Legislator Case Law & Legislation
1701/2010 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on property transfer validity, ruling Greek law applies to power of attorney executed abroad.

Case Number 1701/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Second Instance Court's decision regarding a property transfer dispute. The appellant argued that Turkish law should govern the power of attorney executed in Istanbul, but the court found this premise flawed. The court determined that Greek law applied because the power of attorney was used to transfer Greek real estate, making the Second Instance Court's application of Greek law correct.

Legislator headnote

AI generated

Art. 11, 25, 34, 35, 37, 1710 of the Greek Civil Code; The validity of a unilateral act of agency executed abroad affecting Greek immovable property is governed by the law of the place of execution for its form, while its content and scope are determined by the lex loci actus.

Keywords

AI generated
power of attorney validity conflict of laws Greek Civil Code immovable property transfer agency scope lex loci actus international private law

Cited Legislation

AI generated
Art. 11 of the Greek Civil Code
Art. 25 of the Greek Civil Code
Art. 34 of the Greek Civil Code
Art. 35 of the Greek Civil Code
Art. 37 of the Greek Civil Code
Art. 1710 of the Greek Civil Code
Art. 559 No. 1 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1701 / 2010 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1701/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου), Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Δημήτριο Μαζαράκη, Χαράλαμπο Αθανασίου και Νικόλαο Μπιχάκη, Αρεοπαγίτες

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Μαΐου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ν.Α., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεόδωρο Φραράκη.

Των αναιρεσίβλητων: 1. Θ.Κ., 2. Κ.Κ., 3. Α.Κ., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητα του ως δικηγόρος και 4. Ε. συζ. Κ.Σ. Εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους Α.Κ. (ήδη 3ο αναιρεσίβλητο) και Κ.Σ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-5-1992 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρόδου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 102/1995 του ίδιου Δικαστηρίου και 28/1999 του Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20-1-2002 αίτησή της και με τους από 29-3-2010 πρόσθετους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μιχαήλ Θεοχαρίδης ανέγνωσε την από 3-5-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων αναιρέσεως, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων -ο 3ος αναιρεσίβλητος ατομικά και ως πληρεξούσιος των υπολοίπων - την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα, η ιστορική διαδρομή της προκειμένης υπόθεσης είναι η ακόλουθη: Η ήδη αναιρεσείουσα Ν.Α.,άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου κατά του Α.Κ., που ακολούθως αποβίωσε το έτος 2000 και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τους ήδη αναιρεσιβλήτους, την από 1-5-1992 αγωγή, με την οποία εξέθεσε, ότι με το υπ' αριθ. .../1967 συμβόλαιο του 8ου συμβολαιογράφου Κωνσταντινουπόλεως Φουάτ Μπιλγκίν, αυτή και ο αδελφός της Ε.Ν.Γ., έδωσαν στο Ν.Δ.

την εντολή και πληρεξουσιότητα να προβεί στη μεταβίβαση επ' ονόματί τους όλων των ακινήτων τους που βρίσκονται στη νήσο της Ρόδου, παρέχοντας παράλληλα σ' αυτόν την εξουσία να διορίζει και άλλους πληρεξουσίους και να ανακαλεί αυτούς. Ότι ο Ν.Δ., αφενός με το υπ' αριθμ. .../1968 πληρεξούσιο του συμβολαιογράφου Ρόδου Χρίστου Γιώρτσου, διόρισε μεταπληρεξούσιο αυτών τον εναγόμενο, στον οποίο έδωσε την ανέκκλητη εντολή και πληρεξουσιότητα, που θα ίσχυε και μετά το θάνατο των πληρεξουσιοδοτών, να πωλήσει και να μεταβιβάσει και με αυτοσύμβαση τα ιδανικά τους μερίδια επί του αναφερομένου στην αγωγή ακινήτου, και αφετέρου με το υπ' αριθμ. .../.1968 προσύμφωνο του ίδιου συμβολαιογράφου προσυμφώνησε να πωλήσει και μεταβιβάσει στον εναγόμενο τα ιδανικά τους μερίδια επί του εν λόγω ακινήτου.

Ότι ακολούθως ο εναγόμενος (μεταπληρεξούσιος), με το υπ'αριθμ. .../1983 οριστικό συμβόλαιο του ίδιου συμβολαιογράφου, πώλησε και μεταβίβασε στον εαυτό του με αυτοσύμβαση τα επί του ακινήτου ιδανικά μερίδια των αρχικών πληρεξουσιοδοτών. Ότι η συναφθείσα με το τελευταίο συμβόλαιο σύμβαση πωλήσεως και μεταβίβασης των ιδανικών μεριδίων τους επί του ακινήτου είναι άκυρη, για το λόγο ότι καταρτίσθηκε καθ' υπέρβαση της πληρεξουσιότητας που παρασχέθηκε στον Ν.Δ.

με το αρχικό 52916/1967 πληρεξούσιο του άνω συμβολαιογράφου Κωνσταντινουπόλεως, καθόσον δεν είχε δοθεί με αυτό από τους πληρεξουσιοδότες η εξουσία καταρτίσεως συμβάσεως πωλήσεως των επί του ακινήτου μεριδίων τους με αυτοσύμβαση, αλλά και διότι, ως προς το μερίδιο του αδελφού της ενάγουσας, ο οποίος αποβίωσε το έτος 1973 και κληρονομήθηκε απ' αυτήν, δεν είχε δοθεί η εξουσία για διατήρηση της ισχύος της πληρεξουσιότητας και μετά το θάνατο αυτού.

Βάσει του ιστορικού τούτου η αναιρεσείουσα ζήτησε με την αγωγή της να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της καταρτισθείσης με το πιο πάνω συμβόλαιο (.../1983) σύμβασης πωλήσεως και μεταβίβασης των 49/560 ποσοστών εξ αδιαιρέτου του ακινήτου και να αναγνωρισθεί κυρία αυτού κατά τα εν λόγω ιδανικά μερίδια. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 102/1995 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, με την οποία απορρίφθηκε αυτή, ως ουσιαστικά αβάσιμη.

Κατ' αυτής η αναιρεσείουσα ενάγουσα άσκησε την από 14-2-1997 έφεση και εκδόθηκε η υπ' αριθμ.28/1999 απόφαση του Εφετείου Δωδεκανήσου, το οποίο, επικυρώνοντας την πρωτοβάθμια απόφαση, απέρριψε την έφεση, ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Την απόφαση αυτή του Εφετείου προσβάλλει η αναιρεσείουσα με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης και τους πρόσθετους λόγους αυτής.

-Επειδή, κατά το άρθρο 223 του ΑΚ "η πληρεξουσιότητα, εφόσον δεν συνάγεται το αντίθετο, παύει με το θάνατο ή τη δικαιοπρακτική ανικανότητα αυτού που έδωσε ή αυτού που έλαβε την πληρεξουσιότητα". Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, αν για την πληρεξουσιότητα συντάχθηκε έγγραφο, το αντίθετο, όσον αφορά την παύση της πληρεξουσιότητας λόγω θανάτου ή δικαιοπρακτικής ανικανότητας, μπορεί να συνάγεται, είτε από το ίδιο το πληρεξούσιο έγγραφο, έστω και εμμέσως, είτε από τις συγκεκριμένες περιστάσεις και ιδίως από τη φύση των δικαιοπραξιών που ανατίθενται στον πληρεξούσιο ή από την υποκείμενη στην πληρεξουσιότητα εσωτερική έννομη σχέση, η οποία, αν δεν προκύπτει από το έγγραφο της πληρεξουσιότητας, μπορεί ν' αναζητηθεί και σε άλλα, εκτός του εγγράφου αυτού κείμενα στοιχεία (ΑΠ 1529/1992, ΑΠ 437/1979).

Σε περίπτωση δε που διαπιστωθεί ότι η βούληση του αντιπροσωπευομένου ήταν να ισχύσει η δοθείσα πληρεξουσιότητα και μετά το θάνατό του, η πληρεξουσιότητα εξακολουθεί και μετά το θάνατό αυτού, χωρίς άλλη διατύπωση, ισχύουσα ως πληρεξουσιότητα που έχει δοθεί από όλους τους κληρονόμους του θανόντος. Όταν, όμως, για τη σύσταση της πληρεξουσιότητας απαιτείται από το νόμο τύπος, όπως συμβαίνει με την πληρεξουσιότητα που έχει αντικείμενο τη σύσταση, μετάθεση, αλλοίωση ή κατάργηση εμπραγμάτων δικαιωμάτων σε ακίνητα, για τις οποίες απαιτείται η τήρηση του συμβολαιογραφικού εγγράφου (άρθρο 369, σε συνδυασμό με 217εδ.β' ΑΚ), τότε πρέπει η αντίθετη με τη ρύθμιση του άρθρου 223 ΑΚ δήλωση βουλήσεως του πληρεξουσιοδότη, δηλαδή για διατήρηση της ισχύος της πληρεξουσιότητας και μετά το θάνατο αυτού που την έδωσε, να βρίσκει, έστω και εμμέσως, στήριγμα στο σχετικό πληρεξούσιο συμβολαιογραφικό έγγραφο (ΑΠ 1529/1992).

Σε κάθε, όμως, περίπτωση, η πιο πάνω αντίθετη δήλωση του πληρεξουσιοδότη δεν είναι ανάγκη να έχει δηλωθεί ρητώς, αλλά μπορεί να συνάγεται σιωπηρώς και με την ερμηνεία του πληρεξουσίου εγγράφου. Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 224, 225 και 229 Α.Κ συνάγεται ότι δικαιοπραξία η οποία καταρτίσθηκε στο όνομα άλλου μετά την παύση της πληρεξουσιότητας είναι άκυρη.

Αν, όμως, ο πληρεξούσιος αγνοούσε την παύση της πληρεξουσιότητας η δικαιοπραξία ισχύει υπέρ και κατά του αντιπροσωπευομένου ή των καθολικών διαδόχων του εκτός αν ο τρίτος γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει την παύση της πληρεξουσιότητας. Στην αγωγή επομένως του καθολικού διαδόχου του αντιπροσωπευομένου, με αίτημα την αναγνώριση ότι η σύμβαση που κατήρτισε ο αντιπρόσωπος του δικαιοπαρόχου του είναι ανίσχυρη, ως συναφθείσα μετά την παύση της δοθείσας πληρεξουσιότητας λόγω θανάτου του αντιπροσωπευομένου, αρκεί για την παραδοχή της να επικαλεστεί και αποδείξει ο ενάγων την προηγηθείσα της συμβάσεως και δια της αγωγής του επικαλούμενη παύση της πληρεξουσιότητας.

Μπορεί, όμως, ο εναγόμενος, τρίτος ή πληρεξούσιος του αντιπροσωπευομένου, που μάχεται υπέρ του κύρους της συμβάσεως, να επικαλεστεί κατ' ένσταση και να αποδείξει ότι ο πληρεξούσιος αγνοούσε κατά τη σύναψη της σύμβασης την παύση της πληρεξουσιότητας και στη συγκεκριμένη περίπτωση τον προηγηθέντα θάνατο του αντιπροσωπευομένου, οπότε η αγωγή απορρίπτεται, καθόσον στην περίπτωση αυτή η συναφθείσα σύμβαση είναι έγκυρη και ισχυρή τόσο για τον αντιπροσωπευόμενο, όσο και για τους κληρονόμους του (Α.Π 153/1999 ΝοΒ 2000/624).

Περαιτέρω, το άρθρο 235 ΑΚ ρυθμίζει την περίπτωση της δικαιοπραξίας του αντιπροσώπου με τον εαυτό του και ορίζει ότι "ο αντιπρόσωπος δεν μπορεί να επιχειρήσει στο όνομα του αντιπροσωπευομένου δικαιοπραξία με τον εαυτό του ατομικά ή με την ιδιότητά του ως αντιπροσώπου άλλου, εκτός αν ο αντιπροσωπευόμενος είχε επιτρέψει τη δικαιοπραξία ή αυτή συνίσταται αποκλειστικά στην εκπλήρωση υποχρέωσης.

Αυτοσύμβαση που δεν έχει περιβληθεί τον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου είναι άκυρη". Σκοπός της, από τη διάταξη αυτή, απαγόρευσης της αυτοσύμβασης είναι να αντιμετωπισθεί ο κίνδυνος, ο οποίος καθιστά προβληματικό το κύρος της αυτοδικαιοπραξίας, δημιουργούμενος για τον αντιπροσωπευόμενο συνεπεία της εκπροσωπήσεως των συμφερόντων του υπό προσώπου εκπροσωπούντος ταυτοχρόνως και ίδια αυτού συμφέροντα ή συμφέροντα κάποιου άλλου, συγχρόνως αντιπροσωπευομένου.

Στον απαγορευτικό κανόνα της πιο πάνω διάταξης του άρθρου 235 ΑΚ εμπίπτει, κατ` αρχήν, κάθε σύμβαση την οποία καταρτίζει ο άμεσος αντιπρόσωπος, είτε με τον εαυτό του ατομικώς είτε υπό την ιδιότητά του ως αντιπροσωπεύοντος ταυτόχρονα και άλλο πρόσωπο. Ρητώς, όμως, η διάταξη αυτή επιτρέπει, κατ` εξαίρεση, την αυτοσύμβαση:

α) Αν αυτή επιτράπηκε από τον αντιπροσωπευόμενο. Στην περίπτωση αυτή η άδεια παρέχεται, όπως και η πληρεξουσιότητα, με μονομερή δήλωση του αντιπροσωπευομένου προς τον αντιπρόσωπο, ρητώς ή σιωπηρώς, επιφυλασσομένης της διατάξεως του άρθρου 217 παρ. 2 ΑΚ και β) Αν συνίσταται αποκλειστικά στην εκπλήρωση υποχρέωσης είτε του αντιπροσώπου προς τον αντιπροσωπευόμενο, είτε, αντιστρόφως, του αντιπροσωπευομένου προς τον αντιπρόσωπο.

Τέτοια περίπτωση, όπου η αυτοσύμβαση συνιστά αποκλειστικά εκπλήρωση υποχρέωσης του αντιπροσωπευομένου προς τον αντιπρόσωπο αυτού, αποτελεί και η συμφωνηθείσα με προσύμφωνο, κατ' άρθρο166 ΑΚ, υποχρέωση του πωλητή να μεταβιβάσει στον αγοραστή συγκεκριμένο ακίνητο, οπότε εγκύρως ο αντιπρόσωπος αγοραστής, ενεργώντας για τον εαυτό του και ως αντιπρόσωπος του αντιπροσωπευομένου πωλητή, μεταβιβάζει στον εαυτό του το ακίνητο με οριστικό συμβόλαιο, στο οποίο αυτός συμβάλλεται με αυτοσύμβαση.

Συνακόλουθα και στην περίπτωση που έχει επιτραπεί η υποκατάσταση, ο μεταπληρεξούσιος αποκτά την εξουσία να ενεργήσει επ' ονόματι του αρχικού αντιπροσωπευομένου και λογίζεται ως πληρεξούσιος αυτού, με συνέπεια να επιτρέπεται σ' αυτόν να καταρτίσει αυτοσύμβαση, εφόσον συντρέχουν οι προαναφερόμενες περιπτώσεις (ΑΠ 556/1960, ΑΠ 435/1958).

Εξάλλου, ο προβλεπόμενος από το άρθρο559 αρ.1 εδ.α' του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, ιδρύεται, αν για την εφαρμογή του το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Ειδικότερα, το δικαστήριο παραβιάζει τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, που εισάγουν οι διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, όταν, μολονότι διαπιστώνει, έστω και έμμεσα, την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας στις δηλώσεις βούλησης των δικαιοπρακτούντων, συνακόλουθα δε, την ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας αυτών, παραλείπει να προσφύγει για τη συμπλήρωση ή ερμηνεία τους στις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ ή προσφεύγει στην εφαρμογή των διατάξεων αυτών και στη συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, μολονότι δέχεται, επίσης ανέλεγκτα, ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας.

Οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών παραβιάζονται ευθέως και όταν το ερμηνευτικό πόρισμα, στο οποίο, μετά από ερμηνεία της δικαιοπραξίας, κατέληξε το δικαστήριο δεν είναι σύμφωνο προς την καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, ως στοιχεία προσδιοριστικά της καλής πίστης. Τέλος, κατά το άρθρ. 559 αρ.19 Κ.

Πολ. Δ., η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που δεν εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που εφαρμόσθηκε.

Αντίθετα δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να διατυπώνεται στην απόφαση σαφώς και χωρίς αντιφάσεις.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Το ακίνητο με κτηματολογικά στοιχεία τόμος γαιών Ρόδου 3, φύλλο 24, μερίδα 762 και φάκελος 481, εκτάσεως 5.490 τ.μ., το οποίο βρίσκεται στην κτηματική περιφέρεια Ρόδου, νομικής φύσεως μουλκ, ήταν καταγεγραμμένο στο όνομα των α) Χ.Α.Ο.Σ., κατά ποσοστό 266/560 εξ αδιαιρέτου, β) Χ.Α.Ο.Α., γιαγιάς από τον πατέρα της ενάγουσας και του αδελφού της Ε.Ν.Γ., την οποία αυτοί κληρονόμησαν εξ αδιαθέτου, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, επί του 1/2 μεριδίου της, που αντιστοιχεί σε ποσοστό 98/560 εξ αδιαιρέτου, ήτοι συνολικά 49/560.

Το άλλο δε 1/2 του μεριδίου αυτής κληρονόμησε η Χ. συζ. Χ.Ε. (βλ. την υπ' αριθ. 589/1980 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, με την οποία αναγνωρίσθηκε το δεδικασμένο από την υπ' αριθ.293/1965 οριστική απόφαση που έχει εκδοθεί από το Πρώτο Πρωτοδικείο της Σμύρνης), γ) Χ.Α.Ο.Χ., κατά ποσοστό 98/560 εξ αδιαιρέτου, δ) Μ.Μ.του Μ.Α., κατά ποσοστό 49/560 εξ αδιαιρέτου και ε) Μ.Ι..

του Μ.Α., κατά ποσοστό 49/560 εξ αδιαιρέτου. Μετά το θάνατο του πρώτου από τους ανωτέρω συγκυρίους, Χ.Α.Ο.Σ., το από 266/560 εξ αδιαιρέτου μερίδιο αυτού περιήλθε, λόγω κληρονομίας, στη θυγατέρα του Σ. συζ. Χ.Ρ.. Το κληρονομικό δε δικαίωμα αυτής αναγνωρίσθηκε με την υπ' αριθ. 474/1961 απόφαση του Πρωτοδικείου Ρόδου, η οποία καταχωρήθηκε στην οικεία κτηματική μερίδα του ακινήτου με την υπ' αριθ. 1901/1961 σχετική διάταξη του κτηματολογικού δικαστή.

Ακολούθως, η πιο πάνω τιτλούχος (Σ.συζ. Χ.Ρ.) μεταβίβασε, λόγω πωλήσεως, αντί συμφωνημένου τιμήματος 78.232,50 δραχμών, το από 266/560 ποσοστά εξ αδιαιρέτου μερίδιό της στον εναγόμενο, δυνάμει του υπ' αριθ. .../1961 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Ρόδου Χρήστου Γιώρτσου, που καταχωρήθηκε νόμιμα έκτοτε στην οικεία μερίδα του ακινήτου με την υπ' αριθ. 2225/1961 διάταξη του κτηματολογικού δικαστή Ρόδου.

Στη συνέχεια η ανωτέρω Σ. συζ. Χ.Ρ. άσκησε κατά των λοιπών τιτλούχων την υπ' αριθ.760/1961 αγωγή της, με την οποία ζήτησε να αναγνωρισθεί, ότι στο πρόσωπό της έχει συμπληρωθεί ο, κατά το άρθρο 63 Κτημ. Κανονισμού, χρόνος της κτητικής παραγραφής και επί των λοιπών εξ αδιαιρέτου ποσοστών του άνω ακινήτου. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 148/1961 απόφαση του Πρωτοδικείου Ρόδου, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή και αναγνωρίσθηκε η συμπλήρωση του χρόνου της κτητικής παραγραφής στο πρόσωπο της Σ.συζ.

Χ.Ρ. και για τα υπόλοιπα εξ αδιαιρέτου ποσοστά επί του προαναφερομένου ακινήτου. Μετά ταύτα αυτή μεταβίβασε, λόγω πωλήσεως, στον Ι.Γ., αντί τιμήματος 90.000 δραχμών, τα 294/560 ποσοστά εξ αδιαιρέτου επί του ανωτέρω ακινήτου, δυνάμει του υπ' αριθμ. .../1964 συμβολαίου του ίδιου συμβολαιογράφου Ρόδου Χρήστου Γιώρτσου, το οποίο καταχωρήθηκε νόμιμα στην οικεία μερίδα του ακινήτου με την υπ' αριθμ.1948/1964 σχετική διάταξη του κτηματολογικού δικαστή Ρόδου.

Εξάλλου, σύμφωνα με το επικαλούμενο υπ' αριθμ..../1967 πληρεξούσιο του 8ου συμβολαιογράφου Κωνσταντινουπόλεως Φουάτ Μπιλγκίν, το οποίο προσκομίζεται σε επίσημη μετάφραση, η ενάγουσα και ο αδελφός της Ε.Ν.Γ. του Χ.Χ.και της Ν., παρέσχον στο Ν.Δ., την πληρεξουσιότητα να μεταβιβάσει όλα τα ακίνητα της ιδιοκτησίας τους που βρίσκονταν στη Ρόδο και να διορίζει αυτός μεταπληρεξουσίους.

Ειδικότερα αυτοί διαλαμβάνουν στο πληρεξούσιο αυτό τα ακόλουθα: "Διορίζομεν και αποκαθιστώμεν τον Ν.Δ.,κάτοικο ..., προς όν παρέχομεν την εντολήν και την πληρεξουσιότητα, όπως προβή εις την επ' ονόματί μας μεταβίβασιν και μεταγραφήν, συμφώνως προς τους ισχύοντας οικείους νόμους, άπαντα τα ακίνητα τα ευρισκόμενα εν τη νήσω Ρόδω, άτινα περιέρχονται εις ημάς εκ κληρονομίας εκ των κληρονομουμένων μας, τα μεταβιβασθέντα ταύτα ακίνητα ή τα μέλλοντα να μεταβιβασθούν επ' ονόματί μας, τα διαχειρίζεται κατά βούλησιν ή τα πωλήσει εν όλω ή εν μέρει προς οιονδήποτε και υφ' οιουσδήποτε όρους και τιμάς, να εισπράττει το τίμημα των πωλήσεων, δια τας διενέξεις που προέκυψαν και τας αγωγάς αίτινες ηγέρθησαν εναντίον ημών και εκείνας αίτινες θα εγερθούν εν τω μέλλοντι εναντίον ημών και υφ' ημών εναντίον άλλων παραστή και μας αντιπροσωπεύση υφ' όλας εν γένει τας του διαδίκου ιδιότητας ενώπιον όλων εν γένει των επισήμων γραφείων, ιδρυμάτων και δικαστηρίων της νήσου Ρόδου της Ελληνικής Επικρατείας παντός βαθμού και δικαιοδοσίας και πράξη ο,τιδήποτε απαιτείται , δια την διαφύλαξιν και προστασίαν των δικαιωμάτων και των συμφερόντων μας και διορίζει και άλλους πληρεξουσίους με το σύνολον ή μέρος των ως άνω εντολών και ανακαλεί τούτους ή και τους υφ' ημών πλησιεστέρους διορισθέντες τοιούτους".

Με βάση την παρασχεθείσα αυτή εντολή και πληρεξουσιότητα ο Ν.Δ., δυνάμει του υπ' αριθ. 21419/1968 προσυμφώνου του πιο πάνω συμβολαιογράφου Ρόδου, συμφώνησε με τον εναγόμενο να μεταβιβάσει σ' αυτόν, λόγω πωλήσεως, αντί του συμφωνημένου τιμήματος των 15.000 δραχμών, το από 49/560 εξ αδιαιρέτου ποσοστό των εντολέων του επί του προαναφερομένου ακινήτου.

Με το ίδιο προσύμφωνο συμφωνήθηκε ότι η σύνταξη του οριστικού συμβολαίου πωλήσεως θα γίνει μετά την τελεσιδικία της απόφασης, με την οποία θα αναγνωρίζονταν οι εντολείς του Ν.Δ. κύριοι του πιο πάνω ποσοστού, και σε ημέρα την οποία θα όριζε ο αγοραστής (εναγόμενος). Παρασχέθηκε μάλιστα στον τελευταίο και το δικαίωμα να παρέμβει στην ήδη διανοιγείσα δίκη κατά της Σ.

συζ. Χ.Ρ. και του αγοραστή Ι.Γ., η οποία είχε ως αντικείμενο την ακύρωση της προαναφερόμενης 148/1962 απόφασης του Πρωτοδικείου Ρόδου, με την οποία είχε αναγνωρισθεί στο πρόσωπο της Σ. συζ. Χ. Ρ., η κτητική παραγραφή και για τα πέραν του μεριδίου της (294/560) ποσοστά εξ αδιαιρέτου. Ακόμη, με το ίδιο προσύμφωνο, επιτράπηκε στον εναγόμενο αγοραστή να καταρτίσει την οριστική σύμβαση και με αυτοσύμβαση, ενόψει του ότι, όπως αναφέρεται σ' αυτό, δεν υπήρχε κίνδυνος για τα δικαιώματα των εντολέων του και η δικαιοπραξία που θα καταρτιζόταν συνίσταται στην εκπλήρωση υποχρεώσεως των πωλητών, αναληφθείσης με το προσύμφωνο, και ορίσθηκε περαιτέρω, ότι η εντολή αυτή είναι ανέκκλητη και ισχύει ακόμη και για την περίπτωση θανάτου των εντολέων του.

Κατά την ίδια ημέρα, ήτοι στις 6-2-1968 καταρτίσθηκε το υπ' αριθ..../1968 πληρεξούσιο του ίδιου πιο πάνω συμβολαιογράφου Ρόδου, δυνάμει του οποίου ο Ν.Δ., ενεργώντας ως αντιπρόσωπος της ενάγουσας και του αδελφού της, διόρισε ειδικό μεταπληρεξούσιο αυτών τον εναγόμενο, στον οποίο μάλιστα έδωσε ειδική ανέκκλητη εντολή και πληρεξουσιότητα, η οποία θα ίσχυε και σε περίπτωση θανάτου τους, να εκχωρήσει σε οποιονδήποτε ή και στον εαυτό του με αυτοσύμβαση όλα τα ουσιαστικά και δικονομικά τους δικαιώματα επί του εξ αδιαιρέτου ποσοστού αυτών, ως κληρονόμων της αρχικής τιτλούχου Χ.Α.Ο.Α., στο προαναφερόμενο ακίνητο.

Στα πλαίσια αυτά ο εναγόμενος κατέβαλε στο Ν.Δ., υπό την εκτεθείσα ιδιότητά του, ως αντιπροσώπου των πωλητών, το ποσό των 45.000 δραχμών, ως τίμημα για την πώληση και μεταβίβαση του από 49/560 εξ αδιαιρέτου ποσοστού τους επί του ανωτέρω ακινήτου. Δόθηκε μάλιστα προς τούτο και η προσκομιζόμενη σχετική εξοφλητική απόδειξη, η οποία φέρει τη μη αμφισβητούμενη υπογραφή του Ν.Δ.

και για την οποία γίνεται ειδική αναφορά στο συμβόλαιο. Περαιτέρω αποδεικνύεται, ότι την 25-1-1973 (και όχι την 21-2-1983, όπως από πρόδηλη προφανώς γραφική παραδρομή αναγράφηκε στην απόφαση) αποβίωσε στην Κωνσταντινούπολη ο αδελφός της ενάγουσας Ε.Ν.Γ.. Στις 21-2-1983 ο εναγόμενος, ενεργώντας ως πληρεξούσιος της ενάγουσας και του ήδη αποθανόντος αδελφού της, προέβη με αυτοσύμβαση στην κατάρτιση του προσκομιζομένου, με επίκληση, υπ' αριθ. .../1983 οριστικού συμβολαίου του συμβολαιογράφου Χρήστου Γιώρτσου.

Με αυτό πώλησε και μεταβίβασε στον εαυτό του με αυτοσύμβαση το επίμαχο από 49/560 ποσοστό εξ αδιαιρέτου του ανωτέρω ακινήτου, καθώς και το από 49/560 μερίδιο της Χ. συζ. Χ.Ε., δυνάμει του υπ' αριθ. .../1967 πληρεξουσίου του Έλληνα Προξένου στη Σμύρνη. Με βάση όσα εκτέθηκαν το δικαστήριο (Εφετείο) κρίνει, ότι η παροχή της εξουσίας στον εναγόμενο, ως μεταπληρεξούσιο, από τον αρχικό πληρεξούσιο των πωλητών Ν.Δ., που έλαβε χώρα με το υπ' αριθ. .../1968 προσύμφωνο και το .../1968 πληρεξούσιο του συμβολαιογράφου Ρόδου Χρήστου Γιώρτσου, να μεταβιβάσει με αυτοσύμβαση, και μετά το θάνατο των αντιπροσωπευομένων πληρεξουσιοδοτών, το από 49/560 εξ αδιαιρέτου ποσοστό τους επί του προαναφερομένου ακινήτου, είναι νόμιμη.

Κείται δε εντός των ορίων της εντολής και της πληρεξουσιότητας που δόθηκε με το ανωτέρω υπ' αριθ. .../1967 πληρεξούσιο του 8ου συμβολαιογράφου Κωνσταντινουπόλεως, Φουάτ Μπιλγκίν, την οποία δεν υπερβαίνει. Η διατυπούμενη σ' αυτό εξουσία είναι σαφής και ευρεία. Ανταποκρίνεται δε και στην αληθινή βούληση των πληρεξουσιοδοτών, η οποία ερμηνεύεται χωρίς προσήλωση στις λέξεις και με βάση την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη.

Ζήτημα γεννιέται περαιτέρω ως προς το δικαίωμα της αυτοσυμβάσεως. Κατά την κρίση του δικαστηρίου (Εφετείου), η γενόμενη με το υπ' αριθ. 68754/1983 συμβόλαιο αυτοσύμβαση είναι καθόλα νόμιμη, δεδομένου ότι αφορά εκπλήρωση υποχρέωσης των αντιπροσωπευομένων πωλητών (ενάγουσας και του αδελφού της) προς τον μεταπληρεξούσιο και αντιπρόσωπο αυτών αγοραστή, δηλαδή προς τον εναγόμενο.

Επισημαίνεται η από τον τελευταίο καταβολή του τιμήματος κατά την κατάρτιση του υπ' αριθ. .../1968 προσυμφώνου, καθώς, επίσης, και το τμήμα εκείνο της εντολής και πληρεξουσιότητας, που δόθηκε με το ανωτέρω .../1967 πληρεξούσιο, σύμφωνα με το οποίο "...τα μεταβιβασθέντα ταύτα ακίνητα ή τα μέλλοντα να μεταβιβασθούν επ' ονόματι μας τα διαχειρίζεται κατά βούλησιν ή τα πωλήσει εν όλω ή εν μέρει προς οιονδήποτε και υφ' οιουσδήποτε όρους και τιμάς, να εισπράττει το τίμημα των πωλήσεων, και πράξει ο,τιδήποτε απαιτείται δια την διαφύλαξιν και προστασίαν των δικαιωμάτων και των συμφερόντων μας και διορίζει και άλλους πληρεξουσίους με το σύνολον ή μέρος των ως άνω εντολών και ανακαλεί τούτους ή και τους υφ' ημών πλησιεστέρους διορισθέντες τοιούτους".

Έτσι η έκταση της μεταπληρεξουσιότητας είναι και αυτή ευρεία και περιλαμβάνει όλες τις παραπάνω εξουσίες, γεγονός που δεν αποκλείει τη μεταβίβαση των ακινήτων με αυτοσύμβαση. Εξάλλου, ουδέποτε γνωστοποιήθηκε στον εναγόμενο ο θάνατος του αντιπροσωπευομένου πληρεξουσιοδότη, αδελφού της ενάγουσας, Ε.Ν.Γ.

και έτσι η δοθείσα από εκείνον πληρεξουσιότητα δεν έπαυσε και μετά το θάνατό του ". Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές το Εφετείο έκρινε ότι η συναφθείσα με το .../1983 συμβόλαιο σύμβαση, με την οποία ο αρχικά εναγόμενος καθολικός δικαιοπάροχος των αναιρεσιβλήτων, ενεργώντας αφενός ως πληρεξούσιος (μεταπληρεξούσιος) της αναιρεσείουσας ενάγουσας και του αποβιώσαντος κατά το έτος 1973 αδελφού της και αφετέρου για τον εαυτό του, πώλησε και μεταβίβασε στον εαυτό του με αυτοσύμβαση το από 49/560 εξ αδιαιρέτου μερίδιο αυτών (πληρεξουσιοδοτών) επί του ανωτέρω ακινήτου, είναι έγκυρη και ισχυρή, διότι κείται εντός της δοθείσας από αυτούς με το 52916/1967 πληρεξούσιο του 8ου συμβολαιογράφου Κωνσταντινουπόλεως εντολής και πληρεξουσιότητας, ακολούθως δε απέρριψε, ως αβάσιμη, την έφεση της αναιρεσείουσας ενάγουσας κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, το οποίο, κρίνοντας ομοίως, είχε απορρίψει, ως ουσιαστικά αβάσιμη, την ένδικη αγωγή της αναιρεσείουσας.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 173, 200, 223 και 235 παρ.1 του ΑΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, ενώ διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες αναφορικά με τα ουσιώδη ζητήματα, της εξακολούθησης ισχύος της πληρεξουσιότητας που δόθηκε από την αναιρεσείουσα και τον αδελφό της Ε.Ν.Γ.

με το /1967 πληρεξούσιο του 8ου συμβολαιογράφου Κωνσταντινουπόλεως και μετά τον κατά το έτος 1973 θάνατο του τελευταίου και της δυνατότητας του εναγομένου, που είχε ορισθεί από τον αρχικό πληρεξούσιο Ν.Δ. ως μεταπληρεξούσιος της αναιρεσείουσας και του αδελφού της, να αγοράσει τα επί του ακινήτου μερίδιά τους με αυτοσύμβαση, οι οποίες (αιτιολογίες) επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής εφαρμογής των παραπάνω ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 223 και 235 παρ.1 του ΑΚ.

Ειδικότερα από το προεκτιθέμενο περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο α) διαπίστωσε την ύπαρξη ασάφειας στις δηλώσεις βουλήσεως των πληρεξουσιοδοτών (αναιρεσείουσας και αδελφού της) που περιέχονται στο υπ' αριθμ.../1967 πληρεξούσιο του 8ου συμβολαιογράφου Κωνσταντινουπόλεως για το εάν θα ίσχυε η πληρεξουσιότητα και μετά το θάνατό τους και για την άρση αυτής της ασάφειας προσέφυγε στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, με βάση τους οποίους έκρινε ότι, από το όλο περιεχόμενο του πιο πάνω συμβολαιογραφικού πληρεξουσίου και ιδίως τις παρεχόμενες με αυτό ευρείες εξουσίες στον αρχικό πληρεξούσιο Ν.Δ., αλλά και στον υποκατάστατο αυτού που εκείνος θα όριζε (μεταπληρεξούσιο), σε συνδυασμό με τις λοιπές περιστάσεις, που παρατίθενται στην απόφαση, συνάγεται, ότι η αληθινή βούληση των αντιπροσωπευομένων ήταν η εξακολούθηση της πληρεξουσιότητας και μετά τον θάνατό τους και β) δέχθηκε ότι η κατάρτιση του 68754/1983 οριστικού συμβολαίου, με το οποίο ο εναγόμενος πώλησε και μεταβίβασε στον εαυτό του με αυτοσύμβαση τα επί του ακινήτου μερίδια της αναιρεσείουσας και του αδελφού της, έγινε αποκλειστικά προς εκπλήρωση υποχρέωσης αυτών (αντιπροσωπευομένων πληρεξουσιοδοτών) προς τον ίδιο (μεταπληρεξούσιο αντιπρόσωπο) και συγκεκριμένα προς εκπλήρωση της αναληφθείσης για λογαριασμό τους από τον αρχικό πληρεξούσιό τους Ν.Δ., με το .../1968 συμβολαιογραφικό προσύμφωνο, υποχρέωσης να πωλήσουν και μεταβιβάσουν στον εναγόμενο μεταπληρεξούσιο τα εν λόγω ιδανικά τους μερίδια και συνεπώς συνέτρεχε περίπτωση, σύμφωνα με το άρθρο 235 ΑΚ, κατά την οποία επιτρέπεται, κατ' εξαίρεση, η κατάρτιση από τον αντιπρόσωπο αυτοσύμβασης.

Συνακόλουθα, οι πρώτος, δεύτερος, πέμπτος και έκτος λόγοι του κυρίου δικογράφου της αίτησης αναίρεσης και οι δεύτερος, τρίτος και τέταρτος πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ.1 και 19 του ΚΠολΔ, με τους οποίους η αναιρεσείουσα προβάλλει τις αιτιάσεις, ότι το Εφετείο α) παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 223 και 235 παρ.1 του ΑΚ, καθώς και εκείνες των άρθρων 173 και 200 του ίδιου Κώδικα, τις οποίες, κατ' αυτήν, εφάρμοσε εσφαλμένα, γιατί, ενώ διαπίστωσε ότι το δικαίωμα για ορισμό μεταπληρεξουσίου και για αυτοσύμβαση δεν περιλαμβάνεται στο επίμαχο 52916/1967 συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο, κατέληξε σε αντίθετο εσφαλμένο ερμηνευτικό πόρισμα, άλλως διότι, αν και δεν υφίστατο κενό ή αμφιβολία ως προς τις περιεχόμενες στο ανωτέρω πληρεξούσιο δηλώσεις βουλήσεως αυτής και του αδελφού της, προσέφυγε στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ και β) ότι σε σχέση με την εφαρμογή των διατάξεων αυτών στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, περιλαμβάνοντας σ' αυτήν ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.

Επιπλέον, οι ίδιοι, πρώτος και δεύτερος του κυρίου δικογράφου και τέταρτος πρόσθετος, λόγοι αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθμ.1 και 19 ΚΠολΔ, κατά το μέρος που προβάλλονται με αυτούς οι αιτιάσεις για παραβίαση της διάταξης του άρθρου 223 του ΑΚ και για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών ως προς το ζήτημα της εξακολούθησης της ισχύος της επίμαχης πληρεξουσιότητας και μετά τον κατά το έτος 1973 θάνατο του πληρεξουσιοδότη αδελφού της αναιρεσείουσας Ε.Ν.Γ., είναι απορριπτέοι και ως αλυσιτελείς, διότι το Εφετείο, με επάλληλη αιτιολογία, που δεν πλήττεται με τους λόγους της αναίρεσης και η οποία στηρίζει επαρκώς το διατακτικό της απόφασης, δέχθηκε ότι ο εναγόμενος μεταπληρεξούσιος των πληρεξουσιοδοτών, κατά τη σύναψη της οριστικής σύμβασης πωλήσεως, αγνοούσε τον προηγηθέντα θάνατο του ανωτέρω αντιπροσωπευθέντος πληρεξουσιοδότη, αφού ουδέποτε μέχρι τότε του είχε γνωστοποιηθεί από την αναιρεσείουσα κληρονόμο του.

Περαιτέρω, οι τρίτος και τέταρτος λόγοι του κυρίου δικογράφου της αίτησης αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της παραβίασης των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 34, 35, 37 και 1710 του ΑΚ, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, διότι στηρίζονται στην εσφαλμένη προϋπόθεση, ότι το Εφετείο εφάρμοσε τις εν λόγω διατάξεις, αφού, ενόψει των παραπάνω πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ως αποδειχθέντα το Εφετείο, οι διατάξεις αυτές δεν είχαν στην προκειμένη περίπτωση έδαφος εφαρμογής και ορθώς δεν εφαρμόσθηκαν από το Εφετείο.

Επειδή, κατά το άρθρο 11 του ΑΚ η δικαιοπραξία είναι έγκυρη ως προς τον τύπο αν είναι σύμφωνη είτε με το δίκαιο που διέπει το περιεχόμενό της είτε με το δίκαιο του τόπου όπου επιχειρείται είτε με το δίκαιο της ιθαγένειας όλων των μερών. Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, το κύρος της μονομερούς δικαιοπραξίας της πληρεξουσιότητας, που καταρτίσθηκε στην αλλοδαπή, και όταν αυτή αφορά τη μεταβίβαση εμπραγμάτων δικαιωμάτων επί ακινήτων κειμένων στην Ελλάδα, κρίνεται από τον τύπο που προβλέπεται είτε από το δίκαιο που διέπει το περιεχόμενό της, είτε από το δίκαιο του τόπου όπου καταρτίσθηκε, είτε από το δίκαιο της ιθαγένειας των πληρεξουσιοδοτών (ΑΠ 1144/2007).

Ως προς τα θέματα, όμως, που αφορούν το περιεχόμενο της δικαιοπραξίας αυτής και ειδικότερα την παρεχόμενη έκταση της εξουσίας προς αντιπροσώπευση, το χρόνο έναρξης και λήξης της εξουσίας αυτής και την ικανότητα του αντιπροσώπου να ενεργεί ως πληρεξούσιος των αντιπροσωπευομένων, η πληρεξουσιότητα κρίνεται, σύμφωνα με γενικώς αποδεκτή γενική αρχή του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου, από το δίκαιο της πολιτείας στην περιοχή της οποίας επιχείρησε ο αντιπρόσωπος τη δικαιοπραξία, για την οποία του δόθηκε η πληρεξουσιότητα (ΑΠ 1187/2000).

Επομένως, αφού, κατά τα προεκτιθέμενα, με το επίμαχο υπ' αριθμ..../1967 συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο, που καταρτίσθηκε στην Κωνσταντινούπολη, δόθηκε από την αναιρεσείουσα και το ρηθέντα αδελφό της η εντολή και πληρεξουσιότητα για την πώληση και μεταβίβαση ακινήτων τους κειμένων στην Ελλάδα, εφαρμοστέο ήταν στην προκειμένη υπόθεση το ελληνικό δίκαιο, το οποίο, όπως αναφέρθηκε, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, επιτρέπει την κατάρτιση από τον αντιπρόσωπο σύμβασης πωλήσεως και με αυτοσύμβαση.

Επομένως οι έβδομος του κυρίου δικογράφου της αίτησης και πρώτος πρόσθετος λόγοι αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ.1 του ΚΠολΔ, με τους οποίους η αναιρεσείουσα προβάλλει τις αιτιάσεις, ότι το Εφετείο, που έκρινε, ότι, στην προκειμένη υπόθεση, εφαρμόζεται το ελληνικό δίκαιο και όχι το τουρκικό, το οποίο κατ' αυτήν ήταν εφαρμοστέο ως δίκαιο του τόπου στον οποίο καταρτίσθηκε το συμβολαιογραφικό έγγραφο με το οποίο χορηγήθηκε η πληρεξουσιότητα, παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 11 και 25 του ΑΚ, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 20-1-2000 αίτηση της Ν.Π.Α. για αναίρεση της υπ' αριθμ.28/1999 απόφασης του Εφετείου Δωδεκανήσου, καθώς και τους από 19-3-2010 πρόσθετους λόγους της.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα, στις 15 Ιουνίου 2010.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 15 Δεκεμβρίου 2010.

Η ANTIΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ