Legislator Case Law & Legislation
1702/2012 AI generated

1702/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1702/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Απριλίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1702/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επειδή, η νομική αοριστία της αγωγής, στηρίζει λόγο -αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ), συντρέχει δε αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο την αγωγή.

Keywords

AI generated
act of accession of Greece right of common pasture agreement to assign territorial scope of the Treaty agreement on devolved inheritance shares common flat-rate scheme for farmers
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1702 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1702/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Δημάδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη, Χαράλαμπο Αθανασίου και Νικόλαο Μπιχάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Απριλίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Ι. Μ. του Κ., 2. Π. Μ. του Ι. και 3. Κ. Μ. του Ι., κατοίκων ..., οι οποίοι, ο 1ος και 2ος εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Τσουμάνη και ο 3ος παραστάθηκε με τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο του.

Του αναιρεσίβλητου: Δ. Α. του Β., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεμιστοκλή Χατζηϊωάννου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-3-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Έδεσσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 243/2007 μη οριστική, 267/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1312/2010 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 31-1-2011 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Μπιχάκης ανέγνωσε την από 27-3-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 553 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων που δεν μπορούν να προσληφθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση και περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή την ανταγωγή. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι, σε περίπτωση που η υπόθεση διήλθε και τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, σε αναίρεση υπόκειται μόνο η απόφαση του Εφετείου, αφού, αν μεν η έφεση γίνει δεκτή, η πρωτόδικη απόφαση εξαφανίζεται, ενώ αν η έφεση απορριφθεί, η πρωτόδικη απόφαση επικυρώνεται και ενσωματώνεται στην εφετειακή (Ολ.ΑΠ 40/1996, Oλ.ΑΠ 16/1990). Η κρινόμενη, επομένως, αίτηση αναίρεσης, καθόσον απευθύνεται κατά της 267/2008 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Έδεσσας, η κατ' αυτής έφεση, μετά από εξέταση της ουσίας, απορρίφθηκε με την προσβαλλόμενη 1312/2010 οριστική απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη.

Επειδή, η νομική αοριστία της αγωγής, στηρίζει λόγο -αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ), συντρέχει δε αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο την αγωγή.

Αντίθετα η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει, όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 του ΚΠολΔ.

Ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος ιδρύεται, αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωση της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σε αυτή ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωση της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο, παρά την μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη.

Εξάλλου, όπως προκύπτει από το άρθρο 216 παρ. Ι του ΚΠολΔ, για να είναι ορισμένη η αγωγή, πρέπει να περιέχει, εκτός των άλλων αναγκαίων στοιχείων, και ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς, ώστε να μη δημιουργείται αμφιβολία για την ταυτότητα του. Προκειμένου για αγωγή αναγνωριστική ή διεκδικητική της κυριότητας ακινήτου απαιτείται για το ορισμένο αυτής, από απόψεως περιγραφής του αντικειμένου της διαφοράς, ο καθορισμός κατά τρόπο σαφή της θέσεως, στην οποία κείται το ακίνητο, και οπωσδήποτε των ορίων του, ώστε να μη γεννάται αμφιβολία περί της ταυτότητας του.

Όμως δεν προσαπαιτείται για το ορισμένο της ως άνω αγωγής να αναφέρονται στο αγωγικό δικόγραφο οι πλευρικές διαστάσεις του επίδικου ακινήτου, ούτε ο προσανατολισμός αυτού.

Στην προκειμένη περίπτωση ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος με την από 23-3-2006 και με αριθ. καταθέσεως 94/2006 αγωγή του ζήτησε να αναγνωριστεί κύριος του επιδίκου ακινήτου και να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να του το αποδώσουν. Το επίδικο ακίνητο περιγράφεται στην αγωγή ως οικόπεδο, έκτασης μέτρων τετραγωνικών έξι χιλιάδων διακοσίων εβδομήντα έξι (6.276 τ. μ.), το οποίο αποτελεί τμήμα του υπ' αριθμ. 1 "χέρσου", κείμενο στην κτηματική περιοχή της πρώην Κοινότητας Παναγίτσας και ήδη δημοτικού διαμερίσματος του Δήμου Βεγορίτιδος και συνορεύει βόρεια και σε πλευρά Α-Β μέτρων πενήντα και ογδόντα εκατοστών (50,80 μ.) με κοινόχρηστη έκταση, νότια και σε πλευρά Ε-Ζ μέτρων σαράντα επτά και είκοσι πέντε εκατοστών (47,25 μ.) με το υπ' αριθμό τετρακόσια πενήντα επτά (457) αγροτεμάχιο, ανατολικά και σε πλευρές Β-Γ μέτρων πενήντα οκτώ και ογδόντα έξι εκατοστών (58,86 μ.) Γ-Δ μέτρων τριάντα έξι (36 μ) και Δ-Ε μέτρων σαράντα έξι και πενήντα δύο εκατοστών (46,52 μ.) με διανοιχθείσα οδό από την Κοινότητα Παναγίτσας και δυτικά και σε πλευρές Ζ- Η μέτρων σαράντα τριών και είκοσι έξι εκατοστών (43,26 μ) και Η- Α μέτρων εκατόν ενός και ενενήντα έξι εκατοστών (101,96 μ) με αγροτική οδό όπως αυτό εμφανίζεται στο με στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Ε-Ζ-Η-Α τοπογραφικό διάγραμμα που συνέταξε ο αναιρεσίβλητος και έχει επισυναφθεί στο με αριθμό .../10-3-1998 συμβόλαιο αγοραπωλησίας της συμβολαιογράφου Έδεσσας Αναστασίας Γιαβάνογλου.

Η ως άνω περιγραφή του επιδίκου συνοδευομένη και από τοπογραφικό διάγραμμα που είναι ενσωματωμένο στην αγωγή είναι πλήρης, αφού δεν προκύπτει καμία αμφιβολία για την ταυτότητα του. Επομένως το Εφετείο απορρίπτοντας σχετικό λόγο έφεσης των αναιρεσειόντων, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες παραπονούνταν, ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο παρά το νόμο δεν απέρριψε την αγωγή ως αόριστη, κρίνοντας την αγωγή πλήρως ορισμένη σε σχέση με την περιγραφή του επιδίκου ακινήτου, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 14 Κ.Πολ.Δ. της παρά το νόμο μη κήρυξης απαραδέκτου και ο σχετικός πρώτος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.

Σύμφωνα με το άρθρο 1033 ΑΚ, για τη μεταβίβαση της κυριότητας ακινήτου απαιτείται συμφωνία μεταξύ του κυρίου και εκείνου που την αποκτά, ότι μετατίθεται σ αυτόν η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία. Η συμφωνία γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο που υποβάλλεται σε μεταγραφή. Για τη μεταβίβαση με τον παράγωγο αυτό τρόπο της κυριότητας του ακινήτου, αποτελεί προϋπόθεση να ήταν κύριος εκείνος που συμφώνησε τη μεταβίβαση της.

Συνακόλουθα επί διεκδικητικής αγωγής που είχε ως βάση τον παράγωγο αυτό τρόπο κτήσεως της κυριότητας, πρέπει το επίδικο να ταυτίζεται με το ακίνητο που περιγράφεται στο μεταβιβαστικό τίτλο. Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές η ανεπαρκείς αν ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών η αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία συμφωνά με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόσθηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις (Ολ.ΑΠ 24/1992).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο δέχτηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Δυνάμει της υπ' αριθμ. 18.763/4-8-1966 απόφασης του Νομάρχη Πέλλας, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου Έδεσσας, με αριθμό ... και δημοσιεύθηκε στο 156/1967 ΦΕΚ τεύχος Β', παραχωρήθηκαν στην πρώην Κοινότητα Παναγίτσας και ήδη δημοτικό διαμέρισμα Παναγίτσας του Δήμου Βεγορίτιδος, μεταξύ άλλων, το με αριθμό 1 χερσολίβαδο (κοινό), έκτασης 14.849.492 τ.μ.

και το με αριθμό 1515 χερσολίβαδο (κοινό), έκτασης 160.625 τ.μ.. Με την υπ' αριθμό 49/19-5-1997 απόφαση του Κοινοτικού Συμβουλίου της η τότε Κοινότητα Παναγίτσας, αποφάσισε την εκποίηση, με τακτικό πλειοδοτικό διαγωνισμό, οκτώ (8) εκτάσεων από το με αριθμό 1 χέρσο, μεταξύ των οποίων και μία έκταση 6.216 τ.μ., στη συνέχεια δε υπέβαλε με το 619/5-6-1997 έγγραφο της- την ως άνω απόφαση προς επικύρωση στο Τμήμα Τοπικής Αυτοδιοίκησης της Περιφερειακής Διεύθυνσης Πέλλας, η οποία με τη σειρά της υπέβαλε την ως άνω απόφαση στις αρμόδιες υπηρεσίες (Δασαρχείο Έδεσσας, EOT Θεσσαλονίκης, Εφορία Κλασσικών Αρχαιοτήτων, Κτηματική Υπηρεσία, Διεύθυνση Αγροτικής Ανάπτυξης), προκειμένου να ενημερωθεί για την ύπαρξη τυχόν κωλύματος εκποίησης.

Αφού δόθηκαν οι σχετικές εγκρίσεις, το Κοινοτικό Συμβούλιο Παναγίτσας με την υπ' αριθμ. 99/21-9-1997 απόφαση του καθόρισε τους όρους διεξαγωγής της δημοπρασίας των προς εκποίηση εδαφικών τμημάτων του υπ' αριθμ. 1 χέρσου, όπως αυτά αναφέρονταν στην προαναφερθείσα 49/1997 απόφαση του ιδίου οργάνου και προσδιορίζονταν στα συνταχθέντα σχετικώς τοπογραφικά διαγράμματα.

Η δημοπρασία έγινε στις 24-10-1997 και τελευταίος πλειοδότης για την προαναφερόμενη έκταση των 6.276 τ.μ. αναδείχθηκε ο ενάγων, Δ. Α., προσφέροντας το ποσό των 1.210 δραχμών ανά τ.μ.. Ακολούθως, με την υπ' αριθμ. 112/25-10-1997 απόφαση του εν λόγω Κοινοτικού Συμβουλίου εγκρίθηκαν τα πρακτικά της δημοπρασίας για την εκποίηση των κοινοτικών εκτάσεων και κατακυρώθηκαν οι εκτάσεις στους τελευταίους πλειοδότες.

Η απόφαση αυτή του Κοινοτικού Συμβουλίου (112/1997) επικυρώθηκε με την υπ' αριθμ. 2.113/6-11-1997 απόφαση του Νομάρχη Πέλλας, στη συνέχεια δε η Κοινότητα Παναγίτσας, εκπροσωπούμενη από τον τότε πρόεδρο της Γ. Π., με το υπ' αριθμ. .../10-3-1998 συμβόλαιο μεταβίβασης αγροτεμαχίου της συμβολαιογράφου Έδεσσας Αναστασίας Γιαβάνογλου, το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Έδεσσας στις 20-3-1998 στον τόμο ...

με αριθμό 88, πώλησε, παρέδωσε και μεταβίβασε κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή στον ενάγοντα την έκταση των 6.276 τ.μ.. Ειδικότερα, κατά τα αναφερόμενα στο ως άνω συμβόλαιο, η Κοινότητα Παναγίτσας μεταβίβασε μια κοινόχρηστη έκταση, εμβαδού 6.276 τ.μ., η οποία αποτελεί τμήμα του υπ' αριθμό 1.515 χέρσου, που κατά την καταμέτρηση των κοινοτικών εκτάσεων του έτους 1977 πήρε αύξοντα αριθμό ένα (1), κείμενη στην κτηματική περιοχή της Κοινότητας Παναγίτσας, η οποία και συνορεύει βόρεια και σε πλευρά Α-Β 50,80 γ.

μ. με κοινόχρηστη έκταση, νότια και σε πλευρά Ε-Ζ 47,25 γ. μ. με το υπ' αριθμό 457 αγροτεμάχιο, ανατολικά και σε πλευρές Β-Γ 58,86 γ.μ., Γ-Δ 36 γ.μ. και Δ-Ε 46,52 γ.μ. με διανοιχθείσα οδό από την Κοινότητα Παναγίτσας και δυτικά και σε πλευρές Ζ-Η 43,26 γ.μ. και Η-Α 101,96 γ.μ- με αγροτική οδό, όπως το ακίνητο απεικονίζεται ανάμεσα στα στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Ε-Ζ-Η-Α στο τοπογραφικό διάγραμμα του ενάγοντος, πολιτικού μηχανικού, Δ.

Α., αντίγραφο του οποίου προσαρτήθηκε στο εν λόγω αγοραπωλητήριο συμβόλαιο και υπογράφηκε από τους συμβαλλομένους και την ως άνω συμβολαιογράφο. Στο ως άνω συμβόλαιο αναγράφηκε εσφαλμένα, ως αριθμός του μείζονος ακινήτου (χέρσου), τμήμα του οποίου αποτελούσε η μεταβιβαζόμενη έκταση των 6.276 τ.μ., ο αριθμός "1.515", αντί του ορθού "1", ενώ επίσης εσφαλμένα αναγράφηκε και το νότιο όριο του ακινήτου.

Ειδικότερα ανεγράφη ως νότιο όριο και σε πλευρά Ε-Ζ 47,25 γ.μ. το υπ' αριθμό 457 αγροτεμάχιο, αντί του ορθού που είναι το με αριθμό 1 χέρσο ή άλλη εκποιημένη έκταση. Παρά την ως άνω εσφαλμένη περιγραφή στο υπ' αριθμ. .../1998 συμβόλαιο της μεταβιβαζόμενης έκτασης ως προς το νότιο όριο αυτής καθώς και ως προς τον αριθμό της μείζονος έκτασης του χέρσου, η αληθινή βούληση των συμβαλλομένων, χωρίς προσήλωση στις λέξεις που χρησιμοποιήθηκαν στο συμβόλαιο αυτό, ήταν να μεταβιβαστεί τμήμα, έκτασης 6.276 τ.μ., εκ του με αριθμό 1 χέρσου της κτηματικής περιοχής της Κοινότητας Παναγίτσας.

Τούτο προκύπτει από την σαφή περιγραφή του ως άνω τμήματος κατά τα όρια του στο εν λόγω συμβόλαιο και στο προσαρτώμενο σε αυτό τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Δ. Α. (ενάγοντος), τα οποία ταυτίζονται με τα όρια που αναφέρονται στο από Μάιο 2007 τοπογραφικό διάγραμμα, που συνοδεύει την εκποίηση της έκτασης και υπογράφεται από τον πολιτικό μηχανικό Ν.

Α., καθώς και στο κτηματολογικό διάγραμμα του τμήματος τοπογραφήσεων και κτηματολογίου Έδεσσας της οριστικής διανομής του έτους 1936, σύμφωνα με το οποίο το ανωτέρω οικόπεδο συνορεύει δυτικά με τα με αριθμ. 147, 148 και 151 τεμάχια, μεταξύ δε αυτού και του υπ' αριθμ. 151 τεμαχίου βρίσκεται το με αριθμ. 457 ορόσημο.

Η παραπάνω κρίση του Δικαστηρίου ενισχύεται και από το κείμενο της προαναφερόμενης υπ' αριθμ. 49/1997 απόφασης του Κοινοτικού Συμβουλίου Παναγίτσας, όπου αναφέρεται ότι οι υπό εκποίηση κοινοτικές εκτάσεις, βρίσκονται στο χέρσο 1 της Κοινότητας και συνορεύουν ολόγυρα με το χέρσο 1, καθώς και από το κείμενο των υπ' αριθμ. 99/1997 και 112/1997 αποφάσεων του ίδιου Κοινοτικού Συμβουλίου, στις οποίες αναφέρεται το με αριθμό 1 χέρσο, ενώ δεν γίνεται καμία αναφορά στο με αριθμό 1515 χέρσο.

Σημειώνεται ότι μνεία όλων των ως άνω αποφάσεων του Κοινοτικού Συμβουλίου Παναγίτσας γίνεται και στο ως άνω πωλητήριο συμβόλαιο (.../1998), γεγονός που καθιστά ευχερή τη διαπίστωση της αληθινής βούλησης των συμβαλλομένων.

Εξάλλου, όπως αποδείχθηκε ο ενάγων, όπως και οι λοιποί ενδιαφερόμενοι να αγοράσουν εκτάσεις της Κοινότητας Παναγίτσας, πριν τη δημοπρασία περιηγήθηκαν στα προς πώληση ακίνητα, ώστε να γνωρίζουν τη θέση, τη μορφή και την κατάσταση αυτών για τα οποία θα έδιναν προσφορές, όπως ρητά κατέθεσε η μάρτυρας απόδειξης στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο.

Περαιτέρω, αναφορικά με την εσφαλμένη περιγραφή στο ως άνω .../1998 συμβόλαιο της μεταβιβαζόμενης έκτασης ως προς το νότιο όριο αυτής, αυτή οφείλεται στο ότι το ορόσημο με αριθμό 457, που εμφαίνεται στο απόσπασμα του χάρτη διανομής του αγροκτήματος Παναγίτσας, το οποίο βρίσκεται κάτω και αριστερά από τη μεταβιβαζόμενη έκταση και εντός του υπ' αριθμ. 151 αγροτεμαχίου, θεωρήθηκε προφανώς εκ παραδρομής ως αριθμός όμορου αγροτεμαχίου.

Η πραγματογνώμονας, Ε. Ζ., που διορίσθηκε με την με αριθμ. 243/2007 απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, στην από 20-2-2008 έκθεση πραγματογνωμοσύνης που συνέταξε, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η έκταση των 6.276 τ. μ., που μεταβιβάστηκε, με το προαναφερόμενο συμβόλαιο στον ενάγοντα ουδεμία σχέση έχει τόσο με το με αριθμό 1515 χέρσο, όσο και με το με αριθμό 457 κληροτεμάχιο (το οποίο αναφερόταν ως νότιο όριο της μεταβιβασθείσας έκτασης), περαιτέρω δε ότι η μεταβιβασθείσα έκταση αποτελεί τμήμα του με αριθμό 1 χέρσου του αγροκτήματος Παναγίτσας, και συνορεύει βόρεια σε πλευρά ΑΒ 30,80 γραμμικών μέτρων με το χέρσο 1, νότια σε πλευρά ΕΖ 47,25 γραμμικών μέτρων με το χέρσο 1.

ή άλλη εκποιημένη έκταση τμήμα του χέρσου 1, ανατολικά σε πλευρές ΒΓ 58,86 γραμμικών μέτρων, ΓΔ 36,00 γραμμικών μέτρων και ΔΕ 46,52 γραμμικών μέτρων, με διανοιγμένη αγροτική οδό, η οποία αποτελεί τμήμα του χέρσου 1 και δυτικά σε πλευρές ΖΗ 43,26 γραμμικών μέτρων και ΗΑ 101,96 γραμμικών μέτρων με αγροτική οδό, (επίσης τμήμα του χέρσου 1), όπως η έκταση αυτή εμφαίνεται με τα στοιχεία Α, Β, Γ, Δ, Ε, Ζ, Η -Α, στο από τον Ιανουάριο 2008 τοπογραφικό διάγραμμα της ίδιας πραγματογνώμονα, που συνοδεύει την πιο πάνω έκθεση πραγματογνωμοσύνης.

Το παραπάνω συμπέρασμα της πραγματογνωμοσύνης ότι η μεταβιβασθείσα στον ενάγοντα έκταση αποτελεί τμήμα του με αριθμό 1 χέρσου του αγροκτήματος Παναγίτσας και όχι του 1515 και ότι αυτό δεν συνορεύει με το 457 αγροτεμάχιο, είναι σαφές και αναμφίβολο και δεν ενέχει αντίφαση και συνεπώς δεν συντρέχει λόγος να κληθεί η πραγματογνώμονας για παροχή εξηγήσεων κατ! άρθρο 384 ΚΠολΔ και το σχετικό, υποβαλλόμενο με τις προτάσεις της παρούσας συζήτησης, αίτημα των εκκαλούντων πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμο.

Είναι γεγονός ότι στο συνοδεύον την έκθεση πραγματογνωμοσύνης τοπογραφικό διάγραμμα η βόρεια πλευρά ΑΒ του μεταβιβασθέντος προς τον ενάγοντα ακινήτου αναγράφεται ως έχουσα μήκος 30,80 γ.μ. αντί του ορθού 50,80 γ.μ., καθόσον το μήκος αυτής ρητά καθορίζεται στο συνοδεύον το πωλητήριο συμβόλαιο τοπογραφικό διάγραμμα, από δε την προφανή αυτή παραδρομή της έκθεσης πραγματογνωμοσύνης δεν μπορεί να στηριχθεί η αντίθετη κρίση, ότι δηλαδή το επίδικο δεν αποτελεί τμήμα του χέρσου 1 αλλά τμήμα του 1515 ακινήτου, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι εκκαλούντες με σχετικό λόγο της έφεσης τους, καθόσον ρητά η προαναφερθείσα πραγματογνώμονας καταλήγει στο συμπέρασμα ότι το επίδικο περιλαμβάνεται στο τίτλο κτήσης του ενάγοντος και ότι το μεταβιβασθέν σ' αυτόν ακίνητο προέρχεται από το χέρσο υπ' αριθμ. 1 ακίνητο της τότε Κοινότητας.

Μάλιστα πρέπει να λεχθεί ότι μεταγενέστερα τα συμβληθέντα μέρη στο ως άνω πωλητήριο συμβόλαιο προέβησαν σε διόρθωση αυτού, ως προς τον αριθμό του χέρσου, με την .../12-4-2002 διορθωτική πράξη της συμβολαιογράφου Έδεσσας Αναστασίας Παβάνογλου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Έδεσσας (τόμος ...

και αριθμός 100), στη συνέχεια, όμως, προέβησαν στην ακύρωση της ως άνω διορθωτικής πράξης με την .../18-4-2002 πράξη ακύρωσης της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου, που επίσης μεταγράφηκε νόμιμα (τόμος 485 και αριθμός 33 των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Έδεσσας). Ενόψει των ανωτέρω, παρότι η βούληση των συμβληθέντων στο .../1998 συμβόλαιο εκφράσθηκε ατελώς, με την εσφαλμένη αναφορά του αριθμού της μείζονος έκτασης του χέρσου και του νότιου ορίου της μεταβιβασθείσας έκτασης, η ατέλεια αυτή δεν είναι αποφασιστικής σημασίας, αφού οποιοσδήποτε τρίτος με βάση τα αναφερόμενα στο συμβόλαιο όρια μπορεί να διαπιστώσει ότι η αληθινή βούληση αυτών (συμβληθέντων), ήταν να μεταβιβαστεί η εν λόγω έκταση και όχι έκταση από το με αριθμό 1515 χέρσο.

Με βάση τα προαποδειχθέντα ο ενάγων κατέστη κύριος της έκτασης των 6.276 τ.μ. του υπ' αριθμό 1 χέρσου, όπως αυτή περιγράφηκε παραπάνω, με τη μεταγραφή του υπ' αριθμ. .../1998 συμβολαίου, που έλαβε χώρα την 20-3-1998 και δεν απαιτείται η διόρθωση του εν λόγω συμβολαίου ως προς τον αριθμό της μείζονος έκτασης του χέρσου και η μεταγραφή αυτού, για να καταστεί κύριος ο ενάγων, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι εκκαλούντες-εναγόμενοι, αφού, όπως προαναφέρθηκε στη νομική σκέψη της παρούσας, τυχόν μεταγενέστερη διόρθωση ή συμπλήρωση της ελλείψεως της αρχικής δικαιοπραξίας δεν αποτελεί νέα δικαιοπραξία κατά τρόπο που να επηρεάζει το χρόνο κατάρτισης της διορθούμενης ή συμπληρούμενης.

Εξάλλου με το να προβεί το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο στην ερμηνεία του εν λόγω μεταβιβαστικού συμβολαίου, εφαρμόζοντας τη σχετική διάταξη του άρθρου 173 ΑΚ, ορθά το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε καθόσον οι γενικοί ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση που το δικαστήριο της ουσίας, κατά την αναιρετικός ανέλεγκτη κρίση του, διαπιστώνει ότι υφίσταται κενό στη σύμβαση ή ότι γεννιέται αμφιβολία για την έννοια των δηλώσεων βουλήσεως και ως εκ τούτου αφ' ενός μεν δεν υπερέβη τη δικαιοδοσία του προβαίνοντας σε σχετική ερμηνεία, αφ' ετέρου δε δεν απαιτείται σχετικό αγωγικό αίτημα, ούτε βέβαια σύνταξη νέου συμβολαίου ώστε να εκφραστεί η βούληση των συμβαλλομένων (ενάγοντος και Δήμου Βεγορίτιδος), και οι συναφείς περί αυτών αντίθετοι λόγοι της έφεσης, που κυρίως περιλαμβάνονται στον υπό στοιχείο η λόγο αυτής, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.

Εξάλλου, αποδείχθηκε ότι οι εναγόμενοι για πρώτη φορά στις 5-4-2002 κατέλαβαν ένα τμήμα της ανήκουσας στον ενάγοντα έκτασης, σχήματος κατά προσέγγιση παραλληλόγραμμου, εμβαδού 3.347 τ.μ., το οποίο και αποτελεί το διεκδικούμενο με την ένδικη αγωγή εδαφικό τμήμα. Για το λόγο αυτό, ο ενάγων άσκησε ενώπιον του Ειρηνοδικείου Έδεσσας την από 8-4-2002 αίτηση με την οποία ζήτησε, μεταξύ άλλων, να αναγνωριστεί προσωρινά νομέας του άνω τμήματος και να διαταχθεί η αποβολή των τότε καθ' ων η αίτηση και εδώ εναγομένων από το επίδικο και η εγκατάσταση του ίδιου σ' αυτό.

Η αίτηση αυτή έγινε δεκτή με την 84/2002 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, η οποία επικυρώθηκε με την υπ' αριθμ. 19/2003 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Έδεσσας, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση, που άσκησαν κατ' αυτής (84/2002 απόφασης) οι εναγόμενοι και τότε εκκαλούντες-καθ ων η αίτηση. Ο ενάγων εκτέλεσε αναγκαστικά την ως άνω 84/2002 απόφαση και απέβαλε από το επίδικο τμήμα του ακινήτου του τους εναγόμενους, συνετάγη δε προς τούτο η υπ' αριθμ. 1671/27-3-2003 έκθεση βιαίας αποβολής και εγκατάστασης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Έδεσσας ... .

Ωστόσο, οι εναγόμενοι κατά τον Ιούλιο του έτους 2005 κατέλαβαν εκ νέου το επίδικο τμήμα των 3.347 τ.μ., αποβάλλοντας τον ενάγοντα απ! αυτό, και εξακολουθούν να το κατέχουν παράνομα και χωρίς την θέληση του, προσβάλλοντας κατ' αυτόν τον τρόπο το -δικαίωμα της κυριότητας του. Οι εκκαλούντες-εναγόμενοι, δεν αμφισβητούν ότι κατέχουν το εν λόγω επίδικο τμήμα, ισχυρίσθηκαν όμως στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ότι αυτό αποτελεί τμήμα του υπ' αριθμ. 71 αγροτεμαχίου και δεν αποτελεί τμήμα του ακινήτου του ενάγοντος, αφού ο τελευταίος με το .../1998 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο δεν απέκτησε έκταση του με αριθμό 1 χέρσου, αλλά του με αριθμό 1515 χέρσου.

Ακόμη ισχυρίσθηκαν ότι ο πρώτος από αυτούς (εναγομένους), με αίτηση του προς το Κοινοτικό Συμβούλιο της Κοινότητας Παναγίτσας ζήτησε να εγκρίνει με απόφαση του, κατ' εφαρμογή του άρθρου 15 του Ν. 2130/1993, την εκποίηση στον ίδιο χωρίς δημοπρασία κοινόχρηστων τεμαχίων και ότι με την υπ' αριθμ. 171/1996 απόφαση του πρώην Κοινοτικού Συμβουλίου Παναγίτσας σε συνδυασμό με την υπ' αριθμ. 12/2001 απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου του Δήμου Βεγορίτιδος αποφασίστηκε η απευθείας εκποίηση, μεταξύ άλλων, σε αυτόν (πρώτο των εναγομένων) μίας έκτασης, συνολικού εμβαδού 7.000 τ.

μ., την οποία οι εναγόμενοι κατέχουν πλέον των είκοσι ετών. Μάλιστα ισχυρίζονται ότι τμήμα της υπό εκποίηση έκτασης αποτελεί το επίδικο, και ότι ήδη η Α' Επιτροπή Απαλλοτριώσεων Ν. Πέλλας με την 4/2005 απόφαση της εξέφρασε σύμφωνη γνώμη για την παραχώρηση της εν λόγω έκτασης από το Δήμο Βεγορίτιδος στον πρώτο εναγόμενο.

Σύμφωνα, όμως με όσα παραπάνω αποδείχθηκαν, ο ενάγων κατέστη κύριος της έκτασης των 6.216 τ. μ., που βρίσκεται στο με αριθμό 1 χέρσο, όπως αυτή περιγράφεται πιο πάνω, με τη μεταγραφή του μεταβιβαστικού συμβολαίου. Περαιτέρω, σύμφωνα με την έκθεση της ως άνω πραγματογνώμονα, το τμήμα που κατέχουν οι εναγόμενοι, όπως αυτό περιγράφεται στην αγωγή, βρίσκεται εντός της έκτασης, που απέκτησε ο ενάγων με το υπ' αριθμ. .../1998 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο και έχει εμβαδόν 3.347 τ.

μ.. Το τμήμα τούτο συνορεύει βόρεια με υπόλοιπο ακίνητο του ενάγοντος, νότια με τμήμα του χέρσου 1, ανατολικά με υπόλοιπο ακίνητο του ενάγοντος και με διανοιγμένη οδό, η οποία αποτελεί τμήμα του χέρσου 1 και δυτικά με υπόλοιπο ακίνητο του ενάγοντος, εμφαίνεται δε με τα στοιχεία 1408, 1409, 1410, 1411, 1412, 1413, 1414, 1415, 1372, 1363, 1419, 1404, 1405, 1406, 1407 - 1408 στο από 6-11-2002 τοπογραφικό διάγραμμα της πολιτικού μηχανικού, Α.

Ι., που ενσωματώνεται στην αγωγή. Πρέπει δε να σημειωθεί ότι ακίνητο με αριθμό 71, στο οποίο κατά τους παραπάνω ισχυρισμούς τους εμπίπτει το κατεχόμενο από τους εναγόμενους επίδικο τμήμα, δεν προκύπτει ότι υφίσταται ως ανήκον στη κυριότητα της πωλήτριας Κοινότητας, αφού ο αριθμός αυτός δεν αναφέρεται στα μεταβιβασθέντα προς την Κοινότητα ακίνητα με την προαναφερθείσα 18.763/4-8-1966 απόφαση του Νομάρχη Πέλλας, ούτε και στο χάρτη της οριστικής διανομής εμφανίζεται ακίνητο με τον παραπάνω αριθμό, όπως και ο ίδιος ο μάρτυρας των εναγομένων κατέθεσε στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο κατά την επίδειξη του παραπάνω χάρτη, αλλά ο εν λόγω αριθμός το πρώτον εμφαίνεται στον συνταχθέντα από Νοέμβριο 1999 από τον Α.

Β., τοπογράφο-πολιτικό μηχανικό, κτηματολογικό πίνακα των κατεχομένων κοινοτικών εκτάσεων του Δ.Δ. Παναγίτσας, που συντάθηκε κατ' εντολή του Δήμου Βεγορίτιδος προκειμένου να εκποιηθούν από το Δήμο απευθείας στους κατέχοντες, ο οποίος και συντάχθηκε με βάση τις αιτήσεις-δηλώσεις των αυθαιρέτως κατεχόντων, και στον οποίο φέρεται ότι ο Ι.

Μ. δήλωσε ότι κατέχει έκταση 5.000 τ. μ. στη θέση Ντέλιγκερ, η οποία κατά την καταμέτρηση είχε μεγαλύτερη έκταση 7.000 τ.μ., όπως και ο ίδιος ο συντάξας στην 2325/13-10-2009 ένορκη βεβαίωση αναφέρει, μάλιστα δε ρητά καταθέτει ότι μέρος της κατεχόμενης από τον παραπάνω με αριθμό 71 της κτηματογράφησης του 1999 έκτασης εμπίπτει στο αγροτεμάχιο που αγόρασε ο ενάγων, τα ίδια δε αναφέρει και στην από 5-10-2009 τεχνική έκθεση του.

Συνεπώς ορθά με την εκκαλούμενη απόφαση απορρίφθηκε, έστω και με ελλιπή αιτιολογία που συμπληρώνεται με την παρούσα, ο προαναφερθείς ισχυρισμός των εκκαλούντων-εναγομένων ότι το κατεχόμενο από αυτούς ακίνητο φέρει αριθμό 71 και είναι διαφορετικό από αυτό που μεταβιβάσθηκε στον ενάγοντα, και ο συναφής λόγος της έφεσης τους, με τον οποίο ισχυρίζονται τα αντίθετα επαναφέροντας τον εν λόγω ισχυρισμό τους, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

Περαιτέρω ο προαναφερθείς έτερος ισχυρισμός των εκκαλούντων-εναγομένων, περί του ότι η έκταση των 7.000 τ.μ., στην οποία εμπίπτει το επίδικο τμήμα, έκτασης 3.347 τ.μ., πρόκειται να εκποιηθεί στον πρώτο από αυτούς (Ι. Μ. του Κ.) από το Δήμο Βεγορίτιδος, ουδεμία ασκεί έννομη επιρροή, καθόσον, πέραν του ότι η επικαλούμενη διαδικασία εκποίησης δεν ολοκληρώθηκε, ο ενάγων με τη μεταγραφή του υπ' αριθμ. .../1998 συμβολαίου κατέστη κύριος της έκτασης των 6.276 τ.

μ. και συνακόλουθα του επιδίκου τμήματος και συνεπώς ο Δήμος Βεγορίτιδος δεν είναι πλέον κύριος και δεν έχει εξουσία να διαθέσει το τμήμα αυτό, κατ' εφαρμογή του κανόνα "ουδείς μετάγει πλέον ου έχει δικαιώματος". Εξάλλου, η αναφερόμενη από τους εκκαλούντες-εναγόμενους μη ολοκληρωθείσα διαδικασία εκποίησης της κατεχόμενης από τον πρώτο έκτασης, δεν αναιρεί τη εκφρασθείσα στο συμβόλαιο πώλησης προς τον ενάγοντα βούληση της πωλήτριας Κοινότητας προς μεταβίβαση αυτής, αφού μάλιστα κατά τα προαποδειχθέντα η εν λόγω διαδικασία δεν ολοκληρώθηκε, αλλά αντίθετα εκποιήθηκε απευθείας το προαναφερθέν ακίνητο στον ενάγοντα, μόνη δε η αυθαίρετη κατοχή αυτού από τον πρώτο των εναγομένων ουδέν δικαίωμα σ' αυτόν προσπόρισε, η δε προηγούμενη της προς τον ενάγοντα μεταβίβασης της κυριότητας συμπεριφορά της κυρίας αυτού (Κοινότητας Παναγίτσας και του διαδόχου αυτής Δήμου Βεγορίτιδος) προς τον αυθαιρέτως κατέχοντα πρώτο εναγόμενο και η έκδοση των προαναφερθέντων αποφάσεων για απευθείας εκποίηση στον τελευταίο δεν ασκούν έννομη επιρροή, αφού αυτές δεν υλοποιήθηκαν και δεν αναιρούν τη κτήση κυριότητας της ευρύτερης έκτασης, στην οποία περιλαμβάνεται και το επίδικο τμήμα, από τον ενάγοντα με βάση το προαναφερθέν μεταβιβαστικό συμβόλαιο.

Συνεπώς, ορθά με την εκκαλούμενη απόφαση απορρίφθηκε, με την ίδια αιτιολογία ο παραπάνω ισχυρισμός των εκκαλούντων-εναγομένων και ο συναφής λόγος της έφεσης τους, με τον οποίο ισχυρίζονται τα αντίθετα, επαναφέροντας τον εν λόγω ισχυρισμό τους, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Πρέπει να σημειωθεί ότι με τον ερευνηθέντα ως άνω ισχυρισμό των εκκαλούντων-εναγομένων δεν προβλήθηκε νομίμως ένσταση ιδίας κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, όπως αυτοί υπολαμβάνουν με σχετικό λόγο της έφεσης τους, αφού τα περιστατικά, που επικαλούνταν, αναφέρονταν στην αυθαίρετη κατοχή του υπ' αριθμ. 71 ακινήτου από τον πρώτο εξ αυτών και την περί εξαγοράς της εν λόγω έκτασης από την αρχική κυρία αυτής Κοινότητα Παναγίτσας και ήδη Δήμο Βεγορίτιδος, περιστατικά που αναιρούν τη διάνοια κυρίου νομή της επίδικης έκτασης, και τούτο ανεξάρτητα από το ότι τα μεν ακίνητα του Δημοσίου είναι ανεπίδεκτα χρησικτησίας, όπως το επίδικο που μεταβιβάσθηκε από το Ελληνικό Δημόσιο το έτος 1966 στην Κοινότητα Παναγίτσας, στα δε ακίνητα των ΟΤΑ ήδη από την 2-12-1068, που άρχισε να ισχύει το ν.δ. 31/1968, ο χρόνος κτητικής παραγραφής μπορούσε να συμπληρωθεί μέχρι 2-12-1968 (χρόνος ισχύος του ν.δ. 31/1968), έκτοτε δε είναι και αυτά ανεπίδεκτα χρησικτησίας (ΑΠ 1247/2004 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1048/96 Δνη 38.799).

Τέλος πρέπει να λεχθεί ότι αφού αποδείχθηκε ότι οι εναγόμενοι κατέλαβαν το επίδικο τμήμα 3.347 τ.μ εκ της μείζονος έκτασης των 6.276 τ.μ., η οποία ανήκει κατά κυριότητα στον ενάγοντα, νομιμοποιούνται παθητικά στην άσκηση εναντίον τους της αγωγής για διεκδίκηση και ορθά απορρίφθηκε σιωπηρά με την εκκαλούμενη απόφαση ο πρωτοδίκως προταθείς περί ελλείψεως παθητικής νομιμοποίησης ισχυρισμός τους, που συνιστά αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, και ο συναφής λόγος της έφεσης, με τον οποίο επαναφέρουν τον εν λόγω ισχυρισμό τους, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί." Ακολούθως το Εφετείο απέρριψε την έφεση των αναιρεσειόντων ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, επικυρώνοντας την εκκαλουμένη απόφαση, με την οποία έγινε δεκτή η ένδικη διεκδικητική αγωγή ακινήτου του αναιρεσιβλήτου.

Με αυτά που δέχτηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο ως προς τα κρίσιμα ζητήματα ότι το επίδικο ακίνητο όπως περιγράφεται στην αγωγή ταυτίζεται με το περιγραφόμενο στο μεταβιβαστικό της κυριότητας συμβόλαιο και της παθητικής νομιμοποίησης των αναιρεσειόντων, περιέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες αφού προέβη σε ερμηνεία των δηλώσεων των συμβαλλομένων στο μεταβιβαστικό της κυριότητας του επιδίκου ακινήτου συμβόλαιο και δεν στέρησε την απόφαση του από νόμιμη βάση και επομένως οι σχετικοί από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.

δεύτερος και πέμπτος λόγοι αναίρεσης είναι αβάσιμοι.

Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθ. 11 β του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. αιτίαση, γιατί το Εφετείο έλαβε υπόψη του αποδείξεις, που δεν προσήχθησαν και συγκεκριμένα το Εφετείο δέχτηκε ότι το υπ' αριθ. 1515 χέρσο μετονομάστηκε και μετατράπηκε σε υπ' αριθ. 1 με καταμέτρηση της Κοινότητας το 1977 και αποτέλεσμα αυτής της κρίσης ήταν η απόρριψη της ένστασης αοριστίας της αγωγής, που πρόβαλαν οι αναιρεσείοντες, ενώ ο αναιρεσίβλητος δεν επικαλέστηκε ούτε προσήγαγε καμία απόφαση της Κοινότητας Παναγίτσας του έτους 1977 για την ως άνω μετονομασία του υπ' αριθ. 1515 χέρσου σε υπ' αριθ. 1. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος γιατί το φερόμενο ως ληφθέν αποδεικτικό μέσο (έγγραφο) δεν ήταν κρίσιμο για την απόρριψη της ένστασης αοριστίας της αγωγής, δεδομένου ότι η εκτίμηση της αγωγής ως αόριστης δεν έχει χρεία αποδείξεων, αλλά προκύπτει από την επισκόπηση του περιεχομένου αυτής.

Ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της απόδοσης από το δικαστήριο της ουσίας σε αποδεικτικό, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα. Δεν περιλαμβάνει όμως και την περίπτωση που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένα, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεώρησε ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο. Πρέπει δε την παραπάνω επιζήμια κρίση του για τον αναιρεσείοντα να σχηματίσει, το δικαστήριο αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το έγγραφο που φέρεται ως παραμορφωμένο, προϋπόθεση, η οποία δεν συντρέχει, όταν το εν λόγω έγγραφο εκτιμήθηκε μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαιρείται η σημασία του σε σχέση με το πόρισμα για την αλήθεια ή αναλήθεια του γεγονότος που αποδείχθηκε, γιατί, στην τελευταία αυτή περίπτωση, δεν είναι δυνατή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του.

Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης ψέγεται η προσβαλλόμενη απόφαση γιατί παραμόρφωσε το περιεχόμενο της 18.763/1966 απόφασης του Νομάρχη Πέλλας την οποία επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι αναιρεσείοντες με το να μη δεχτεί ότι τα χερσολίβαδα 1 και 1515 είναι εντελώς διακριτά και κεχωρισμένα και ότι σε αυτά δεν περιλαμβάνεται το 71 αγροτεμάχιο το οποίο είχαν στη νομή και κατοχή τους οι αναιρεσείοντες. Ο λόγος αυτός από τον αριθ. 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. είναι απορριπτέος ως αβάσιμος αφού το Εφετείο προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό πόρισμα ότι το επίδικο ακίνητο περιείχετο στο υπ' αριθ. 1 χέρσο στηρίχθηκε κυρίως σε ερμηνεία των δηλώσεων των συμβαλλομένων στο μεταβιβαστικό της κυριότητας συμβόλαιο αλλά και στα λοιπά αποδεικτικά μέσα χωρίς να στηρίξει το πόρισμα του αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο προαναφερόμενο έγγραφο. Οι περιεχόμενες στον ίδιο λόγο αιτιάσεις αναγόμενες στην εκτίμηση από το δικαστήριο πραγματικών περιστατικών είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.).

Με τον έκτο και έβδομο λόγους αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., διότι περιέχει ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς τη μη αποδοχή της τεχνικής έκθεσης και της ένορκης κατάθεσης του τοπογράφου-πολιτικού μηχανικού Α. Β. και την παραδοχή της πραγματογνωμοσύνης παρά τις ελλείψεις και αντιφάσεις της. Οι λόγοι αυτοί είναι απαράδεκτοι γιατί με αυτούς πλήττεται η εκτίμηση των αποδείξεων που είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), ενώ η αιτίαση ότι δεν διατάχθηκε νέα πραγματογνωμοσύνη ή συμπλήρωση αυτής είναι και αυτή απαράδεκτη αφού το ζήτημα αυτό ανήκει στην αναιρετικά ανέλεγκτη εξουσία του Εφετείου.

Όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 118 (αρ.4, 566 §1 και 577 §3 του Κ,Πολ.Δ. εις το έγγραφο της αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή. ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια, που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 559 του ΚΠολΔ θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση. Ειδικότερα για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση, ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, πρέπει αυτός να διαλαμβάνει τις πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή τη μνεία ότι αυτή στερείται παντελώς αιτιολογίας και εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή ποια επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται στην απόφαση ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας και αν πρόκειται για αντιφατικές ή ανεπαρκείς αιτιολογίες σε τι συνίσταται η αντίφαση, από ποια αντιτιθέμενα μέρη των αιτιολογιών προκύπτει και σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια τους, ποιο, δηλαδή, στοιχείο αναγκαίο για την επάρκεια τους λείπει (ΟλΑΠ 27/1998 και 32/1996). Γενικές εκφράσεις για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των αιτιολογιών της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης δεν αρκούν, όπως, επίσης, δεν αρκούν οι όλως περιορισμένες, μεμονωμένες και κατ' επιλογήν αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον όγδοο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, με ανεπαρκείς αιτιολογίες απέρριψε τους ε, στ και ζ λόγους της έφεσης των αναιρεσειόντων. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αόριστος αφού στο αναιρετήριο δεν αναφέρονται οι κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης σε σχέση με την απόρριψη των ως άνω λόγων έφεσης ούτε το περιεχόμενο των λόγων αυτών και σε τί συνίσταται η ανεπάρκεια των αιτιολογιών.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 31-1-2011 αίτηση του Ι. Μ. κλπ για αναίρεση της 1312/2010 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Απριλίου 2012.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 25 Νοεμβρίου 2012.

Ο ANTIΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ