1702/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπό το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 574, 575 και 576 ΑΚ προκύπτει ότι με τη σύμβαση της μίσθωσης ο εκμισθωτής υποχρεώνεται να παραχωρήσει στο μισθωτή το μίσθιο κατάλληλο για τη συμφωνηθείσα χρήση και να το διατηρεί κατάλληλο για τη χρήση αυτή καθ' όλη τη διάρκεια της σύμβασης. Ο μισθωτής υποχρεούται σε αντάλλαγμα για τη χρήση ή τη δυνατότητα χρήσης του μισθίου να καταβάλει στον εκμισθωτή το μίσθωμα που συμφωνήθηκε.
Legislator headnote
AI generated1702/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Αν όμως ο μισθωτής παρά την ύπαρξη του πραγματικού ελαττώματος έκανε χρήση του μισθίου, έχει υποχρέωση να καταβάλει το μίσθωμα που οφείλεται σε αντάλλαγμα της χρήσης που έγινε (ΑΠ 399/2004, 1869/2006, 1/2007). Περαιτέρω, ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδάφ. α: του ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1702 / 2011 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1702/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Χαράλαμπου Ζώη), Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Παναγιώτη Ρουμπή, Βασίλειο Λαμπρόπουλο και Γεώργιο Σακκά, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Σεπτεμβρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας Ι. Μ. του Π., κατοίκου ..., εκπροσωπούμενης δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της Βασιλείου Γιαννίκου και κατέθεσε προτάσεις και προσθήκη.
Της αναιρεσιβλήτου Μ. χήρας Ν. Λ., κατοίκου ..., εκπροσωπούμενης δια του πληρεξουσίου της δικηγόρου Βασιλείου Κόλια και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25 Νοεμβρίου 2005 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσα, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 941/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 175/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί αναιρεσείουσα με την από 20 Απριλίου 2010 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Σακκάς ανέγνωσε την από 8 Σεπτεμβρίου 2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η από 30 Μαρτίου 2010 αίτηση αναιρέσεως κατά τους δεύτερο και τρίτο λόγους αναιρέσεως, που αφορούν τη βάση από αδικοπραξία της ένδικης από 25 Νοεμβρίου 2005 αγωγής.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 574, 575 και 576 ΑΚ προκύπτει ότι με τη σύμβαση της μίσθωσης ο εκμισθωτής υποχρεώνεται να παραχωρήσει στο μισθωτή το μίσθιο κατάλληλο για τη συμφωνηθείσα χρήση και να το διατηρεί κατάλληλο για τη χρήση αυτή καθ' όλη τη διάρκεια της σύμβασης. Ο μισθωτής υποχρεούται σε αντάλλαγμα για τη χρήση ή τη δυνατότητα χρήσης του μισθίου να καταβάλει στον εκμισθωτή το μίσθωμα που συμφωνήθηκε.
Αν κατά το χρόνο παράδοσης του μισθίου στο μισθωτή αυτό έχει ή κατά τη διάρκεια της μίσθωσης εμφανίσει ελάττωμα(, που εμποδίζει μερικά ή ολικά τη συμφωνηθείσα χρήση, ο μισθωτής έχει δικαίωμα μείωσης ή μη καταβολής του μισθώματος. Τέτοιο πραγματικό ελάττωμα αποτελεί η αδυναμία χρήσης του μισθίου, όπως συμφωνήθηκε, λόγω απαγόρευσης της χρήσης από δημόσια αρχή ή λόγοι αδυναμίας χορήγησης της απαιτούμενης άδειας δημόσιας αρχής (ΟλΑΠ 50/2005).
Αν όμως ο μισθωτής παρά την ύπαρξη του πραγματικού ελαττώματος έκανε χρήση του μισθίου, έχει υποχρέωση να καταβάλει το μίσθωμα που οφείλεται σε αντάλλαγμα της χρήσης που έγινε (ΑΠ 399/2004, 1869/2006, 1/2007). Περαιτέρω, ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδάφ. α: του ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005), η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 8/2006). Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 περ.
α' ΚΠολΔ, αναίρεοη επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Άρα, για να ιδρυθεί ο αναιρετικός αυτός λόγος για μη λήψη προταθέντων ισχυρισμών, τους οποίους αποτελούν και τα προς θεμελίωση της βάσης της αγωγής επικαλούμενα περιστατικά, πρέπει οι ισχυρισμοί αυτοί να ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 108/2003).
Τέλος κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 λόγο αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης της αποφάσεως ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά τα αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ως προς τη συνδρομή των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόστηκε ή για τη μη συνδρομή τους, που αποκλείει την εφαρμογή τους, καθώς και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 399/2004).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλομένη απόφαση του, το Εφετείο δέχτηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: "Με το από 1-6-2000 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης ο Ν. Λ. εκμίσθωσε στην ενάγουσα, για το χρονικό διάστημα από 1-6-2000 έως 30-5-2006. ισόγειο οικία, που βρίσκεται στο ... στην οδό ... και αποτελείται από έξη κύρια δωμάτια, δύο κουζίνες, λοιπούς βοηθητικούς χώρους και την αυλή που την περιβάλλει.
Το μίσθωμα συμφωνήθηκε σε 650.000 δραχμές για τα δύο πρώτα έτη της μίσθωσης, το οποίο θα αναπροσαρμοζόταν ετησίως και θα ανερχόταν σε 676.000 δραχμές για το τρίτο έτος, σε 703.000 δραχμές για το τέταρτο, σε 731.000 δραχμές για το πέμπτο και σε 760.000 δραχμές για το έκτο έτος. Κατά την κατάρτιση της μίσθωσης η ενάγουσα κατέβαλε στον εκμισθωτή ποσό 1.300.000 δραχμές, ως εγγύηση, για την ακριβή τήρηση των όρων του ιδιωτικού συμφωνητικού, το οποίο θα επιστρεφόταν μετά την εμπρόθεσμη παράδοση του μισθίου και την εκκαθάριση όλων των εκκρεμών λογαριασμών.
Με τον τρίτο όρο του ιδιωτικού συμφωνητικού συμφωνήθηκε ότι το μίσθιο θα χρησιμοποιηθεί από την ενάγουσα αποκλειστικά ως παιδικός σταθμός. Ακόμη με τον ίδιο όρο συμφωνήθηκε ρητά ότι α) απαγορεύεται η υπομίσθωση του και η με ή χωρίς αντάλλαγμα παραχώρηση της χρήσης του σε τρίτους και β) ο εκμισθωτής "δεν έχει καμία απολύτως ευθύνη για την καταλληλότητα ή μη του εν λόγω μισθίου, για την άνω χρήση για την οποία το μίσθωσε η μισθώτρια, ως και για τη δυνατότητα ή μη έκδοσης της τυχόν απαιτούμενης άδειας από οιαδήποτε αρχή, της μισθώτριας δηλούσης σχετικώς ότι έχει ελέγξει και διαπιστώσει την συνδρομήν των απαιτουμένων προς τούτο νομίμων ιδιοτήτων του μισθίου και προϋποθέσεων".
Ο ως άνω εκμισθωτής στις 13-8-2000 πέθανε και στα δικαιώματα και της υποχρεώσεις της μίσθωσης υπεισήλθε ως κληρονόμος αυτού η εναγομένη. Στο εν λόγω μίσθιο ασκούσε την ίδια επιχειρηματική δραστηριότητα, ως μισθώτρια, η εταιρία με την επωνυμία "Σ. και Ε. Γ. Ο.Ε". Για τη λειτουργία της είχε εκδοθεί η ... άδεια λειτουργίας παιδικού σταθμού δυναμικότητας τριάντα νηπίων.
Την επιχείρηση αυτή την αγόρασε η ενάγουσα από την ως άνω εταιρία με βάση το από 12-6-2000 ιδιωτικό συμφωνητικό αντί ποσού 35.000.000 δραχμών. Η ενάγουσα μετά την αγορά της επιχείρησης και τη σύναψη της μίσθωσης υπέβαλε στη Διεύθυνση Κοινωνικής Πρόνοιας της Νομαρχίας Αττικής την από 20-6-2000 αίτηση, μαζί με τα προβλεπόμενα δικαιολογητικά, για την αναθεώρηση της άδειας λειτουργίας του παιδικού σταθμού, έτσι ώστε να λειτουργεί πλέον στο δικό της όνομα και με αύξηση της δυναμικότητας του για φιλοξενία εξήντα νηπίων.
Όμως η ως άνω υπηρεσία αρνήθηκε την αναθεώρηση της άδειας, επειδή δεν είχε προσκομιστεί η απαιτούμενη άδεια της αρμόδιας Πολεοδομίας περί αλλαγής χρήσης του ακινήτου από κατοικία σε παιδικό σταθμό. Η εν λόγω αλλαγή χρήσης, όμως, δεν μπορούσε να γίνει αν προηγουμένως δεν γινόταν τροποποίηση της ... πράξης εφαρμογής της πολεοδομικής μελέτης και του ρυμοτομικού σχεδίου, με την οποία το ακίνητο εντάχθηκε στο σχέδιο πόλης, αφού από τον αρχικό ως άνω εκμισθωτή και κύριο αυτού [ακινήτου] είχαν δηλωθεί εσφαλμένα τα κτηματολογικά του στοιχεία.
Ξεκίνησε δε η διαδικασία με επιμέλεια κυρίως της ενάγουσας, αλλά και με τη σύμπραξη της εναγομένης, για την τακτοποίηση των παραπάνω εκκρεμοτήτων, η οποία υπήρξε χρονοβόρα και δεν είχε ολοκληρωθεί παρά τις προσπάθειες της ενάγουσας μέχρι τον Ιούλιο του έτους 2007. Έτσι η ενάγουσα με την από 20-7-2005 έγγραφη καταγγελία, την οποία επέδωσε στην εναγομένη στις 21-7-2005, κατήγγειλε τη σύμβαση μίσθωσης και της παρέδωσε τη χρήση του στις 29-7-2005, επικαλούμενη α) δόλια απόκρυψη των ως άνω περιστατικών, που είχαν ως συνέπεια την αδυναμία αναθεώρησης της άδειας λειτουργίας του παιδικού σταθμού στο δικό της όνομα, β) την επί τετραετία ταλαιπωρία της για τη διεκπεραίωση των εκκρεμοτήτων και γ) τις συνεχείς απειλές των αρμόδιων υπηρεσιών για διακοπή των εργασιών του παιδικού σταθμού.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο αρχικός εκμισθωτής παρέδωσε εξαρχής στην ενάγουσα την χρήση του μισθίου, η οποία άρχισε τη λειτουργία του ως παιδικού σταθμού, όπως πριν από αυτήν η ως άνω εταιρία από την οποία αγόρασε την επιχείρηση και κατέβαλε εμπρόθεσμα το συμφωνημένο μίσθωμα. Η έλλειψη της άδειας λειτουργίας δεν παρακώλυσε ούτε και μερικώς την ενάγουσα στη συμφωνημένη χρήση του μισθίου, ούτε υπήρξε η αιτία μείωσης του αριθμού των νηπίων, που φιλοξενούσε.
Δεν επικαλείται ούτε προσκομίζει στοιχεία σχετικά με τα νήπια που κατ' έτος φιλοξενούσε, έτσι ώστε σε κάθε περίπτωση να κριθεί αν πράγματι μειωνόταν ο αριθμός τους. Από την από 22-7-2004 έκθεση αξιολόγησης και λειτουργίας μονάδων φροντίδας προσχολικής αγωγής της κοινωνικής συμβούλου Ε. Μ. προκύπτει ότι βρέθηκαν γραμμένα είκοσι πέντε νήπια.
Σε κάθε δε περίπτωση δεν εξαρτήθηκε η μίσθωση ούτε τέθηκε όρος στο μισθωτήριο για τον αριθμό των νηπίων που θα φιλοξενούνται στο μίσθιο. Παρά δε τις οχλήσεις των αρμόδιων υπηρεσιών της Νομαρχίας Αττικής, για την τακτοποίηση των εκκρεμοτήτων και τις απειλές για διακοπή της λειτουργίας του παιδικού σταθμού, αυτές οι ουδέποτε υλοποιήθηκαν και δεν υπήρξε καμία διακοπή της λειτουργίας του καθ' όλο το χρονικό διάστημα από την έναρξη της μίσθωσης μέχρι την καταγγελία της.
Συνεπώς σε κάθε περίπτωση και με την εκδοχή δηλαδή ότι ήταν αδύνατη η έκδοση άδειας λειτουργίας στο μίσθιο παιδικού σταθμού, εφόσον η ενάγουσα άσκησε τη συμφωνημένη χρήση από την έναρξη της μίσθωσης μέχρι την καταγγελία της, δεν υφίσταται νόμιμη περίπτωση μερικής απαλλαγής της από την πληρωμή των μισθωμάτων του εν λόγω χρονικού διαστήματος". Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, δεν παραβίασε τις ανωτέρω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, διέλαβε δε στην απόφαση του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες στα έχοντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως άνω ζητήματα που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, ιδίως αναφορικά με την κρίση του ότι δεν υφίσταται νόμιμη περίπτωση απαλλαγής της αναιρεσείουσας από την πληρωμή των μισθωμάτων, επειδή αυτή άσκησε τη συμφωνημένη χρήση από την έναρξη της μισθώσεως μέχρι την καταγγελία της μίσθωσης.
Συνεπώς, το Εφετείο δεν υπέπεσε στις αποδιδόμενες πλημμέλειες από τα εδάφια 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, Άρα ο πρώτος λόγος αναιρέσεως κατά το σκέλος του αυτό, αλλά και ο τρίτος λόγος κατά το δεύτερο μέρος του είναι αποριπτέοι ως αβάσιμοι. Περαιτέρω ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αιτίαση ότι παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τους ακόλουθους αγωγικούς ισχυρισμούς, α) ότι η αναιρεσείουσα δεν είχε τη δυνατότητα ανάρτησης και επίδειξης στους ενδιαφερόμενους γονείς της άδειας λειτουργίας του παιδικού σταθμού, β) ότι αποκλείστηκε η συνεργασία της με ταμεία τραπεζών και Οργανισμούς Κοινής Ωφέλειας για την επιδότηση της δαπάνης παροχής υπηρεσιών παιδικού σταθμού για παιδιά υπαλλήλων, γ) ότι η λειτουργία του παιδικού σταθμού γινόταν κάτω από συνθήκες ψυχολογικής πίεσης λόγω της διαρκούς αβεβαιότητας για τη συνέχιση ή διακοπή της επιχειρήσεως, δ) ότι ελαττώθηκε η χρήση του μισθίου λόγω της συνεχούς απασχόλησης της για την έκδοση άδειας λειτουργίας του παιδικού σταθμού και ε) ότι με νεώτερη συμφωνία το Μάιο του 2002 αποδέχτηκε η αναιρεσίβλητη να μην εισπράξει τα ποσά αναπροσαρμογής του μηνιαίου μισθώματος που είχαν συμφωνηθεί με το μισθωτήριο λόγω της δυσλειτουργίας του μισθίου, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Διότι, όπως προκύπτει από την πληττόμενη απόφαση, απέκρουσε εκ του πράγματος τους ισχυρισμούς αυτούς, ως μη έχοντες εν προκειμένω επίδραση στην έκβαση της δίκης, αφού δέχτηκε ανελέγκτως ότι δεν υφίσταται νόμιμη περίπτωση μερικής απαλλαγής της αναιρεσείουσας από την πληρωμή των μισθωμάτων, εφόσον άσκησε τη συμφωνημένη χρήση στο μίσθιο από την έναρξη της μίσθωσης μέχρι την καταγγελία της.
Αρα το Εφετείο δεν υπέπεσε στην αποδιδόμενη αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ και πρέπει ο λόγος αυτός αναιρέσεως κατά το σκέλος του αυτό να απορριφθεί ως αβάσιμος.
2. Κατά το άρθρο 914 ΑΚ, όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, η ανθρώπινη συμπεριφορά, που αποτελεί το βασικό στοιχείο της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται και σε παράλειψη. Η τελευταία, όμως, για να οδηγήσει σε υποχρέωση αποζημιώσεως πρέπει να είναι παράνομη.
Τούτο συμβαίνει, όταν ο υπαίτιος παραλείπει να προβεί σε θετική ενέργεια, στην οποία υποχρεούται από το νόμο, τη δικαιοπραξία, την καλή πίστη και τις κρατούσες αντιλήψεις, από προηγούμενη συμπεριφορά του ή από το γενικό πνεύμα του δικαίου (ΑΠ 174/2005). Περαιτέρω, υπαίτια ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη με την οποία παραβιάζεται σύμβαση, μπορεί, πέραν της αξιώσεως από τη σύμβαση, να επιστηρίξει και αξίωση αποζημιώσεως εξ αδικοπραξίας, εάν και χωρίς τη συμβατική σχέση διαπραττόμενη θα ήταν παράνομη, ως αντικείμενη στο από το δίκαιο, κατά την ΑΚ 914, επιβαλλόμενο γενικό καθήκον του να μη ζημιώνει κάποιος υπαιτίως άλλον, μη απαιτουμένου προς τούτο κάποιου άλλου στοιχείου (Ολ ΑΠ 967/1973, ΑΠ 484/2006).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" στη διάταξη αυτή νοούνται οι αυτοτελής πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και θεμελιώνουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως.
Επομένως ο προβλεπόμενος στη διάταξη αυτή αναιρετικός λόγος ιδρύεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας παρείδε αγωγική βάση (ΑΠ 1136/94). Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο σχετικά με τη βάση της ένδικης από 25-11-2005 αγωγής από αδικοπραξία δέχτηκε τα ακόλουθα: "Περαιτέρω από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχτηκε ότι η επίδικη μίσθωση καταρτίστηκε με επιμέλεια της ενάγουσας, με την έννοια ότι το ακίνητο, όπως προαναφέρθηκε, ήταν ήδη μισθωμένο στην εταιρεία με την επωνυμία "Σ.
και Ε. Γ. Ο.Ε.". Μετά δε από τη συμφωνία της ενάγουσας, που προσυμφωνήθηκε τον Απρίλιο του έτους 2000, για την αγορά της επιχείρησης και τη λύση της μίσθωσης, καταρτίστηκε η νέα (επίδικη) από 1-6-2000 μίσθωση. Κατά την κατάρτιση της και οπωσδήποτε κατά τις διαπραγματεύσεις που προηγήθηκαν, δεν αποδείχτηκαν περιστατικά αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του αρχικού εκμισθωτή και στη συνέχεια της εναγομένης και μάλιστα δόλιας και απατηλής απόκρυψης της αδυναμίας έκδοσης (αναθεώρησης) άδειας λειτουργίας στο μίσθιο παιδικού σταθμού.
Η ενάγουσα πρόδηλο είναι ότι γνώριζε ότι απαιτείται αναθεώρηση της άδειας λειτουργίας, καθώς και τις απαιτούμενες προς τούτο νόμιμες προϋποθέσεις, τις οποίες είχε εκ των προτέρων ερευνήσει. Αυτό προκύπτει με σαφήνεια από τον τρίτο όρο του ιδιωτικού συμφωνητικού μίσθωσης, όπου, όπως προαναφέρεται, στη ρήτρα απαλλαγής του εκμισθωτή από την ευθύνη "...για τη δυνατότητα ή μη έκδοσης της τυχόν αιτούμενης άδειας από οιαδήποτε αρχή", ρητά αποδέχεται ότι "...έχει ελέγξει και διαπιστώσει την συνδρομήν των απαιτούμενων προς τούτο νόμιμων ιδιοτήτων του μισθίου και προϋποθέσεων".
Συνεπώς δεν δικαιούται η ενάγουσα να αξιώσει την αιτηθείσα ως άνω αποζημίωση, ούτε, συνακόλουθα, υπέστη ηθική βλάβη, έτσι ώστε να δικαιούται εξ αυτού του λόγου χρηματική ικανοποίηση". Από τις παραδοχές αυτές, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο του δικογράφου της από 25-11-2005 αγωγής, που παραδεκτώς επισκοπείται από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι το Εφετείο παρείδε τον αγωγικό ισχυρισμό της αναιρεσείουσας ότι ο εκμισθωτής της απέκρυψε δολίως το ουσιώδες ελάττωμα της έλλειψης οικοδομικής άδειας αλλαγής της χρήσης του μισθίου από κατοικία σε παιδικό σταθμό, που εκδίδεται από την Πολεοδομία, κατά το χρόνο παράδοσης του μισθίου, η οποία ήταν απαραίτητη για την εν συνεχεία έκδοση (αναθεώρηση) της άδειας λειτουργίας του παιδικού σταθμού από την Διεύθυνση κοινωνικής Πρόνοιας της Νομαρχίας Αττικής.
Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, ασχολήθηκε με την έλλειψη της αναθεώρησης λειτουργίας του σταθμού, που γνώριζε η αναιρεσείουσα και όχι με τον παραπάνω ισχυρισμό που αποτελούσε και την ιστορική βάση της αδικοπραξίας. Άρα υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ (όχι όμως και εκείνων του 559 αρ. 1 και 19, όπως υπολαμβάνει η αναιρεσείουσα) και συνεπώς είναι βάσιμοι οι δεύτερος και τρίτος λόγοι αναίρεσης κατά το μέρος τους αυτό.
Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, από τη βεβαίωση του Εφετείου ότι έλαβε υπόψη, για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, όλα τα έγγραφα γενικά που οι διάδικοι είχαν προσαγάγει και επικαλεστεί, δεν απομένει καμία αμφιβολία ότι συνεκτίμησε όλα εν γένει τα έγγραφα και αποδεικτικά στοιχεία μεταξύ των οποίων το υπ' αριθμ. ...
έγγραφο της Δ/νσης Κοινωνικής Πρόνοιας Νομαρχίας Αττικής, την υπ' αριθμ. ... απόφαση του Νομάρχη Αθηνών, την υπ' αριθμ. ... έκθεση αυτοψίας ακινήτου και λοιπά έγγραφα που αναφέρονται στο αναιρετήτριο. Άρα ο από το άρθρο 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ δεύτερος λόγος αναιρέσεως κατά το σκέλος του αυτό είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Τέλος, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την πληττόμενη απόφαση του, στη διατύπωση της ανωτέρω απαλλακτικής ρήτρας δεν διέγνωσε κενό ή αμφιβολία. Αντίθετα συμπεραίνει ότι η ρήτρα αυτή με το αναφερόμενο ως άνω περιεχόμενο είναι σαφής και άρα δεν όφειλε να προσφύγει στις ερμηνευτικές διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ.
Συνεπώς, ο αντίθετος ισχυρισμός της αναιρεσείουσας στηρίζεται σε ανακριβή προϋπόθεση. Άρα το Εφετείο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ και ο τρίτος λόγος αναιρέσεως κατά το πρώτο μέρος του είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
3. Από τη διάταξη του άρθρου 919 ΑΚ, στην οποία ορίζεται ότι "όποιος με πρόθεση ζημίωσε άλλον κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει", προκύπτει ότι κύριο γνώρισμα της προβλεπόμενης απ' αυτήν αδικοπραξίας είναι η προσβολή των χρηστών ηθών από την πράξη του υπαιτίου, η οποία από πρόθεση επιχειρήθηκε, ή και από παράλειψη αυτού, η δε αντίθεση προς τα χρηστά ήθη, η έννοια των οποίων είναι νομική, εξετάζεται αντικειμενικά και σύμφωνα με την αντίληψη του υγιούς κατά το δίκαιο σκεπτόμενου μέσου κοινωνικού ανθρώπου (ΟλΑΠ 10/1991).
Επίσης από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι προϋποθέσεις εφαρμογής είναι: 1) Συμπεριφορά του δράστη (πράξη ή παράλειψη) αντικείμενη στα χρηστά ήθη, τέτοια δε συμπεριφορά υπάρχει όταν, κατ' αντικειμενική κρίση, σύμφωνα με τις αντιλήψεις του χρηστώς και εμφρόνως σκεπτόμενου κοινωνικού ανθρώπου, η συμπεριφορά του δράστη αντίκειται στην κοινωνική ηθική και στις θεμελιώδεις αρχές του δικαίου πάνω στις οποίες στηρίζεται το θετικό δίκαιο. 2) Η συμπεριφορά να συνοδεύεται από πρόθεση, έστω και με τη μορφή του ενδεχόμενου δόλου, προξενήσεως ζημίας, ήτοι δεν είναι αίΕαραίτητο ο δράστης να προέβη στη ζημιογόνο πράξη ή παράλειψη με μόνο σκοπό τη ζημιά του άλλου, αλλά αρκεί να γνώριζε ότι με τη συμπεριφορά του αυτή ήταν δυνατή η επέλευση της ζημιάς στον άλλο και παρά ταύτα αυτός δεν θέλησε να αποστεί από αυτήν. 3) Να προκλήθηκε όντως ζημιά σε άλλον και 4) να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας.
Υπάρχει δε αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της πράξης ή της παράλειψης του δράστη και της ζημίας, η οποία επήλθε στον άλλο, όταν η πράξη ή η παράλειψη από μόνη της ήταν ικανή και μπορούσε, αντικειμενικά λαμβανόμενη, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα. Πότε τούτο συμβαίνει κρίνεται κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας.
Εξάλλου ο από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ αναίρεσης ιδρύεται αν από το δικαστήριο παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Η παραβίαση του κανόνα αυτού είναι δυνατόν να έχει ως περιεχόμενο την αιτίαση ότι η αγωγή επί της οποίας έκρινε σε δεύτερο βαθμό το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη τελεσίδικη απόφαση, απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, ενώ συνέβαινε το αντίθετο σύμφωνα με το συγκεκριμένο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, πρέπει όμως για να είναι ορισμένος και συνεπώς να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος να αναφέρεται με πληρότητα η ιστορική βάση της αγωγής που απορρίφθηκε ως νόμοι αβάσιμη (ΟλΑΠ 28/1998, ΑΠ 137/2005).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την από 25-11-2005 αγωγή της η αναιρεσείουσα ισχυρίστηκε τα ακόλουθα: Ότι περί τις αρχές Ιουνίου 2005, δύο μήνες πριν από την αποχώρηση από το μίσθιο και ενώ λειτουργούσε κανονικά ο παιδικός της σταθμός, η εναγόμενη γνωρίζοντας την επικείμενη λύση της μίσθωσης, ενεργώντας με πρόθεση ζημίας της, εναντίον των χρηστών ηθών, ήλθε σε συμφωνία με την εργαζόμενη στο σταθμό της ως νηπιαγωγό Μ.
Μ. και εξεμίσθωσε στην για το σκοπό αυτό συσταθείσα ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία "Μ. Μ. - Β. Ζ.", της οποίας ομόρρυθμο μέλος και διαχειρίστρια ήταν η ανωτέρω πρώην υπάλληλος της. Έτσι η εναγομένη παραχώρησε το δικαίωμα σ' αυτήν να εκμεταλλευθεί αθέμιτα και επί ζημία της τα περιουσιακού χαρακτήρα στοιχεία της επιχείρησης της, όπως πελατεία, οργάνωση της επιχείρησης με επαναπρόσληψη και χρησιμοποίηση του ίδιου προσωπικού και τη φήμη του παιδικού σταθμού, στερώντας από την ίδια (ενάγουσα) τη δυνατότητα να αποκομίσει οικονομικό όφελος από την εκποίηση των στοιχείων αυτών, ενώ είχε στοιχειώδη ηθική υποχρέωση να την ειδοποιήσει για την πρόθεση της άνω υπαλλήλου της να συνεχίσει τη λειτουργία του παιδικού σταθμού με εκμετάλλευση των ανωτέρω αυλών στοιχείων που της ανήκαν, ώστε να επωφεληθεί και η ίδια οικονομικά από την εκποίηση τους.
Με αυτά τα δεδομένα ζήτησε να της επιδικασθεί ποσό 50.000 ευρώ για την ηθική βλάβη που υπέστη από την ανωτέρω αδικοπραξία της εναγομένης (αναιρεσίβλητης). Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του, έκρινε ότι η ένδικη αγωγή κατά τη βάση της αυτή, υπό το εκτιθέμενο πιο πάνω ιστορικό αιτητικό της, δεν είναι νόμιμη, διότι τα ανωτέρω περιστατικά δεν αποτελούν αντικειμενικά συμπεριφορά της εναγομένης αντίθετη προς τα χρηστά και συναλλακτικά ήθη και επιπλέον ότι δεν υφίσταται αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της επικαλούμενης υπαίτιας συμπεριφοράς της εναγομένης και της ζημίας της ενάγουσας, ο οποίος (αιτιώδης σύνδεσμος), κατά τα προεκτεθέντα, αποτελεί αναγκαίο στοιχείο της αγωγής, η οποία ερείδεται στην εν λόγω διάταξη.
Ειδικότερα έκρινε το Εφετείο ότι η μη ενημέρωση της ενάγουσας από την εναγομένη για τον τρόπο της εκμετάλλευσης του μισθίου και δη της εκμίσθωσης του για τον ίδιο σκοπό, μετά την πρόωρη αποχώρηση της από το μίσθιο, η εκμίσθωση αυτού μετά την καταγγελία σε τρίτο, έστω και υπάλληλο της ενάγουσας, δεν αποτελούν, αντικειμενικά, συμπεριφορά της εναγομένης αντίθετη προς τα χρηστά και συναλλακτικά ήθη.
Ούτε και η ζημία, την οποία επικαλείται, της στέρησης δηλαδή της δυνατότητας πώλησης της επιχείρησης, συνδέεται αιτιωδώς με τη συμπεριφορά της εναγομένης, καθ' όσον η πώληση της επιχείρησης της ενάγουσας σε τρίτο, πριν οπωσδήποτε από την αποχώρηση της από το μίσθιο και η εγκατάσταση του τελευταίου σε αυτό προϋποθέτει και τη σύμφωνη γνώμη της εναγομένης εκμισθώτριας.
Έτσι κρίνοντας το Εφετείο και απορρίπτοντας την αγωγή ως μη νόμιμη δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια. Επομένως, ο τέταρτος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς τους δεύτερο και τρίτο λόγους της αναιρέσεως κατά το αναφερόμενο ως άνω μέρος τους, να παραπεμφθεί η υπόθεση για εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεση του από άλλους δικαστές (αρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) καινά καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας (αρθρ. 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 175/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση κατά το αναιρούμενο μέρος της στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε τρείς χιλιάδες (3.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 17 Οκτωβρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 25 Νοεμβρίου 2011.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ