Legislator Case Law & Legislation
1701/2018 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on easement servitude due to appellate court's correct interpretation of lower court's ruling.

Case Number 1701/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellants' appeal against the appellate court's decision regarding a servitude of way over a public road. The appellants argued the servitude was extinguished due to lack of utility, but the appellate court correctly interpreted the lower court's finding that the servitude was extinguished because the dominant tenement was self-sufficient. The court rejected the appeal as unfounded because the appellate court did not misinterpret the lower court's decision but rather confirmed the extinguishment based on the dominant tenement's adequacy.

Legislator headnote

AI generated

Articles 576, 568, 498 of the Code of Civil Procedure; Articles 8, 9 of Article 559 of the Code of Civil Procedure: An appeal based on a misinterpretation of a lower court's decision is inadmissible if the appellate court correctly interpreted the decision and found no ambiguity or error in the reasoning.

Keywords

AI generated
servitude of way extinguishment of easement lack of utility self-sufficiency of dominant tenement unfounded appeal misinterpretation of judgment appellate review

Cited Legislation

AI generated
Articles 576, 568, 498 of the Code of Civil Procedure
Articles 8, 9 of Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191 of the Code of Civil Procedure
Article 22 of Law 3693/1957

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1701 / 2018 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1701/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Πέτρο Σαλίχο, Ιωάννη Φιοράκη, Παρασκευή Καλαϊτζή, Λάμπρο Καρέλο, εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Σεπτεμβρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Α. συζ. Ν. Π., το γένος Δ. Σ., κατοίκου ..., 2) Α. Ν. Π., κατοίκου ... (...), 3) Λ. Ν. Π. και 4) Ν. Π. Π., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χρίστο Κούσουλα.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Θ. - Ν. Γ. Β., 2) Γ. Δ. Β., 3) Μ. συζ. Γ. Β., το γένος Γ. Γ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Εμμανουήλ Βογιατζάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, 4) Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Θεσσαλονίκης, με έδρα τη Θεσσαλονίκη (Βασ. Όλγας 198), όπως νόμιμα εκπροσωπείται, η οποία δεν παραστάθηκε, 5) Κτηματικής Υπηρεσίας Θεσσαλονίκης, με έδρα τη Θεσσαλονίκη (Αγ. Σοφίας 52) και 6) Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα Υπουργό των Οικονομικών, ο οποίος εκπροσωπήθηκε, όπως και ο Προϊστάμενος της Κτηματικής Υπηρεσίας Θεσσαλονίκης, από την πάρεδρο του ΝΣΚ Αφεντία Ιωσηφίδου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-5-2005 αγωγή της πρώτης αναιρεσίβλητης, την από 31-10-2007 αγωγή των δυο πρώτων αναιρεσειουσών, τις από 3-1-2007 (2008) δυο προσεπικλήσεις των αναιρεσειόντων και την από 16-11-2009 κύρια παρέμβαση του έκτου αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 19157/2008 μη οριστική και 10356/2011 οριστική του παραπάνω Δικαστηρίου και 1018/2016 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση των παραπάνω αποφάσεων ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 28-3-2017 αίτησή τους, η συζήτηση της οποίας ορίστηκε για τις 24-1-2018, οπότε αναβλήθηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως αναφέρεται παραπάνω και ο πληρεξούσιος δικηγόρος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη των αντιδίκων τους στη δικαστική τους δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 576 παρ. 1, 2 κ' 3, 568 παρ. 1 κ' 4 και 498 παρ. 1 ΚΠολΔ, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπάγγελτα, αν κλήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ο απολειπόμενος αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και, σε καταφατική περίπτωση, προχωρά, παρά την απουσία του, στη συζήτηση της υπόθεσης.

Εν προκειμένω, από τις …8Β/20-10-2017 και …5Γ/16-7-2018 εκθέσεις επίδοσης των αρμοδίων δικαστικών επιμελητών του Εφετείου Θεσσαλονίκης Σ. Ν. και Η. Τ., αντίστοιχα, προκύπτει, ότι, με την πρώτη έκθεση, ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτησή της για την αρχική δικάσιμο της 24-1-2018, οπότε αναβλήθηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής και με τη δεύτερη έκθεση, η από 1-7-2018 βεβαίωση αναβολής για τη δικάσιμο της 19-9-2018, επιδόθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα στην τέταρτη αναιρεσίβλητη Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Θεσσαλονίκης, με την επιμέλεια των αναιρεσειόντων και του τέταρτου αναιρεσιβλήτου, αντίστοιχα, που επισπεύδουν τη συζήτηση της αίτησης. Όμως, η εν λόγω αναιρεσίβλητη, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, δεν παρέστη κατά την εκδίκαση της υπόθεσης, που έγινε με τη σειρά εγγραφής της στο πινάκιο. Επομένως, η συζήτηση θα προχωρήσει, παρά την απουσία της, σαν να ήταν και αυτή παρούσα.

2. Από το άρθρο 553 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι, αν γίνει τυπικά δεκτή η έφεση και απορριφθεί στην ουσία ή αν γίνει δεκτή και στην ουσία και εξαφανισθεί η πρωτόδικη απόφαση, σε αναίρεση υπόκειται μόνο η εφετειακή απόφαση, αφού, στην πρώτη περίπτωση, η πρωτόδικη απόφαση ενσωματώνεται σ' αυτή, ενώ, στη δεύτερη περίπτωση, εξαφανίζεται (ΑΠ 1206/13, 658/12).

Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 1018/2016 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, το Εφετείο, κατά το μέρος που αφορά την προκείμενη αναιρετική δίκη, δέχθηκε με την απόφασή του αυτή τυπικά και απέρριψε στην ουσία έφεση των αναιρεσειόντων κατά της 10356/2011 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Επομένως, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, κατά το μέρος που στρέφεται κατά της παραπάνω πρωτόδικης απόφασης, η οποία, κατά τα ανωτέρω, με την απόρριψη της έφεσης που ασκήθηκε εναντίον της, ενσωματώθηκε στην απόφαση του Εφετείου, όπως και κατά της 19157/2008 μη οριστικής απόφασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη.

3. Όπως προαναφέρθηκε, η υπό κρίση αίτηση στρέφεται κατά της 1018/2016 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία απερρίφθη, ερήμην της τέταρτης αναιρεσίβλητης Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Θεσσαλονίκης και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων, έφεση των αναιρεσειόντων κατά της 10356/2011 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.

Με την τελευταία αυτή απόφαση: α) έγινε κατά ένα μέρος δεκτή αγωγή αναγνωριστική κυριότητας ακινήτου της πρώτης αναιρεσίβλητης Θ. - Ν. Β. κατά των αναιρεσειόντων, β) απερρίφθη αγωγή των δύο πρώτων αναιρεσειουσών κατά των τριών πρώτων αναιρεσιβλήτων περί ομολογήσεως δουλείας οδού στο τμήμα εδάφους, για το οποίο έγινε δεκτή η παραπάνω αναγνωριστική αγωγή και γ) έγινε δεκτή κύρια παρέμβαση του Ελληνικού Δημοσίου, μετά από προσεπίκληση των αναιρεσειόντων και αναγνωρίστηκε τούτο κύριο του τμήματος εδάφους, για το οποίο απερρίφθη η παραπάνω αναγνωριστική αγωγή.

Η αίτηση, με εξαίρεση τους τρεις τελευταίους αναιρεσιβλήτους Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Θεσσαλονίκης, Κτηματική Υπηρεσία Θεσσαλονίκης και Ελληνικό Δημόσιο, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495, 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Πρέπει, επομένως, να ερευνηθεί το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ), αφού χωρισθεί η υπόθεση ως προς τους παραπάνω τρεις τελευταίους αναιρεσιβλήτους, κατ' άρθρο 576 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά το άρθρο 62 νόμου 4139/2013, αφού, ενόψει του ανωτέρω αντικειμένου της δίκης, δεν υφίσταται σχέση ομοδικίας μεταξύ τούτων και των λοιπών αναιρεσιβλήτων (ΑΠ 611/13, 495/13).

4. Ως προς τους παραπάνω τρεις τελευταίους αναιρεσιβλήτους, η αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη.

Ειδικότερα:

Ως προς το έκτο αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο, η αίτηση πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, αφενός μεν διότι δεν περιέχει ως προς αυτό λόγο αναίρεσης (άρθρα 566 παρ. 1, 577 παρ. 1 κ' 2 ΚΠολΔ), αφετέρου δε λόγω της, κατά τα ανωτέρω, μη ύπαρξης εν προκειμένω σχέσης ομοδικίας.

Ως προς την πέμπτη αναιρεσίβλητη Κτηματική Υπηρεσία Θεσσαλονίκης, η αίτηση πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, διότι πρόκειται για υπηρεσία του Ελληνικού Δημοσίου, η οποία στερείται νομικής προσωπικότητας και, για το λόγο αυτό, δεν έχει ικανότητα διαδίκου (άρθρα 62, 558 ΚΠολΔ, ΑΠ 1852/05) και, συνεπώς, η αίτηση, αφού στρέφεται κατά ανύπαρκτου προσώπου, είναι άκυρη, ήτοι για έλλειψη αναγκαίας διαδικαστικής προϋπόθεσης.

Τέλος, ως προς την τέταρτη αναιρεσίβλητη Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Θεσσαλονίκης, η αίτηση πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, αφενός μεν διότι δεν περιέχει και ως προς αυτή λόγο αναίρεσης και αφετέρου διότι, αφού αυτή δικάστηκε ερήμην στο Εφετείο, η απόφαση του οποίου δεν προκύπτει ότι της επιδόθηκε, και, συνεπώς, υπόκειται, ως προς αυτή, σε ανακοπή ερημοδικίας, το έννομο συμφέρον για την άσκηση της οποίας θα κριθεί από το αρμόδιο για την εκδίκασή της δικαστήριο και όχι, έστω και παρεμπιπτόντως, από τον Άρειο Πάγο (ΟλΑΠ 15/01, ΑΠ 2202/06) και, συνεπώς, αφού η εφετειακή απόφαση δεν έχει καταστεί τελεσίδικη, δεν υπόκειται σε αναίρεση (άρθρα 309 εδ. 1, 321, 495 παρ. 1, 503 παρ. 1, 553 παρ. 1 ΚΠολΔ, ΟλΑΠ 18/01, ΑΠ 530/18, 658/12).

Τούτο δε ενόψει του ότι, κατά τις διατάξεις των παραπάνω άρθρων, η ερημοδικία εξαρτάται από την (πραγματική ή πλασματική) απουσία του διαδίκου στη συζήτηση κατά την οποία εκδόθηκε η απόφαση και όχι από το αν η εν λόγω απόφαση στηρίχθηκε σε συναγωγή δυσμενών συνεπειών (τεκμηρίων) ερημοδικίας και, γενικότερα, από το αν η ερημοδικία παρήγαγε βλαπτικές συνέπειες για εκείνον που ερημοδικάσθηκε, ενώ στερούνται σημασίας το ότι το δικαστήριο παρέλειψε, τυχόν, να ορίσει παράβολο ερημοδικίας, όπως και η βασιμότητα ή μη των επιτρεπόμενων λόγων ανακοπής, αφού τα στοιχεία αυτά ανάγονται στη βασιμότητα του ένδικου μέσου και όχι στο παραδεκτό του, ενώ η απόφαση διατηρεί το χαρακτήρα της ως ερήμην, έστω και αν, παρά την ερημοδικία του εφεσίβλητου, το εφετείο, δικάζοντας την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, απέρριψε, όπως εν προκειμένω, την έφεση του εμφανισθέντος εκκαλούντος και επικύρωσε την εκκληθείσα πρωτόδικη απόφαση (ΑΠ 1422/13).

5. Εξάλλου, κατά το άρθρο 70 ΚΠολΔ, όποιος έχει έννομο συμφέρον να αναγνωρισθεί η ύπαρξη ή μη ύπαρξη κάποιας έννομης σχέσης, μπορεί να εγείρει σχετική αγωγή. Η συνδρομή του εννόμου συμφέροντος, που αξιώνει η παραπάνω διάταξη για την άσκηση αναγνωριστικής αγωγής και το οποίο πρέπει να είναι άμεσο, επιτελεί νομιμοποιητική λειτουργία στην αναγνωριστική αγωγή και συνιστά ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού της. Ως εκ τούτου, ενόψει και των διατάξεων του άρθρου 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, για το ορισμένο της αγωγής αυτής, πρέπει το έννομο συμφέρον να εκτίθεται με επίκληση από τον ενάγοντα στο δικόγραφό της. Το έννομο συμφέρον μπορεί να είναι υλικό ή ηθικό και θεωρείται, ότι υπάρχει, όταν, από τη συμπεριφορά του εναγομένου ή τρίτου, η οποία μπορεί να συνίσταται και σε προφορική άρνηση ή και αμφισβήτηση του οικείου δικαιώματος, δημιουργείται αντικειμενικά αβεβαιότητα ως προς την ύπαρξη ή ανυπαρξία του δικαιώματος αυτού του ενάγοντα, η οποία αβεβαιότητα δημιουργεί άμεσα ή έμμεσα κινδύνους για τα συμφέροντά του, που δεν μπορούν να αποτραπούν, παρά μόνο με την αναγνωριστική απόφαση.

Συνεπώς, για το ορισμένο, ως προς το έννομο συμφέρον, της αναγνωριστικής αγωγής, απαιτείται, αλλά και αρκεί, να εκτίθεται στο δικόγραφό της, η άρνηση ή αμφισβήτηση από τον εναγόμενο του δικαιώματος του ενάγοντα, την προστασία του οποίου ζητά, με την αιτούμενη με την αγωγή αναγνώρισή του (ΑΠ 1181/13). Επίσης, η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που πρέπει να εφαρμοστεί, αποτελεί παράβαση που ελέγχεται με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του δικαιώματος που ασκείται, για να κρίνει νόμιμη την αγωγή ή, αντίθετα, αρκέστηκε σε λιγότερα από εκείνα που απαιτούνται. Η αοριστία, όμως, του δικογράφου της αγωγής μπορεί να μη είναι νομική, αλλά ποσοτική ή ποιοτική, όταν στο δικόγραφό της δεν αναφέρονται με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου στον οποίο στηρίζεται το αίτημά της (ποσοτική αοριστία) ή όταν στο δικόγραφο γίνεται απλώς επίκληση των όρων του νόμου, χωρίς να αναφέρονται τα περιστατικά που θεμελιώνουν την εφαρμογή του συγκεκριμένου κανόνα δικαίου (ποιοτική αοριστία). Στις περιπτώσεις αυτές της ποσοτικής ή ποιοτικής αοριστίας της αγωγής η απόφαση ελέγχεται με βάση τις διατάξεις του άρθρου 559 αρ. 8 και 14 ΚΠολΔ, αντίστοιχα (ΑΠ 45/16, 1622/09).

Εν προκειμένω, από την παραδεκτή επισκόπηση της παραπάνω αγωγής (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), το σχετικό απόσπασμα της οποίας περιέχεται, άλλωστε και στον ερευνούμενο λόγο αναίρεσης, προκύπτει, ότι αναφέρεται σ' αυτή το έννομο συμφέρον της πρώτης αναιρεσίβλητης για την άσκηση της αγωγής αυτής, που συνίσταται ειδικότερα στην αμφισβήτηση της κυριότητάς της στο επίδικο από τους αντιδίκους της, καθόσον διαλαμβάνεται σχετικά στην εν λόγω αγωγή, ότι "την ιδιοκτησία όμως της τσιμεντοστρωμένης αυτής ιδιωτικής οδού από τον Σεπτέμβριο του έτους 2004 αρνούνται οι αντίδικοι...με αποτέλεσμα να ανακύψουν έκτοτε μεταξύ μας έριδες και διαμάχες σχετικά με το ιδιοκτησιακό αυτής καθεστώς" και, συνεπώς, σύμφωνα με την παραπάνω σκέψη, η αγωγή αυτή, ως προς το στοιχείο του εννόμου συμφέροντος, είναι ορισμένη. Μη απορρίπτοντας, επομένως, το Εφετείο την αγωγή ως αόριστη, δεν παρέλειψε παρά το νόμο να κηρύξει απαράδεκτο, γι' αυτό και η σχετική αιτίαση του πρώτου λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (και όχι από τους αριθμούς 1, 8 και 9 του ίδιου άρθρου ή και από τους αριθμούς αυτούς), είναι αβάσιμη και πρέπει γι' αυτό να απορριφθεί.

6. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και οι οποίοι, με την προϋπόθεση ότι έχουν προταθεί νόμιμα, θεμελιώνουν ιστορικά το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού η δικονομικού δικαιώματος (ΟλΑΠ 25/03, 12/2000).

Δεν θεωρούνται, όμως, πράγματα οι ισχυρισμοί, οι οποίοι συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής και αποτελούν άρνηση αυτής, ούτε εκείνοι που δεν έχουν αυτοτέλεια και αποτελούν επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΟλΑΠ 469/84, ΑΠ 1723/11). Εξάλλου, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης, που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται:

α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, ήτοι από την ανάγνωση μόνο της απόφασης, χωρίς να απαιτείται και επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει την ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί και, μάλιστα, νόμιμα στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Εξάλλου, το ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπάγγελτα υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, δεν έχει σημασία, διότι, στην περίπτωση αυτή, το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, όμως λόγος αναίρεσης δεν μπορεί να ιδρυθεί, αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νόμιμα από τον διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις παραπάνω εξαιρέσεις.

Και στις περιπτώσεις, όμως, αυτές, για να είναι παραδεκτός ο σχετικός ισχυρισμός, που προτείνεται για πρώτη φορά στον Άρειο Πάγο, όταν αφορά τη δημόσια τάξη ή όταν το σφάλμα προκύπτει από την ίδια την απόφαση, πρέπει τα πραγματικά γεγονότα στα οποία στηρίζεται, να είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και να γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της υποβολής αυτής.

Επομένως, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ενώ πρέπει να αναφέρεται και ο χρόνος και ο τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος. Το απαράδεκτο αυτό αφορά όλους τους λόγους αναίρεσης (ΑΠ 1059/17).

Ενόψει τούτων, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο, υπό την επίκληση, όπως εκτιμάται, του άρθρου 559 αρ. 8α ΚΠολΔ, προσάπτεται στο Εφετείο, ότι απέρριψε την αγωγή ομολογήσεως δουλείας οδού των δύο πρώτων αναιρεσειουσών κατά παραδοχή ένστασης των τριών πρώτων αναιρεσιβλήτων από το άρθρο 1136 ΑΚ για απόσβεση της εν λόγω δουλείας, λόγω εξυπηρέτησης του δεσπόζοντος ακινήτου, στο ίδιο μέτρο και κατά τον ίδιο τρόπο, από την οδό ..., ενώ δεν είχε προβληθεί σχετική νόμιμη ένσταση είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο εν λόγω ισχυρισμός που στηρίζει τον ερευνούμενο λόγο, είχε προταθεί νόμιμα στο Εφετείο.

7. Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 281, 1118, 1119, 1120, 1124, 1125 και 1136 ΑΚ προκύπτει, ότι η πραγματική δουλεία, όπως είναι η δουλεία διόδου, αποσβήνεται, αν η άσκησή της καταστεί απολύτως και διαρκώς αδύνατη από λόγους πραγματικούς ή νομικούς. Τέτοια αδυναμία υπάρχει και όταν έπαυσε η παροχή ωφέλειας ή χρησιμότητας από το δουλεύον ακίνητο υπέρ του δεσπόζοντος, γιατί το τελευταίο απέκτησε αυτάρκεια, όταν, δηλαδή, η άσκηση της δουλείας καθίσταται περιττή και μάταιη.

Έτσι, αν μετά τη σύσταση πραγματικής δουλείας διόδου, το δεσπόζον ακίνητο εξυπηρετείται κατά τον ίδιο τρόπο και κατά το ίδιο μέτρο από άλλη οδό, παύει ο λόγος ύπαρξης της δουλείας, γιατί η τελευταία δεν παρέχει πλέον χρησιμότητα και δεν υπάρχει ανάγκη του δεσπόζοντος, αφού αυτό έχει αποκτήσει αυτάρκεια.

Πρέπει, δηλαδή, η αυτάρκεια του δεσπόζοντος να περιλαμβάνει ολόκληρο το περιεχόμενο του δικαιώματος της δουλείας, γιατί, αν περιλαμβάνει μέρος εκείνου, η δουλεία, κατ' εφαρμογή της αρχής του αδιαιρέτου των δουλειών, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1122, 1130, 1131 και 1138 ΑΚ, διατηρείται ακέραιη (ΑΠ 1839/14, 1454/11).

Επίσης, κατά το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόσθηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΑΠ 1839/14).

Εν προκειμένω, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, ότι το Εφετείο έκανε δεκτή την παραπάνω, από το άρθρο 1136 ΑΚ, ένσταση των τριών πρώτων αναιρεσιβλήτων για απόσβεση της επίδικης δουλείας διόδου, αφού δέχτηκε σχετικά, ότι "η δουλεία, όμως, αυτή έχει ήδη μετά τη σύστασή της και δη και κατά το χρόνο της επικαλούμενης από την πρώτη ενάγουσα της υπό β' αγωγής (πρώτη αναιρεσείουσα) προσβολής της οιονεί νομής της, αποσβεστεί.

Τούτο, διότι κατέστη περιττή, αφού, μετά τη σύστασή της, το δεσπόζον εξυπηρετείται πλέον κατά τον ίδιο τρόπο και κατά το ίδιο μέτρο και από άλλη οδό, οπότε έπαυσε πλέον ο λόγος ύπαρξης της δουλείας, καθότι δεν παρέχεται πλέον χρησιμότητα και δεν υπάρχει ανάγκη του δεσπόζοντος, που έχει αποκτήσει πλέον πλήρη αυτάρκεια.

Συγκεκριμένα, το δεσπόζον ακίνητο έχει πλέον αποκτήσει πρόσβαση στην ως άνω δημόσια επαρχιακή οδό Θεσσαλονίκης - Ασβεστοχωρίου μέσω της οδού ..., που έχει πλέον (και είχε κατά τον άνω χρόνο της επικαλούμενης από την πρώτη ενάγουσα της υπό β' αγωγής προσβολής της οιονεί νομής της, ήτοι κατά την 5 και 6 Οκτωβρίου 2004), επαρκώς διανοιγεί, ασφαλτοστρωθεί και ηλεκτροδοτηθεί.

Για το λόγο μάλιστα αυτό...".Το Εφετείο, με την κρίση του αυτή και ειδικότερα με την ανέλεγκτη παραδοχή του ότι αποσβέσθηκε από λόγους πραγματικούς η δουλεία διόδου που υπήρχε σε βάρος του ακινήτου των αναιρεσιβλήτων και υπέρ του ακινήτου των αναιρεσειουσών και η οποία ασκήθηκε σε εδαφική λωρίδα του δουλεύοντος ακινήτου, λόγω του ότι η άσκησή της κατέστη αδύνατη επειδή έπαυσε η χρησιμότητά της στο δεσπόζον ακίνητο, ορθά εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως την παραπάνω διάταξη του άρθρου 1136 ΑΚ.

Ενόψει τούτων, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, ο τρίτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο, κατά το οικείο, από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, μέρος του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της παραβίασης, με την παραπάνω κρίση της, των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 1017, 1118, 1122, 1124, 1125, 1130, 1131, 1136 και 1138 ΑΚ, επειδή αρκέσθηκε, για την παραδοχή της ανωτέρω ένστασης, σε στοιχεία λιγότερα από όσα ο νόμος (άρθρο 1136 ΑΚ) απαιτεί, καθόσον τα στοιχεία που φέρονται, ότι αγνοήθηκαν είναι εκείνα που ακριβώς δέχτηκε το Εφετείο, ήτοι:

α) ότι η νέα δίοδος δημιουργήθηκε μεταγενέστερα, β) ότι η αυτάρκεια του δεσπόζοντος ακινήτου εμφανίστηκε μετά τη σύσταση της υφιστάμενης δουλείας, γ) ότι το δεσπόζον ακίνητο εξυπηρετείται από την οδό ... στο ίδιο μέτρο και με τον ίδιο τρόπο, όπως και από την επίδικη δίοδο, ενώ δ) δεν γίνεται λόγος για απλές βελτιώσεις της οδού ..., αλλά για το ότι η οδός αυτή έχει διανοιγεί, ασφαλτοστρωθεί και ηλεκτροδοτηθεί, καλύπτοντας στο ίδιο μέτρο και με τον ίδιο τρόπο με την υφιστάμενη δίοδο τις ανάγκες του δεσπόζοντος ακινήτου.

8. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αρ. 11γ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338-340 και 346 ίδιου Κώδικα προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας, για να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται, να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, που αυτοί νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, χωρίς, όμως, να απαιτείται και ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση καθενός τούτων, αρκεί να καθίσταται απολύτως βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασής του, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 1633/09).

Αντίθετα, για την ίδρυση του παραπάνω λόγου, αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του, για την απόδειξη κρίσιμων, με την προεκτεθείσα έννοια, ισχυρισμών των διαδίκων, αποδεικτικά μέσα που αυτοί νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, είτε για άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (ΟλΑΠ 2/08).

Ενόψει τούτων, πρέπει να απορριφθούν, πρωτίστως, ως αβάσιμοι ο τρίτος, κατά το οικείο μέρος του και ο έβδομος λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της παράβασης του άρθρου 559 αρ. 11γ ΚΠολΔ, καθόσον το Εφετείο που την εξέδωσε, δεν έλαβε υπόψη του τα παρακάτω από τα αποδεικτικά μέσα που προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι και από τα οποία, κατά τους ερευνούμενους λόγους, αποδεικνυόταν η μη απόσβεση της επίδικης δουλείας διόδου, ήτοι: 1) τις αναφερόμενες φωτογραφίες, 2) το τοπογραφικό διάγραμμα, που είναι ενσωματωμένο στην παραπάνω αναγνωριστική αγωγή, 3) το έτους 2005 τοπογραφικό διάγραμμα Σαχινίδου, 4) τα αποσπάσματα κτηματολογικών διαγραμμάτων και τις αρχικές κτηματολογικές εγγραφές των αναφερομένων ακινήτων, 5) την κατάθεση του μάρτυρα Γ.

Β., που περιέχεται στα, σχετικά με την παραπάνω αναγνωριστική αγωγή, πρακτικά του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, 6) απόσπασμα κτηματολογικού διαγράμματος και κτηματολογικό φύλλο με τις εγγραπτέες πράξεις για το (επίδικο) ακίνητο με ΚΑΕΚ ...160, 7) την …24/22-8-2005 αίτηση υποβολής συμπληρωματικών στοιχείων της πρώτης αναιρεσίβλητης προς το Κτηματολογικό Γραφείο Νεάπολης, 8) αποσπάσματα προσωρινών κτηματολογικών διαγραμμάτων Α' και Β' ανάρτησης της όλης περιοχής των ακινήτων των αντιδίκων, 9) απόσπασμα κτηματολογικού διαγράμματος και κτηματολογικού φύλλου της πρώτης αναιρεσείουσας, 10) εισήγηση της Επιτροπής Ενστάσεων του Εθνικού Κτηματολογίου για την …87 ένσταση του δικαιοπαρόχου της πρώτης αναιρεσίβλητης Γ.

Β., 11) φωτογραφίες της επίδικης διόδου, 12) τίτλους ιδιοκτησίας της πρώτης αναιρεσείουσας, 13) τα συμβόλαια …39/1990, …53, …40, …11/1975, ….71/2001 και …82/2003, 14) παλαιότερα τοπογραφικά διαγράμματα, 15) το από 2-11-2007 τοπογραφικό διάγραμμα Α. Κ., 16) τις …26, ..27 και …28/13-12-2007 ένορκες βεβαιώσεις, 17) την 7526/2007 απόφαση και πρακτικά του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης και τα σημειώματα των εμπλεκομένων, 18) τα από 29-9-2004 και 7-10-2004 εξώδικα, 19) την από 3-1-2005 μήνυση κατά της πρώτης αναιρεσίβλητης, 20) το 1019/26/390α' απόσπασμα από το Βιβλίο Συμβάντων του Ι' ΑΤ Θεσσαλονίκης, 21) τα σχετικά με την απαλλοτρίωση μέρους του επιδίκου ακινήτου έγγραφα, 22) την 3148α/22-7-2009 έκθεση πραγματογνωμοσύνης με το σχετικό διάγραμμα του πραγματογνώμονα Κ.

Κ. και 23) την έκθεση του τεχνικού συμβούλου των αναιρεσειόντων Σ. Χ. και την από 6-11-2009 εξώδικη δήλωση του τελευταίου προς τον παραπάνω πραγματογνώμονα, διότι από τη ρητή διαβεβαίωση του Εφετείου στην προσβαλλόμενη απόφασή του ότι έλαβε υπόψη του "τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου,...όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν με τις...νομίμως και εμπροθέσμως κατατεθείσες προτάσεις τους,...τις …26, …27 και ..28/13-12-2007 ένορκες βεβαιώσεις των...,την ….38α'/22-7-2009 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του πραγματογνώμονα Κ.

Κ." και σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της απόφασής του αυτής, καθίσταται απολύτως βέβαιο, ότι το Εφετείο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη του και τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα.

9. Εξάλλου, τα διδάγματα της κοινής πείρας, δηλαδή οι αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επιστημονική έρευνα και την, εν γένει, επαγγελματική ενασχόληση και μπορούν να χρησιμοποιηθούν είτε για να εξακριβωθεί η βασιμότητα των πραγματικών περιστατικών που αποτέλεσαν το αντικείμενο της απόδειξης (άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ), είτε για να γίνει, μετά τη διαπίστωση της βασιμότητάς της, η υπαγωγή τους σε νομικούς κανόνες (άρθρο 559 αρ. 1β ΚΠολΔ, ΟλΑΠ 10/05), μπορούν να αποτελέσουν λόγο αναίρεσης μόνο κατά την ερμηνεία των κανόνων δικαίου ή κατά την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον προσήκοντα κανόνα δικαίου (ΟλΑΠ 23/88).

Δεν αποτελούν, όμως, λόγο αναίρεσης, όταν χρησιμεύουν για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εκτίμηση αποδείξεων (ΑΠ 120/04), την ερμηνεία της δικαιοπραξίας ή για την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων (ΟλΑΠ 10/05, ΑΠ 1532/13). Ενόψει τούτων, ο τρίτος λόγος αναίρεσης, κατά το οικείο, από το άρθρο 559 αρ. 1β ΚΠολΔ, μέρος του, με το οποίο πλήττεται η κρίση του Εφετείου για απόσβεση της επίδικης δουλείας οδού, καθόσον με την κρίση του αυτή παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας, σύμφωνα με τα οποία "είναι ευκολότερη και ασφαλέστερη η μετακίνηση μέσω της επιδίκου διόδου σε σχέση με τη νέα", λόγω των χαρακτηριστικών των δύο αυτών διόδων που παρατίθενται, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, πρωτίστως, διότι τα ανωτέρω δεν συνιστούν διδάγματα της κοινής πείρας με την παραπάνω έννοια.

10. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αρ. 10 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, δηλ. χωρίς να έχει προσκομισθεί οποιαδήποτε απόδειξη ή όταν δεν εκθέτει στην απόφασή του από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη γι' αυτά.

Ο λόγος, όμως, αυτός απορρίπτεται ως αβάσιμος, όταν από την προσβαλλομένη απόφαση προκύπτει, ότι το δικαστήριο κατέληξε στην κρίση του για την ουσία της υπόθεσης με βάση τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρονται σ' αυτή (ΑΠ 76/13). Εξάλλου, ως "πράγματα", κατά την έννοια της παραπάνω διάταξης, θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση και όχι οι ισχυρισμοί που συνιστούν άρνηση της αγωγής ή της ένστασης, ούτε εκείνοι που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 247/12).

Ενόψει τούτων, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο τρίτος λόγος αναίρεσης, κατά το οικείο, από το άρθρο 559 αρ. 10 ΚΠολΔ, μέρος του, για παραδοχή από το Εφετείο της ένστασης απόσβεσης της επίδικης δουλείας διόδου, χωρίς, όμως, απόδειξη για τους ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων που αποδεικνύουν το αβάσιμο της ένστασης αυτής, ήτοι:

α) για το ότι η επικοινωνία του δεσπόζοντος ακινήτου από την επίδικη δίοδο είναι άμεση και ασφαλής, επειδή αυτή έχει πλάτος 3,5 μ, μήκος περιμετρικού τοιχίου 74,85 μ, είναι στρωμένη με οπλισμένο σκυρόδεμα, φωτίζεται, φράσσεται στο δεσπόζον με μεγάλη σιδερένια πόρτα και οδηγεί άμεσα στην οικία και στην προέκταση του γκαράζ και β) για το ότι η επικοινωνία του δεσπόζοντος ακινήτου από την οδό ...

είναι αδύνατη, διότι δεν έχει άμεση πρόσβαση σ' αυτή, η είσοδός του προς την οδό ... είναι εσωτερική και απέχει 15 μ περίπου απ' αυτή, ενώ βρίσκεται σε χώρο που εξυπηρετεί περισσότερα ακίνητα, υπάρχει υψομετρική διαφορά 1,5 μ περίπου μεταξύ της εισόδου και της οδού ..., για την εξομάλυνση της οποίας απαιτείται δαπάνη άνω των 50.000 ευρώ, η χρήση της εισόδου αυτής από αυτοκίνητο είναι αδύνατη, διότι έχει πλάτος 2 μ περίπου και οδηγεί ακριβώς επάνω στην οικία και σε μεγάλη ψησταριά, η οδός ...

είναι ανηφορική και αδύνατη η επικοινωνία απ' αυτή του δεσπόζοντος με τα πόδια, ιδίως από ηλικιωμένους και όταν ο καιρός είναι βροχερός ή χιονιάς, είναι πολύ στενή, αφού το πλάτος της σε ορισμένα σημεία είναι 2,5 μ, η είσοδος του δεσπόζοντος από την οδό Θεσσαλονίκης - Ασβεστοχωρίου απέχει, μέσω της οδού ..., 400 μ περίπου, η οδός ...

είναι ανασφαλής, επειδή δεν φωτίζεται και λόγω κλεπτών και ληστών που κυκλοφορούν στην περιοχή, ενώ η επικαλούμενη δεύτερη είσοδος δεν αφορά το επίδικο, αλλά άλλο ακίνητο. Είναι δε αβάσιμος ο λόγος αυτός, διότι τα ανωτέρω δεν συνιστούν "πράγματα" με την έννοια που προεκτέθηκε, αλλά επιχειρήματα και συμπεράσματα των αναιρεσειόντων από την εκτίμηση των αποδείξεων.

11. Εξάλλου, από τις διατάξεις του άρθρου 368 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η διάταξη πραγματογνωμοσύνης για συγκεκριμένο ζήτημα απόκειται στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, που δεν ελέγχεται αναιρετικά και το οποίο εκτιμά ελεύθερα την ανάγκη χρήσης του αποδεικτικού αυτού μέσου, με εξαίρεση την περίπτωση που κάποιος απ' τους διαδίκους ζητήσει τη διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης και το δικαστήριο κρίνει ότι χρειάζονται ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, κρίση, που, επίσης, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη.

Επομένως, αν δεν υπάρχει παραδοχή του δικαστηρίου ότι πρόκειται να κριθούν ζητήματα που απαιτούν, για να γίνουν αντιληπτά, ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, η μη λήψη υπόψη ισχυρισμού του διαδίκου για τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης ή η απόρριψη, ρητά ή σιωπηρά, σχετικού αιτήματός του, δεν δημιουργεί λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 559 ΚΠολΔ, όπου οι λόγοι αυτοί απαριθμούνται περιοριστικά (ΑΠ 1533/17).

Σύμφωνα μ' αυτά, οι τρίτος και τέταρτος λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες μέμφονται το Εφετείο, διότι δεν διέταξε πραγματογνωμοσύνη για τα παραπάνω θέματα και για τις ανάγκες του δεσπόζοντος ακινήτου, του τρόπου κάλυψής τους από την επίδικη δίοδο και για το αν οι ίδιες ανάγκες καλύπτονται κατά τον ίδιο τρόπο από τη νέα δίοδο, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, διότι, όπως προκύπτει από το αναιρετήριο, αλλά και από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν υπάρχει παραδοχή του Εφετείου ότι για τα ζητήματα αυτά απαιτούνται ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης.

12. Περαιτέρω, ο λόγος αναίρεσης που προβλέπεται από το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας παραμόρφωσε το περιεχόμενο "αποδεικτικού", κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ. ίδιου Κώδικα, εγγράφου. Τούτο συμβαίνει, όταν, από εσφαλμένη ανάγνωση του εγγράφου ή από παράλειψη ανάγνωσης κρίσιμου μέρους του, δέχτηκε, ότι περιέχει περιστατικά, με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιέχει.

Αντίθετα, ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας συνάγει από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ως ορθό, καθόσον πρόκειται, τότε, για παράπονο ως προς την εκτίμηση γεγονότων, που εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου.

Πάντως, για να θεμελιωθεί ο παραπάνω λόγος, θα πρέπει, επιπλέον, το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμόρφωσε, όχι δε και όταν έχει συνεκτιμήσει απλώς το έγγραφο αυτό, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να το εξαίρει, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (ΟλΑΠ 2/08).

Ενόψει τούτων, ο τρίτος λόγος αναίρεσης, κατά το οικείο, από το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, μέρος του, για παραμόρφωση από το Εφετείο των δύο φωτογραφιών της τεχνικής έκθεσης της Π. Σ., που προσκόμισαν οι αναιρεσίβλητοι, καθόσον δέχτηκε, βάσει των φωτογραφιών αυτών, την ύπαρξη δύο εισόδων του δεσπόζοντος ακινήτου στην οδό ..., ενώ "οι φωτογραφίες αυτές δεν αφορούν την είσοδο στο δεσπόζον ακίνητο αλλά αφορούν το ακίνητο της Α.

Π. με ΚΑΕΚ ...147/0/0", είναι απορριπτέος, πρωτίστως, ως αβάσιμος, αφενός μεν διότι το Εφετείο δεν υπέπεσε σε λάθος ως προς την ανάγνωση των παραπάνω φωτογραφιών, αφού δεν δέχτηκε, ότι έχουν αντίθετο με το πραγματικό περιεχόμενό τους, δεν αναφέρεται, δηλαδή, στις φωτογραφίες αυτές ότι αφορούν την είσοδο του ακινήτου της Α.

Π., αφετέρου δε διότι, σε κάθε περίπτωση, το Εφετείο, αφού ανέγνωσε σωστά το περιεχόμενο των εν λόγω φωτογραφιών, τις συνεκτίμησε με τα άλλα αποδεικτικά μέσα και κατέληξε στο παραπάνω, διαφορετικό από αυτό που οι αναιρεσείοντες θεωρούν ορθό, πόρισμα, για απόσβεση της επίδικης δουλείας διόδου.

13. Εξάλλου, κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, έτσι, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε, στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα να μη μπορεί να ελεγχθεί, αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν εκείνου που δεν εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 1/99).

Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που, κατά το νόμο, είναι αναγκαία είτε για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, ενώ αντιφατικότητα των αιτιολογιών υπάρχει, όταν, εξ αιτίας της, δεν προκύπτει από την απόφαση ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό της απόφασής του, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί, αν σωστά εφάρμοσε το νόμο, αν, δηλαδή, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν τα στοιχεία για την εφαρμογή της διάταξης που εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 12/16, ΑΠ 509/13).

Η έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, για ελλιπείς, ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, πρέπει να προκύπτει από την ελάσσονα πρόταση που έχει διατυπωθεί για τη στήριξη του διατακτικού της, δηλαδή από τις παραδοχές της για ζητήματα που ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες, ως αναγκαίες, κατέληξε το δικαστήριο στην κρίση του για παραδοχή ή απόρριψη της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης.

Συνεπώς, δεν συνιστούν ζητήματα, κατά την παραπάνω έννοια, τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη, η αντιφατικότητα ή η ανεπάρκεια της αιτιολογίας δεν ιδρύει τον ανωτέρω λόγο αναίρεσης, γιατί το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα στην κρίση του αυτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 112/16).

Εν προκειμένω, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει, ότι το Εφετείο που την εξέδωσε, δέχτηκε την ένσταση των τριών πρώτων αναιρεσιβλήτων από το άρθρο 1136 ΑΚ για απόσβεση της επίδικης δουλείας διόδου, επειδή έκρινε, ότι το δεσπόζον ακίνητο των αναιρεσειόντων εξυπηρετείται από την οδό ...

στο ίδιο μέτρο και με τον ίδιο τρόπο που εξυπηρετούταν και από την επίδικη δίοδο. Ειδικότερα, δέχτηκε, ως προς το θέμα αυτό, κατά την ανέλεγκτη, επειδή αφορά πραγματικά γεγονότα, κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), ότι, από τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρει, αποδείχτηκε, ότι "με το......11/1975 συμβόλαιο...μεταβιβάστηκε στον Κ.

Β., απώτερο δικαιοπάροχο της...Θ. - Ν. Β. (πρώτης αναιρεσίβλητης), κατά...κυριότητα,...ένας αγρός εμβαδού 1.000 τ.μ....Ο...Κ. Β., προκειμένου να επιτύχει την έκδοση οικοδομικής άδειας για το ακίνητό του,...με τον Δ. Σ., κύριο,...του συνορεύοντος προς βορρά ακινήτου,... κατάρτισαν το.....53/1975 συμβόλαιο συνένωσης...αγρών....Ο Κ.

Β.,...με τη χρήση της άνω συμβολαιογραφικής πράξης συνένωσης πέτυχε την έκδοση οικοδομικής άδειας για την ανέγερση στο συνενωθέν ακίνητο μιας οικίας. Στα πλαίσια της ανέγερσης της ως άνω κατοικίας, κατασκευάστηκε και μια τσιμεντοστρωμένη ιδιωτική οδός προσπέλασης προς τη δημόσια επαρχιακή οδό Θεσσαλονίκης - Ασβεστοχωρίου....Η εν λόγω ιδιωτική οδός, που αποτελεί την επίδικη εδαφική λωρίδα,...έχει εμβαδόν 312,69 τ.μ....Σημειώνεται, ότι στο δεξιό (ανατολικό) όριο της εν λόγω εδαφικής λωρίδας - ιδιωτικής οδού, έχει κατασκευασθεί καθ' όλο το μήκος της υψηλή τσιμεντένια περίφραξη, που διακόπτεται μόνον από την είσοδο την(ς) κατοικίας Θ.Ν.

Β....ενώ περίφραξη υπάρχει και στο δυτικό της όριο με την ιδιοκτησία Α.. Καταλήγει δε η εν λόγω εδαφική λωρίδα στην είσοδο της κατοικίας της Α. Π. (πρώτη αναιρεσείουσα)....Οι προαναφερθέντες Κ. Β. και Δ. Σ., μετά την ολοκλήρωση της ανέγερσης της άνω κατοικίας του Κ. Β., κατάρτισαν τη......0/1980 συμβολαιογραφική πράξη...με την οποία ακύρωσαν...το περιεχόμενο του αρχικού συμβολαίου συνένωσης, επανερχόμενοι στο προ αυτού καθεστώς...με το......2/2003 συμβόλαιο...μεταβίβασε...στη Θ. - Ν.

Β....το ως άνω ακίνητο (αγρό 1.000 τ.μ....)....Εξάλλου, η Α. σύζυγος Ν. Π. (πρώτη αναιρεσείουσα) είναι...κυρία ενός αγρού, εμβαδού 1.865 τ.μ....Επιπλέον, από της κατασκευής ακόμη της πιο πάνω ιδιωτικής οδού, που περατώθηκε κατά το έτος 1977, κατόπιν άτυπης συμφωνίας μεταξύ των Κ. Β. και Δ. Σ., ο τελευταίος δικαιοπάροχος της πρώτης ενάγουσας...και στη συνέχεια η ίδια η εν λόγω ενάγουσα και η οικογένειά της χρησιμοποιούσαν την εν λόγω ιδιωτική οδό - δίοδο, διανοία δικαιούχου δουλείας, για την είσοδο στην κατοικία τους και την έξοδό τους από αυτήν προς την άνω δημόσια οδό, για τις καθημερινές τους ανάγκες, συνεχώς για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας, με αποτέλεσμα να συσταθεί, ήδη από το έτος 1997, δουλεία διόδου υπέρ του δεσπόζοντος ακινήτου, ιδιοκτησίας της πρώτης ενάγουσας...και σε βάρος του δουλεύοντος ακινήτου της ενάγουσας της υπό α' αγωγής, με έκτακτη χρησικτησία.

Η δουλεία, όμως, αυτή έχει ήδη μετά τη σύστασή της και δη και κατά το χρόνο της επικαλούμενης από την πρώτη ενάγουσα της υπό β' αγωγής προσβολής της οιονεί νομής της, αποσβεστεί. Τούτο, διότι κατέστη περιττή, αφού, μετά τη σύστασή της, το δεσπόζον εξυπηρετείται πλέον κατά τον ίδιο τρόπο και κατά το ίδιο μέτρο και από άλλη οδό, οπότε έπαυσε πλέον ο λόγος ύπαρξης της δουλείας, καθότι δεν παρέχεται πλέον χρησιμότητα και δεν υπάρχει ανάγκη του δεσπόζοντος, που έχει αποκτήσει πλέον πλήρη αυτάρκεια.

Συγκεκριμένα, το δεσπόζον ακίνητο έχει πλέον αποκτήσει πρόσβαση στην ως άνω δημόσια επαρχιακή οδό Θεσσαλονίκης - Ασβεστοχωρίου μέσω της οδού ..., που έχει πλέον (και είχε κατά τον άνω χρόνο της επικαλούμενης από την πρώτη ενάγουσα της υπό β' αγωγής προσβολής της οιονεί νομής της, ήτοι κατά την 5 και 6 Οκτωβρίου 2004), επαρκώς διανοιγεί, ασφαλτοστρωθεί και ηλεκτροδοτηθεί.

Για το λόγο μάλιστα αυτό η πρώτη ενάγουσα της υπό β' αγωγής έχει προβεί στη νοτιοανατολική πλευρά του δεσπόζοντος ακινήτου στην κατασκευή δεύτερης εισόδου στο ακίνητό της, η οποία και εξασφαλίζει πλέον εξίσου ασφαλή, άνετη και εύκολη πρόσβαση και δη έξοδο από αυτό προς την άνω δημόσια οδό, αλλά και είσοδο σε αυτό από την ίδια δημόσια οδό, όπως και η είσοδος στην οικία της από την επίμαχη οδό....Οι ενάγουσες της υπό β' αγωγής (αναιρεσείουσες), ισχυρίζονται...ότι δεν υπήρξε απόσβεση της δουλείας διόδου, διότι το δεσπόζον δεν απέκτησε αυτάρκεια από την άνω είσοδο, που έχει κατασκευασθεί.

Ειδικότερα, ισχυρίζονται, ότι, σε αντίθεση προς την υφιστάμενη δίοδο, η δήθεν δυνατότητα πρόσβασης στο δεσπόζον ακίνητο διαμέσου της οδού ... και "εισόδου" που υπάρχει στο βόρειο τμήμα του δεσπόζοντος ακινήτου παρουσιάζει τα εξής σημεία που καθιστούν αδύνατη τη χρήση αυτής της οδού και της εισόδου, έτσι ώστε να ελλείπει η απαιτούμενη αυτάρκεια του δεσπόζοντος ακινήτου:

α) το δεσπόζον ακίνητο δεν έχει άμεση πρόσβαση στην αγροτική οδό ..., όπως φαίνεται...,β) μια είσοδος που υπάρχει νοτίως του τέλους της αγροτικής οδού ... (σε απόσταση 400 μ. περίπου από το δρόμο Θεσσαλονίκης - Ασβεστοχωρίου) είναι "εσωτερική" και βρίσκεται σε απόσταση 15 μ. περίπου από την αγροτική οδό ... και μέσα σε χώρο που εξυπηρετεί περισσότερα ακίνητα, γ) η είσοδος αυτή δεν είναι δυνατόν να χρησιμοποιηθεί από αυτοκίνητα, επειδή υπάρχει μια υψομετρική διαφορά 1,5 μ.

περίπου μεταξύ της αγροτικής οδού ... και αυτής της εισόδου και για την εξομάλυνση αυτής...απαιτείται δυσανάλογα μεγάλη δαπάνη, άνω των 50.000 ευρώ, δ) η είσοδος αυτή δεν είναι δυνατόν να χρησιμοποιηθεί από αυτοκίνητα για την είσοδό τους στο δεσπόζον ακίνητο τόσο λόγω του πλάτους της (2 μ. περίπου) όσο και επειδή οδηγεί ακριβώς επάνω στην οικία(ς) της και σε μεγάλη ψησταριά, έτσι ώστε να αποκλείεται η είσοδος των αυτοκινήτων στο ακίνητό της και στο γκαράζ, ε) η αγροτική οδός ...

είναι μία πολύ ανηφορική οδός από την οποία δεν είναι δυνατή η μετάβαση στο δεσπόζον ακίνητο με τα πόδια (πεζή) ιδίως για ηλικιωμένους και ιδίως όταν ο καιρός είναι βροχερός ή χιονιάς, πράγμα που συμβαίνει συχνά σε αυτήν την περιοχή του Ασβεστοχωρίου, στ) η αγροτική οδός ... είναι σε ορισμένα σημεία πολύ στενή (2,5 μ.), ζ) η προαναφερόμενη ανεπαρκής είσοδος από την αγροτική οδό ...

απέχει περίπου 400 μ. από το δρόμο Θεσσαλονίκης - Ασβεστοχωρίου, η) η αγροτική οδός ... δεν είναι φωτισμένη και είναι ανασφαλής και λόγω κλεπτών και ληστών που κυκλοφορούν στην περιοχή. Οι αιτιάσεις όμως αυτές της ενάγουσας της υπό β' αγωγής είναι απορριπτέες ως αβάσιμες κατ' ουσίαν, δοθέντος ότι η προαναφερθείσα είσοδος που έχει κατασκευάσει η πρώτη ενάγουσα της υπό β' αγωγής στο ακίνητό της από την οδό ...

δεν έχει μεγάλη υψομετρική διαφορά με την εν λόγω οδό, ούτε είναι στενή, με αποτέλεσμα να είναι ευχερέστατη, άνετη και ασφαλής η είσοδος και στάθμευση οχημάτων εντός του δεσπόζοντος ακινήτου από την είσοδο αυτήν....Επιπλέον δεν προκύπτει ότι εμποδίζεται από την είσοδο αυτή η πρόσβαση στο γκαράζ του ακινήτου....Η επίμαχη δίοδος είναι περισσότερο ανηφορική από την οδό ..., η οποία, όπως προαναφέρθηκε, είναι ασφαλτοστρωμένη, ικανού πλάτους, υπερεπαρκούς για τη διέλευση αυτοκινήτου, διαμορφωμένη, ηλεκτροδοτούμενη και ασφαλής, ενώ ακόμη και εάν γίνει δεκτό ότι η απόσταση της εισόδου αυτής από την οδό Θεσσαλονίκης - Ασβεστοχωρίου είναι περί τα τετρακόσια (400) μέτρα, από μόνη της δεν καθιστά δυσχερή την πρόσβαση, αφού πρόκειται για μια σχετικά μικρή απόσταση που καλύπτεται με ασφάλεια ακόμη και από πεζό".

Στη συνέχεια δε των παραδοχών του αυτών, δέχτηκε το Εφετείο την παραπάνω ένσταση των τριών πρώτων αναιρεσιβλήτων για απόσβεση, εξαιτίας του ανωτέρω πραγματικού λόγου, της επίδικης δουλείας διόδου και απέρριψε ως αβάσιμη την αγωγή ομολογήσεως δουλείας διόδου των δύο πρώτων αναιρεσειουσών που προαναφέρθηκε.

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού, όπως προκύπτει από το προαναφερθέν περιεχόμενό της, διέλαβε στην απόφασή του αυτή πλήρεις, σαφείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς το ουσιώδες, για την παραδοχή της παραπάνω ένστασης απόσβεσης της επίδικης δουλείας διόδου, ζήτημα, ήτοι της εξυπηρέτησης του δεσπόζοντος ακινήτου των αναιρεσειουσών από την οδό ...

στο ίδιο μέτρο και με τον ίδιο τρόπο εξυπηρέτησής του και από την επίδικη δίοδο, καθόσον με σαφήνεια δέχτηκε, ως προς το ζήτημα αυτό, ότι η οδός ... είναι διαμορφωμένη, ασφαλτοστρωμένη, ηλεκτροδοτούμενη, ασφαλής, το πλάτος της υπέρ αρκετό για τη διέλευση αυτοκινήτου, λιγότερο ανηφορική σε σχέση με την επίδικη δίοδο, η απόστασή της από την οδό Θεσσαλονίκης - Ασβεστοχωρίου δεν καθιστά δυσχερή την πρόσβαση στην οδό αυτή και από πεζό, ενώ η είσοδος του δεσπόζοντος ακινήτου από την οδό ...

δεν έχει μεγάλη υψομετρική διαφορά από την εν λόγω οδό, η είσοδος και στάθμευση οχημάτων στο δεσπόζον ακίνητο από την είσοδο αυτή είναι ευχερέστατη, άνετη και ασφαλής, ενώ δεν εμποδίζεται η πρόσβαση από την εν λόγω είσοδο στο γκαράζ του δεσπόζοντος ακινήτου και ότι, βάσει των δεδομένων αυτών, το δεσπόζον ακίνητο εξυπηρετείται από την οδό ...

στο ίδιο μέτρο και με τον ίδιο τρόπο που εξυπηρετούταν και από την επίδικη δίοδο. Κρίνοντας δε, βάσει των παραδοχών του αυτών, το Εφετείο, ότι έχει αποσβεσθεί η επίδικη δουλεία διόδου, λόγω αυτάρκειας του δεσπόζοντος ακινήτου από την οδό ... και απορρίπτοντας, κατόπιν αυτών, την παραπάνω αγωγή των δύο πρώτων αναιρεσειουσών, κατά παραδοχή της ανωτέρω ένστασης των τριών πρώτων αναιρεσιβλήτων, σε ορθό πόρισμα κατέληξε.

Συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο τρίτος λόγος αναίρεσης, κατά το οικείο, από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, μέρος του, για έλλειψη αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης αναφορικά με την παραδοχή της παραπάνω ένστασης των τριών πρώτων αναιρεσιβλήτων.

14. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 281 ΑΚ, "η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται, αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος". Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, για να θεωρηθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων που συνεπάγεται και τα οποία επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο οικονομικός ή κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος, να προκύπτει από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υποχρέου ή από την πραγματική κατάσταση που δημιουργήθηκε ή από τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς, κατά νόμο, να εμποδίζουν τη γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του, σύμφωνα με τις αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου για το δίκαιο και την ηθική, επειδή αντιτίθεται στο περί δικαίου αίσθημα και την ηθική τάξη και προκαλεί έντονη εντύπωση αδικίας.

Απαιτείται, δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου και μάλιστα εύλογα, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Επίσης, οι πράξεις του υποχρέου και η κατάσταση πραγμάτων που διαμορφώθηκε υπέρ αυτού, πρέπει να τελούν σε αιτιώδη σχέση με την προηγουμένη συμπεριφορά του δικαιούχου, αφού, κατά τους κανόνες της καλής πίστης, οι συνέπειες που απορρέουν από πράξεις άσχετες μ' αυτή τη συμπεριφορά δεν συγχωρείται να προβάλλονται για την απόκρουση του δικαιώματος.

Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε στον υπόχρεο την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται να ασκηθεί κατ' αυτού, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκησή του, αλλά απαιτείται να συντρέχουν επιπλέον ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υποχρέου, ενόψει των οποίων και της αδρανείας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, που τείνει στην ανατροπή της κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό τις παραπάνω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για μακρύ χρόνο, να εξέρχεται των ορίων που τίθενται με τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ.

Στην περίπτωση αυτή, η επιχειρούμενη από το δικαιούχο ανατροπή της εν λόγω κατάστασης προκαλεί συνέπειες για τον υπόχρεο. Το ζήτημα δε αν οι συνέπειες που επάγεται η άσκηση του δικαιώματος είναι επαχθείς για τον υπόχρεο πρέπει να αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν εις βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της ικανοποίησης του δικαιώματός του.

Για την κατάφαση της καταχρηστικότητας δεν είναι απαραίτητο η άσκηση του δικαιώματος να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες συνέπειες για τον υπόχρεο, θέτοντας σε κίνδυνο την οικονομική του υπόσταση, αλλά αρκεί να έχει δυσμενείς απλώς επιπτώσεις στα συμφέροντά του (ΟλΑΠ 6/16). Εξάλλου, όπως στα πλαίσια προηγούμενου λόγου αναίρεσης εκτέθηκε, η πραγματική δουλεία οδού αποσβήνεται, αν η άσκησή της έχει καταστεί απολύτως και διαρκώς αδύνατη από λόγους πραγματικούς ή νομικούς, όπως όταν έπαυσε η παροχή ωφέλειας ή χρησιμότητας από το δουλεύον ακίνητο υπέρ του δεσπόζοντος ή εξέλιπε η ανάγκη του τελευταίου, γιατί τούτο απέκτησε αυτάρκεια, αφού, κατά τα προεκτεθέντα, η ύπαρξη της ωφέλειας, της χρησιμότητας ή της ανάγκης αποτελεί απαραίτητο όρο της δουλείας.

Δεδομένου δε ότι η αδυναμία άσκησης της δουλείας πρέπει να περιλαμβάνει ολόκληρο το περιεχόμενο του δικαιώματός της και, επομένως, αν η ωφέλεια, η χρησιμότητα ή η ανάγκη άσκησής της μειώθηκε, χωρίς να εκλείψει εντελώς, αυτή διατηρείται έστω και με περιορισμένη έκταση, λόγω της αρχής του αδιαιρέτου της, έπεται ότι, αν μετά τη σύσταση πραγματικής δουλείας διόδου, το δεσπόζον ακίνητο εξυπηρετείται κατά τον ίδιο τρόπο και κατά το ίδιο μέτρο από άλλη οδό, παύει ο λόγος ύπαρξης της δουλείας, γιατί αυτή δεν παρέχει πλέον χρησιμότητα και δεν υπάρχει ανάγκη του δεσπόζοντος ακινήτου, αφού αυτό έχει αποκτήσει αυτάρκεια.

Η, παρά την αυτάρκεια αυτή του δεσπόζοντος ακινήτου, εξακολούθηση χρησιμοποίησης της διόδου επί του δουλεύοντος ακινήτου, συνιστά κατάχρηση δικαιώματος και συνεπώς αποτελεί και νομικό λόγο αδυναμίας άσκησης της πραγματικής δουλείας, διότι υπερβαίνει τα όρια τα οποία τάσσονται από τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, εφόσον το δημόσιο συμφέρον επιβάλλει να μη παρεμποδίζεται με άσκοπους περιορισμούς η οικονομική εκμετάλλευση των ακινήτων (ΑΠ 1454/11, 1894/09, 1630/09).

Εξάλλου, ενόψει και των διατάξεων του άρθρου 262 ΚΠολΔ, ο ισχυρισμός για απόσβεση, εξαιτίας του παραπάνω πραγματικού λόγου, της πραγματικής δουλείας διόδου, μπορεί να προταθεί και με ένσταση του κυρίου του δουλεύοντος ακινήτου κατά της αγωγής ομολογήσεως δουλείας διόδου του κυρίου του δεσπόζοντος ακινήτου.

Ο τελευταίος μπορεί, να αποκρούσει την παραπάνω ένσταση ως καταχρηστική, βάσει του άρθρου 281 ΑΚ. Πλην, όμως, ενόψει αφενός μεν του ότι η εν λόγω ένσταση προϋποθέτει υπαρκτό δικαίωμα κατά του οποίου προβάλλεται (ΟλΑΠ 17/95) και, στη συγκεκριμένη περίπτωση, προϋποθέτει απόσβεση, λόγω αυτάρκειας του δεσπόζοντος, του δικαιώματος δουλείας διόδου και αφετέρου των όσων προεξετέθησαν ως προς την ανάγκη μετά φειδούς άσκησης των δουλειών και αποφυγής άσκοπων περιορισμών της κυριότητας, για να αποκρουσθεί ως καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος απόσβεσης της δουλείας διόδου, θα πρέπει να συντρέχουν ιδιαζόντως ιδιαίτεροι λόγοι, αφού μόνο τέτοιοι λόγοι μπορούν, να δικαιολογήσουν τη διατήρηση και της παλαιάς διόδου, παρά την αυτάρκεια του δεσπόζοντος ακινήτου, λόγω της νέας διόδου.

Εν προκειμένω, από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, προκύπτει, ότι οι δύο πρώτες αναιρεσείουσες, για την απόκρουση της παραπάνω ένστασης απόσβεσης της επίδικης δουλείας διόδου, ισχυρίσθηκαν, ότι οι τρεις πρώτοι αναιρεσίβλητοι ασκούν καταχρηστικά το δικαίωμά τους τούτο, καθόσον:

α) η κατασκευή της επίδικης διόδου αποτελεί το αντάλλαγμα της συναίνεσης του δικαιοπαρόχου των αναιρεσειόντων Δ. Σ. στην προαναφερθείσα συνένωση των ακινήτων, η οποία επέτρεψε στο δικαιοπάροχο των αναιρεσιβλήτων Κ. Β.. να οικοδομήσει το δουλεύον ακίνητό του, β) η κατασκευή της επίδικης διόδου αποτελεί το αντάλλαγμα της συναίνεσης του ανωτέρω Δ.

Σ. στην κατάργηση της σκάλας που υπήρχε μέχρι τότε, για την επικοινωνία, στην ανατολική πλευρά του δουλεύοντος ακινήτου, γ) για την κατασκευή της επίδικης διόδου ο ανωτέρω Δ. Σ. παραχώρησε στον προαναφερθέντα Κ. Β.. κατά χρήση τμήμα της νότιας πλευράς του δεσπόζοντος ακινήτου του, δ) η επίδικη δίοδος από βαρύ οπλισμένο σκυρόδεμα κατασκευάστηκε με κοινές δαπάνες των ανωτέρω Δ.

Σ. και Κων/νου Β., ε) προ του έτους 1962 υπήρχε μικρή και ανεπαρκής είσοδος του δεσπόζοντος ακινήτου στην οδό ..., που ήταν γνωστή στους αναιρεσιβλήτους και στους δικαιοπαρόχους τους και ουδέποτε αμφισβητήθηκε ότι δεν καλύπτει τις ανάγκες του δεσπόζοντος ακινήτου, στ) η επίδικη δίοδος δηλώθηκε ως αγροτική οδός από το δικαιοπάροχο των αναιρεσιβλήτων Γ.

Β.., ζ) ο ανωτέρω Γ. Β..ς υπέβαλε ένσταση στη διαδικασία κτηματογράφησης για το ότι το δουλεύον ακίνητο έχει έκταση 1.000 τμ και όχι 1.170, η) ουδέποτε αμφισβητήθηκε από το έτος 1975 το δικαίωμα δουλείας διόδου των αναιρεσειόντων στο επίδικο, θ) ενοποίηση της επίδικης διόδου με το δουλεύον ακίνητο είναι αδύνατη, λόγω της περιτοίχισής της και ι) το τελευταίο τμήμα της επίδικης διόδου εξυπηρετεί μόνο το δεσπόζον ακίνητο.

Τα περιστατικά, όμως, αυτά, δεν καθιστούν καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος των αναιρεσιβλήτων να επικαλεσθούν την απόσβεση, για τον ανωτέρω λόγο, της επίδικης δουλείας διόδου. Και τούτο, διότι τα εν λόγω περιστατικά δεν δικαιολογούν τη διατήρηση της επίδικης διόδου και μετά την παραπάνω νέα δίοδο και η αξίωση των αναιρεσιβλήτων να καταργηθεί η υφιστάμενη δίοδος δεν υπερβαίνει, εξαιτίας των περιστατικών αυτών, τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός ή ο οικονομικός σκοπός του οικείου δικαιώματός τους.

Ειδικότερα, δεν δικαιολογείται, βάσει των περιστατικών αυτών, αφενός μεν, γιατί το δουλεύον ακίνητο θα πρέπει να συνεχίσει να επιβαρύνεται με την επίδικη δίοδο υπέρ του δεσπόζοντος ακινήτου, αν και ουδεμία ωφέλεια θεμιτή και σύμφωνη με το σκοπό σύστασής της παρέχει στο δεσπόζον ακίνητο, μετά την εξυπηρέτηση του τελευταίου στο ίδιο μέτρο και με τον ίδιο τρόπο από τη νέα δίοδο και αφετέρου, γιατί το δεσπόζον ακίνητο θα πρέπει να διαθέτει δύο πλέον διόδους επικοινωνίας με τη δημόσια οδό, καίτοι κάθε μια τούτων εξυπηρετεί τις ίδιες και στο ίδιο μέτρο ανάγκες του και γιατί, εν τέλει, παρά τα ανωτέρω και την εξυπηρέτηση στο ίδιο μέτρο του δεσπόζοντος ακινήτου από τη νέα δίοδο, θα πρέπει να εξακολουθήσει να επιβαρύνεται το δουλεύον ακίνητο με την παλαιά δίοδο και να περιορίζεται έτσι το δικαίωμα κυριότητας του κυρίου του ακινήτου αυτού και η δυνατότητά του πλήρους εκμετάλλευσής του.

Το Εφετείο, όπως προκύπτει από προσβαλλομένη απόφασή του, απέρριψε με την απόφασή του αυτή την παραπάνω ένσταση των αναιρεσειόντων, πλην, όμως, με διαφορετική αιτιολογία και, συγκεκριμένα, επειδή έκρινε, ότι ορισμένα από τα περιστατικά που συγκροτούν την ιστορική της βάση προτάθηκαν για πρώτη φορά άλλα στη δεύτερη συζήτηση στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και άλλα στο Εφετείο, αλλά και επειδή "αποτελούν στην ουσία άρνηση της απόσβεσης".

Ενόψει του ότι η απορριπτική αυτή κρίση του Εφετείου είναι ορθή κατ' αποτέλεσμα, πρέπει να αντικατασταθεί η παραπάνω αιτιολογία της με την ανωτέρω και να απορριφθεί ως αβάσιμος, κατά το άρθρο 578 ΚΠολΔ, ο πέμπτος, από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, με τον οποίο πλήττεται η εν λόγω κρίση, καθόσον οι αναιρεσείοντες δεν επικαλούνται έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο, προϋπόθεση αναγκαία για να αναιρεθεί η απόφαση μόνο ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία της (ΟλΑΠ 11/17).

15. Τέλος, κατά το άρθρο 559 αρ. 9 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε. Ως "αίτηση" νοείται αυτή, που αποτελεί κεφάλαιο της δίκης, δηλαδή το αίτημα ή η βάση αγωγής, ανταγωγής, κυρίας ή αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, ενδίκου μέσου, αντέφεσης, ανακοπής ή τριτανακοπής, ενώ ο όρος "επιδίκασε" σημαίνει, ότι το δικαστήριο αποφάσισε για αίτημα, έστω και με αναγνωριστική διάταξη.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης αποτελεί κύρωση της διαθετικής αρχής (άρθρο 106 ΚΠολΔ), κατά την οποία το δικαστήριο ενεργεί μόνο ύστερα από αίτηση διαδίκου και αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς, που προτείνουν και αποδεικνύουν οι διάδικοι και τις αιτήσεις, που υποβάλλουν, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά (ΑΠ 914/08).

Εξάλλου, ο λόγος αναίρεσης του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, που αποσκοπεί στη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρο 106 ΚΠολΔ) και της αρχής της ακρόασης των διαδίκων (άρθρο 110 παρ. 2 ΚΠολΔ), ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο και εκτιμώντας προφανώς εσφαλμένα τα διαδικαστικά έγγραφα (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), είτε έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, είτε δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη, επίσης, επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ως πράγματα νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, δηλαδή οι ισχυρισμοί, που, κατά το νόμο, διαμόρφωσαν ή, ανάλογα, ήταν ικανοί, να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (ΟλΑΠ 3/97).

Επίσης, κατά το άρθρο 316 ΚΠολΔ, αν από τη διατύπωση της απόφασης γεννώνται ασάφειες ή αμφιβολίες, που δυσχεραίνουν την κατανόηση του περιεχομένου της και τον καθορισμό της έκτασης του δεδικασμένου και την εκτέλεσή της, οι διάδικοι μπορούν να ζητήσουν την ερμηνεία της από το δικαστήριο που την εξέδωσε.

Αμφιβολίες γεννώνται, όταν η συγκεκριμένη περικοπή της απόφασης επιδέχεται περισσότερες ερμηνείες, ενώ ασάφεια υπάρχει, όταν οι διάδικοι αδυνατούν να συλλάβουν το ακριβές νόημά της. Κατά την ερμηνεία της απόφασης, η οποία δεν χωρεί αυτεπαγγέλτως, το δικαστήριο περιορίζεται στην επεξήγηση της αληθινής έννοιάς της, δηλαδή, στον καθορισμό των αόριστων και στην αποσαφήνιση των ασαφών σημείων του διατακτικού ή και των αιτιολογιών της, όταν αυτές έχουν προσόντα διατακτικού, ενώ δεν επιτρέπεται, μέσω της ερμηνείας, αλλοίωση της έννοιας και της ουσίας της απόφασης, ούτε αλλαγή του διατακτικού της.

Αναζητείται δε κατ' αυτή η αληθινή βούληση του δικαστή με βάση τους κλασσικούς κανόνες και τις μεθόδους ερμηνείας (ΟλΑΠ 12/09, ΑΠ 359/17).

Εν προκειμένω, με τον έκτο λόγο αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο προέβη σε ερμηνεία της πρωτοβάθμιας απόφασης, χωρίς, όμως, να υποβληθεί αίτημα ερμηνείας της απόφασης αυτής. Συγκεκριμένα, κατά τον ερευνούμενο λόγο, ενώ το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δέχτηκε, ότι η επίδικη δουλεία διόδου αποσβέστηκε λόγω αχρησίας (άρθρο 1138 ΑΚ), το Εφετείο, ερμηνεύοντας, χωρίς σχετικό αίτημα, την απόφαση αυτή, έκρινε, ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο είχε δεχτεί απόσβεση της δουλείας διόδου λόγω αυτάρκειας του δεσπόζοντος ακινήτου (άρθρο 1136 ΑΚ).

Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, ότι το Εφετείο που την εξέδωσε, δέχτηκε μ' αυτή, αναφορικά με τις παραπάνω αιτιάσεις, ότι "ομοίως αλυσιτελώς προβάλλεται και ο έβδομος λόγος της εφέσεως, με τον οποίο οι ενάγουσες...παραπονούνται, γιατί η εκκαλουμένη δέχτηκε απόσβεση της δουλείας με αχρησία, χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 1138 ΑΚ...Τούτο, διότι, η εκκαλουμένη δεν δέχθηκε ότι η δουλεία αποσβέσθηκε λόγω εικοσαετούς αχρησίας κατ' άρθρο 1138 ΑΚ, αλλά κατ' άρθρο 1136 ΑΚ, λόγω έλλειψης χρησιμότητας, όπως προκύπτει από το όλο περιεχόμενό της, η δε μεμονωμένη αναφορά σε αχρησία οφείλεται σε προφανή παραδρομή, δοθέντος ότι, όπως από το όλο περιεχόμενό της προκύπτει, δέχθηκε απόσβεση της δουλείας λόγω έλλειψης ωφέλειας ως εκ της πλήρους επάρκειας του δεσπόζοντος που εξυπηρετείται από την άνω είσοδο επί της οδού ...", στη δε πρωτοβάθμια απόφαση διαλαμβάνεται σχετικώς, ότι "ήδη από την κατασκευή της επίδικης διόδου (1977) από τον Κ.

Β., με δαπάνες του, και ειδικότερα μετά το έτος 1980 αυτή και η οικογένειά της χρησιμοποιεί με διάνοια δουλειούχου τούτη για την είσοδο στην κατοικία της, για χρονικό διάστημα πέραν της 20ετίας, και ως εκ τούτου συνεστήθη υπέρ του ακινήτου της δουλεία διόδου με έκτακτη χρησικτησία. Πλην, όμως, η δουλεία τούτη έχει ήδη αποσβεστεί κατά το χρόνο της επικαλουμένης από την ενάγουσα προσβολής της οιονεί νομής της, λόγω αχρησίας, όπως με βεβαιότητα προκύπτει από τις προσκομιζόμενες φωτογραφίες, δεδομένου ότι το ακίνητό της έχει πρόσβαση στην εθνική οδό Ασβεστοχωρίου Θεσσαλονίκης, μέσω της διανοιγμένης και ασφαλτοστρωμένης οδού ..., η οποία οδός πλέον της εξασφαλίζει ασφαλέστερη έξοδο σ' αυτήν".

Σύμφωνα μ' αυτά, το Εφετείο, με τις παραπάνω παραδοχές του, δεν προέβη σε ερμηνεία της πρωτόδικης απόφασης ως προς το λόγο απόσβεσης της επίδικης δουλείας διόδου. Μάλιστα, δεν διέγνωσε κάποια σχετική ασάφεια ή αμφιβολία στη διατύπωση της απόφασης αυτής, αλλά, αντίθετα, δέχτηκε, ότι, σαφώς, κατά την εν λόγω απόφαση, η επίδικη δουλεία αποσβέστηκε λόγω αυτάρκειας του δεσπόζοντος ακινήτου.

Επομένως, ο παραπάνω λόγος αναίρεσης, τόσο υπό την επίκληση του αρ. 8 όσο και του αρ. 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, ήτοι σε ερμηνεία της πρωτόδικης απόφασης από το Εφετείο, στην οποία, όμως τούτο δεν προέβη.

Μετά απ' αυτά, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, η αίτηση πρέπει να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, αφού ηττώνται, στη δικαστική δαπάνη των τριών πρώτων και του έκτου αναιρεσιβλήτων, κατά παραδοχή των σχετικών νομίμων αιτημάτων αυτών (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένη, όμως, για το έκτο αναιρεσίβλητο, σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ. 1 νόμου 3693/1957 και την, κατ' εξουσιοδότησή του, 134423 Οικ/8.12.1992/20.1.1993 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, σύμφωνα με το διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 28-3-2017 αίτηση των Α. συζ. Ν. Π., Α. Ν. Π., Λ. Ν. Π. και Ν. Π. Π., για αναίρεση των αποφάσεων 1018/2016 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης και 10356/2011 και 19157/2008 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσαν οι αναιρεσείοντες στο Δημόσιο Ταμείο. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, που ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ για τους τρεις πρώτους αναιρεσιβλήτους και σε τριακόσια (300) ευρώ για το έκτο αναιρεσίβλητο.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 31 Οκτωβρίου 2018.

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Δεκεμβρίου 2018.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ