Supreme Court allows appeal against lower court ruling denying overtime pay to private hospital cleaners.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed the appeal against the Athens Court of Appeal's decision denying overtime pay to a private hospital cleaner. The lower court had ruled that the specific overtime allowance was not applicable because the collective agreement governing the plaintiff's private contract did not extend the public sector wage framework. The appellate court corrected this error by determining that the statutory provisions and collective agreements granted the same rights to private sector employees in public hospitals as public servants, thereby invalidating the lower court's dismissal of the claim.
Legislator headnote
AI generatedArticles 2(3), 2(4) of Law 201/1975; Article 5(3)(c) of Decree-Law 4548/1966; Articles 2, 3, 4 of Law 1505/1984; Article 17 of Law 1505/1984; Article 3 of the 1988 Collective Agreement; Article 19 of Law 1876/1990: The specific overtime allowance established for public servants applies equally to private law employees in public hospitals under collective agreements, and the lower court's refusal to grant it based on a lack of public sector wage framework application was erroneous.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1702 / 2006 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1702/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Ανδρέα Μαρκάκη, Ηλία Γιαννακάκη, Αθανάσιο Θεμέλη, Μάριο-Φώτιο Χατζηπανταζή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Σεπτεμβρίου 2006, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: .....η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Λεωνίδα Πανούση, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242§2 Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσίβλητου: ..... νομίμως εκπροσωπουμένου, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Πολέμη, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242§2 Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17/12/1997 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3026/1998 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 8079/2000 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 29/1/2001 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Μαρκάκης, ανέγνωσε την από 8/1/2002 έκθεση του τότε Αρεοπαγίτη και νυν Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Χρήστου Μπαλντά, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της προσβαλλομένης κατά το πληττόμενο με την αίτηση μέρος της.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με τις διατάξεις των παρ. 3 και 4 του άρθρου 2 του ν. 201/1975 προβλέπεται η καταβολή αμοιβής και στο προσωπικό των παντός είδους νοσηλευτικών ιδρυμάτων, που είτε υπάγονται είτε δεν υπάγονται στις διατάξεις του ν.δ. 2592/1953, το οποίο συνδέεται με αυτά με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου και απασχολείται επί οκτάωρον ημερησίως, για μία ώρα ημερησίως και από 1-1-1977 για δύο, υπολογιζομένη κατά τις διατάξεις του εδ.
γ' της παρ. 3 του άρθρου 5 ν.δ. 4548/1966 "Περί του ενιαίου μισθολογίου των Δημοσίων υπαλλήλων και άλλων τινών διατάξεων". Δια του εν λόγω άρθρου (5 ν.δ. 4548/1966) επιτρέπεται η καθιέρωση εργασίας για τους δημοσίους υπαλλήλους, πέραν της υποχρεωτικής τοιαύτης, μόνον προς αντιμετώπιση εποχιακών ή όλως εκτάκτων υπηρεσιακών αναγκών ως και προς εξυπηρέτηση των γραφείων των μελών του Υπουργικού Συμβουλίου και ανωτάτων υπαλλήλων.
Δια του εδ. γ' της παρ. 3 ορίζεται ότι η ωριαία αμοιβή δεν μπορεί να είναι μικρότερη του ωρομισθίου, αυξημένου κατά 25% και ότι για τον υπολογισμό του τελευταίου ως ημερήσιος μισθός θεωρείται το 1/25 του βασικού μισθού και ως ώρες εργασίας επτά ημερησίως. Περαιτέρω με τις διατάξεις των παρ. 2, 3 και 4 του άρθρου 17 του ν. 1505/1984, όπως οι παρ. 3 και 4 αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 7 του ν. 1810/1988, ορίζονται με την παρ. 2 ότι από τη δημοσίευση του νόμου αυτού (1505/1984 ) η καθιέρωση εργασίας με αμοιβή πέρα από το κανονικό ωράριο ή κατά τις εξαιρέσιμες ημέρες ή τις νυκτερινές ώρες επιτρέπεται μόνο για την αντιμετώπιση εκτάκτων, εποχιακών ή όλως απροβλέπτων υπηρεσιακών αναγκών ως και για την εξυπηρέτηση αναγκών ωρισμένων υπηρεσιών, οι οποίες δεν πρόκειται, με την παρ. 3 η διαδικασία και το όργανο εγκρίσεως της παροχής τέτοιας εργασίας και με την παρ. 4 ο τρόπος υπολογισμού της αμοιβής για την παροχή της εν λόγω εργασίας και με καθορισμό του ωρομισθίου στο 1/100 του βασικού μισθού του κάθε μισθολογικού κλιμακίου.
Τέλος με την παρ. 8 της αυτής διατάξεως (άρθρ. 17 ν. 1505/1984) ορίζεται ότι με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, που δεν δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως , η ωριαία αμοιβή του α' εδαφίου της παρ. 4 μπορεί να αναπροσαρμόζεται. Από όλες τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι η αμοιβή του προσωπικού των νοσηλευτικών ιδρυμάτων της χώρας και εκείνων που είναι ν.π.δ.δ., για τις δύο ώρες ημερησίως, που προβλέπονται από τις διατάξεις των παρ. 3 και 4 του ν. 201/1975, υπολογίζεται όπως και η αμοιβή για την παρεχομένη πέραν του υποχρεωτικού ωραρίου εργασία από τους υπαλλήλους του δημοσίου, για την κάλυψη των άνω αναγκών, που προεβλέπετο από το εδ.
γ' της παρ. 3 του ν.δ. 4548/1966 και νυν από τις διατάξεις της παρ. 4 του άρθρου 17 του ν. 1505/1984, όπως τροποποιήθηκε και είναι ίση, κατά την εκδοθείσα με την εξουσιοδότηση της παρ. 8 του νόμου αυτού 2039921/14-6-1991 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, με το 1/65 του μηνιαίου βασικού μισθού, προσαυξημένου κατά 20% και στρογγυλοποιουμένου στην επόμενη μονάδα για κάθε ώρα.
Συνεπώς το Εφετείο που δέχθηκε, ως εκ της πληττομένης αποφάσεώς του προκύπτει, ότι οι διατάξεις αυτές δεν έχουν εφαρμογή ως προς τον υπολογισμό του ωρομισθίου της απασχοληθείσας, με σύμβαση εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ως καθαριστρίας στο αναιρεσίβλητο νοσηλευτικό ίδρυμα, που υπάγεται στις διατάξεις του ν. 2592/1953, αναιρεσείουσας για την παρασχεθείσα εργασία της των δύο ωρών ημερησίως του ν. 201/1975 και απέρριψε ως μη νόμιμο σχετικό αγωγικό αίτημα αυτής, ψευδώς ερμήνευσε τις άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, κατά το, από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., βασίμως υποστηρίζον τούτο μέρος του τρίτου λόγου της αναιρέσεως.
Με τις διατάξεις του άρθρου 8 παρ. 3β του ν. 2430/1996 ορίζεται: "Εκ του συνόλου των εγκεκριμένων πιστώσεων του προγράμματος δημοσίων επενδύσεων του Υπουργείου Υγείας και Πρόνοιας και των εποπτευομένων από αυτό Ν.Π.Δ.Δ. καθώς και του ενιαίου προγράμματος προμηθειών των νοσηλευτικών ιδρυμάτων του ιδίου Υπουργείου, παρακρατείται ποσοστό τρία και μισό τοις εκατό, το οποίο κατατίθεται σε ειδικό λογαριασμό και διατίθεται από 1-8-1996 για την παροχή επιδόματος αυξημένης ευθύνης, ως κίνητρο αποδοτικότητος, στο προσωπικό που υπηρετεί σε νοσηλευτικά ιδρύματα του ν.
δ/τος 2592/1953 (ΦΕΚ 254 Α) αρμοδιότητος Υπουργείου Υγείας και Πρόνοιας, στο Εθνικό Κέντρο Άμεσης Βοήθειας (ΕΚΑΒ), σε νομικά πρόσωπα του τομέα προνοίας αρμοδιότητας του ιδίου Υπουργείου, καθώς και στους ιατρούς του Εθνικού Συστήματος Υγείας (ΕΣΥ). Ο λογαριασμός αυτός σε περίπτωση ανεπάρκειας των εσόδων του για την παροχή του ανωτέρω επιδόματος δύναται να ενισχύεται με επιχορήγηση από τον Κρατικό Προϋπολογισμό.
Η σύσταση του ειδικού αυτού λογαριασμού, τα υπαγόμενα στην παρούσα παράγραφο νομικά πρόσωπα του τομέα προνοίας, το ύψος της παροχής και της τυχόν απαιτουμένης επιχορήγησης από τον Κρατικό Προϋπολογισμό, ο τρόπος διανομής του ποσού αυτού καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια καθορίζονται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Υγεία Πρόνοιας".
Κατ' εξουσιοδότηση των διατάξεων αυτών εκδόθηκε η Δ.Υ 13 Β/Οικ. 62.034/23.27/8/1996 απόφαση των Υπουγών Οικονομικών και Υγείας (ΦΕΚ Β 740) με την οποία ορίζονται, εκτός άλλων και τα εξής "Χορηγούμε μηνιαίο επίδομα αυξημένης ευθύνης, ως κίνητρο αποδοτικότητας: 1. Στους γιατρούς κλάδου Ε.Σ.Υ., στο προσωπικό των κατηγοριών ΠΕ, ΤΕ, δε και ΥΕ που υπηρετεί σε Νοσηλευτικά ιδρύματα του Ν.Δ. 2592/1953 (ΦΕΚ 254 Α) αρμοδιότητας Υπουργείου Υγείας και Προνοίας, στο Εθνικό Κέντρο Άμεσης Βοήθειας (ΕΚΑΒ) και στην Μέση Τενχική Επαγγελματική Νοσηλευτική Σχολή "Αμαλία "Φλέμιγκ"..... 4.
Το ύψος του επιδόματος αυτού ορίζεται σε 35.000 δραχμές...". Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι το εν λόγω επίδομα χορηγείται σε όλες τις άνω κατηγορίες των εργαζομένων που υπηρετούν, εκτός των άλλων και στα νοσηλευτικά ιδρύματα του ν.δ/τος 2592/1953, όπως είναι και το αναιρεσίβλητο, επομένως και στις καθαρίστριες, πέραν των λοιπών αποδοχών τους και ανεξαρτήτως του νομικού καθεστώτος που διέπει αυτές.
Το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλομένη απόφαση του ότι η αναιρεσείουσα προσελήφθη με σύμβαση εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου την 22-12-1986 από το αναιρεσίβλητο νοσηλευτικό ίδρυμα, που υπάγεται στις διατάξεις του ν.δ 2592/1953 και παρέσχε σε αυτό την εργασίαν την ως καθαρίστρια μέχρι της συνταξιοδοτήσεώς της κατά την 31-8-1997 και ότι η σύμβαση εργασίας αυτής διέπεται, κατά το περί του ζητήματος αυτού δεδικασμένον από τις 11121/1991, 186/1995 του Εφετείου Αθηνών και 581/1995 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών αποφάσεις, από το προϊσχύσαν της από 22-12-1988 ΕΣΣΕ της ΠΟΕΔΗΝ νομικό καθεστώς της 42/1981 αποφάσεως του Δ.Δ.Δ.Δ.
Πειραιώς και απέρριψε το αίτημα της αγωγής της περί συνυπολογισμού στις καταβλητέες αποδοχές της από 1-8-1996 του εν λόγω επιδόματος των 35.000 δραχμών μηνιαίως, με την αιτιολογία ότι η χορήγηση αυτού προϋποθέτει την επέκταση του μισθολογίου των δημοσίων υπαλλήλων του ν. 1505/1984, που προβλέπεται από την σύμβαση της ΠΟΕΔΗΝ, η οποία όμως δεν έχει εφαρμογή επί της συμβάσεως της αναιρεσειούσης κατά τα, δια των άνω αποφάσεων, τελεσιδίκως κριθέντα".
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο παρεβίασε τις άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις κατά το βάσιμον, εκ του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., μέρος του τετάρτου λόγου της αναιρέσεως.
Με την διάταξη του άρθρου 41 παρ. 8 του ν. 2065/1992 ορίζεται ότι "Η ειδική αποζημίωση για πρόσθετη εργασία που έχει χορηγηθεί στους υπαλλήλους με τους ν. 1858/1989 (ΦΕΚ 148), 1859/1989 (ΦΕΚ 153), 1881/1990 (ΦΕΚ 42) και 2019/1992 (ΦΕΚ 34), μετατρέπεται από 1ης Ιουλίου 1992 σε ειδικό επίδομα και συνεντέλλεται με τις λοιπές τακτικές μηνιαίες αποδοχές" και με την τοιαύτη του άρθρου 7 του ν. 2019/1992 ότι:
παρ. 1 "Η ειδική αποζημίωση για πρόσθετη εργασία που έχει χορηγηθεί στους υπαλλήλους ωρισμένων κλάδων του Δημοσίου ή ν.π.δ.δ.... χορηγείται από 1ης Ιανουαρίου 1992 για τον ίδιο σκοπό και με τις ίδιες διακρίσεις και στους άλλους υπαλλήλους του Δημοσίου, των Ο.Τ.Α. και των άλλων ν.π.δ.δ., που αμείβονται σύμφωνα με τον ν. 1505/1984 "Αναδιάρθρωση μισθολογίου προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης κ.λ.π." (ΦΕΚ 194Α) ή τον ν. 1876/1990 "Ελεύθερες συλλογικές διαπραγματεύσεις και άλλες διατάξεις" (ΦΕΚ 27Α') με εξαίρεση τους ωρομισθίους.
Το ποσό της αποζημίωσης αυτής καταβάλλεται κατά το ήμισυ μεν από 1-1-1992, στο ακέραιο δε από 1-1-1993...". Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι την άνω παροχή, ειδικόν, από της 1-7-1992, επίδομα, δικαιούνται και οι εργαζόμενοι με σύμβαση εξηρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου σε ν.π.δ.δ., είτε αυτοί αμείβονται με βάση τον ν. 1505/1984, ως είναι και οι εργαζόμενοι με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου στα δημόσια νοσοκομεία της χώρας, κατά την διάταξη του άρθρου 3 της από 22-12-1988 Ε.σ.σ.ε "περί των όρων αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου στα Δημόσια Νοσοκομεία της Χώρας", που είναι μέλη των σωματείων που ανήκουν στην Π.Ο.Ε.Δ.Η.Ν., είτε αυτοί αμείβονται με βάση τον ν. 1876/1990, που οι διατάξεις του ισχύουν, κατά το άρθρο 19 αυτού και για τους με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου εργαζομένους στο Δημόσιο, Ο.Τ.Α και ν.π.δ.δ., με βάση δηλαδή διατάξεις Σ.Σ.Ε.
ή Δ.Α. Επομένως το επίδομα τούτο δικαιούνται και οι εργαζόμενες ως καθαρίστριες σε νοσοκομεία που ανήκουν σε ν.π.δ.δ., με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, που αμείβονται με βάση Σ.Σ.Ε. ή Δ.Α., δηλαδή και οι εργαζόμενες και αμειβόμενες με βάση την 42/81 απόφαση του Δ.Δ.Δ.Δ. Πειραιώς. Δεχθείσα όθεν η αναιρεσιβαλλόμενη ότι η αναιρεσείουσα, που απησχολείτο, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση της, στο νοσοκομείο του αναιρεσιβλήτου ν.π.δ.δ.
με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ως καθαρίστρια, δεν εδικαιούτο από της 1-1-1995 και μετέπειτα, το άνω ειδικό επίδομα, με την αυτή ως άνω αιτιολογία, ήτοι ότι η χορήγηση αυτού προϋποθέτει την επέκταση του μισθολογίου των δημοσίων υπαλλήλων του ν. 1505/1984, που προβλέπεται από τη σύμβαση της ΠΟΕΔΗΝ, η οποία όμως δεν έχει εφαρμογή επί της συμβάσεως της αναιρεσείουσας κ.λ.π.
εσφαλμένα ερμήνευσε τις άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, κατά τα βασίμως υποστηριζόμενα με τον εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ τέταρτο λόγο αναίρεσης κατά το αντίστοιχο μέρος του. Κατ' ακολουθίαν, δεκτών καθισταμένων των άνω λόγων αναίρεσης ως εν μέρει βασίμων, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά τα σχετικά κεφάλαια αυτής.
Στη συνέχεια η υπόθεση πρέπει να παραπεμφθεί προς περαιτέρω εκδίκαση ως προς τα εν λόγω κεφάλαια στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 8079/2000 απόφαση του Εφετείου Αθηνών ως προς τα αναφερόμενα στο σκεπτικό κεφάλαια.
Παραπέμπει την υπόθεση ως προς τα παραπάνω κεφάλαια προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο σε μέρος των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας τα οποία ορίζει σε τετρακόσια (400) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Οκτωβρίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 31 Οκτωβρίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ