Supreme Court remands labor dispute case for retrial due to appellate court's failure to examine document forgery.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appeal against the First Instance Court of Crete's decision in a labor dispute. The appellants argued that the lower court erred by accepting a document without verifying its authenticity, despite a prior allegation of forgery. The court ruled that the appellate court failed to examine the document's validity before considering it as evidence, constituting a procedural violation under Article 559 of the Code of Civil Procedure.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(11)(a) and 580(3) of the Code of Civil Procedure; The appellate court must examine the authenticity and admissibility of evidence before considering it, and failure to do so requires remanding the case for retrial.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1701 / 2022 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1701/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα, Αριστείδη Βαγγελάτο, Κωνσταντίνα Νάκου και Νικόλαο Πουλάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 10 Μαΐου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1)ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, και 2) Π. Χ. του Ι., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Απόστολο Αποστολάκη, ο οποίος ανακάλεσε την από 4/5/2022 δήλωσή του κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., παραστάθηκε αυτοπροσώπως και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Δ. Γ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Μυταλούλη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9/6/2015 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χανίων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 253/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 92/2020 του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 18/9/2020 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.-Με την από 18.9.2020 και με αριθ. κατάθεσης 28/18.9.2020 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ` αριθ. 92/28.5.2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, κατόπιν άσκησης των από α) 5.2.2018 και με αριθμό κατ. ΕΦ17/7.2.2018 έφεσης του Δ. Γ. και ήδη αναιρεσίβλητου και β) 6.1.2019 και με αριθμό κατ.
ΕΦ4/7.1.2019 έφεσης των ι) "..." και ιι) Π. Χ. ήδη αναιρεσειόντων, κατά της εκδοθείσας κατά την αυτή διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων, με αριθμό 253/10.7.2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η από 9.6.2015 και με αριθμό κατ. 536/10.6.2015 αγωγή του Δ. Γ. - ήδη αναιρεσίβλητου, ως ουσιαστικά βάσιμη και υποχρεώθηκαν οι εναγόμενοι - ήδη αναιρεσείοντες, εις ολόκληρο ο καθένας, να καταβάλουν στον ενάγοντα 15.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.
Με την προσβαλλομένη απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου έγιναν τυπικά δεκτές οι αντίθετες εφέσεις, αλλά απορρίφθηκαν αμφότερες κατ' ουσία. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, εφόσον κατατέθηκε στη γραμματεία του εκδώσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστηρίου στις 18.9.2020, ενώ δεν προκύπτει επίδοσή της.
Η δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης έλαβε χώρα στις 28.5.2020 και συνεπώς η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εντός της διετίας που ορίζεται στο άρθρο 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ. Είναι συνεπώς, παραδεκτή (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ.1, 577 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).
2.-Aπό τα άρθρα 591 παρ. 1 β`, 115 παρ. 3, 666 παρ. 1 και 256 παρ. 1δ` του ΚΠολΔ, (όπως ίσχυαν πριν από την έναρξη της ισχύος του ν. 4335/2015 και έχουν εν προκειμένω εφαρμογή, ως εκ του χρόνου ασκήσεως της αγωγής πριν την 1.1.2016), προκύπτει ότι στη διαδικασία των εργατικών διαφορών, κατά την οποία δεν είναι υποχρεωτική η κατάθεση προτάσεων, οι διάδικοι οφείλουν να προτείνουν όλους τους αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς τους προφορικά κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο και επιπλέον οι ισχυρισμοί αυτοί πρέπει να καταχωρηθούν στα πρακτικά, με συνοπτική έκθεση των γεγονότων που τους θεμελιώνουν, εκτός αν τα γεγονότα αυτά περιέχονται στις κατατιθέμενες προτάσεις, απαιτείται δηλονότι, σε κάθε περίπτωση προφορική πρόταση των ισχυρισμών που, "ως γενόμενο κατά τη συζήτηση" σημειώνεται στα πρακτικά και έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν τους αυτοτελείς ισχυρισμούς στις κατατιθέμενες προτάσεις (Ολ.
ΑΠ 2/2005, ΑΠ 1634/2017, ΑΠ 433/2017, ΑΠ 72/2016). Εξ άλλου, κατά το άρθρο 527 αρ. 1 ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 και ισχύει εν προκειμένου ως εκ του χρόνου άσκησης της έφεσης μετά την 1.1.2016, "Είναι απαράδεκτη η προβολή στην κατ' έφεση δίκη πραγματικών ισχυρισμών που δεν προτάθηκαν στην πρωτόδικη δίκη, εκτός αν: 1) προτείνονται από τον εφεσίβλητο, ενάγοντα, εναγόμενο ή εκείνον που είχε παρέμβει, ως υπεράσπιση κατά της έφεσης και δεν μεταβάλλεται με τους ισχυρισμούς αυτούς η βάση της αγωγής ή της παρέμβασης, ή προτείνονται από εκείνον που παρεμβαίνει για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη με πρόσθετη παρέμβαση, θεωρείται όμως αναγκαίος ομόδικος του αρχικού διαδίκου, 2) γεννήθηκαν μετά τη συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και στην περίπτωση των άρθρων 237 και 238 μετά την παρέλευση της προθεσμίας για την κατάθεση των προτάσεων, 3) λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως ή μπορεί να προταθούν σε κάθε στάση της δίκης, 4) το δικαστήριο κρίνει ότι δεν προβλήθηκαν εγκαίρως με τις προτάσεις από δικαιολογημένη αιτία` αυτό ισχύει και για την ένσταση κατάχρησης δικαιώματος, 5) προέκυψαν για πρώτη φορά μεταγενέστερα και 6) αποδεικνύονται εγγράφως ή με δικαστική ομολογία του αντιδίκου.
Το απαράδεκτο λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως". Κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 527 ΚΠολΔ, ως νέοι ισχυρισμοί νοούνται μόνον όσοι τείνουν στη θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, αλλά όχι και οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από την εκτίμηση των αποδείξεων, καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα για την υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων (ΑΠ 205/2021, ΑΠ 364/2018, ΑΠ 1306/2009).
Εξάλλου, επί αγωγής αποζημίωσης από αδικοπραξία, αν ο εκκαλών με την έφεσή του προσβάλλει την πρωτόδικη απόφαση μόνον ως προς το κεφάλαιο της αποζημίωσης και της χρηματικής ικανοποίησης, μόνον αυτό μεταβιβάζεται στο Εφετείο, όχι δε και το κεφάλαιο της υπαιτιότητας γιατί το τελευταίο δε συνέχεται με τα εν λόγω κεφάλαια (Ολ ΑΠ 10/2015).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.14 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναφέρεται σε ακυρότητες, έκπτωση από δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο (ΟλΑΠ 2/2001, ΟλΑΠ 12/2000), ενώ οι ακυρότητες από το ουσιαστικό δίκαιο ελέγχονται από τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης (ΑΠ 2001/2009).
Με τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αρ.14 ΚΠολΔ λόγο ελέγχονται, πλην άλλων, το παραδεκτό της άσκησης των ενδίκων μέσων, των προσθέτων λόγων έφεσης, της αντέφεσης, των ανακοπών και των προσθέτων λόγων αυτών, καθώς και το παραδεκτό της προβολής των ισχυρισμών (ΑΠ 208/2018). 3.-Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης προβάλλουν την από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτίαση και συγκεκριμένα ότι "το Εφετείο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, παρά το νόμο και συγκεκριμένα τη διάταξη του άρθρου 527 ΚΠολΔ, κήρυξε το απαράδεκτο της προβληθείσας από πλευράς μας, το πρώτον ενώπιον του δευτεροβάθμιου, υπό την θέση μας τόσο ως εκκαλούντων και με το δεύτερο λόγο της από 7.1.2019 αντίθετης έφεσής μας, όσο και ως εφεσίβλητων με τις από 3.3.2020 ενώπιον του δευτεροβάθμιου, προτάσεις μας, ένστασης συντρέχοντος πταίσματος του αντιδίκου - ενάγοντος σε ποσοστό 95% στην πρόκληση του ένδικου τραυματισμού του".
Από την επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης, κατά το ενδιαφέρον τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο μέρος, προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αφού έκρινε για όσους λόγους διαλαμβάνονται σε αυτήν ότι αποκλειστικά υπαίτιοι στην πρόκληση του τραυματισμού του αναιρεσίβλητου κατά τη διάρκεια της εργασίας του ήταν οι αναιρεσείοντες, στη συνέχεια απέρριψε την προβληθείσα το πρώτον στη δευτεροβάθμια δίκη ένσταση συνυπαιτιότητας του αναιρεσίβλητου κατά ποσοστό 95% με το ακόλουθο σκεπτικό: "Περαιτέρω, με το δεύτερο λόγο της έφεσής τους παραπονούνται οι εκκαλούντες - εναγόμενοι για σφάλμα της εκκαλουμένης απόφασης, ισχυριζόμενοι ότι εσφαλμένα έκρινε πως ο ενάγων δεν υπήρξε συνυπαίτιος της πρόκλησης του ένδικου ατυχήματος και του εξ αυτού τραυματισμού του.
Ωστόσο, οι εφεσίβλητοι - εναγόμενοι το πρώτον με την κρινόμενη έφεση προβάλλουν στο παρόν δικαστήριο την ένσταση συντρέχοντος πταίσματος του εφεσιβλήτου - ενάγοντος για τους λόγους που αναφέρουν σε αυτή, ενώ όπως αποδεικνύεται τόσο από τα πρακτικά της πρωτόδικης δίκης όσο και από τις προτάσεις που οι εναγόμενοι κατέθεσαν ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ενώπιον του τελευταίου είχαν περιοριστεί στην άρνηση της υπαιτιότητάς τους και στην απόδοση της αποκλειστικής ευθύνης στον ενάγοντα, χωρίς να υποβάλλουν ένσταση συνυπαιτιότητας και χωρίς μετά ταύτα να επικαλούνται στην έφεση τη συνδρομή λόγου που να δικαιολογεί την καθυστερημένη προβολή της πιο πάνω ένστασης, η οποία δεν λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως.
Συνεπώς και ο δεύτερος λόγος της έφεσης πρέπει ως απαράδεκτος να απορριφθεί. . .".Επομένως, κατά το σκέλος κατά το οποίο το δευτεροβάθμιο δικαστήριο απέρριψε την ένσταση συνυπαιτιότητας των αναιρεσειόντων με το ειδικότερο σκεπτικό ότι οι εναγόμενοι - εκκαλούντες δεν επικαλούντο στην έφεσή τους τη συνδρομή κάποιου λόγου που να δικαιολογεί την καθυστερημένη προβολή της ένστασης συνυπαιτιότητας, το πρώτον ενώπιόν του, δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο, όπως αβασίμως προβάλλουν οι αναιρεσείοντες με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, ως προς το σκέλος αυτού που αναφέρεται στην προβολή της εν λόγω ένστασης συνυπαιτιότητας το πρώτον ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, με το δεύτερο λόγο της από 7.1.2019 αντίθετης έφεσης αυτών, ως εκκαλούντων.
Ως προς το σκέλος αυτού, με το οποίο επικαλούνται ότι παρά το νόμο το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κήρυξε απαράδεκτο τον ισχυρισμό τους περί συντρέχοντος πταίσματος του ενάγοντος σε ποσοστό 95% στην πρόκληση του ένδικου τραυματισμού του, ο οποίος προβλήθηκε με τις από 3.3.2020 προτάσεις τους ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, ως υπεράσπιση κατά της έφεσης του αντιδίκου τους, είναι επίσης απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι όπως προκύπτει από την επισκόπηση της έφεσης του ενάγοντος και σύμφωνα και με τα όσα αναφέρονται παραπάνω στη μείζονα σκέψη, ο ενάγων - εκκαλών με την έφεσή του προσέβαλε την πρωτόδικη απόφαση μόνον ως προς το κεφάλαιο της χρηματικής ικανοποίησης και συνεπώς, μόνον αυτό μεταβιβάσθηκε στο Εφετείο, όχι δε και το κεφάλαιο της υπαιτιότητας γιατί το τελευταίο δε συνέχεται με το εν λόγω κεφάλαιο.
Συνεπώς, αλυσιτελώς οι εκκαλούντες πρόβαλαν την ανωτέρω ένσταση συνυπαιτιότητας με τις προτάσεις τους στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ως εφεσίβλητοι προς υπεράσπισή τους κατά της έφεσης του αντιδίκου τους. 4.-Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 591 § 1, 670, 671 § 1, 444 περ. γ', 448 § 2, 457 § § 2, 3, 4 και 460 του Κ.Πολ.Δ., (όπως ίσχυαν πριν από την έναρξη της ισχύος του ν. 4335/2015 και έχουν εν προκειμένω εφαρμογή, ως εκ του χρόνου ασκήσεως της αγωγής πριν την 1.1.2016), συνάγονται τα ακόλουθα:
α) το δικαστήριο και στην περίπτωση που δικάζει κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, για να σχηματίσει τη δικανική πεποίθησή του ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλομένων από τους διαδίκους πραγματικών ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, λαμβάνει υπόψη και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, τα οποία όμως εκτιμά ελεύθερα, χωρίς να υποχρεούται να ακολουθήσει ορισμένους κανόνες ως προς την αποδεικτική τους ισχύ.
Έτσι λαμβάνονται υπόψη στη διαδικασία αυτή και έγγραφα ανυπόγραφα, μη φέροντα βέβαιη χρονολογία ή ακόμη και αχρονολόγητα, άκυρα και μη συντεταγμένα κατ' αποδεικτικό τύπο, ανεπικύρωτα, αλληλοαναιρούμενα, εκδοθέντα και υπό αυτών των διαδίκων, εξαιρουμένων των πλαστών και μη γνησίων, β) τα ιδιωτικά έγγραφα, σε αντίθεση με ότι συμβαίνει επί δημοσίων εγγράφων (άρθρο 455 ΚΠολΔ.) δεν έχουν το τεκμήριο της γνησιότητας.
Η επίκληση και προσαγωγή ιδιωτικού εγγράφου προς απόδειξη ουσιώδους ισχυρισμού εμπεριέχει, εντεύθεν, τον ισχυρισμό του διαδίκου περί της γνησιότητάς του, ο δε αντίδικος τούτου έχει το βάρος της δήλωσης περί άρνησης της γνησιότητας και ο πρώτος της απόδειξης αυτής, όταν αμφισβητηθεί, γ) εφόσον το ιδιωτικό έγγραφο είναι ενυπόγραφο, αδιάφορα αν φέρει την υπογραφή εκείνου κατά του οποίου προσάγεται ή τρίτου, το παραγόμενο από τη μη αμφισβήτηση της γνησιότητας υπογραφής αμάχητο τεκμήριο περί της γνησιότητας του υπερκείμενου περιεχομένου του εγγράφου, που καλύπτεται από την υπογραφή, ανατρέπεται μόνο με την προσβολή του εγγράφου ως πλαστού (ΑΠ 622/2018), του επικαλούμενου την πλαστότητα βαρυνομένου με την απόδειξή της (άρθρο 463 Κ.Πολ.Δ.), η οποία μπορεί να αφορά νόθευση του περιεχομένου γνησίου εγγράφου και δ) ιδιωτικά έγγραφα θεωρούνται και οι φωτογραφικές αναπαραστάσεις (φωτογραφίες), των οποίων τη γνησιότητα, δηλαδή του περιεχομένου τους, εφόσον αμφισβητείται, οφείλει να την αποδείξει εκείνος που τις επικαλείται και τις προσάγει.
Για την απόδειξη αυτή μπορούν να χρησιμοποιηθούν όλα τα μέσα απόδειξης, ιδίως αυτοψία, πραγματογνωμοσύνη και μάρτυρες (άρθ. 458 ΚΠολΔ). Η απόδειξη δε της γνησιότητας των εγγράφων, περιλαμβανομένων και των φωτογραφιών από εκείνον που τις προσήγαγε, εφόσον αυτή αμφισβητήθηκε από τον αντίδικό του, επιβάλλεται όχι μόνο αν γίνεται χρήση αυτών για άμεση απόδειξη, αλλά και όταν από αυτές συνάγονται δικαστικά τεκμήρια.
Και αν μεν αποδειχθεί κατά τη διαδικασία, κατά την οποία εκδικάζεται η υπόθεση και προσάγονται τα έγγραφα ή οι φωτογραφίες, η μη γνησιότητα αυτών, δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη από το δικαστήριο, ενώ αν προκύπτει ότι αυτά είναι γνήσια τότε πρέπει να ληφθούν υπόψη. Αν όμως το δικαστήριο στην περίπτωση αυτή, χωρίς να εξετάσει την άρνηση της γνησιότητας αυτών ή δεν ερευνήσει παραδεκτώς προβληθέντα ισχυρισμό περί πλαστότητας αυτών, λάβει υπόψη αυτά, τότε υποπίπτει στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ.11 περ.
α' του Κ.Πολ.Δ., αφού εκτιμά ή δεν εκτιμά έγγραφο πριν διαπιστώσει, ως οφείλει, αν εμπίπτει στα επιτρεπόμενα ή μη επιτρεπόμενα από το νόμο αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 584/2019, ΑΠ 1764/2012, ΑΠ 825/2010, ΑΠ 72/2008). Τέλος, η άρνηση της γνησιότητας των φωτογραφιών, όπως και κάθε ιδιωτικού εγγράφου, πρέπει να είναι ρητή, σαφής και ειδική, χωρίς ενδοιαστικές ή υποθετικές εκφράσεις και να γίνει κατ' αυτή τη συζήτηση κατά την οποία προσκομίζονται αυτές, εάν δε αυτό δεν γίνει, θεωρείται ότι αναγνωρίστηκε σιωπηρώς η γνησιότητα αυτών και τυχόν αμφισβήτηση της γνησιότητας αυτών σε μεταγενέστερη συζήτηση είναι απαράδεκτη (ΑΠ 622/2018, ΑΠ 1304/2013). 5.-Με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης, προβάλλεται η από το άρθρο 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ αιτίαση ότι το εφετείο παρά το νόμο και συγκεκριμένα τις διατάξεις των άρθρων 460, 461, 463 ΚΠολΔ, κήρυξε το απαράδεκτο της προβληθείσας από πλευράς των αναιρεσειόντων, το πρώτον ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, με μέρος του πρώτου λόγου της από 7.1.2019 αντίθετης έφεσης, όσο και με τις από 3.3.2020 ενώπιον του δευτεροβάθμιου, προτάσεις των ως εφεσιβλήτων, ένσταση πλαστότητας των με ημερομηνία λήψης 5, 7, 8, 10 και 11.9.2011 φωτογραφιών που προσκόμισε ο αναιρεσίβλητος (σχετικά 3, 3α, 3β, 3γ αυτού), το περιεχόμενο των οποίων είχε ψηφιακά αλλοιωθεί.
Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο απέρριψε τον ισχυρισμό των εναγομένων - εκκαλούντων - εφεσίβλητων, που είχε προβληθεί με ένα σκέλος του πρώτου λόγου της έφεσής τους, ότι οι προσκομιζόμενες από τον εφεσίβλητο - εκκαλούντα φωτογραφίες είναι "αλλοιωμένες ψηφιακά από σχετικό πρόγραμμα επεξεργασίας" εικόνας (αμφισβητήθηκε δηλαδή η γνησιότητα των φωτογραφιών, κατά την έννοια της παρ. 4 του άρθρου 457 ΚΠολΔ, ήτοι το κατά πόσο αποτελούν γνήσια αναπαράσταση της πραγματικότητας), ως απαράδεκτο, διότι προτάθηκε για πρώτη φορά ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου.
Παράλληλα, όμως, με επάλληλη αιτιολογία, απέρριψε τον ισχυρισμό περί ψηφιακής αλλοίωσης (πλαστότητας) αυτών, ως αβάσιμο κατ' ουσία. Ειδικότερα, όπως αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση "Και τούτο διότι, όπως αποδεικνύεται από τις ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου κατατεθείσες προτάσεις του ενάγοντος, οι φωτογραφίες αυτές είχαν ήδη από τότε προσκομισθεί με επίκληση, οι δε εναγόμενοι δεν αμφισβήτησαν τη γνησιότητά τους κατά τη συζήτηση εκείνη, τούτου θεωρουμένου ως σιωπηρής αναγνώρισής της, με αποτέλεσμα η μεταγενέστερη αμφισβήτησή τους, κατά το παρόν στάδιο της δίκης, να είναι απαράδεκτη".
Δέχθηκε επίσης το Εφετείο, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, ότι η ολισθηρότητα του δαπέδου της τουαλέτας του προσωπικού στην ξενοδοχειακή επιχείρηση της πρώτης αναιρεσείουσας εταιρίας διαπιστώθηκε και από τον Επιθεωρητή Εργασίας, που επισκέφθηκε το σημείο του ατυχήματος στις 11 Ιουνίου 2012 και συνέταξε την υπ' αριθμ.
πρωτ. 37/2011 έκθεση έρευνας, την οποία συνόδευσε και από μία φωτογραφία, στην οποία αποτυπώνεται ο χώρος, όπου είναι εμφανές το στρώμα της λιπαρής βρωμιάς, που εξακολουθεί να καλύπτει τα πλακάκια, ακόμα και αρκετούς μήνες μετά το ένδικο ατύχημα (31.8.2011), η οποία (φωτογραφία) ταυτίζεται κατά το περιεχόμενό της με τις φωτογραφίες που λήφθηκαν λίγες ημέρες μετά το ατύχημα από τη σύζυγο του ενάγοντος, επίσης εργαζόμενη το διάστημα εκείνο στην επιχείρηση της πρώτης εναγομένης, απορρίπτοντας έτσι εμμέσως πλην σαφώς, τον ισχυρισμό των αναιρεσειόντων ότι οι προσκομισθείσες στη δευτεροβάθμια δίκη με επίκληση από τον αναιρεσίβλητο φωτογραφίες είχαν ψηφιακά αλλοιωθεί (πλαστογραφηθεί), ως αβάσιμο κατ' ουσία.
Με αυτά που δέχθηκε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, σύμφωνα και με τα όσα αναφέρονται παραπάνω στη μείζονα σκέψη, δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο, όπως αβασίμως διατείνονται οι αναιρεσείοντες με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης.
Συνεπώς και ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
6.-Με τον τρίτο (και τελευταίο) λόγο αναίρεσης προβάλλεται η από το άρθρο 559 αρ. 11 στοιχ. α του ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μεταξύ των λοιπών αποδεικτικών στοιχείων, έγγραφο που είχε προσβληθεί τόσο πρωτοδίκως, όσο και κατ' έφεση, ως πλαστό. Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτουν τα εξής:
Κατά τη συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο της από 9.6.2015 αγωγής του αναιρεσίβλητου, με την οποία ζητούσε την καταβολή ποσού 40.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη, εξ αιτίας του αναφερόμενου τραυματισμού του, από την αμελή συμπεριφορά των οργάνων της πρώτης εναγομένης εταιρίας, νομίμως εκπροσωπουμένης από το δεύτερο εναγόμενο, ο ενάγων, προς απόδειξη του ισχυρισμού του περί (αποκλειστικής) υπαιτιότητας των οργάνων της πρώτης εναγομένης στη σωματική του βλάβη, επικαλέστηκε και προσκόμισε έντυπη δήλωση ατυχήματος προς το ΙΚΑ (σχετικό 22 του ενάγοντος), που έφερε την υπογραφή του ενάγοντος, τη σφραγίδα της πρώτης εναγομένης εταιρίας, την υπογραφή του δεύτερου εναγομένου και δύο υπογραφές μαρτύρων - εργαζομένων στην εταιρία.
Με την από 21.3.2017 προσθήκη των προτάσεών τους, ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, οι εναγόμενοι προσέβαλαν την ανωτέρω δήλωση ατυχήματος ως πλαστή κατά το περιεχόμενό της και δη κατά το αναγραφόμενο στο τμήμα της υπό τίτλο "25.ΠΕΡΙΓΡΑΨΤΕ ΣΥΝΟΠΤΙΚΑ ΤΙΣ ΣΥΝΘΗΚΕΣ ΤΟΥ ΑΤΥΧΗΜΑΤΟΣ" κείμενο, που έχει ως εξής: "ΓΛΥΣΤΡΗΣΑ ΣΤΙΣ ΤΟΥΑΛΕΤΕΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΛΟΓΩ ΣΠΑΣΜΕΝΟΥ ΣΩΛΗΝΑ Κ' ΤΩΝ ΝΕΡΩΝ ΣΤΟ ΠΑΤΩΜΑ Κ' ΕΠΕΣΑ ΚΑΤΩ ΓΥΡΝΩΝΤΑΣ ΤΟ ΠΟΔΙ ΜΟΥ", κατονομάζοντας ως πλαστογράφο τη σύζυγο του ενάγοντος Ε.
Μ. του Μ. και Α., προσκομίζοντας συγχρόνως με επίκληση, προς απόδειξη της επικαλούμενης πλαστότητας, τα απαριθμούμενα στην προσθήκη τους έγγραφα και τις ένορκες βεβαιώσεις των Δ. - Χ. - Α. του Π. και Δ. Α. του Κ.. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, κρίνοντας παραδεκτή και νόμιμη την ένσταση αυτή πλαστότητας, θεώρησε ότι έπρεπε να ερευνηθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν.
Στη συνέχεια κατά την έρευνα της ουσιαστικής βασιμότητας της αγωγής, δέχθηκε ότι το ένδικο εργατικό ατύχημα οφείλονταν στην αμελή συμπεριφορά των οργάνων της πρώτης εναγομένης και επιδίκασε στον ενάγοντα ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης 15.000 ευρώ. Αναφορικά με το προσβληθέν ως πλαστό έντυπο δήλωσης ατυχήματος δέχθηκε: "Κατόπιν τούτων, παρέλκει η εξέταση της ένστασης που πρόβαλαν οι εναγόμενοι περί πλαστότητας της προσκομισθείσας με επίκληση από τον ενάγοντα δήλωσης ατυχήματος προς το ΙΚΑ (σχετικό 22 του ενάγοντος), ως αλυσιτελής, αφού, ακόμη κι αν γινόταν δεκτός ως βάσιμος ο σχετικός ισχυρισμός τους, δεν θα μεταβαλλόταν το ως άνω αποδεικτικό πόρισμα, το οποίο, άλλωστε, διαμορφώθηκε χωρίς να ληφθεί υπόψη το συγκεκριμένο έγγραφο".
Κατά της απόφασης αυτής άσκησαν αντίθετες εφέσεις αμφότεροι οι διάδικοι, ο μεν ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος, παραπονούμενος για το ύψος της επιδικασθείσας χρηματικής ικανοποίησης, ζητώντας να γίνει καθ' ολοκληρίαν δεκτή η αγωγή του, οι δε εναγόμενοι και ήδη αναιρεσείοντες για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων ζητώντας να απορριφθεί η αγωγή του αντιδίκου τους.
Οι εναγόμενοι, όμως, τόσο με την έφεσή τους (σελ. 7 και 21 της από 6.1.2019 έφεσής τους), όσο και με τις προτάσεις τους στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, επανέφεραν την ανωτέρω ένσταση πλαστότητας του παραπάνω εγγράφου, παραπονούμενοι επειδή το πρωτοβάθμιο δικαστήριο παρέλειψε να την εξετάσει. Το Εφετείο, όμως, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχτηκε ότι αποκλειστικά υπαίτιοι για την πτώση του ενάγοντος και τον εξ αυτής τραυματισμό του, είναι οι υπάλληλοι της πρώτης εναγομένης εταιρίας, νομίμως εκπροσωπουμένης από το δεύτερο εναγόμενο, ο οποίος ως εκ της θέσεώς του όφειλε και μπορούσε να δώσει εντολές στους υπαλλήλους που επάνδρωναν το αρμόδιο για τη συντήρηση των εγκαταστάσεων τμήμα, προκειμένου να αποφευχθεί ο κίνδυνος ολίσθησης όσων χρησιμοποιούσαν τους χώρους της τουαλέτας και δέχθηκε εν μέρει την αγωγή, χωρίς να ερευνήσει τη βασιμότητα ή μη της ένστασης πλαστότητας, έλαβε υπόψη και το πιο πάνω έγγραφο, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, στην οποία αναφέρεται ότι έλαβε υπόψη όλα τα έγγραφα που με επίκληση προσκόμισαν οι διάδικοι.
Έτσι, το Εφετείο για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος έλαβε υπόψη, αφού δεν το εξαίρεσε, και το επίμαχο έγγραφο, καίτοι αυτό είχε προσβληθεί ως πλαστό. Επομένως, το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. α' ΚΠολΔ, αφού έλαβε υπόψη έγγραφο, χωρίς να εξετάσει την πλαστότητα του περιεχομένου και της υπογραφής, προκειμένου να διαπιστώσει, όπως όφειλε, αν εμπίπτει στα επιτρεπόμενα ή μη επιτρεπόμενα από το νόμο αποδεικτικά μέσα, και ο εξεταζόμενος τρίτος λόγος αναίρεσης είναι βάσιμος. 7.-Κατ' ακολουθίαν, των ανωτέρω πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί ο αναιρεσίβλητος στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων (άρθρα 183 και 176 ΚΠολΔ), που παρέστησαν και κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο αίτημα αυτών.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθμ. 92/28.5.2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης.- ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, εκτός εκείνου που δίκασε προηγουμένως.-
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Ιουλίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Οκτωβρίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ