Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, rejecting arguments regarding absent parties and evidence evaluation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Third Instance Court's decision, ruling that the appeal was procedurally inadmissible. The appellant argued that the lower court failed to consider their claim that the company seal was missing and that the Third Instance Court ignored a specific ground of appeal regarding evidence assessment. The court rejected these arguments, stating that the appellant's claims were merely arguments rather than new matters and that the lower court had properly considered and rejected the evidence ground.
Legislator headnote
AI generatedArt. 226(4) KPolD; Art. 576(1)-(2) KPolD; Art. 559(8) KPolD; Art. 559(8b) KPolD: An appeal is inadmissible if the appellant fails to appear at the scheduled hearing, and grounds of appeal alleging failure to consider specific arguments or evidence are rejected if the lower court already addressed and dismissed them substantively.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1701 / 2025 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1701/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Ευτύχιο Νικόπουλο, Βαρβάρα Πάπαρη και Στυλιανή Μπλέτα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 27 Μαΐου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΕΡΓΟΛΑΒΙΚΗ ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ - ΑΚΕΡ ΑΕ", που εδρεύει στην Καλαμάτα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ν. Κ. του Ι., 2) Σ. Κ. του Ι., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Π. Μουργή με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/10/2004 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Καλαμάτας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 72/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 56/2019 του Τριμελούς Εφετείου Καλαμάτας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 12/3/2020 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 ΚΠολΔ που έχει γενική εφαρμογή, "Ο δικαστής που διευθύνει τη συζήτηση σημειώνει στο πινάκιο αν η συζήτηση έγινε κατ' αντιμωλία ή ερήμην ή αναβλήθηκε ή ματαιώθηκε. Αν η συζήτηση αναβληθεί ο γραμματέας οφείλει αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων". Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής η αναβολή εκ του πινακίου ισχύει ως κλήτευση παντός διαδίκου για τη νέα μετ' αναβολή δικάσιμο, χωρίς να χρειάζεται επανάληψη της κλήτευσης του απολειπομένου διαδίκου κατά τη δικάσιμο στην οποία δόθηκε η αναβολή, υπό την προϋπόθεση ότι αυτός έχει κλητευθεί νομίμως για να παρασταθεί στην αρχική δικάσιμο είτε, σε περίπτωση που δεν είχε κλητευθεί νομίμως, είχε παρασταθεί προσηκόντως κατά την αρχική δικάσιμο, χωρίς να προβάλλει την έλλειψη ή την ελαττωματικότητα της κλήτευσής του.
Περαιτέρω κατά το άρθρο 576 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ αν ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση ή ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση που κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ή παραστάθηκε κατά τη δικάσιμο που αναβλήθηκε η συζήτηση δεν παραστεί στη νέα μετ' αναβολή δικάσιμο ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι.
Στην προκείμενη περίπτωση η συζήτηση της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως είχε προσδιορισθεί αρχικώς για τη δικάσιμο της 9ης Ιανουαρίου 2023.
Κατά τη δικάσιμο αυτή παρέστη η αναιρεσείουσα ενώ ήταν απόντες οι αναιρεσίβλητοι, όπως προκύπτει από αντίγραφο του οικείου πινακίου, και η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως αναβλήθηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (27-5-2024). Κατά τη δικάσιμο αυτή η αναιρεσείουσα δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του οικείου πινακίου με πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατέθεσε δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Εφόσον, λοιπόν, κατά την αρχική δικάσιμο παραστάθηκε η αναιρεσείουσα, χωρίς να προβάλλει την έλλειψη ή την ελαττωματικότητα της κλήτευσής της, πρέπει η υπόθεση να συζητηθεί σαν να ήταν και αυτή παρούσα.
Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθμ. 56/2019 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Καλαμάτας, η οποία δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση και τους πρόσθετους λόγους εφέσεως της εναγόμενης και ήδη αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθμ. 72/2013 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας, η οποία έκανε δεκτή την αγωγή των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 αριθ.3 ΚΠολΔ).
Κατά τη διάταξη του αριθμού 11 β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις, που δεν προσκομίστηκαν. Από το άρθρο 352 παρ. 1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι δικαστική ομολογία, η οποία αποτελεί πλήρη απόδειξη εναντίον εκείνου που ομολόγησε, δεν είναι κάθε ομολογία, αλλά μόνο αυτή που έγινε με σκοπό την αποδοχή του αμφισβητούμενου και επιβλαβούς γι' αυτόν που ομολογεί γεγονότος, απευθύνεται στο δικαστήριο που δικάζει την υπόθεση και είναι σαφής και ορισμένη.
Περαιτέρω κατά το άρθρο 354 του ίδιου Κώδικα, όποιος ομολόγησε μπορεί να ανακαλέσει την ομολογία του, να αμφισβητήσει, δηλαδή, μεταγενέστερα το ομολογημένο γεγονός μόνο αν αυτός αποδείξει ότι δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια. Η ανάκληση ομολογίας - δικαστικής ή εξώδικης - δεν υπόκειται σε χρονικό περιορισμό, δεδομένου ότι δεν ενέχει προβολή νέου πραγματικού ισχυρισμού, ώστε να έχουν εφαρμογή τα άρθρα 269 και 527 ΚΠολΔ.
Η ανάκληση πρέπει να προταθεί, χωρίς να είναι αναγκαία πανηγυρική δήλωση του διαδίκου ότι ανακαλεί το ομολογημένο γεγονός, αλλά αρκεί να προκύπτει ότι ήδη το αμφισβητεί (ΑΠ 755/2023, ΑΠ 791/2017, 319/2015, 1176/2009). Η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο της αίτησής της προβάλλει την πλημμέλεια από τον αριθμό 11β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του ανύπαρκτη δικαστική ομολογία της, δεχόμενο εσφαλμένα ότι στις από 23.6.2006 προτάσεις της ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου συνομολόγησε όλα τα συγκροτούντα την ιστορική βάση της αγωγής πραγματικά περιστατικά, ενώ με την προσθήκη των ανωτέρω προτάσεών της προέβη σε διόρθωση των ισχυρισμών που είχε προβάλει και αμφισβήτησε την εκ μέρους της, κατά το χρόνο συνάψεως του από 3.2.1999 ιδιωτικού συμφωνητικού είσπραξη 40.000.000 δρχ.
σε μετρητά και με την από 8-10-2012 προσθήκη - αντίκρουση των μετ' απόδειξη προτάσεών της δεν προέβη σε ανάκληση ομολογίας, αλλά σε ανάπτυξη των ισχυρισμών της που είχε προβάλει στην πρώτη συζήτηση. Από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτουν τα ακόλουθα:
Στις από 23.6.2006 προτάσεις της ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου η αναιρεσείουσα ισχυρίστηκε τα εξής: "...Την 3η Φεβρουαρίου 1999 κατηρτίσθη μεταξύ του πατρός και δικαιοπαρόχου των αντιδίκων Ι. Κ., επιχειρηματία, κατοίκου ..., και της εταιρίας μας ιδιωτικό συμφωνητικό, προσαγόμενο και επικαλούμενο, στο πλαίσιο του οποίου κατεβλήθησαν στον Π.
Γ. 40.000.000 δραχμές για λογαριασμό μου....", ενώ με την από 20.9.2006 προσθήκη της επί των ως άνω προτάσεών της ισχυρίσθηκε τα εξής: "...Ισχυρίζονται οι αντίδικοι ότι τα 40.000.000 δραχμές είχαν δοθεί σε μετρητά στον Π. Γ. στις 3.2.1999 από τον Ι. Κ.! ...Αυτά όμως είναι ανήκουστα πράγματα και δεν μπορούν να γίνουν πιστευτά ούτε από μικρό παιδί.
Πράγματι η διατύπωση της αποδείξεως αναφέρεται σε "καταβολή", όμως η σχετική διατύπωση είχε επιβληθεί από τον Ι. Κ. για να υπάρχει μεγαλύτερη δεσμευτικότητα, δεδομένου ότι η χορήγηση επιταγής θεωρείται καταβολή μετρητών χρημάτων... Είναι αληθές ότι στο παρελθόν δεν αναφερόταν η ύπαρξη της από 30.3.1999 αποδείξεως, τούτο όμως γινόταν για διαφόρους λόγους:
Κατ' αρχάς ο Π. Γ. πάντοτε επιθυμούσε την υλοποίηση της ανταλλαγής και γνώριζε ότι αν έθετε ζήτημα επανακαταβολής των χρημάτων η ανταλλαγή θα ναυαγούσε δια παντός. Περίμενε λοιπόν, μη γνωρίζοντας αν οι αντίδικοι γνώριζαν ή όχι τα της επιστροφής των 40 εκατ. να κατασταλάξουν τα πράγματα πριν δημοσιοποιήσει την ύπαρξη της αποδείξεως αυτής..." και τέλος στην από 8.10.2012 προσθήκη επί των μετ' απόδειξη προτάσεών της αναφέρει τα εξής: "...Τέλος ανακαλούμε κάθε τυχόν άμεσο ή έμμεσο παραδοχή ή ομολογία ή αναγνώριση που τυχόν έγινε από εμάς κατά τη πρώτη και μέχρι σήμερα συζήτηση της υποθέσεως δεδομένου ότι τυχόν γενομένη εγένετο εκ πλάνης και μόνον των πληρεξουσίων μας...".
Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο ως προς τον ερευνώμενο αναιρετικό λόγο δέχθηκε τα ακόλουθα: "...Η εναγόμενη με τις νομίμως κατατεθείσες ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου από 23-6-2006 έγγραφες προτάσεις της, συνομολογεί τα συγκροτούντα την ιστορική βάση της αγωγής πραγματικά περιστατικά (άρθρο 352 ΚΠολΔ) και δη την υπογραφή της σύμβασης προσυμφώνου υπό τις αναφερόμενες σε αυτό ιδιότητες των συμβαλλομένων μερών και την εκ μέρους της είσπραξη του ανωτέρω χρηματικού ποσού, δια του αντιπροσώπου της Π.
Γ., ο οποίος συμβλήθηκε επ' ονόματι και για λογαριασμό της, ισχυριζόμενη περαιτέρω ότι η ματαίωση της υπογραφής της οριστικής σύμβασης, οφείλεται σε υπαιτιότητα των εναγόντων, προβάλλοντας συνάμα και την ένσταση εξόφλησης της επίδικης απαίτησης, συνταχθείσας της από 30-9-1999 απόδειξης...Εκ των ανωτέρω συνάγεται ότι στην επίμαχη απόδειξη, με βάση την οποία ο Ι.
Κ. φέρεται να βεβαιώνει ότι του αποδόθηκε το χρηματικό ποσό των 40.000.000 δραχμών, δεν είναι υπογεγραμμένη από τον τελευταίο. Εφόσον επομένως δεν αποδείχτηκαν από την εναγόμενη, η οποία προέβη σε ανάκληση της ομολογίας της και ως εκ τούτου έφερε το βάρος της απόδειξης της αναλήθειας των ομολογηθέντων, με βάση τα υπάρχοντα αποδεικτικά στοιχεία, αντίθετα από τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά, πρέπει να απορριφθεί η περιεχόμενη στο κατατεθέν δικόγραφο ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, προσθήκη αντίκρουσης, με ημερομηνία 8-10-2012, ανάκληση ομολογίας της τελευταίας (άρθρο 354 ΚΠολΔ), κεφάλαιο ωστόσο της εκκαλούμενης απόφασης, το οποίο δεν προσβάλλεται με αυτοτελή λόγο έφεσης και ως εκ τούτου η επιχειρούμενη εκ νέου, δια των εγγράφων προτάσεων της, ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου, ανάκληση της ομολογίας της, καθίσταται άνευ εννόμου επιρροής, καθόσον η υπόθεση ως προς το συγκεκριμένο ζήτημα, δηλαδή την ανάκληση της δικαστικής ομολογίας της εναγόμενης, δεν έχει μεταβιβαστεί ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου, εφόσον το κεφάλαιο αυτό της εκκαλούμενης δεν έχει προσβληθεί με ειδικό λόγο έφεσης είτε δια του δικογράφου της εφέσεως είτε δια του δικογράφου των προσθέτων λόγων.
Αφού λοιπόν, από κανένα αποδεικτικό μέσο, δεν αποδείχτηκε ότι το επίδικο χρηματικό ποσό καταβλήθηκε στον πατέρα των εναγόντων Ι. Κ. ή στους κληρονόμους αυτού ενάγοντες, η υποβληθείσα από την εναγόμενη ένσταση εξόφλησης, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη...". Η αναιρεσείουσα, ενώ με τις ως άνω από 23-6-2006 έγγραφες προτάσεις της συνομολόγησε την εκ μέρους της είσπραξη του χρηματικού ποσού των 40.000.000 δρχ.
δια του αντιπροσώπου της, Π. Γ., ο οποίος συμβλήθηκε επ' ονόματι και για λογαριασμό της, με τις προσθήκες επί των μεταγενέστερων προτάσεών της προέβη σε ανάκληση της ως άνω ομολογίας της, δηλαδή αμφισβήτησε τα ως άνω ομολογημένα γεγονότα. Όμως η ανάκληση αυτή δεν ασκεί ουδεμία έννομη επιρροή, διότι η αναιρεσείουσα, η οποία έφερε το βάρος αποδείξεως της αναλήθειας των ομολογηθέντων, δεν απέδειξε ότι αυτά δεν ανταποκρίνονται στην αλήθεια.
Επομένως, το Εφετείο ορθά δέχθηκε ότι η αναιρεσείουσα δεν προέβη σε ανάκληση των ομολογηθέντων απ' αυτή και ως εκ τούτου, ο πρώτος αναιρετικός λόγος από τον αριθ. 11β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από την ως άνω διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν, από τις αιτιολογίες της απόφασης δεν προκύπτουν σαφώς τα πραγματικά περιστατικά, που είναι αναγκαία, για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της διάταξης του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της.
Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο, στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, δηλαδή δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα στο αιτιολογικό της απόφασης πραγματικά περιστατικά δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκείς-ασαφείς αιτιολογίες) ή όταν η διατύπωση της απόφασης είναι ενδοιαστική, ώστε το πόρισμα να μην είναι αναμφίβολο (ΑΠ 526/2006) ή όταν οι αιτιολογίες της απόφασης αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατικές αιτιολογίες) και εξαιτίας της αντίφασης δεν προκύπτει ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό, ώστε σε συνδυασμό με το σκεπτικό, να κριθεί περαιτέρω, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν τα στοιχεία για την εφαρμογή της διάταξης που εφαρμόστηκε, δηλαδή να μπορεί να ελεγχθεί αν σωστά εφάρμοσε το νόμο (ΑΠ 1131/2007).
Το κατά νόμο, δε, αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης, προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές, αλλά πλήρεις αιτιολογίες.
Το ουσιώδες στοιχείο του λόγου αυτού αναίρεσης αποτελεί η έλλειψη νόμιμης βάσης σε "ζητήματα". Ως ζητήματα δε, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο αντιφατικό ή ανεπαρκή, στερεί από νόμιμη βάση την απόφαση, νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση ή κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όπως είναι και τα αναγκαία, κατά νόμο προς στήριξη της αγωγής ή κάποιας νόμιμης ένστασης περιστατικά, τα οποία ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 1703/2009, ΑΠ 1906/2006, ΑΠ 435/2005).
Αντίθετα, όταν πρόκειται για ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, που εξάγεται από αυτές, δεν έχει εφαρμογή η διάταξη του αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 15/2006, ΟλΑΠ 861/1984, ΑΠ 1376/2011), γιατί στην κρίση του αυτή, το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσιαστική εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, είναι απαράδεκτος. Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναίρεσης, πρέπει, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, εκτός των άλλων, η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε εκ πλαγίου, με βάση τα στοιχεία της οποίας προσδιορίζεται το αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης της απόφασης, προκειμένου να ελεγχθεί αν υπάρχει, σχετικά με την εφαρμογή του, έλλειψη αιτιολογιών ή αντίφαση ή ανεπάρκεια αυτών (ΑΠ 137/2021, ΑΠ 472/2017, ΑΠ 116/2012).
Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τους δεύτερο και τρίτο- κατά το επικουρικό του σκέλος- λόγους της αναίρεσης, προσβάλλει την απόφαση με την, εκ του αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο με ανεπαρκείς αιτιολογίες δέχθηκε ότι ο Π. Γ. συμβλήθηκε στο προσύμφωνο επ' ονόματι και για λογαριασμό της, εκφράζοντας τη βούλησή της, με την ιδιότητα του άμεσου αντιπροσώπου της, έχοντας προς τούτο σχετική πληρεξουσιότητα από το διοικητικό της συμβούλιο και ότι με το προσύμφωνο καταβλήθηκε από τον Ι.
Κ. προς τον Π. Γ., συμβληθέντα υπό την ως άνω ιδιότητα του, το χρηματικό ποσό των 40.000.000 δρχ. σε μετρητά. Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 KΠολΔ, επισκόπηση της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, ως προς τους ερευνώμενους ως άνω αναιρετικούς λόγους, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: <<...
Στις 3-2-1999 μεταξύ του πατέρα των εναγόντων Ι. Κ. και της εναγόμενης, αντιπροσωπευόμενης από τον Π. Γ., καταρτίστηκε υποσχετική σύμβαση (προσύμφωνο), σύμφωνα με το οποίο ο Ι. Κ. προσυμφώνησε με την εναγόμενη, όπως παραστάθηκε κατά την κατάρτιση του προσυμφώνου, αφενός την πώληση και μεταβίβαση σε αυτήν της κυριότητας ποσοστού 1/2 εξ αδιαιρέτου ενός ακινήτου, μετά των επ' αυτού ημικατεστραμμένων ήδη κτισμάτων ενός πεπαλαιωμένου εργοστασιακού συγκροτήματος, κειμένου στη θέση "Κρίκα" ή "Γρίκα" ή "Γυφτοπήγαδο" των ορίων της κοινότητας Κατσαρού του Δήμου Οιχαλίας του Νομού Μεσσηνίας... ...
Επιπλέον με το ίδιο ως άνω προσύμφωνο, επέχον θέση απόδειξης, καταβλήθηκαν από τον Ι. Κ. προς τον Π. Γ., συμβληθέντα κατά την κατάρτιση αυτού (προσυμφώνου) ως άμεσος αντιπρόσωπος της εναγόμενης, το χρηματικό ποσό των 40.000.000 δραχμών και ήδη 117.388,11 ευρώ σε μετρητά και όχι με επιταγή, εφόσον κάτι τέτοιο δε μνημονεύεται σε αυτό, με την υπογραφή του προσυμφώνου, ώστε να αποκτήσει η εναγόμενη την κυριότητα ολόκληρου του ακινήτου, αφού ήταν ήδη συγκυρία του ετέρου 1/2 εξ αδιαιρέτου ιδανικού μεριδίου επ' αυτού, δυνάμει του νομίμως μεταγραφέντος υπ' αριθμ. ...-1995 πωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Καλαμάτας Π.
Δ., με αντάλλαγμα την υποχρέωση της εναγόμενης να μεταβιβάσει στον αντισυμβαλλόμενό της, με την υπογραφή της οριστικής σύμβασης, δηλαδή εντός μηνός από την υπογραφή του προσυμφώνου, ποσοστό 25% των ανωνύμων μετοχών της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΕΡΑΝΙΣ Α.Ε ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΤΡΟΦΙΜΩΝ", του οποίου ποσοστού η εναγόμενη είχε την κυριότητα.
Όμως, η υπογραφή της οριστικής σύμβασης δεν πραγματοποιήθηκε εντός της ταχθείσας με το προσύμφωνο προθεσμίας, αλλά ούτε και μεταγενέστερα, αφού στο μεταξύ ο Ι. Κ. απεβίωσε τον Δεκέμβριο του έτους 2002. Σε κάθε δε περίπτωση, ανεξάρτητα από την υπαιτιότητα εκάστου των συμβαλλομένων μερών στην υλοποίηση της μεταξύ τους συμφωνίας για την μη κατάρτιση έγκυρης σύμβασης.
το γεγονός ότι δεν τηρήθηκε ο συμβολαιογραφικός τύπος, ο οποίος κατά νόμο απαιτείται τόσο για την μεταβίβαση του ακινήτου όσο και για την μεταβίβαση των μετοχών σε έκαστο των μερών, συνεπάγεται την ακυρότητα της κύριας αλλά και της παρεπόμενης σύμβασης και γεννά ταυτόχρονα υποχρέωση της εναγόμενης να αποδώσει στους νόμιμους πλέον κληρονόμους του αρχικώς συμβληθέντος Ι.
Κ. το χρηματικό ποσό των 117.388,11 ευρώ. ... ... Σημειώνεται δε ότι ο Π. Γ. συμβλήθηκε στο προαναφερόμενο προσύμφωνο επ' ονόματι και για λογαριασμό της εναγόμενης, εκφράζοντας τη βούλησή της, με την ιδιότητα του άμεσου αντιπροσώπου αυτής, έχοντας προς τούτο σχετική πληρεξουσιότητα από το διοικητικό της συμβούλιο (άρθρο 216 επ.
ΑΚ), η απόφαση του οποίου δεν διατυπώθηκε μεν πανηγυρικά, πλην όμως συνάγεται η βούληση αυτού (ΔΣ) ότι η εν λόγω σύμβαση, με το προαναφερόμενη περιεχόμενο, θα καταρτιστεί από τρίτο πρόσωπο και δη από τον Π. Γ., όπως τούτο συνάγεται από συγκεκριμένες ενέργειες της και ειδικότερα: α) από τις με ημερομηνία 3-6-1999 δηλώσεις απόδοσης φόρου εισοδήματος από ωφέλεια μεταβίβασης εταιρικών μεριδίων, στις οποίες εμφανίζεται ως πωλήτρια εταιρία η Α.Κ.Ε.Ρ ΑΕ και ως εν δυνάμει αγοραστής 6.100 ονομαστικών μετοχών ο δικαιοπάροχος των εναγόντων Ι.
Κ. και οι οποίες υποβλήθηκαν προκειμένου να ολοκληρωθεί η διαλαμβανόμενη από επίδικο προσύμφωνο συμφωνία, β) από τις με ημερομηνία 21-5-1999 δηλώσεις φόρου μεταβίβασης ακινήτων, υπογεγραμμένες υπό την εταιρική επωνυμία της Α.Κ.Ε.Ρ ΑΕ, όπου αναφέρεται ως μελλοντικός αγοραστής του ακινήτου κειμένου στη θέση "Κατσαρού", επί του οποίου βρίσκεται εργοστάσιο, η Α.Κ.Ε.Ρ ΑΕ και μελλοντικός πωλητής αυτού ο Ι.
Κ. και γ) την 11-6-1999 συνάπτεται ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης μεταξύ της εταιρίας Α.Κ.Ε.Ρ ΑΕ, εκπροσωπούμενης από τον Δ. Σ. και της εταιρίας ΔΟΛΟΙ ΑΕ, εκπροσωπούμενης από τον Ν. Κ., στον πρώτο όρο του οποίου αναφέρεται ότι η πρώτη των συμβαλλομένων Α.Κ.Ε.Ρ ΑΕ, εκμισθώτρια, δια του εκπροσώπου της, δήλωσε στη δεύτερη συμβαλλόμενη, μισθώτρια, ότι με βάση το από 3-2-1999 συμφωνητικό έχει στη νομή και κατοχή της το εργοστάσιο που βρίσκεται στη θέση Κατσαρού, το οποίο και της μισθώνει.
Το πρωτοβάθμιο επομένως δικαστήριο το οποίο με την εκκαλούμενη απόφασή του κατέληξε στην ίδια κρίση, έστω και με διαφορετική αιτιολογία, όσον αφορά στην ιδιότητα με την οποία συμβλήθηκε στο επίδικο από προσύμφωνο ο Π. Γ., για λογαριασμό της εταιρίας ΑΚΕΡ ΑΕ, την οποία το παρόν δικαστήριο αντικαθιστά, ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις, απορριπτόμενων ως ουσιαστικά αβάσιμων των σχετικών περί του αντιθέτου λόγων της κρινόμενης έφεσης και των πρόσθετων αυτής λόγων, οι οποίοι, συνολικά εκτιμώμενοι, άπτονται της εσφαλμένης εκτίμησης των αποδείξεων...>>.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν στέρησε την απόφασή του νομίμου βάσεως, καθόσον διέλαβε σ' αυτή την απαιτούμενη αιτιολογία που ανταποκρίνεται στο πραγματικό της διατάξεως του άρθρου 216 ΑΚ και καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής εφαρμογής αυτής, την οποία έτσι δεν παραβίασε εκ πλαγίου. Τούτο διότι αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια και επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο ως άνω αποδεικτικό πόρισμα.
Ειδικότερα ο Π. Γ. συμβλήθηκε στο προαναφερόμενο προσύμφωνο επ' ονόματι και για λογαριασμό της αναιρεσείουσας, εκφράζοντας τη βούλησή της, με την ιδιότητα του άμεσου αντιπροσώπου αυτής, έχοντας προς τούτο σχετική πληρεξουσιότητα από το διοικητικό της συμβούλιο, με το προσύμφωνο δε αυτό που επέχει θέση αποδείξεως καταβλήθηκε από τον Ι.
Κ. προς τον Π. Γ., συμβληθέντα κατά την κατάρτιση αυτού ως άμεσος αντιπρόσωπος της αναιρεσείουσας, το ποσό των 40.000.000 δρχ. σε μετρητά, το οποίο δεν αποδόθηκε στον Ι. Κ. ή στους κληρονόμους αυτού (αναιρεσίβλητους), διότι η επίμαχη απόδειξη, με βάση την οποία φέρεται ο Ι. Κ. να βεβαιώνει ότι του αποδόθηκε το ποσό των 40.000.000 δρχ.
δεν είναι υπογεγραμμένη απ' αυτόν. Επομένως, οι δεύτερος και τρίτος- κατά το επικουρικό του σκέλος- λόγοι της αναίρεσης από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι. Περαιτέρω, ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν από τον αναιρεσείοντα ή έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν από τον αναιρεσίβλητο και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ως πράγματα κατά την έννοια της διάταξης αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, δηλαδή ισχυρισμοί θεμελιωτικοί κατά νόμο αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, που να είναι παραδεκτοί και νόμιμοι, όχι δε και οι μη νόμιμοι, επουσιώδεις και απαράδεκτοι ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και επί των οποίων το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει.
Δεν αποτελούν επίσης πράγματα κατά την έννοια της διάταξης αυτής η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ανακοπής κλπ ή τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων. Δεν ιδρύεται δε ο λόγος αυτός αναίρεσης αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο (ΑΠ 1131/2024, ΑΠ 208/2018, ΑΠ 37/2008, ΑΠ 2102/2007).
Με τον τρίτο αναιρετικό λόγο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρθμ.8 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον επαναφερθέντα με λόγο εφέσεως ισχυρισμό της αναιρεσείουσας ότι δεν δεσμεύεται από το επίμαχο προσύμφωνο, καθόσον δεν έχει τεθεί επ' αυτού η εταιρική της σφραγίδα.
Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απαράδεκτος, διότι ο ως άνω ισχυρισμός δεν αποτελεί "πράγμα", υπό την προεκτεθείσα έννοια του αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αλλά επιχείρημα της αναιρεσείουσας, προκειμένου να στηρίξει τον ισχυρισμό της ότι ο Π. Γ. δεν συμβλήθηκε στο προαναφερόμενο προσύμφωνο ενεργώντας ως πληρεξούσιός της.
Τέλος, με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθ. 8β του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια με την αιτίαση ότι το Εφετείο, παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τον έβδομο λόγο της εφέσεώς της, με τον οποίο παραπονείτο για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με το να δεχθεί ότι έλαβε από τον Ι. Κ. το ποσό των 40.000.000 δρχ. τοις μετρητοίς στις 3-2-1999 με την υπογραφή του προσυμφώνου και ότι το ποσό αυτό έχει εισπράξει για λογαριασμό της ο Π. Γ. Από τις προπαρατεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του τον ως άνω λόγο εφέσεως και τον απέρριψε κατ' ουσίαν, δεχόμενο ότι η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα με τις προτάσεις της ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου συνομολογεί την υπογραφή του προσυμφώνου και την εκ μέρους της είσπραξη του ποσού των 40.000.000 δρχ., δια του αντιπροσώπου της Π. Γ., ο οποίος συμβλήθηκε επ' ονόματι και για λογαριασμό της, η δε επίμαχη απόδειξη με βάση την οποία ο Ι. Κ. φέρεται να βεβαιώνει ότι του αποδόθηκε το ως άνω ποσό, δεν είναι υπογεγραμμένη από αυτόν. Επομένως, ο ως άνω αναιρετικός λόγος από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 αριθμ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτών (άρθρα 106, 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζονται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12.3.2020 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 56/2019 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Καλαμάτας.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Μαΐου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 2 Οκτωβρίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης καθώς και της αμέσως αρχαιότερης Αρεοπαγίτου αποχωρησασών από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης