1701/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1701/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο ίδιος λόγος κατά το μέρος που πλήττει την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 213/2006 απόφαση του Εφετείου, που εκδόθηκε μετά την αναπομπή, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού δεν επικαλούνται οι αναιρεσείοντες ότι πρόβαλαν με λόγο της εφέσεως που άσκησαν κατά της υπ' αριθμ. 62/1005 οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου που εκδόθηκε μετά την αναπομπή, τον περί αοριστίας ισχυρισμό.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1701 / 2008 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1701/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Χ1, 2. Χ2 και 3. Χ3, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ευανθία Κατσίγιαννη.
Της αναιρεσίβλητης:Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Ελληνικαί Ξενοδοχειακαί Τουριστικαί Επιχειρήσεις Ε. ΞΕ.ΤΕΡ ΑΕ" που εδρεύει στη Ρόδο και εκπροσωπείται νόμιμα, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Στέφανο Στεφανίδη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-11-1997 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρόδου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 410/1998 του ίδιου Δικαστηρίου και 106/2000 του Εφετείου Δωδεκανήσου, που ανέπεμψε την υπόθεση στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρόδου, το οποίο στη συνέχεια εξέδωσε τις 112/2003 προδικαστική και 62/2005 οριστική, αποφάσεις του. Μετά την άσκηση αντίθετων εφέσεων από τους αντιδίκους εκδόθηκε η 213/2006 απόφαση του Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση των εφετειακών αποφάσεων ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 3-10-2006 αίτησή και του από 23-10-2007 προσθέτους λόγους τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δήμητρα Παπαντωνοπούλου ανέγνωσε την από 16-11-2007 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του δευτέρου λόγου αναιρέσεως και του πρώτου προσθέτου λόγου αυτής και την απόρριψη των λοιπών λόγων αναιρέσεως και προσθέτων λόγων. Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 939 και 943 του ΑΚ προκύπτει ότι, η με αυτές θεσπιζόμενη διάρρηξη των απαλλοτριώσεων, που έγιναν από τους οφειλέτες προς βλάβη των δανειστών τους, επέρχεται μόνο κατά το μέρος τους, κατά το οποίο ζημιώνεται αυτός που προσβάλλει την πράξη της απαλλοτριώσεως, δηλαδή κατά το μέρος της που απαιτείται για να καλυφθεί η απαίτησή του, η οποία διαφορετικά δεν μπορεί να ικανοποιηθεί.
Ενόψει δε του ότι η εξεύρεση αυτού του μέρους εξαρτάται από τη σχέση του ποσού της απαιτήσεως που πρέπει να ικανοποιηθεί προς το ποσό της αξίας του περιουσιακού στοιχείου που απαλλοτριώθηκε κατά την άσκηση της αγωγής, πρέπει, για το κατά το άρθρο 216 ΚΠολΔ ορισμένο της, τα ποσά αυτά να αναφέρονται σ` αυτήν (ΑΠ 1112/2004).
Στην προκειμένη περίπτωση με την πρώτη χρονολογικά συμπροσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 106/2000 απόφαση του Εφετείου Δωδεκανήσου, έγινε δεκτή η έφεση της αναιρεσίβλητης κατά της πρωτόδικης υπ' αριθμ. 410/1998 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, κρίθηκε ότι η από 27-11-1997 αγωγή της αναιρεσίβλητης περί διαρρήξεως της αναφερομένης σ' αυτήν καταδολιευτικής δικαιοπραξίας ήταν ορισμένη, εξαφανίσθηκε η πρωτόδικη απόφαση που είχε απορρίψει την αγωγή λόγω μη αναφοράς της αξίας των απαλλοτριωθεισών μετοχών που αποτελούσαν το αντικείμενο της καταδολιευτικής δικαιοπραξίας και αναπέμφθηκε η υπόθεση προς περαιτέρω έρευνα στο ίδιο Δικαστήριο.
Από την εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής, στην οποία παραδεκτά προβαίνει ο Άρειος Πάγος σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ για την έρευνα της βασιμότητας των λόγων αναιρέσεως, προκύπτει ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη, στο δικόγραφο της αγωγής της, επί της οποίας έκρινε το Εφετείο με την υπ' αριθμ. 106/2000 πρώτη των αναιρεσιβαλλoμένων απόφασή του, διελάμβανε ρητά ότι ο πρώτος αναιρεσείων προκειμένου να μην ικανοποιηθεί η εκ δραχμών 108.401.352 απαίτησή της κατ' αυτού, μεταβίβασε στους δεύτερο και τρίτο αναιρεσείοντες γιους του 108.396 και 144.384 μετοχές αντίστοιχα εκ των 252.160 μετοχών της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Ξενοδοχειακαί και Τουριστικαί Επιχειρήσεις ΕΙΡΗΝΗ ΑΕ", των οποίων ήταν κύριος και οι οποίες αποτελούσαν το μοναδικό περιουσιακό του στοιχείο, ονομαστικής αξίας της καθεμιάς εκ δραχμών 1000 και ότι η υπολειπόμενη περιουσία του δεν αρκούσε για την ικανοποίηση της απαιτήσεώς της.
Με το ανωτέρω περιεχόμενο το αγωγικό δικόγραφο περιείχε κατά τρόπο ορισμένο το κατά τα ανωτέρω αναγκαίο στοιχείο της αξίας του απαλλοτριωθέντος περιουσιακού αντικειμένου του πρώτου αναιρεσείοντος κατά τον κρίσιμο χρόνο κατά τον οποίο ζητείτο η διάρρηξη και η αγωγή είναι ορισμένη. Επομένως, το Εφετείο, που με την πρώτη χρονολογικά συμπροσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 106/2000 απόφασή του, δέχθηκε ότι η αγωγή ήταν ορισμένη κατά το προαναφερθέν στοιχείο της αξίας των απαλλοτριωθεισών μετοχών, όχι παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο και ο αντίθετος πρώτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η ανωτέρω πλημμέλεια είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Ο ίδιος λόγος κατά το μέρος που πλήττει την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 213/2006 απόφαση του Εφετείου, που εκδόθηκε μετά την αναπομπή, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού δεν επικαλούνται οι αναιρεσείοντες ότι πρόβαλαν με λόγο της εφέσεως που άσκησαν κατά της υπ' αριθμ. 62/1005 οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου που εκδόθηκε μετά την αναπομπή, τον περί αοριστίας ισχυρισμό.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 939, 941, 942 και 943 ΑΚ προκύπτει ότι μεταξύ των προϋποθέσεων της αγωγής διαρρήξεως καταδολιευτικής δικαιοπραξίας είναι και εκείνη της ύπαρξης απαιτήσεως (αξιώσεως) του δανειστή κατά του οφειλέτη, η οποία πρέπει να είναι γεννημένη κατά το χρόνο της απαλλοτριώσεως, με την έννοια ότι τα παραγωγικά γεγονότα αυτής πρέπει να έχουν συντελεσθεί κατά το χρόνο της απαλλοτρίωσης, χωρίς να απαιτείται να έχει βεβαιωθεί δικαστικά ή να είναι εξοπλισμένη με εκτελεστό τίτλο, ούτε δυνάμει αυτού ο δανειστής να έχει προβεί σε δικαστική καταδίωξη του οφειλέτη, ενώ η διάρρηξη επέρχεται μόνο κατά το ποσό κατά το οποίο ζημιώνεται αυτός που προσβάλλει την πράξη της απαλλοτρίωσης, δηλαδή κατά το μέρος που απαιτείται για να καλυφθεί η απαίτησή του, που διαφορετικά δεν μπορεί να ικανοποιηθεί.
Εξάλλου, οι αναιρετικοί λόγοι από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ευθέως ή εκ πλαγίου αντιστοίχως, ιδρύονται και όταν ο κανόνας εφαρμοσθεί, παρόλο ότι δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, δέχθηκε ανέλεγκτα κατά τα ενδιαφέροντα εν προκειμένω σημεία συνδρομής των προϋποθέσεων διάρρηξης, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
Μεταξύ της ενάγουσας (αναιρεσίβλητης) και της εταιρείας με την επωνυμία "ΕΡΕΤΑ ΤΟΥΡΣ ΕΠΕ", νόμιμος εκπρόσωπος και διαχειριστής της οποίας ήταν ο πρώτος εναγόμενος (πρώτος αναιρεσείων), υφίστατο το βεβαιωμένο με την υπ' αριθμ. 257/1992 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου χρέος, ύψους 40.653.700 δραχμών, προερχόμενο από συναλλαγματικές εκδόσεως της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης εταιρείας, τις οποίες είχε αποδεχθεί η ως άνω εκπροσωπούμενη από τον πρώτο αναιρεσείοντα εταιρεία και είχε τριτεγγυηθεί ο τελευταίος.
Χάριν καταβολής του υφιστάμενου από την ως άνω διαταγή πληρωμής χρέους, το οποίο, λόγω του χρόνου που είχε στο μεταξύ διέλθει, ανήλθε με τον τοκισμό στο ποσό των 115.000.000 δραχμών, ο πρώτος αναιρεσείων, ενεχόμενος ως τριτεγγυητής για την πληρωμή των ως άνω συναλλαγματικών αποδοχής της εκπροσωπουμένης από αυτόν εταιρείας, την 15-3-1996 παρέδωσε στην αναιρεσίβλητη α)δύο συναλλαγματικές εκδόσεώς της ποσού 50.000.000 δραχμών η πρώτη και 45.000.000 δραχμών η δεύτερη, τις οποίες αποδέχθηκε ο ίδιος και β) δύο επιταγές 10.000.000 δραχμών εκάστη, εκ των οποίων η μία εξοφλήθηκε.
Για την παράδοση των ως άνω αξιογράφων ως και για την αιτία που αυτά εξεδόθησαν, συντάχθηκε από τον πρώτο αναιρεσείοντα η από 15-3-1996 έγγραφη απόδειξη. Στη συνέχεια με βάση τα υπόλοιπα τρία αξιόγραφα εκδόθηκαν τρεις διαταγές πληρωμής και ειδικότερα, βάσει των από 4-8-1997 συναλλαγματικών, λήξης στις 5-8-1997 και ποσού 50.000.000 και 45.000.000 δραχμών, εκδόθηκαν αντιστοίχως οι με αριθμούς 499/1997 και 500/1997 διαταγές πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου και βάσει της με αριθμό .....
επιταγής της Γενικής Τράπεζας, ποσού 10.000.000 δραχμών που εκδόθηκε στις 30-9-1997 σε διαταγή της αναιρεσίβλητης, η υπ' αριθμ. 610/1997 διαταγή πληρωμής του ίδιου Δικαστή.
Συνεπώς το χρέος του πρώτου εναγομένου ανήλθε τελικά στο ποσό των 108.401.352 δραχμών. Ο πρώτος αναιρεσείων, εκτός από την εξόφληση της παραπάνω επιταγής των 10.000.000 δραχμών δεν κατέβαλε έναντι της αναφερθείσης υφισταμένης από το έτος 1992 οφειλής του αυτής στην αναιρεσίβλητη, άλλο ποσόν. Για την ικανοποίηση της οφειλής του αυτής, συνεχίζει το Εφετείο, ο πρώτος αναιρεσείων, κατά το χρόνο εκδόσεως της αρχικής με αριθμ. 257/1992 διαταγής πληρωμής, η οποία κοινοποιήθηκε σ' αυτόν την 2-5-1992, δεν διέθετε κανένα εμφανές περιουσιακό στοιχείο, πλην 206.850 μετοχών της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία Ξενοδοχειακαί και Τουριστικαί Επιχειρήσεις ΕΙΡΗΝΗ ΑΕ", ονομαστικής αξίας 1000 δραχμών η καθεμία, των οποίων φέρεται να είναι κύριος τουλάχιστον το έτος 1991 και οι οποίες τον Ιούνιο του έτους 1992 μετά από αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της πιο πάνω εταιρείας, ανήλθαν τελικά σε 252.160.
Ο πρώτος αναιρεσείων κατείχε τον αριθμό αυτών των μετοχών τουλάχιστον μέχρι τις αρχές του έτους 1994. Κατά το έτος αυτό και ενώ η έναντι της αναιρεσίβλητης παραπάνω οφειλή του παρέμενε εκκρεμής, παρέδωσε με πρόθεση μεταβίβασης της κυριότητάς τους στους συνεναγομένους υιούς του, λοιπούς αναιρεσείοντες, 248.320 μετοχές συνολικά, απέμειναν δε σ' αυτόν οι υπόλοιπες 3.840.
Και περαιτέρω δέχθηκε το Εφετείο, ότι ο πρώτος αναιρεσείων προέβη στην απαλλοτρίωση των μετοχών αυτών γνωρίζοντας ότι η ικανοποίηση της παραπάνω αξίωσης της αναιρεσίβλητης θα ματαιωθεί, αφού δεν διαθέτει άλλη περιουσία εκτός από τις 3.840 μετοχές, οι οποίες όμως δεν επαρκούν για την κάλυψη της χρηματικής του οφειλής.
Εξάλλου, εξετάζοντας και απορρίπτοντας ως ουσιαστικά αβάσιμη την ένσταση παραγραφής του επιδίκου δικαιώματος που πρόβαλαν οι αναιρεσείοντες, δέχθηκε ότι "...η μεταβίβαση των μετοχών τοποθετείται χρονολογικά μεταξύ 30-6-1993 και 30-6-1994". Με βάση δε τις παραδοχές αυτές, δέχθηκε ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις διάρρηξης της ένδικης εκποιητικής δικαιοπραξίας και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση που είχε απαγγείλει την διάρρηξη της μεταβίβασης των μετοχών από τον πρώτο στους λοιπούς αναιρεσείοντες μέχρι του ποσού των 108.401.352 δραχμών.
Υπό τις ανωτέρω διαλαμβανόμενες παραδοχές η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νόμιμης βάσης, εξαιτίας της αιτιολογίας της σχετικά με την εφαρμογή των κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 939 και 943 ΑΚ και ειδικότερα με το ουσιώδες ζήτημα του ύψους της απαιτήσεως της αναιρεσίβλητης σε σχέση με την καταδολιευτική δικαιοπραξία μεταβίβασης των μετοχών από τον πρώτο στους λοιπούς αναιρεσείοντες.
Συγκεκριμένα, ενώ δέχεται το Εφετείο ότι η απαίτηση της αναιρεσίβλητης προέρχεται από το βεβαιωμένο με την υπ' αριθμ. 272/1992 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου χρέος, ύψους 40.653.700 δραχμών και ότι η καταδολιευτική μεταβίβαση των μετοχών από τον πρώτο αναιρεσίβλητο στους λοιπούς έγινε είτε στις αρχές του έτους 1994 είτε κατά το χρονικό διάστημα 30-6-1993 έως 30-6-1994, δεν διευκρινίζει με επάρκεια σε ποιο ποσό είχε ανέλθει με τον τοκισμό και μέχρι τους ανωτέρω χρόνους, η απορρέουσα από την προαναφερθείσα διαταγή πληρωμής απαίτηση της αναιρεσίβλητης, για το οποίο και μόνο έπρεπε να επέλθει η διάρρηξη, αλλά αρκείται στην παραδοχή ότι μέχρι την ανάληψη της νέας υποχρεώσεως του πρώτου αναιρεσείοντος, με την αποδοχή και έκδοση εκ μέρους του των νέων αξιογράφων (συναλλαγματικών και επιταγών), γενόμενη, κατά τις παραδοχές του, στις 15-3-1996, χάριν καταβολής του υφισταμένου από την άνω διαταγή πληρωμής χρέους, τούτο "...είχε ανέλθει λόγω του χρόνου που είχε στο μεταξύ διέλθει στο ποσό των 115.000.000 δραχμών...", παραδοχή η οποία δεν είναι επαρκής, δεδομένου ότι η μεταγενέστερη της καταδολιευτικής μεταβίβασης των μετοχών ανάληψη υποχρεώσεως του πρώτου αναιρεσείοντος για μεγαλύτερο ποσό, γενόμενη στις 15-3-1996, δηλαδή μετά την απαλλοτριωτική πράξη, χάριν καταβολής του υφισταμένου από την άνω διαταγή πληρωμής χρέους, δεν γεννά υποχρέωση για διάρρηξη, ως μη υφιστάμενη κατά το χρόνο μεταβιβάσεως των μετοχών.
Επομένως, κατά παραδοχή ως βασίμων του δευτέρου λόγου αναιρέσεως και του πρώτου προσθέτου λόγου αυτής, με τους οποίους αποδίδονται στο εφετείο οι από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλειες, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο εφετείο, συγκροτούμενο όμως από δικαστές άλλους από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ.) και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη, ως ηττηθείσα, στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), που κατέθεσαν έγγραφες προτάσεις.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 3-10-2006 αίτηση των Χ1, Χ2 και Χ3 για αναίρεση της υπ' αριθμ. 106/2000 αποφάσεως του Εφετείου Δωδεκανήσου.
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 213/2006 απόφαση του Εφετείου Δωδεκανήσου.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συντεθεί από δικαστές άλλους από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, το ποσό των οποίων ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Απριλίου 2008.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 30 Σεπτεμβρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ