Supreme Court dismisses appeal on appeal grounds regarding non-proposed facts in adverse possession claim.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the Court of Appeal's decision regarding a property ownership dispute based on adverse possession. The appellants argued the lower court improperly considered facts not raised during the trial to establish ownership. The court ruled that only independent claims, not evidentiary facts supporting existing claims, constitute 'things' under Article 559 of the Code of Civil Procedure.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(8)(a) and 561(2) of the Code of Civil Procedure; Only independent claims establishing or negating substantive rights qualify as 'things' for appeal purposes, excluding evidentiary facts supporting existing claims.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1701 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1701/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη και Χαράλαμπο Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 28 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων-καλούντων: 1. Χ1, κατοίκου ..., 2. Χ2 και 3. Χ3, κατοίκων ... . Ο 1ος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στυλιανό Σταματόπουλο. Οι 2ος και 3ος εκπροσωπήθηκαν από τον (Στυλιανό Σταματόπουλο) ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο τους και από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Ρήγο.
Των αναιρεσιβλήτων-καθών η κλήση: 1. Ψ1, κατοίκου ...και 2. Ψ2, κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Παναγακόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-7-1997 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αιγίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 135/1998 μη οριστική, 198/2001 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 53/2004 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 8-4-2004 αίτησή τους, επί της οποίας εκδόθηκε η 571/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου η οποία κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επαναφέρουν προς συζήτηση οι καλούντες με την από 12-6-2008 κλήση τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Αθανασίου ανέγνωσε την από 17-11-2005 έκθεση του αποχωρήσαντος από την υπηρεσία Αρεοπαγίτη Αλεξάνδρου Κασιώλα, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 1045 ΑΚ, για την απόκτηση της κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, αρκεί η επί εικοσαετία νομή του πράγματος, δηλαδή η με διάνοια κυρίου φυσική εξουσία του πράγματος (974 Α.Κ.). Εκείνος που προβάλλει τη χρησικτησία, πρέπει να επικαλεσθεί τη νομή και να καθορίσει και τις μερικότερες υλικές πράξεις αυτής, από τις οποίες, αν αποδειχθούν, θα συναχθεί η πραγμάτωση της θελήσεως του κατόχου να κατέχει το ακίνητο ως δικό του.
Εξ άλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1033, 1045 Α.Κ. και 262 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο κατά της διεκδικητικής αγωγής ακινήτου προβαλλόμενος από τον εναγόμενο ισχυρισμός ότι απέκτησε αυτός την κυριότητα του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία αποτελεί ένσταση μεν αν η αγωγή στηρίζεται σε παράγωγο τρόπο κτήσεως της κυριότητας ή και σε πρωτότυπο τρόπο, εφόσον όμως τα περιστατικά που προτείνονται από τον τελευταίο, με βάση τα οποία απέκτησε την κυριότητα είναι μεταγενέστερα εκείνων της αγωγής, ή ο χρόνος της νομής που περιέχεται σ' αυτά είναι επαρκής για τη συμπλήρωση διπλής χρησικτησίας, άρνηση δε της αγωγής αν τα περιστατικά αυτά συμπίπτουν ή είναι προγενέστερα εκείνων που περιέχονται στην αγωγή.
Τέλος, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 239, 262, 269 και 1045 Α.Κ. προκύπτει ότι για το παραδεκτό από άποψη χρόνου προβολής της, της ενστάσεως του εναγομένου περί ιδίας κυριότητας λόγω συνδρομής των προϋποθέσεων του άρθρου 1045 Α.Κ., απαιτείται να προβάλλονται, κατά την πρώτη συζήτηση της υποθέσεως στον πρώτο βαθμό, τα περιστατικά του συγκροτούν τη νομοτυπική μορφή του κανόνα δικαίου του άρθρου 1045 ΑΚ και συγχρόνως να διατυπώνεται αίτημα για απόρριψη της αγωγής για την αιτία αυτή.
Η χωρίς δικαιολογημένη αιτία μη προβολή κατά των στον πρώτο βαθμό συζήτηση της υποθέσεως της παραπάνω ενστάσεως επάγεται την απόρριψη αυτής ως απαράδεκτης, σε περίπτωση προβολής της σε μεταγενέστερη συζήτηση ή το πρώτον ενώπιον του Εφετείου. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τις προτάσεις του εναγομένου και ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκαν κατά την πρώτη συζήτηση της υποθέσεως στον πρώτο βαθμό, αυτός, αφού συνομολόγησε την κυριότητα των δικαιοπαρόχων των εναγόντων στα επίδικα ακίνητα και το γεγονός ότι αυτά περιήλθαν στην κυριότητα του πρώτου των εναγόντων και του αμέσου δικαιοπαρόχου των λοιπών με το επικαλούμενο από εκείνους συμβόλαιο αγοράς, ισχυρίσθηκε περαιτέρω ότι τα ίδια ακίνητα με τα υπ' αριθ. ...
και ... συμβόλαια του συμβολαιογράφου Πατρών Δ. Μαντέλη και το υπ' αριθ. ... όμοιο του συμβολαιογράφου Αμαλιάδας Δ. Βέτσου, που μεταγράφηκαν νόμιμα, μεταβιβάστηκαν από τους ανωτέρω στις ..., Ψ2 και ..., από τις οποίες αυτός τα αγόρασε με τα υπ' αριθ. ..., ... και ... συμβόλαια της συμβολαιογράφου Αιγίου Ελένης Παπαθανασοπούλου, που μεταγράφηκαν νόμιμα και έτσι έγινε κύριος αυτών τόσο με παράγωγο τρόπο (αγορά από κύριο), όσο και με έκτακτη χρησικτησία ως νεμόμενος αυτά πλέον της εικοσαετίας με την προσμέτρηση στο χρόνο νομής του και του χρόνου νομής των δικαιοπαρόχων του.
Επίσης ανέφερε στις ίδιες προτάσεις του πράξεις νομής και συγκεκριμένα για μεν την ... την ανέγερση οικοδομής για δε τον ίδιο ότι προέβη στην περίφραξη των επιδίκων χωρίς ποτέ να ενοχληθεί από κανέναν, ενώ παράλληλα περιέλαβε και αίτημα για απόρριψη της αγωγής. Ο ισχυρισμός αυτός του εναγομένου, όπως παραπάνω προτάθηκε, ήταν νόμιμος και ορισμένος, χωρίς να ασκεί έννομη επιρροή το γεγονός ότι ο εναγόμενος αναφέρει τα επίδικα με τους αριθ. 3 και 5, ενώ στην αγωγή αναφέρονται με αριθμούς 7 και 9 ενόψει του ότι αυτός (εναγόμενος) σαφώς αναφέρεται στα επίδικα (7 και 9), ανεξαρτήτως του αριθμητικού προσδιορισμού τους και συνεπώς με το να μην απορρίψει αυτόν το Εφετείο, ως απαράδεκτο λόγω αοριστίας του και βραδείας προβολής του δεν υπέπεσε στις από τους αριθ. 14 και 8 περ.
α του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες της παρά το νόμο μη κήρυξης απαραδέκτου και της λήψης υπόψη πραγμάτων μη προταθέντων και ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως κατά τα υπό στοιχεία 1α, 1β μέρη του, καθώς και κατά το πρώτο σκέλος του υπό στοιχεία 1γ μέρος του, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Από το συνδυασμό των άρθρων 520, 525 και 527 ΚΠολΔ προκύπτει, μεταξύ άλλων και ότι οι ενστάσεις του εναγομένου, που είχαν προταθεί πρωτοδίκως και απορριφθεί, στις οποίες περιλαμβάνεται και εκείνη της ιδίας κυριότητας, επαναφέρονται στο Εφετείο από τον εκκαλούντα - εναγόμενο, εφόσον αποβλέπουν στην εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, μόνο με λόγο έφεσης, περιεχόμενο στο εφετήριο ή στο δικόγραφο των προσθέτων λόγων της έφεσης (σε όσες διαδικασίες οι πρόσθετοι λόγοι εφέσεως ασκούνται μόνο με ιδιαίτερο δικόγραφο), διαφορετικά αν προταθούν με τις προτάσεις, είναι απαράδεκτες (ΑΠ 1308/2006).
Περαιτέρω όπως προκύπτει από το άρθρο 520 ΚΠολΔ, το έγγραφο της εφέσεως (εφετήριο) πρέπει να περιέχει, εκτός από τα άλλα στοιχεία, και τους λόγους εφέσεως. Οι τελευταίοι συνίστανται σε ορισμένες αιτιάσεις κατά της εκκαλούμενης αποφάσεως, αναφερόμενες είτε σε παραλείψεις του εκκαλούντος, είτε σε νομικά ή πραγματικά σφάλματα του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου.
Στα τελευταία ανάγεται και η κακή εκτίμηση των αποδείξεων. Το σφάλμα αυτό, προσδιορίζεται επαρκώς με τη μνεία ότι από την κακή εκτίμηση των αποδείξεων το εν λόγω δικαστήριο (πρωτοβάθμιο) οδηγήθηκε σε εσφαλμένο πόρισμα και διατακτικό, χωρίς να απαιτείται να εξειδικεύονται τα σημειούμενα, σχετικά με την εκτίμηση των πραγμάτων, σφάλματα.
Τούτο δε διότι το Εφετείο, λόγω του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της εφέσεως (άρθρο 522 ΚΠολΔ), επανεκτιμά απαρχής την ουσία της υποθέσεως και κρίνει την ορθότητα του διατακτικού με βάση την καθολική αυτή επανεκτίμηση και όχι με βάση τα συνδεόμενα με αυτήν μερικότερα παράπονα του εκκαλούντος. Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 8 του ίδιου Κώδικα, δημιουργείται λόγος αναιρέσεως και στην περίπτωση που το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στη έκβαση της δίκης.
Ως πράγματα, κατά την έννοια της παρατιθέμενης διατάξεως, θεωρούνται και οι λόγοι εφέσεως. Η ερμηνεία αυτή δεν αποκλείεται εκ του ότι ο αρ. 14 του ίδιου άρθρου (559 ΚΠολΔ) ανάγει σε ιδιαίτερο λόγο αναιρέσεως και την παρά το νόμο μη κήρυξη απαραδέκτου από το δικαστήριο της ουσίας. Πράγματι η διάταξη καλύπτει γενικώς περιπτώσεις δικονομικών απαραδέκτων, που μπορεί να είναι και άσχετες με τη διάταξη του αρ. 8 του ίδιου άρθρου.
Συμπορεύεται δε με την τελευταία, όταν δεν έχουν ληφθεί υπόψη πράγματα που έχουν προταθεί και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αφού δεν υφίσταται λόγος που να αποκλείει την παράλληλη ισχύ και των δύο λόγων αναιρέσεως στις προαναφερόμενες περιπτώσεις. Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο σκέλος του υπό στοιχεία 1γ μέρους του μόνου λόγου αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 8 εδαφ.
α' ΚΠολΔ, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη την ένσταση ιδίας κυριότητας επί των επιδίκων, που προβλήθηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, χωρίς να έχει επαναφερθεί νόμιμα ενώπιόν του. Όπως δε προκύπτει από την επιτρεπτή επισκόπηση του περιεχομένου των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης από τον Άρειο Πάγο (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), ο πρώτος αναιρεσίβλητος, κατά τη συζήτηση της ένδικης αγωγής ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, προέβαλε την ανωτέρω ένσταση ιδίας κυριότητας με τις προτάσεις του και ζήτησε την απόρριψη για το λόγο αυτό της αγωγής, αλλά η ένσταση αυτή απορρίφθηκε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη και έγινε δεκτή, κατ' ουσίαν, η αγωγή, με την 198/2001 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αιγίου.
Ο πρώτος αναιρεσίβλητος άσκησε την από 29 Μαΐου 2002 έφεσή του κατά της εν λόγω αποφάσεως του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και περιέλαβε στο εφετήριό του λόγο έφεσης (τρίτος λόγος έφεσης), με παράπονο για το ότι το Εφετείο "κατ' εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων απέρριψε" την ανωτέρω ένσταση ιδίας κυριότητας.
Ο ισχυρισμός αυτός επαναφέρθηκε παραδεκτώς με το εφετήριο, όπως αναφέρθηκε στην νομική σκέψη και, συνεπώς, το Εφετείο νομίμως τον έλαβε υπόψη και τον εξέτασε, κατά παραδοχή του οποίου και απέρριψε την ένδικη αγωγή των αναιρεσειόντων και δεν έλαβε υπόψη πράγματα μη προταθέντα, αδιαφόρως αν στο λόγο έφεσης δεν περιλαμβάνονται όλα τα περιστατικά που ο εκκαλών είχε επικαλεσθεί, ως εναγόμενος, για τη θεμελίωση της παραπάνω ένστασης και έτσι ο λόγος αναίρεσης, κατά το παραπάνω μέρος του, από το άρθρο 559 αριθ. 8α' ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 εδαφ. α' του ΚΠολΔ, ως πράγματα η λήψη από το δικαστήριο υπόψη των οποίων, παρόλο που δεν προτάθηκαν, ιδρύει λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως, νοούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, τείνοντες στη θεμελίωση ή την κατάργηση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος. Τέτοιοι ισχυρισμοί, επί κτήσεως κυριότητας επί ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, είναι και εκείνοι που αναφέρονται σε εμφανείς υλικές πράξεις νομής επί του πράγματος. Όμως, δεν θεωρούνται ως "πράγματα" κατά την παραπάνω διάταξη πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τις αποδείξεις και τείνουν σε ενίσχυση ή αποδυνάμωση της βάσεως της αγωγής ή της ένστασης. Επομένως, ο κρινόμενος λόγος αναιρέσεως κατά τα υπό στοιχεία ιδ και ιε μέρη του, με τα οποία προβάλλεται ότι το Εφετείο υπέπεσε στην από τον αριθ. 8 περ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της λήψης υπόψη πραγμάτων μη προταθέντων διότι για την θεμελίωση της ενστάσεως του εναγομένου περί ιδίας κυριότητας επί των επιδίκων, που αποκτήθηκε με έκτακτη χρησικτησία, εκτός από τα περιστατικά που επικαλέσθηκε ο εναγόμενος έλαβε υπόψη και άλλα περιστατικά που προέκυψαν από τις αποδείξεις είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 179 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 8 Απριλίου 2004 αίτηση του Χ1, κλπ για αναίρεση της 53/2004 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία καθορίζει σε χίλια οχτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Ιουνίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Ιουλίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ