Legislator Case Law & Legislation
1701/2014 AI generated

Supreme Court refers case to Plenary regarding constitutionality of law excluding defaulting farmers from debt forgiveness.

Case Number 1701/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Outcome Inadmissible

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court declared the appeal inadmissible and referred the case to the Plenary Chamber for a constitutional ruling. The appellant argued that excluding defaulting farmers from debt forgiveness violated the principle of equality before the law. The Court found the legal issue required a full constitutional examination by the Plenary rather than a standard appellate review.

Legislator headnote

AI generated

Articles 4 and 26 of the Constitution; The Court establishes that when a specific statutory provision creates an unconstitutional discrimination against a category of persons, the case must be referred to the Plenary for a constitutional ruling.

Keywords

AI generated
constitutional equality debt forgiveness agricultural loans defaulting farmers Plenary Chamber statutory discrimination Article 4 Constitution

Cited Legislation

AI generated
Article 4 of the Constitution
Article 26 of the Constitution
Article 513(2)(b) of the Code of Civil Procedure
Article 23(2) of the Code of Organization of Courts
Article 16 of Law 2331/1995
Article 169(6) of Law 2479/1997
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court 9/2004
Supreme Court 30/1992
Supreme Court 28/1992
Supreme Court 7/1989
Supreme Court 8/1989

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1701 / 2014 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1701/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Εμμανουήλ Κλαδογένη και Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Οκτωβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Γ. Μ. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Φιλιππάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. .

Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Νικόλαο Ξανάλατο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-4-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 325/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 202/2008 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεράσιμος Φουρλάνος, ανέγνωσε την από 21-10-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθμ.1 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως συντρέχει όταν εχώρησε ψευδής ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή κανόνος του ουσιαστικού δικαίου. Αποτελούν δε κανόνες ουσιαστικού δικαίου και οι ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του Συντάγματος (Ολ.ΑΠ 9/2004). Περαιτέρω κατά το άρθρο 4 παρ.1 του ισχύοντος Συντάγματος, οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου.

Η διάταξη αυτή καθιερώνει, όχι μόνο την ισότητα των Ελλήνων έναντι του νόμου, αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι αυτών, με την έννοια, ότι δεσμεύει και τον νομοθέτη και τον υποχρεώνει, όταν πρόκειται να ρυθμίσει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις και κατηγορίες προσώπων να μην αντιμετωπίζει κατά τρόπο ανόμοιο τις περιπτώσεις αυτές με εισαγωγή διακρίσεων και εξαιρέσεων, εκτός αν αυτό επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, τη συνδρομή των οποίων ελέγχουν τα δικαστήρια (Ολ.ΑΠ 30/1992, ΑΠ 28/1992).

Κατά συνέπεια αν γίνει, από τον νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλεισθεί από τη ρύθμιση αυτή, κατ' αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση, αλλά κατηγορία προσώπων, για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος που επιβάλλει την ειδική εκείνη μεταχείριση, η διάταξη που εισάγει τη δυσμενή μεταχείριση είναι ανίσχυρη, ως αντισυνταγματική.

Στην περίπτωση αυτή, προς αποκατάσταση της συνταγματικής αρχής της ισότητας, πρέπει να εφαρμοσθεί και για εκείνους, σε βάρος των οποίων έγινε η δυσμενής διάκριση, η διάταξη που ισχύει για την κατηγορία, υπέρ της οποίας θεσπίσθηκε η ειδική ρύθμιση, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι παραβιάζεται από τα δικαστήρια η αρχή της διάκρισης των λειτουργιών, την οποία θεσπίζουν τα άρθρα 1, 26, 73 επ.

και 87 επ. του Συντάγματος (Ολ.ΑΠ 9/2004, Ολ.ΑΠ 46/2005 βλ. σχετικώς και Κ. Χρυσόγονου: Ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα -2006- σελ. 124 επ. και εκεί σύμφωνες και αντίθετες παραπομπές). Από τις ίδιες ως άνω διατάξεις, σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 2 παρ.1, 5 παρ.1 του Συντάγματος, συνάγεται, ως γενική συνταγματική αρχή ότι, κατά μείζονα λόγον, επί αντικειμενικώς ομοίων περιπτώσεων δεν είναι επιτρεπτό είτε στον νομοθέτη, είτε στην κανονιστικώς δρώσα διοίκηση, είτε στα δικαστήρια (κατά την ερμηνεία και την εφαρμογή και τον έλεγχο της συνταγματικότητας των υποδεέστερης τυπικής ισχύος κανόνων του δικαίου), να θέτουν σε νομικώς (και πρακτικώς) δυσμενέστερη θέση τους παρανομούντες έναντι των νομοταγών πολιτών ή ακόμη και να προβλέπουν για τους παρανομούντες δυσμενείς έννομες συνέπειες, αλλά με σειρά αντίστροφη προς την ένταση της αντίθεσης προς την έννομη τάξη, όπως θα ήταν η πρόβλεψη αυστηρότερων ποινών ή μέτρων σε περίπτωση αδικήματος εξ αμελείας έναντι αδικήματος που διεπράχθη εκ προθέσεως (πρβλ.

Χρ. Μυλωνοπούλου, τα εκ του αποτελέσματος διακρινόμενα εγκλήματα - 1984 - σελ.131 και 148).

Περαιτέρω, στο άρθρο 39 του Ν. 3259/2004 "περαίωση εκκρεμών φορολογικών υποθέσεων, ρύθμιση ληξιπρόθεσμων χρεών κ.λπ." ορίζεται: α)στην παράγραφο 1 η συνολική ληξιπρόθεσμη οφειλή από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων, οι οποίες συνομολογούνται ή έχουν συνομολογηθεί, πριν από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου με πιστωτικά ιδρύματα, δεν δύναται να υπερβαίνει το τριπλάσιο του, κατά περίπτωση, ληφθέντος κεφαλαίου, εκάστου δανείου ή πίστωση του αθροίσματος των ληφθέντων κεφαλαίων περισσοτέρων δανείων ή πιστώσεων ή προκειμένου περί αλληλοχρέων λογαριασμών, του ποσού της οφειλής, όπως αυτή διαμορφώθηκε, κατά την τελευταία εκταμίευση του λογαριασμού, με την επιφύλαξη των παραγράφων 4 και 5 του παρόντος άρθρου β)Στην παράγραφο 5 ότι:

προκειμένου περί οφειλών των, κατά κύριο επάγγελμα αγροτών, σχετικών με την επαγγελματική τους αυτή δραστηριότητα, που υπάγονται στις διατάξεις του άρθρου 30 του Ν. 2789/2000, όπως ισχύει, το συνολικό ύψος τους δεν δύναται να υπερβαίνει το διπλάσιο του, κατά περίπτωση, ληφθέντος κεφαλαίου ... τα πιστωτικά ιδρύματα υποχρεούνται να υπολογίζουν το ύψος της οφειλής της παρούσας παραγράφου, να τη γνωστοποιούν στον οφειλέτη και να συνομολογούν τη ρύθμιση εντός προθεσμίας ενενήντα ημερών από την υποβολή της σχετικής αίτησης, η οποία πρέπει να υποβληθεί, μέχρι την 31η Οκτωβρίου 2004 το αργότερο.

γ) άρθρ.12 κατά τα λοιπά ισχύουν αναλόγως οι διατάξεις του άρθρου 30 του Ν. 2789/2000, όπως ισχύει. Ακόμη, κατά τη διάταξη του άρθρου 30 του Ν. 2789/2000, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 42 του Ν. 2912/2001, κατ' εξαίρεση των κειμένων διατάξεων η υφιστάμενη συνολική οφειλή από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων, που έχουν συνομολογηθεί με πιστωτικά ιδρύματα και οι σχετικές συμβάσεις έχουν καταγγελθεί, η, προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, έχουν κλείσει οριστικά ή, αν δεν συντρέχει τέτοια περίπτωση, η απαίτηση έχει καταστεί εν όλω η εν μέρει ληξιπρόθεσμη κατά τη σύμβαση ή το νόμο, μέχρι 31.11.2000 δεν δύναται να υπερβεί τα παρακάτω πολλαπλάσια του, κατά περίπτωση, ληφθέντος κεφαλαίου ή του αθροίσματος κεφαλαίων των περισσοτέρων δανείων.

Σύμφωνα με τα παραπάνω, είναι προφανές, ότι ο νομοθέτης έχοντας να ρυθμίσει, το αυξημένο πρόβλημα, κατά τον συγκεκριμένο χρόνο της διαρκούς και μεγάλης επιβάρυνσης από τον συνεχή ανατοκισμό των δανείων, τα οποία είχαν λάβει, από τις Τράπεζες, συγκεκριμένες πληθυσμιακές ομάδες, όπως, εν προκειμένω, οι αγρότες προέβη στην ανωτέρω ρύθμιση, για να δώσει λύση στο πρόβλημα της υπερχρέωσης κατά την συγκεκριμένη χρονική περίοδο.

Στην προκειμένη περίπτωση, ασκήθηκε, από τον ήδη αναιρεσείοντα στο Μονομελές Πρωτοδικείο αγωγή, στην οποία ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων εκθέτει, πλην άλλων, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της (αρθρ.561 παρ.2 ΚΠολΔ): α) ότι με την εναγόμενη και ήδη αναιρεσίβλητη Τράπεζα, κατάρτισε στις 13-3-1992 σύμβαση δανείου προκειμένου να ενισχύσει τις γεωργικές του δραστηριότητες ύψους 20.000.000 δραχμών.

Από το ποσό αυτό έλαβε ποσό 11.000.000 δραχμών, το οποίο και εξόφλησε, β) ότι από το υπόλοιπο ποσό έλαβε 6.648.279 δραχμές, το οποίο έπρεπε να αποπληρώσει σε 15 ετήσιες δόσεις, με την πρώτη εξ αυτών καταβλητέα τον μήνα Δεκέμβριο του έτους 1993 και την τελευταία τον αντίστοιχο μήνα του έτους 2007, γ) ότι τις δόσεις κατέβαλλε ανελλιπώς μέχρι και το έτος 2002, πληρώνοντας συνολικά 14.382,189 δραχμές, δ) ότι τον μήνα Οκτώβριο του έτους 2004, ζήτησε από την Τράπεζα να υπαχθεί η οφειλή του αυτή στη διάταξη του άρθρου 39 του Ν. 3259/2004, όμως αυτή αρνήθηκε, ε) ότι, αν και οι οφειλές του δεν είχαν καταστεί ληξιπρόθεσμες και απαιτητές, έως το τέλος του έτους 2000, πράγματι η οφειλή του, ως συνεπούς οφειλέτου, έχει αποσβεσθεί, διότι έχει καταβάλει το ως άνω ποσό, το οποίο είναι διπλάσιο του ληφθέντος δανείου, και, άρα, αδικαιολόγητα, αποκλείεται στο πρόσωπό του η εφαρμογή του νόμου, ενώ αντίθετα η πιο πάνω ευνοϊκή ρύθμιση ισχύει έναντι άλλων οφειλετών - αγροτών, στ) ότι τούτο αντιβαίνει ευθέως στη διάταξη του άρθρου 4 παρ.1 του Συντάγματος και στο άρθρο 26 Ν. 2462/1997, με τον οποίο κυρώθηκε το Διεθνές Σύμφωνο για τα Ατομικά και Πολιτικά δικαιώματα.

Η προσβαλλόμενη απόφαση μετά από έφεση της ήδη αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση (με την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή), έκρινε πως η ανωτέρω διάκριση είναι συμβατή με το Σύνταγμα και απέρριψε την αγωγή. Ήδη ο αναιρεσείων με τον μοναδικό, από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης παραπονείται, ότι το Εφετείο, παραβίασε με τη σχετική κρίση του τις προεκτεθείσες διατάξεις.

Τίθεται, κατά ταύτα, με αυτόν τον αναιρετικό λόγο το γενικοτέρου ενδιαφέροντος ζήτημα: εάν είναι συνταγματικώς επιτρεπτή η ερμηνεία του άρθρου 39 του Ν. 3259/2004, κατά τρόπον που να περιέρχονται σε νομικώς (και οικονομικώς) ευνοϊκότερη κατάσταση, εκείνοι εκ των δανειοληπτών (αγροτών), οι οποίοι, στον σκοπητέο χρόνο (31-12-2000) είχαν περιέλθει σε υπερημερία και εξ αιτίας αυτής είχαν ευνοηθεί έναντι άλλων οφειλετών, οι οποίοι είχαν, κατά τον ίδιο χρόνο, ανεξόφλητες δόσεις των δανείων τους, αλλά δεν είχαν περιέλθει σε υπερημερία (ενδεχομένως, μάλιστα, υποβαλλόμενοι σε βαριές θυσίες προς τούτο) και ήταν έτσι συνεπείς στην εξυπηρέτηση αυτών.

Εν όψει τούτων, αλλά και της αντισυνταγματικότητας, σε αποφατική περίπτωση της συγκεκριμένης διάταξης (βλ. και Ολ.ΑΠ 7 και 8/1989), πρέπει να παραπεμφθεί ο μόνος λόγος της ένδικης αίτησης αναίρεσης στην πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 513 παρ.2β ΚΠολΔ και 23 παρ.2 Ν. 1756/1988 του "Κώδικα Οργανισμού των Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών", όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 16 του Ν. 2331/1995 και 169 παρ.6 του Ν. 2479/1997.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Παραπέμπει στην πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, τον μόνο, από το άρθρο 559 αρ.1 της από 25.1.2010 άσκησης του Γ. Μ. όπως αυτός στο σκεπτικό προσδιορίστηκε, προς αναίρεση της 202/2008 απόφασης του Εφετείου Κρήτης.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 4η Δεκεμβρίου 2013.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 25η Αυγούστου 2014.

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ