενή, σαφή και ουδόλως αντιφατική αιτιολογία, η οποία στηρίζει πλήρως το διατακτικό του. Άρα, ο πρώτος λόγος της αναίρεσης, που προβάλλει, επιπρόσθετα, τις πιο πάνω πλημμέλειες (από το άρθρο 559 αρ.8 και 19 ΚΠολΔ) είναι αβάσιμος.
ΙΙΙ. Με τα πραγματικά περιστατικά που σαφώς και χωρίς αντιφάσεις δέχτηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ορθά έκρινε, ως προς την μη εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 300 ΑΚ. Άλλωστε, το Εφετείο στην απόφασή του αναφέρει τα συγκεκριμένα πραγματικά ελαττώματα της οικοδομής και, σε άλλο σημείο της, δέχεται, πως αυτά επεκτείνονται "στο σύνολό της". Έτσι, ουδόλως, υφίσταται η από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ πλημμέλεια. Συναφώς, υφίσταται πλήρης αιτιολογία, δεν είναι δε αναγκαίο το δικαστήριο της ουσίας να επεξηγεί, αναλυτικά, γιατί αποδείχτηκε η δεν αποδείχτηκε ή πως αποδείχθηκε το πραγματικό περιστατικό, που έγινε δεκτό (ΑΠ 1852/2007, ΑΠ 907/2006), όπως φαίνεται να υποστηρίζει ο αναιρεσείων, θεωρώντας, πως έπρεπε, αναλυτικά, το Εφετείο, να εκθέτει, γιατί είναι αμφίβολη η άρση των ελαττωμάτων, γιατί απαιτείτο συνεννόηση με τους ιδιοκτήτες (συνιδιοκτήτες), γιατί δεν επαρκούσε ο συγκεκριμένος χρόνος για να επέλθει η συνεννόηση. Άρα και το από το άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ αναιρετικό παράπονο είναι αβάσιμο. Συνακόλουθα δε αβάσιμος είναι στο σύνολό του και ο δεύτερος λόγος αναίρεσης.
IV. Το Εφετείο αναφέρει στην απόφασή του, πως, για το σχηματισμό της ουσιαστικής κρίσης του, έλαβε υπ' όψιν, πλήν άλλων, "τα έγγραφα που νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι". Εκ τούτου και σε συνδυασμό προς το όλο περιεχόμενο της απόφασης, δεν καταλείπεται αμφιβολία, ότι ελήφθη υπόψιν και συνεκτιμήθηκε με τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία και η σχετική, από 8.3.2000 φερόμενη ως αγνοηθείσα απόφαση της διεύθυνσης Πολεοδομίας του ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ.
Κατά συνέπεια, ο τρίτος κύριος λόγος της αναίρεσης, που πλήττει την απόφαση του Εφετείου για την από το άρθρο 559 αρ.11 ΚΠολΔ πλημμέλεια, είναι αβάσιμος V. Σύμφωνα με τις ουσιαστικές παραδοχές της απόφασης, το Εφετείο, δέχεται, πρόδηλα, ως προς τις επίδικες ιδιοκτησίες, ότι ο αναιρεσείων υπήρξε ο πωλητής του ενδίκου διαμερίσματος.
Επομένως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις, έχει παραθέσει την σχετική αιτιολογία, η οποία στηρίζει, την παθητική νομιμοποίηση του αναιρεσείοντος, ο οποίος άλλωστε, δεν διευκρινίζει, αν, "in concreto", ο ίδιος συνεβλήθη ατομικά ή όχι, αρκούμενος στην "in abstracto" κατάθεση απόψεων ισχυριζόμενος, ότι, "κατά τα παγίως κρατούντα", ο εργολάβος δεν συμβάλλεται, ως πωλητής του ακινήτου.
Άρα, ο δεύτερος πρόσθετος λόγος αναίρεσης, από το άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Β)Κατά τη διάταξη του άρθρου 543 ΑΚ, ως τούτο ίσχυε πριν από την αντικατάστασή του από το άρθρο 1 του Ν.3043/2002, αν ο πωλητής, κατά τη σύναψη της πώλησης, γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει το υπάρχον ελάττωμα του πωληθέντος, ο αγοραστής δικαιούται αντί της μειώσεως του τιμήματος ή της αναστροφής, να απαιτήσει το εκ της μη εκτελέσεως της συμβάσεως διαφέρον.
Εδώ, ως "διαφέρον" νοείται, όχι το από μη εκτέλεση της σύμβασης προελθόν συνολικά, αλλά μόνο εκείνο που προέρχεται από την ύπαρξη του ελαττώματος. (ΑΠ 971/1977 Βλ. και ΑΠ 253/1962). Δικαιούται, δηλαδή, ο αγοραστής να αποζημιωθεί, κατά τις γενικές διατάξεις των άρθρων 297 και 298 ΑΚ, ζητώντας οποιαδήποτε ζημία υπέστη, από την παράδοση σ'αυτόν του ελλιπούς πράγματος (ΑΠ 1760/1987).
Το Εφετείο με τις προπαρατεθείσες παραδοχές του, ουδόλως ερμήνευσε εσφαλμένα την πιο πάνω διάταξη, με το να δεχθεί, πλήν άλλων, πως οφείλεται αποζημίωση και για τα μισθώματα άλλης κατοικίας, που μίσθωσαν οι αντίδικοι του αναιρεσείοντος. Άλλωστε, αποδίδεται συναφώς, κάθε ζημία που συνδέεται αιτιωδώς με την ελαττωματικότητα (ΑΠ 986/1995, ΑΠ 60/1992).
Κατά ταύτα, ο πρώτος πρόσθετος λόγος αναίρεσης, ο οποίος αναφερόμενος στην καταβολή μισθωμάτων από μέρους των αναιρεσιβλήτων, προβάλλει, ότι υπήρξε εσφαλμένη εφαρμογή της πιο πάνω διάταξης και, συνεπώς συνετελέσθη η παραβίαση του άρθρου 559 παρ.1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Μετά ταύτα, πρέπει ν’ απορριφθούν στο σύνολό τους η ένδικη αναίρεση και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι και να επιβληθεί σε βάρος του αναιρεσείοντος λόγω της ήττας του η δικαστική δαπάνη των αναιρεσίβλητων, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις (αρθρ.17β, 180, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 5.12.2011 αίτηση του Ι. Α.Π., όπως αυτή διαμορφώθηκε με τους από 8.11.2012 πρόσθετους λόγους προς αναίρεση της 3695/2011 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Επιβάλλει σε βάρος του αναιρεσείοντος τη δικαστική δαπάνη των αναιρεσίβλητων από δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Ιουνίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 25 Αυγούστου 2014.
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ