Legislator Case Law & Legislation
1701/2019 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against second-instance court ruling rejecting member disqualification exception.

Case Number 1701/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Third Panel of the Athens Court of Assizes regarding a criminal prosecution. The appellant argued that the prosecution was initiated without a mandatory preliminary investigation, violating procedural rights, and that the lower court improperly rejected a request to disqualify a judge. The court held that decisions rejecting a member disqualification exception are not appealable via cassation and that the procedural defect did not constitute a valid ground for review.

Legislator headnote

AI generated

Art. 515 para. 1 KPoind; Art. 22 KPoind; Art. 510 para. 1 KPoind; Art. 578 para. 1 KPoind: A decision rejecting a request for the disqualification of a court member is not subject to cassation, and procedural irregularities in the prosecution initiation do not constitute grounds for appeal if they do not fall within the specific statutory grounds for cassation.

Keywords

AI generated
cassation appeal member disqualification exception rejection preliminary investigation procedural defect criminal procedure costs award

Cited Legislation

AI generated
Art. 515 para. 1 KPoind
Art. 590 para. 1 KPoind
Art. 510 para. 1 KPoind
Art. 22 KPoind
Art. 578 para. 1 KPoind

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1701 / 2019 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 1701/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αγγελική Αλειφεροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Γεώργα, Ιωάννη Μαγγίνα-Εισηγητή, Ερωτόκριτο Ερωτοκρίτου και Μαρία Κουβίδου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Οκτωβρίου 2019, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου Ασπρογέρακα (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευθυμίας Καλογεροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ. Τ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Ιπποκράτη Μυλωνά, για αναίρεση της υπ'αριθ. 8167/2017 και 7077α/2018 απόφασης του Γ' Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Γ. Χ. του Ι., κάτοικο ..., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως, ως δικηγόρος.

Το Γ' Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 30 Μαΐου 2019 αίτηση αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 896/2019.

Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η από 30 Μαΐου 2019 αίτηση, η οποία ασκήθηκε με δήλωση που επιδόθηκε στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 3 Ιουνίου 2019 και έλαβε αριθμό πρωτοκόλλου 6230/2019, για αναίρεση της 8167 και 7077α/2018 απόφασης του Γ' Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα, τον αυτοπροσώπως παρασταθέντα πολιτικώς ενάγοντα με την ιδιότητα του δικηγόρου και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά το άρθρο 515 παρ. 1 του ΚΠοινΔ, με αίτηση ενός από τους διαδίκους ή του εισαγγελέα μπορεί το δικαστήριο του Αρείου Πάγου σε ιδιαιτέρως εξαιρετικές περιπτώσεις να αναβάλει για μία μόνο φορά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης σε ρητή δικάσιμο. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης, εμφανίσθηκε ο πληρεξούσιος δικηγόρος του αναιρεσείοντος, ο οποίος υπέβαλε αίτημα αναβολής της συζήτησης της ένδικης αίτησης, για το λόγο ότι δεν διέθετε τον αναγκαίο χρόνο προκειμένου να καταθέσει δικόγραφο προσθέτων λόγων. Ο επικαλούμενος λόγος, όπως διατυπώνεται, ενόψει της έγκαιρης κλήτευσης του αναιρεσείοντος και της ύπαρξης επαρκούς χρόνου προετοιμασίας του για την παρούσα δικάσιμο, δεν συνιστά ιδιαιτέρως εξαιρετική περίπτωση που να δικαιολογεί την αιτούμενη αναβολή, και ως εκ τούτου, το σχετικό αίτημα πρέπει να απορριφθεί. Σημειώνεται, ότι, στη συνέχεια, μετά την απόρριψη του αιτήματος αναβολής, ο υποβαλών το αίτημα πληρεξούσιος δικηγόρος του αναιρεσείοντος παραστάθηκε και εκπροσώπησε τον αναιρεσείοντα.

ΙΙ. Σύμφωνα, με το άρθρο 590 παρ. 1 του ισχύοντος από 1-7-2019 Ν.ΚΠοινΔ (σύμφωνα με το άρθρ. 585 αυτού), "Υποθέσεις που εκκρεμούν σε οποιοδήποτε στάδιο της ποινικής διαδικασίας και σε οποιονδήποτε βαθμό συνεχίζονται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος κώδικα. Οι πράξεις της ποινικής διαδικασίας που τελέστηκαν όταν ίσχυαν οι διατάξεις που καταργούνται διατηρούν το κύρος τους".

Εξάλλου, κατά το άρθρο 174 παρ. 1 και 2 του Ν.ΚΠοινΔ, "1. Η απόλυτη ακυρότητα λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας ακόμη και στον Άρειο Πάγο. Αν η απόλυτη ακυρότητα αναφέρεται σε πράξεις της προδικασίας μπορεί να ληφθεί υπόψη αυτεπαγγέλτως ή να προταθεί ωσότου γίνει αμετάκλητη η παραπομπή στο ακροατήριο. 2.

Η σχετική ακυρότητα μπορεί να προταθεί από τον εισαγγελέα ή από τους διαδίκους που έχουν συμφέρον. Αν η σχετική ακυρότητα αναφέρεται σε πράξη της προδικασίας, πρέπει να προταθεί έως το τέλος της. Αν αναφέρεται σε πράξη της διαδικασίας στο ακροατήριο, κύριας ή προπαρασκευαστικής, πρέπει να προταθεί ωσότου εκδοθεί για την κατηγορία οριστική απόφαση σε τελευταίο βαθμό".

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 176 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, "1. Αρμόδιο να κηρύξει την ακυρότητα των πράξεων της προδικασίας είναι το δικαστικό συμβούλιο, ενώ των πράξεων της διαδικασίας στο ακροατήριο, κύριας και προπαρασκευαστικής, το δικαστήριο που αναλαμβάνει την εκδίκαση της κατηγορίας. ...". Επίσης, στο άρθρο 322 παρ. 1 του εν λόγω Κώδικα ορίζεται, ότι "Ο κατηγορούμενος που κλητεύθηκε απευθείας με κλητήριο θέσπισμα στο ακροατήριο του τριμελούς πλημμελειοδικείου έχει δικαίωμα, είτε αυτοπροσώπως είτε μέσω αντιπροσώπου, να προσφύγει στον αρμόδιο εισαγγελέα εφετών μέσα σε δέκα ημέρες από την επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος".

Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών του νέου Κ.Ποιν.Δ., που έχουν ταυτόσημο περιεχόμενο με τις σχετικές διατάξεις του προϊσχύσαντος Κ.Ποιν.Δ., συνάγεται ότι οι απόλυτες ακυρότητες της προδικασίας προτείνονται μέχρι την αμετάκλητη παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο και, ειδικότερα, επί μεν παραπομπής με απευθείας κλήση μέχρι την πάροδο της προθεσμίας προσφυγής του άνω άρθρου 322 παρ. 1 ΚΠοινΔ, επί δε παραπομπής με βούλευμα, μέχρις ότου αυτό καταστεί αμετάκλητο, διαφορετικά καλύπτονται, με αποτέλεσμα να μη μπορούν να ληφθούν υπόψη ούτε αυτεπαγγέλτως, αρμόδιο δε για την κήρυξη ή μη αυτών είναι το δικαστικό συμβούλιο.

Ακόμη, από τις διατάξεις του άρθρου 321 παρ. 1 και 4 του ΚΠοινΔ προκύπτει, ότι το κλητήριο θέσπισμα πρέπει επί ποινή ακυρότητας να περιέχει: α) το ονοματεπώνυμο και, αν υπάρχει ανάγκη, και άλλα στοιχεία που καθορίζουν την ταυτότητα του κατηγορουμένου, β) τον προσδιορισμό του δικαστηρίου στο οποίο καλείται, γ) τη χρονολογία, την ημέρα της εβδομάδας και την ώρα που πρέπει να εμφανιστεί, δ) τον ακριβή καθορισμό της πράξης για την οποία κατηγορείται και μνεία του άρθρου του ποινικού νόμου που την προβλέπει και ε) τον αριθμό του, την επίσημη σφραγίδα και την υπογραφή του εισαγγελέα που εξέδωσε το θέσπισμα.

Τα ανωτέρω στοιχεία, που πρέπει, επί ποινή ακυρότητας να περιέχει το κλητήριο θέσπισμα, ορίζονται περιοριστικώς. Ακυρότητες της προδικασίας δεν αποτελούν λόγο ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος, αφού δεν ορίζεται τούτο από το νόμο. Δύναται όμως ακυρότητα πράξης της προδικασίας, εφόσον δεν προτάθηκε ενώπιον του δικαστικού συμβουλίου, να προταθεί με την κατ' άρθρο 322 ΚΠοινΔ προσφυγή ενώπιον του Εισαγγελέα Εφετών, εφόσον συνάπτεται με τη βασιμότητα της παραπομπής του κατηγορουμένου στο ακροατήριο.

Στην περίπτωση αυτή ο Εισαγγελέας Εφετών δύναται, εφόσον κρίνει, ότι οι προτεινόμενοι λόγοι ακυρότητας της προδικασίας είναι βάσιμοι και από τα λοιπά στοιχεία δεν δικαιολογείται η παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, να διατάξει τη συμπλήρωση της διενεργηθείσας προανάκρισης. Αν οι ακυρότητες της προδικασίας δεν προβλήθηκαν με προσφυγή κατά το άρθρο 322 ΚΠοινΔ ή προβληθείσες απορρίφθηκαν από τον Εισαγγελέα Εφετών, δεν επιδρούν επί του κύρους της δια κλητηρίου θεσπίσματος παραπομπής του κατηγορουμένου στο ακροατήριο και, συνεπώς, δεν δύνανται να προβληθούν ενώπιον του δικαστηρίου ως λόγος ακυρότητας αυτής.

Συνακόλουθα, δεν έχει εξουσία το δικαστήριο να κηρύξει την ακυρότητα της δια κλητηρίου θεσπίσματος παραπομπής και να παραπέμψει και πάλι την υπόθεση στην ανάκριση, προκειμένου να επαναληφθεί η ακύρως διενεργηθείσα ανακριτική πράξη. Τέλος, η απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.

Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναίρεσης, πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς και τα αιτήματα που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή από το συνήγορό του σε όλες, χωρίς εξαίρεση, τις αποφάσεις, ανεξάρτητα, αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή, αν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου που τις εξέδωσε.

Τέτοιο είναι και το αίτημα για ακυρότητα της ποινικής διαδικασίας, επί του οποίου η απορριπτική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά αιτιολογημένη. Όταν όμως το αίτημα αυτό είναι απαράδεκτο ή μη νόμιμο, το Δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε να διαλάβει στην απορριπτική απόφασή του ιδιαίτερη αιτιολόγηση, αφού δεν υπάρχει υποχρέωση απάντησης σε απαράδεκτο, μη νόμιμο ή αόριστο αίτημα ή ισχυρισμό και έτσι δεν ιδρύεται ο από την προαναφερθείσα διάταξη (άρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ.

Δ' ΚΠοινΔ) αναιρετικός λόγος, ο οποίος, αν προβληθεί, απορρίπτεται ως αβάσιμος [ολΑΠ - Ποιν 6/2017].

Στην προκείμενη περίπτωση, ο τότε κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων ισχυρίστηκε ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου της ουσίας τα ακόλουθα: "Έχοντας υπ' όψιν ότι οι αυτοτελείς ισχυρισμοί προβάλλονται σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 2 και 333 παρ.2 Κ.Π.Δ κατά την διαδικασία του άρθρου 141 παρ. 2 του Κ.Π.Δ, και καταχωρούνται στα πρακτικά της ποινικής δίκης είτε με προφορική ανάπτυξη είτε με γραπτή δήλωση, επάγομαι τα επόμενα:

Σχετικά με την παρούσα διαδικασία, νόμιμα προβάλλω την Ένσταση κατά της Νομιμότητας του Κλητηρίου Θεσπίσματος υπ' αριθμ. Γ-12/2430 το οποίον είναι ΑΚΥΡΟ, ως στερούμενο της ΝΟΜΙΜΟΤΗΤΑΣ. Συγκεκριμένα: Α) Κατά την προδικασία ΠΑΡΑΒΙΑΣΤΗΚΑΝ τα επιτασσόμενα με το άρθρο 43 παρ. 1 Κ.Π.Δ. καθ' ότι ο αρμόδιος Εισαγγελέας εκίνησε την δίωξη χωρίς να διενεργηθεί η επιβαλλόμενη προκαταρκτική εξέταση (άρθρον 244 ΚΠΔ, όπως ίσχυε πριν από την αντικατάσταση του από τον Ν. 3904/2012, δεδομένου ότι τα φερόμενα ως αδικήματα (πλημμελήματα) έγινε δεκτόν ότι διεπράχθησαν στους χρόνους 17/11/2011 και 13/2/2012.

Και είναι μη νόμιμο το προσβαλλόμενο θέσπισμα, διότι: α) Δεν κλητεύθηκα να καταθέσω απολογητικούς λόγους για τις σε βάρος μου κατηγορίες (244 Κ.Π.Δ.) Β) Παραβιάσθηκαν οι διατάξεις των άρθρων 239,2 (ίδετε: ... Εξετάζεται και βεβαιώνεται αυτεπαγγέλτως όχι μόνον η ενοχή, αλλά και η αθωότητα τού κατηγορουμένου) και 241 (έγγραφη ανάκριση, σύνταξη έκθεσης κλπ).

Κατά ταύτα το Κλητήριο Θέσπισμα (με αρ. 12/2430/ από 22/10/15) είναι ΑΚΥΡΟ σύμφωνα με το άρθρο 171, υπό τον τίτλον "Απόλυτη Ακυρότητα" ("ακυρότητα, που λαμβάνεται αυτεπαγγέλτως υπ' όψιν από το Δικαστήριον σε κάθε στάδιο της δίκης, ακόμα και στον Α. Πάγο". Τέτοια δε ακυρότητα προκαλείται "β) ...σε πράξεις προδικασίας που ορίζονται από τον νόμο και δ) ...την υπεράσπιση του κατηγορούμενου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται στις περιπτώσεις που ...επιβάλλει ο νόμος".

Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθ. 175, "η ακυρότητα μιας πράξης, καθιστά άκυρες και τις εξαρτημένες από αυτήν μεταγενέστερες πράξεις της ποινικής διαδικασίας", ως είναι, εκτός των άλλων και η σύνταξη τού προσβαλλόμενου κλητηρίου θεσπίσματος, καθώς και η παρούσα ενώπιον Σας διαδικασία. Η δε τοιαύτη, κατ' ένστασιν εναντίωσή μου, είχε εγερθεί νόμιμα και νομότυπα, το πρώτον, στο ακροατήριον του Δικαστηρίου Σας από το οποίον εξεδόθη η εκκαλουμένη, υπ' αριθμόν 6477 απόφασή του.

Για τους λόγους αυτούς το σ. Δικαστήριόν Σας, σύμφωνα με το άρθρον 176 ΚΠΔ, πρέπει να κηρύξει την ακυρότητα του Κλητηρίου Θεσπίσματος, να απόσχει από την πρόοδο της δίκης στο ακροατήριον και να διατάξει την επανάληψη των ακύρων πράξεων, ήτοι την συμμετοχήν μου στην προδικασία, με σεβασμό των δικαιωμάτων μου κατ' αυτήν".

Το εκδόν την προσβαλλόμενη με αριθ. 8167 και 7077α/2018 απόφαση, Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών, που δίκασε ως δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, απέρριψε τους παραπάνω ισχυρισμούς του τότε κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος, Χ. Τ., με το ακόλουθο αιτιολογικό: "Στην προκείμενη περίπτωση που έχει γίνει αμετάκλητη η παραπομπή του εκκαλούντος στο ακροατήριο με την επίδοση σ' αυτόν του υπ' αρ.

Γ-12/2430, από 22-10-2015 κλητηρίου θεσπίσματος, απαραδέκτως προβάλλεται η ως άνω ακυρότητα της απευθείας κλήσεως του κατ/νου στο ακροατήριο, χωρίς τη διενέργεια προανάκρισης και πρέπει να απορριφθεί η ένσταση". Μετά ταύτα, ο εν λόγω ισχυρισμός, με τον οποίο ζητείται να κηρυχθεί άκυρη η ασκηθείσα εις βάρος του τότε εκκαλούντος - κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος ποινική δίωξη και η εξαρτημένη από αυτήν ποινική διαδικασία, δηλαδή η παραπομπή της υπόθεσης στο ακροατήριο του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών και η επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος, προκειμένου να διαταχθεί η επανάληψη της διαδικασίας για τη λήψη της απολογίας του ως κατηγορουμένου, καθόσον ο αρμόδιος εισαγγελέας είχε κινήσει την ποινική δίωξη χωρίς να διενεργηθεί η επιβαλλόμενη από το άρθρο 244 ΚΠοινΔ προανάκριση, με αποτέλεσμα να μη κλητευθεί για να καταθέσει τους απολογητικούς του λόγους επί των αποδιδόμενων σε βάρος του κατηγοριών, είναι μη νόμιμος, οπότε το Δικαστήριο δεν υποχρεούτο να απαντήσει, ούτε να διαλάβει στην απορριπτική απόφασή του ιδιαίτερη αιτιολόγηση.

Παρόλα ταύτα, απάντησε επ' αυτού διαλαμβάνοντας στο οικείο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασής του ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, οπότε ο στρεφόμενος κατ' αυτής σχετικός πρώτος λόγος αναίρεσης, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, είναι αβάσιμος.

ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 22 του ΚΠοινΔ, "η απόφαση που δέχεται την εξαίρεση δεν προσβάλλεται με ένδικο μέσο. Η απόφαση που απορρίπτει την εξαίρεση μπορεί να προσβληθεί με έφεση, αν και η οριστική απόφαση για την ουσία της υπόθεσης προσβάλλεται με έφεση και μόνο ταυτόχρονα μ' αυτή." Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι κατά της απόφασης του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, το οποίο κατά την εκδίκαση έφεσης δέχθηκε ή απέρριψε αίτηση εξαίρεσης μέλους του δικαστηρίου, δεν επιτρέπεται στους διαδίκους να ασκήσουν το ένδικο μέσο της αναίρεσης και αν ακόμη η οριστική επί της κατηγορίας απόφαση υπόκειται σε αναίρεση ή, αν ασκήθηκε κατ' αυτής ταυτόχρονα αναίρεση.

Με το δεύτερο λόγο της υπό κρίση αίτησης ο αναιρεσείων αιτιάται το εκδόν την προσβαλλόμενη απόφαση δευτεροβάθμιο Δικαστήριο της ουσίας, ότι, με την 8167/2018 παρεμπίπτουσα απόφασή του, απέρριψε ως απαράδεκτη την αίτησή του για εξαίρεση μελών της σύνθεσης του Δικαστηρίου, με συνέπεια να υποπέσει στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ.

Ε' ΚΠοινΔ. Σύμφωνα με τα προεκτεθέντα στη νομική σκέψη, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι η μεν απορρίπτουσα την αίτηση εξαίρεσης απόφαση δεν προσβάλλεται με αναίρεση, οι δε τυχόν πειθαρχικά ελεγχόμενες πράξεις ή παραλείψεις των δικαστικών λειτουργών, τις οποίες επικαλείται ο αναιρεσείων, δεν αποτελούν λόγο αναίρεσης, αφού δεν συνδέονται με πλημμέλειες, που ιδρύουν κάποιον από τους προβλεπόμενους, περιοριστικά, από το άρθρο 510 παρ. 1 ΚΠοινΔ αναιρετικούς λόγους.

IV. Κατ' ακολουθία, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει η κρινόμενη αίτηση να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 578 παρ. 1 ΚΠοινΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

- Απορρίπτει το αίτημα αναβολής

-Απορρίπτει την από 30-5-2019 [αρ. πρωτ. 6230/3-6-2019] αίτηση - δήλωση του Χ. Τ. του Α. και Α., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμό 8167 και 7077α'/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και

-Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Οκτωβρίου 2019.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Οκτωβρίου 2019.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ