Legislator Case Law & Legislation
1700/2025 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against appellate court judgment on bank loan contract dispute.

Case Number 1700/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Eurobank's appeal against the Athens Court of Appeals' decision awarding the plaintiff €172,063.13 based on an irregular deposit contract. The appellant argued the appellate court failed to consider a specific Council of Judges ruling exonerating certain employees from fraud charges. The court found the appellate judgment explicitly stated it had examined all evidence, including the disputed document, rendering the appeal unfounded.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(11γ), 552, 553 of the Code of Civil Procedure; An appeal alleging failure to consider a specific judicial ruling is inadmissible if the appealed judgment explicitly confirms the examination of all evidence without contradiction.

Keywords

AI generated
irregular deposit contract appeal admissibility failure to consider evidence Council of Judges ruling bank loan dispute fraud exoneration judicial review standard

Cited Legislation

AI generated
Article 559(11γ) of the Code of Civil Procedure
Article 552 of the Code of Civil Procedure
Article 553 of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure
Article 106 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191(2) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1700 / 2025 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1700/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Ευτύχιο Νικόπουλο, Βαρβάρα Πάπαρη και Δέσποινα Βασιλοδημητράκη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 1η Απριλίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "EUROBANK", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της αρχικά ενάγουσας Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ERGASIAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", η οποία εκπροσωπήθηκε από τις πληρεξούσιες δικηγόρους της Ευανθία Κατσίγιαννη και Αικατερίνη Μητσιμπούνα και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Χ. Σ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Γεώργιο Παπαδημητρίου και Δημήτριο Ρίζο και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/5/2010 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3819/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6281/2019 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η ως άνω αναιρεσίβλητη με την από 10/2/2020 αίτησή της, επί της οποίας εκδόθηκε η 908/2021 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναίρεσε την 6281/2019 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές.

Εκδόθηκε η 3334/2022 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 21/12/2022 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιες της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθμ. 3334/2022 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (στο οποίο παραπέμφθηκε η υπόθεση μετά την έκδοση της υπ' αρ. 908/2021 απόφασης του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε η υπ' αρ. 6281/2019 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου), που έκανε δεκτή κατ' ουσίαν την έφεση και τους πρόσθετους λόγους του αναιρεσίβλητου κατά της υπ' αριθμ. 3819/2017 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή του αναιρεσίβλητου, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση και αφού κράτησε και δίκασε την αγωγή, την έκανε δεκτή, κατά την βάση της από τη σύμβαση ανώμαλης παρακαταθήκης και υποχρέωσε την αναιρεσείουσα να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο το ποσό των 172.063,126 ευρώ, με το νόμιμο τόκο. Η αίτηση αναίρεσης, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 αριθμ. 3 ΚΠολΔ).

ΙΙ. Κατά το άρθρο 830 ΑΚ, η κατάθεση χρημάτων ή άλλων αντικαταστατών πραγμάτων, λογίζεται, σε περίπτωση αμφιβολίας, ως δάνειο, αν ο θεματοφύλακας έχει την εξουσία να τα χρησιμοποιεί, σχετικά όμως με το χρόνο και τον τόπο της απόδοσης ισχύουν, σε περίπτωση αμφιβολίας, οι διατάξεις για την παρακαταθήκη, η οποία στην περίπτωση αυτή χαρακτηρίζεται ως ανώμαλη παρακαταθήκη. Έτσι και η κατάθεση χρημάτων σε τράπεζα, που κύριο σκοπό έχει την ασφαλή φύλαξη των χρημάτων του καταθέτη, προς την οποία δεν είναι αντίθετη η συνομολόγηση του συνηθισμένου για τις τραπεζικές εργασίες τόκου, φέρει το χαρακτήρα ανώμαλης παρακαταθήκης, αφού η τράπεζα έχει την εξουσία χρησιμοποίησης των χρημάτων του καταθέτη και συνεπώς κατά το άρθρο 830 ΑΚ έχουν σ' αυτή εφαρμογή οι διατάξεις τόσο του άρθρου 806 ΑΚ, με βάση το οποίο η τράπεζα αποκτά την κυριότητα των κατατιθεμένων σ' αυτή χρημάτων, όσο και του άρθρου 827 του ίδιου Κώδικα, σύμφωνα με το οποίο ο θεματοφύλακας, αν ο παρακαταθέτης απαιτεί το πράγμα, οφείλει να το αποδώσει και αν ακόμη δεν έχει περάσει η προθεσμία που ορίσθηκε για τη φύλαξή του.

Εξάλλου, ναι μεν κατά τις διατάξεις των άρθρων 416 και 417 ΑΚ, η ενοχή αποσβήνεται με καταβολή που έγινε μόνον προς το δανειστή ή σε όποιον ο δανειστής ή το δικαστήριο ή ο νόμος επέτρεψε να δεχτεί την καταβολή, οπότε η καταβολή σε άλλο πρόσωπο δεν απαλλάσσει τον οφειλέτη, εκτός αν ο δανειστής την εγκρίνει ή ωφελείται από αυτήν, όμως κατά τη διάταξη του άρθρου 3 του ν.

δ/τος της 17.7/13.8.1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών", η οποία ως ειδική υπερισχύει και των διατάξεων των άρθρων 888 και 889 ΑΚ, "Η εκδότρια ονομαστικής ομολογίας ή άλλης αποδείξεως καταθέσεως χρημάτων εταιρεία, η πληρώσασα αυτήν εξοφλημένην διά της επ' αυτής υπογραφής του δικαιούχου, απαλλάσσεται, και αν η υπογραφή ήτο πλαστή, πλην αν η εκδότρια κατά την πληρωμήν ετέλει εν δόλω ή εν βαρεία αμελεία".

Τέτοια "απόδειξη καταθέσεως χρημάτων" είναι και το βιβλιάριο ταμιευτηρίου, που εκδίδει και παραδίδει στον καταθέτη η τραπεζική ανώνυμη εταιρία, στο οποίο καταχωρούνται τόσο η αρχική όσο και οι επόμενες καταθέσεις ή αναλήψεις χρημάτων με βάση τα σχετικά γραμμάτια κατάθεσης και ανάληψης, που ο καταθέτης ή εξουσιοδοτημένο απ' αυτόν πρόσωπο υπογράφει και τα οποία διατηρούνται στο αρχείο της τράπεζας και στη μνήμη του ηλεκτρονικού υπολογιστή της.

Το βιβλιάριο αυτό, έστω και αν δεν φέρει υπογραφή του αρμόδιου υπαλλήλου της Τράπεζας ή δεν έχει ενημερωθεί αναφορικά με καταθέσεις ή αναλήψεις χρημάτων που έγιναν χωρίς αυτό να έχει προσκομιστεί κατά τη σχετική τραπεζική συναλλαγή, - θα ενημερωθεί όμως από τα στοιχεία του ηλεκτρονικού υπολογιστή αμέσως μόλις προσκομιστεί-, εξομοιώνεται κατά τη διάταξη του άρθρου 444 αριθ. 3 ΚΠολΔ με ιδιωτικό έγγραφο και αποτελεί κατά τη διάταξη του άρθρου 448 παρ. 2 του ίδιου κώδικα πλήρη απόδειξη, με δυνατότητα πάντως ανταπόδειξης, για όσα γεγονότα και πράγματα αναγράφονται σ' αυτό, είτε με χειρόγραφη είτε μηχανική καταχώριση.

Επομένως, κάθε φορά που η Τράπεζα εξοφλεί ολικά ή μερικά απαίτηση του καταθέτη, που προκύπτει από το παραπάνω βιβλιάριο και σημειώνει σ' αυτό με μηχανική καταχώρηση τη σχετική ανάληψη (εξόφληση), έχει εφαρμογή η προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 3 του ν. δ/τος 17.7/13.8.1923, από την οποία προκύπτει ότι απαραίτητο κατά νόμο στοιχείο για την υποχρέωση της Τράπεζας να αποδώσει στον καταθέτη το ποσό της κατάθεσής του, το οποίο κατέβαλε προηγουμένως σε τρίτο που πλαστογράφησε την υπογραφή του καταθέτη, είναι ο δόλος ή βαριά αμέλεια των οργάνων της.

Στην περίπτωση, δηλαδή, αυτή, διατηρείται άθικτη η εναντίον της Τράπεζας ενοχική αξίωση του καταθέτη από τη μεταξύ τους σύμβαση ανώμαλης παρακαταθήκης, ενώ διαφορετικό είναι το ζήτημα, ότι η Τράπεζα, η οποία ως κυρία των χρημάτων, που είχαν κατατεθεί σ' αυτή και ζημιώθηκε από την απώλειά τους συνεπεία της αδικοπρακτικής σε βάρος της συμπεριφοράς του τρίτου, έχει κατ' αυτού ισόποση αξίωση αποζημίωσης.

Συνακόλουθα, η άρνηση της Τράπεζας να αποδώσει στον καταθέτη το χρηματικό ποσό της κατάθεσής του συνιστά πάντοτε αθέτηση σύμβασης από μέρους της Τράπεζας και όχι αδικοπραξία, δηλαδή ακόμη και αν το ποσό αυτό αφαιρέθηκε από τρίτο με αξιόποινη πράξη, αφού η αδικοπραξία στην περίπτωση αυτή γίνεται σε βάρος της Τράπεζας από τον τρίτο και όχι από την Τράπεζα σε βάρος του καταθέτη.

Η ευθύνη της Τράπεζας για δόλο ή βαριά αμέλεια των υπαλλήλων της δεν μπορεί να αποκλεισθεί με συμφωνία της με τον καταθέτη και αυτή ευθύνεται για το πταίσμα των υπαλλήλων της, αφού και κατά το άρθρο 332 παρ. 1 ΑΚ, στο οποίο παραπέμπει το άρθρο 334 του ίδιου Κώδικα, είναι άκυρη κάθε εκ των προτέρων συμφωνία με την οποία αποκλείεται ή περιορίζεται η ευθύνη από δόλο ή βαριά αμέλεια.

Βαριά αμέλεια από την πλευρά της τράπεζας κατά την απόδοση κατάθεσης σε μη δικαιούχο υπάρχει και όταν οι προστηθέντες υπάλληλοι της, που συνέταξαν το ένταλμα πληρωμής του αναληφθέντος ποσού, δεν προέβησαν στην επιβαλλόμενη από τις περιστάσεις και τα μέσα που διέθεταν διαπίστωση της έλλειψης ταυτοπροσωπίας μεταξύ εκείνου που έκανε την ανάληψη και του δικαιούχου του λογαριασμού ή, αναλόγως, της έλλειψης έγκυρης πληρεξουσιότητας του τελευταίου, ιδιαίτερα όταν η τελευταία στηρίζεται σε έγγραφη εξουσιοδότηση του πελάτη, η οποία δεν προσκομίστηκε από τον πελάτη αυτοπροσώπως στην Τράπεζα και δεν φέρει θεώρηση του γνησίου της υπογραφής του και βέβαιη χρονολογία από αρμόδια αρχή, επιδεικνύοντας αδιαφορία για τη διαφύλαξη των συμφερόντων του πελάτη.

Αντιθέτως, δεν υπάρχει βαριά αμέλεια του προστηθέντος υπαλλήλου, όταν αυτός δεν επέδειξε κατά το σχετικό έλεγχο εξιδιασμένη επιμέλεια (ΑΠ 890/2023, ΑΠ 72/2022, ΑΠ 421/2021, ΑΠ 1432/2019, ΑΠ 2118/2014).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα" κατά την έννοια της διάταξης αυτής είναι οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό και όχι οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή την εκτίμηση των αποδείξεων. Δεν στοιχειοθετείται, όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιονδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό, είτε ρητά είτε "εκ του πράγματος" με την περί του αντιθέτου παραδοχή (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 1376/2022, ΑΠ 339/2021, ΑΠ 15/2021, ΑΠ 250/2020, ΑΠ 1162/2019, ΑΠ 96/2019).

Εξάλλου, η κατά το άρθρο 559 παρ. 8 ΚΠολΔ πλημμέλεια της λήψης υπόψη παρά τον νόμο, πραγμάτων που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, συντρέχει και όταν λήφθηκαν υπόψη ως γεγονότα θεμελιωτικά της αγωγής μη περιεχόμενα στο δικόγραφό της, εφ` όσον αυτά άσκησαν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, που συντελέστηκε με την επί τούτων θεμελίωση από το ουσιαστικό δικαστήριο αυτοτελώς της αγωγής. Αυτό συμβαίνει και όταν το δικαστήριο της ουσίας λαμβάνει υπόψη του βάση της αγωγής, που δεν υπάρχει στο δικόγραφο αυτής (ΟλΑΠ 22/2005, ΑΠ 1326/2011, ΑΠ 1350/2003). Αντίθετα, δεν επέρχεται παραβίαση και δεν θεμελιώνεται ο παραπάνω λόγος, όταν το δικαστήριο της ουσίας υπάγει τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται σε διάφορο κανόνα δικαίου, από εκείνο που υπέδειξε ο ενάγων (ΑΠ 952/2000, ΑΠ 302/1999).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, κατ' ορθή εκτίμηση του περιεχομένου του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 8 περ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ (και όχι από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ), συνισταμένη στο ότι το Εφετείο, μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης και την εκ νέου εκδίκαση της αγωγής, παρά το νόμο έλαβε υπόψη ότι η βάση της ένδικης αγωγής στηρίζεται στην αθέτηση της υποχρεώσεως της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας από τη σύμβαση της ανώμαλης παρακαταθήκης, ενώ τέτοια βάση δεν υπάρχει στο δικόγραφο της αγωγής, παρά μόνον από την αδικοπραξία.

Από την επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης αγωγής, στην οποία προβαίνει ο Άρειος Πάγος, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, για την έρευνα της βασιμότητας του αναιρετικού λόγου, προκύπτει ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος εκθέτει το ακόλουθο ιστορικό: "Ότι στις 06.11.2006, με προτροπή του γνωστού του, Θ.

Β., άνοιξε σε υποκατάστημα της εναγομένης ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας, που βρίσκεται στο Καλαμάκι Αττικής, τον με αριθμό ... ατομικό λογαριασμό ταμιευτηρίου, στον οποίο κατέθεσε, αυθημερόν, το χρηματικό ποσό των 170.000 ευρώ και του παραδόθηκε το σχετικό Βιβλιάριο καταθέσεων. Ότι στις 17.02.2010 διαπίστωσε ότι από τον ως άνω λογαριασμό, την 14.11.2006 και την 23.11.2006, είχε αφαιρεθεί παράνομα, εν αγνοία του και χωρίς σχετική προφορική ή γραπτή εντολή, το χρηματικό ποσό των 88.000 ευρώ και 81.000 ευρώ, αντίστοιχα, δηλαδή συνολικά το χρηματικό ποσό των 169.000 ευρώ.

Ότι στις 18.02.2010 απέστειλε στην εναγομένη εξώδικη δήλωση, με την οποία ζητούσε να επανέλθουν στον ως άνω λογαριασμό του, τα χρήματα που είχαν αναληφθεί και να του παραδοθούν τα αναφερόμενα σε αυτήν (εξώδικη δήλωση) έγγραφα. Ότι η εναγομένη, με την από 01.04.2010 απαντητική, στο ως άνω εξώδικο, επιστολή της, αρνήθηκε να παράσχει στον ενάγοντα οποιαδήποτε πληροφορία, μέχρι να ολοκληρωθεί ο διενεργούμενος, από την ίδια, έλεγχος, επί των καταγγελιών του, πλην όμως, ενόψει του ότι αυτός άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, με την οποία ζητούσε την επίδειξη των σχετικών εγγράφων, η εναγομένη του παρέδωσε, τελικά, παραστατικά στοιχεία των γενομένων αναλήψεων από τον ατομικό του λογαριασμό, οπότε διαπίστωσε ότι ο Γ.

Κ., με βάση ισάριθμες υπεύθυνες δηλώσεις του ν. 1599/1986, που έφεραν την υπογραφή του (ενάγοντα), είχε προβεί, δυνάμει των περιεχομένων σε αυτές εντολών και εξουσιοδοτήσεων, στις αναλήψεις των ως άνω χρηματικών ποσών, τα οποία κατέθεσε, αυθημερόν, στον τηρούμενο στην εναγομένη, από τον Γ. Β., λογαριασμό με αριθμό ...

Ότι ο ενάγων δεν γνώριζε τον Γ. Κ., ότι δεν υπέγραψε καμία υπεύθυνη δήλωση, με την οποία να παρέχει σε αυτόν εντολή και πληρεξουσιότητα για την ανάληψη των κατατεθειμένων στον ατομικό του λογαριασμό ταμιευτηρίου χρηματικών ποσών και την εν συνεχεία κατάθεσή τους στον λογαριασμό, με δικαιούχο τον Γ. Β. Ότι με την άμεση συνδρομή των υπαλλήλων της εναγομένης, οι οποίοι ενήργησαν με δόλο και σε κάθε περίπτωση με βαριά αμέλεια, αφού δεν προέβησαν σε διαπίστωση ταυτοπροσωπίας μεταξύ εκείνου που προέβη στις παράνομες αναλήψεις και του ιδίου, δικαιούχου του λογαριασμού, δεν έλεγξαν το γνήσιο των υπογραφών του στις υπεύθυνες δηλώσεις και δεν επικοινώνησαν μαζί του, πριν από κάθε ανάληψη, οι Θ.

Β., Γ. Κ. και Γ. Β., από κοινού, κατήρτισαν τις εξ υπαρχής αναληθείς ως άνω υπεύθυνες δηλώσεις και πλαστογράφησαν την υπογραφή του, επιτυγχάνοντας με τις ενέργειές τους αυτές την ανάληψη από τον ατομικό του λογαριασμό του χρηματικού ποσού των 169.000 ευρώ, συνολικά, το οποίο στη συνέχεια ενσωμάτωσαν στην περιουσία τους.

Με βάση τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά, ο ενάγων, ζήτησε, μετά τον εν μέρει περιορισμό του αιτήματος της αγωγής του από καταψηφιστικό, σε αναγνωριστικό: α) να υποχρεωθεί η εναγομένη, ευθυνόμενη από την μεταξύ τους σύμβαση ανώμαλης παρακαταθήκης, να του καταβάλει το χρηματικό ποσό των 169.000 ευρώ, καθώς και το χρηματικό ποσό των 3.063,125 ευρώ, που αντιστοιχεί στους νόμιμους τόκους καταθέσεων, επί του παρανόμως αναληφθέντος ποσού, υπολογιζομένων από την ημέρα της κατάθεσης του εν λόγω ποσού, έως και την ημερομηνία αποστολής της εξωδίκου δήλωσής του (18.02.2010) και β) να αναγνωριστεί ότι η εναγομένη οφείλει να του καταβάλει το χρηματικό ποσό των 80.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη από την προπεριγραφόμενη αδικοπρακτική συμπεριφορά των προστηθέντων υπαλλήλων της, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την ολοσχερή εξόφληση.".

Από το ως άνω περιεχόμενο της αγωγής προκύπτει ότι εκτίθεται σ' αυτήν ότι οι προστηθέντες υπάλληλοι της εναγομένης, που συνέταξαν τα εντάλματα πληρωμής των αναληφθέντων χρηματικών ποσών, από δόλο δεν προέβησαν στη διαπίστωση του γνησίου της υπογραφής του ενάγοντος στις προσκομισθείσες υπεύθυνες δηλώσεις, δεν επικοινώνησαν μαζί του, δεν προέβησαν στη διαπίστωση της ταυτοπροσωπίας μεταξύ εκείνου που έκανε τις παράνομες αναλήψεις και του ενάγοντος-δικαιούχου του λογαριασμού, από αδιαφορία για τη διαφύλαξη των συμφερόντων του τελευταίου, με συνέπεια να τον ζημιώσουν κατά το ποσό των 169.000 ευρώ.

Επομένως, το Εφετείο το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφαση ερεύνησε την ως άνω βάση της αγωγής από τη σύμβαση ανώμαλης παρακαταθήκης, δεν έλαβε υπόψη "πράγμα" που δεν προτάθηκε και ως εκ τούτου ο δεύτερος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 περ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο λόγος αυτός υπάρχει, όταν εχώρησε ψευδής ερμηνεία ή κακή εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Εσφαλμένη, κατ' ακρίβεια, εφαρμογή υπάρχει, όταν αποδόθηκε μεν στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, ορθά, η έννοια του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, στη συνέχεια, όμως, δεν εφαρμόστηκε ο ίδιος στην κρινόμενη περίπτωση, αν και τα περιστατικά που δέχτηκε, (ανέλεγκτα), ο δικαστής της ουσίας υπαγόταν στον κανόνα αυτό ή αντίστροφα, εφαρμόστηκε ο κανόνας αυτός, αν και τα περιστατικά δεν υπαγόταν σ' αυτόν (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 4/2006, ΑΠ 1706/ 2014, ΑΠ 159/2004).

Ειδικότερα, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ.

ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσία (ΟλΑΠ 3/2020, ΟλΑΠ 27 και 28/1998).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση. Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 1525/2022, ΑΠ 1096/2022, ΑΠ 1470/2021, ΑΠ 1285/ 2021).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.

α' του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά, ''έλλειψη αιτιολογίας'', ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της ''ανεπαρκής αιτιολογία'' ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους ''αντιφατική αιτιολογία'' (ΟλΑΠ 1/1999).

Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι, όμως, όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).

Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Η εκ πλαγίου παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (αρθρ. 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ), πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της προσβαλλομένης απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού αυτής, δηλαδή από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης.

Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί με αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στην θεμελίωση ή την κατάλυση του δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως οι αρνητικοί της αγωγής ισχυρισμοί, ούτε η επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ούτε η εκτίμηση των αποδείξεων, ακόμη και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης (ΟλΑΠ 28/1998, ΑΠ 354/2022, ΑΠ 420/2022, ΑΠ 1027/2022, ΑΠ 1470/2021, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 319/ 2017, ΑΠ 1420/2013).

Στην προκειμένη περίπτωση με τους τρίτο και τέταρτο αναιρετικούς λόγους, κατ' ορθή εκτίμηση του περιεχομένου τους, αποδίδονται στη προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, συνιστάμενες στο ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 827 και 830 του ΑΚ και 3 εδ.

β' του ν.δ. 17/07/13.8.1923, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τους και τη διάταξη του άρθρου 416 ΑΚ, με εσφαλμένη ερμηνεία και μη εφαρμογή της, δεχόμενο εσφαλμένα και με ανεπαρκείς αιτιολογίες ότι οι προστηθέντες υπάλληλοι της εναγόμενης και ήδη αναιρεσείουσας τράπεζας από βαριά αμέλεια κατά την απόδοση κατάθεσης σε μη δικαιούχο του λογαριασμού, δύο φορές, ποσού 88.000 ευρώ και 81.000 ευρώ αντίστοιχα, δεν προέβησαν στην επιβαλλόμενη από τις περιστάσεις και τα μέσα που διέθεταν διαπίστωση της έλλειψης έγκυρης πληρεξουσιότητας εκ μέρους του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου-δικαιούχου του λογαριασμού, ειδικώς στη προκειμένη περίπτωση που η τελευταία στηριζόταν σε έγγραφη εξουσιοδότηση του πελάτη, η οποία δεν προσκομίστηκε από τον τελευταίο αυτοπροσώπως στην Τράπεζα, αλλά προσκομίστηκε από μη δικαιούχο του λογαριασμού, χωρίς να φέρει θεώρηση του γνησίου της υπογραφής του εξουσιοδοτούντος και βέβαιη χρονολογία από αρμόδια αρχή, επιδεικνύοντας αδιαφορία για τη διαφύλαξη των συμφερόντων του πελάτη.

Από την παραδεκτή, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε τα ακόλουθα: "Στις 6.11.2006 ο ενάγων, αρχιτέκτων μηχανικός, διατηρών τεχνικό γραφείο στην Ελευσίνα, και ο Θ. Β. (μη διάδικος), τον οποίο ο ενάγων είχε πρόσφατα γνωρίσει μέσω του φίλου του, Γ.

Β., μετέβησαν μαζί στο με αριθμό 0142 υποκατάστημα (Καλαμάκι Αττικής) της εναγομένης τραπεζικής εταιρίας με την τότε επωνυμία "Τράπεζα EFG Eurobank Ergasias Α.Ε" [και μετέπειτα "Τράπεζα Eurobank Ergasias Α.Ε", της οποίας καθολική διάδοχος έχει ήδη καταστεί η ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "Τράπεζα Eurobank Ανώνυμη Εταιρεία" και το διακριτικό τίτλο "Eurobank".., όπου ο Θ.

Β. διατηρούσε τραπεζικό λογαριασμό και παρουσιάστηκαν στον τότε διευθυντή του καταστήματος και μάρτυρα ανταπόδειξης, Μ. Κ., τον οποίο ενημέρωσαν ότι ο ενάγων επιθυμεί να ανοίξει ατομικό τραπεζικό λογαριασμό και ότι πρόθεσή του είναι τα χρήματα του λογαριασμού αυτού να παραμείνουν στον λογαριασμό και να μην επενδυθούν περαιτέρω, σύμφωνα με τις προτάσεις που του έκανε ο άνω διευθυντής.

Πράγματι στις 6.11.2006 ανοίχθηκε στο όνομα του δικαιούχου ενάγοντος, με την προβλεπόμενη διαδικασία, ο ατομικός λογαριασμός ταμιευτηρίου με αριθμό ..., στον οποίο ο ενάγων κατέθεσε αυθημερόν, με επιταγή, το χρηματικό ποσό των 170.000 ευρώ, και παρέλαβε το σχετικό βιβλιάριο καταθέσεων. Στις 14.11.2006 και 23.11.2006 προσήλθε στο άνω κατάστημα της εναγομένης στο Καλαμάκι Αττικής ο Γ.

Κ. (μη διάδικος) και εμφάνισε στον αρμόδιο υπάλληλο, Χ. Σ., τις αντίστοιχες, από 13.11.2006 και 23.11. 2006 υπεύθυνες δηλώσεις - εξουσιοδοτήσεις, επί εντύπου υπεύθυνων δηλώσεων του ν. 1599/1986, με αναγραφόμενα τα στοιχεία ταυτότητας του ενάγοντος όπως αυτά είχαν δηλωθεί στο κατάστημα της εναγομένης κατά το άνοιγμα του άνω ατομικού του λογαριασμού, καθώς και υπογραφή κάτω από την ένδειξη ο "Δηλών", χωρίς όμως η εξουσιοδότηση να φέρει θεώρηση του γνησίου της υπογραφής του εξουσιοδοτούντος ούτε βέβαιη χρονολογία από αρμόδια προς τούτο αρχή.

Με τις άνω υπεύθυνες δηλώσεις - εξουσιοδοτήσεις ο ενάγων φέρεται να εξουσιοδοτεί τον άνω εμφανισθέντα στο κατάστημα, Γ. Κ., ώστε να μεταφέρει από τον ως άνω ατομικό λογαριασμό (...) του (ενάγοντος) στον άνω λογαριασμό που διατηρούσε στο ίδιο κατάστημα της εναγομένης ο Γ. Β. (...), τα χρηματικά ποσά των 88.000 ευρώ και 81.000 ευρώ, αντίστοιχα.

Με αυτές τις υπεύθυνες δηλώσεις ο εμφανισθείς ως πληρεξούσιος του ενάγοντος, Γ. Κ., μετέφερε από τον άνω ατομικό λογαριασμό του ενάγοντος στον λογαριασμό με δικαιούχο τον Γ. Β. (...) συνολικό ποσό 169.000 ευρώ, και ειδικότερα: (α) στις 14.11.2006, ανέλαβε από τον ατομικό λογαριασμό του ενάγοντος (...) ποσό 88.000 ευρώ, εμφανίζοντας την άνω από 13.11.2006 υπεύθυνη δήλωση - εξουσιοδότηση, και στη συνέχεια αυθημερόν κατέθεσε το ίδιο ποσό στον άνω με αριθμό ...

λογαριασμό με δικαιούχο τον Γ. Β. [α. από 13.1 1.2006 υπεύθυνη δήλωση, β. από 14.11.2006 δελτίο ανάληψης, και γ. από 14.1 1.2006 δελτίο κατάθεσης της εναγομένης], και (β) και στις 23.11.2006 ανέλαβε από τον ατομικό λογαριασμό του ενάγοντος (...) ποσό 81.000 ευρώ, εμφανίζοντας την άνω από 23.11.2006 υπεύθυνη δήλωση - εξουσιοδότηση, και στη συνέχεια αυθημερόν κατέθεσε το ίδιο ποσό στον άνω με αριθμό ...

λογαριασμό με δικαιούχο τον Γ. Β. [α. από 23.11.2006 υπεύθυνη δήλωση, β. από 23.11.2006 δελτίο ανάληψης και γ. από 23.11.2006 δελτίο κατάθεσης της εναγομένης]. Στα παραπάνω από 14.11.2006 και από 23.11.2006 δελτία ανάληψης της εναγομένης υπάρχει ιδιόχειρη επισημείωση με το όνομα και την υπογραφή του Γ. Κ. ότι η ανάληψη πραγματοποιήθηκε βάσει συνημμένης εξουσιοδότησης.

Από τον λογαριασμό στον οποίο μεταφέρθηκαν τα παραπάνω χρηματικά ποσά, σε μεταγενέστερους χρόνους, αναλήφθηκε το σύνολο του ως άνω κατατεθέντος ποσού των 169.000 ευρώ. Μετά ταύτα και αφού παρήλθε χρονικό διάστημα τριών και πλέον ετών, στις 17.2.2010, ο ενάγων μετέβη στο άνω κατάστημα της εναγομένης όπου είχαν λάβει χώρα οι επίδικες αναλήψεις, και ζήτησε, για πρώτη φορά μετά το από 6.11.2006 άνοιγμα του λογαριασμού, χωρίς να έχει προσκομίσει το βιβλιάριο του τραπεζικού του λογαριασμού, να πληροφορηθεί την κίνηση αυτού.

Όταν πληροφορήθηκε για πρώτη φορά τις γενόμενες αναλήψεις, συνολικού ποσού 169.000 ευρώ (88.000 + 81.000) και ότι το υπόλοιπο του λογαριασμού του ήταν 1.000 ευρώ (170.000 - 169.000) κοινοποίησε στην εναγομένη την από 18.2.2010 εξώδικη πρόσκλησή του, με την οποία ισχυριζόμενος ότι η μεταφορά των κεφαλαίων από τον ατομικό του λογαριασμό έλαβε χώρα εν αγνοία του και χωρίς την εντολή του, ζήτησε την επανατοποθέτηση των αναληφθέντων χρηματικών ποσών στον λογαριασμό του, τη χορήγηση αντιγράφων των αμφισβητούμενων από τον ίδιο παραστατικών αναλήψεων και τη γνωστοποίηση των στοιχείων των εμπλεκομένων προσώπων.

Η εναγομένη μόνον ενόψει της επικείμενης συζήτησης της από 12.3.2010 (με αριθμό κατάθεσης 55498/2010) αίτησης ασφαλιστικών μέτρων ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, περί επίδειξης των άνω εγγράφων, τελικώς παρέδωσε στον ενάγοντα α. τις από 13.11.2006 και 23.11.2006 υπεύθυνες δηλώσεις εξουσιοδοτήσεις, και β. τα από 14.11.2006 και 23.11.2006 αντίστοιχα δελτία ανάληψης και κατάθεσης, ενώ αρνήθηκε να αποδώσει στον ενάγοντα το παραπάνω ποσό 169.000 ευρώ της κατάθεσής του, το οποίο η ίδια δια των προστηθέντων υπαλλήλων της κατέβαλε σε μη δικαιούχο του λογαριασμού, με τον προεκτιθέμενο τρόπο, και το οποίο ο δικαιούχος του λογαριασμού ενάγων απώλεσε, ισχυριζόμενη (η εναγομένη) ότι η ίδια ουδεμία ευθύνη φέρει από τη μεταξύ τους σχέση διότι οι προστηθέντες υπάλληλοί της έλαβαν κάθε επιβαλλόμενο από τις περιστάσεις μέτρο προς διασφάλιση των ένδικων συναλλαγών.

Στη συνέχεια στις 17.5.2010 ο ενάγων άσκησε την ένδικη αγωγή του ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, και στις 18.5.2010 κατέθεσε ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών την από 18.5.2010 μήνυση κατά των Θ. Β., Γ. Κ., Γ. Β., κατά παντός υπαλλήλου της εναγομένης και κατά παντός υπευθύνου, για την οποία γίνεται λόγος κατωτέρω.

Με αυτά τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, η συμπεριφορά των προστηθέντων υπαλλήλων της εναγομένης τράπεζας, που συνέταξαν το ένταλμα πληρωμής των ως άνω αναληφθέντων ποσών (88.000 + 81.000 ευρώ), συνιστά βαριά αμέλεια, σύμφωνα με τα ειδικώς οριζόμενα στην με αριθμό 4 νομική σκέψη, καθόσον αποκλίνει σημαντικά και ασυνήθιστα από τη συμπεριφορά που θα επεδείκνυε ένας μέτρια συνετός άνθρωπος υπό ανάλογες περιστάσεις.

Ειδικότερα, οι άνω προστηθέντες υπάλληλοι της εναγομένης κατά την απόδοση κατάθεσης σε μη δικαιούχο του λογαριασμού, δύο φορές, και δη (α) στις 14.11.2006, ποσού 88.000 ευρώ, και (β) στις 23.11.2006, ποσού 81.000 ευρώ, δεν προέβησαν στην επιβαλλόμενη από τις περιστάσεις και τα μέσα που διέθεταν διαπίστωση της έλλειψης έγκυρης πληρεξουσιότητας εκ μέρους του ενάγοντος δικαιούχου του λογαριασμού, ειδικώς στην προκειμένη περίπτωση που η τελευταία στηριζόταν σε έγγραφη εξουσιοδότηση του πελάτη, η οποία δεν προσκομίστηκε από τον πελάτη αυτοπροσώπως στην Τράπεζα, σε προγενέστερο χρόνο, αλλά προσκομίστηκε από μη δικαιούχο του λογαριασμού χωρίς να φέρει θεώρηση του γνήσιου της υπογραφής του εξουσιοδοτούντος και βέβαιη χρονολογία από αρμόδια αρχή, επιδεικνύοντας αδιαφορία για τη διαφύλαξη των συμφερόντων του πελάτη.

Η απόδοση, εκ μέρους της τράπεζας, κατάθεσης από λογαριασμό πελάτη της, σε μη δικαιούχο του λογαριασμού, αποδεχόμενη (η τράπεζα) έγγραφη εξουσιοδότηση προς τον μη δικαιούχο η οποία δεν φέρει θεώρηση του γνησίου της υπογραφής του (δικαιούχου - εξουσιοδοτούντος) και βέβαιη χρονολογία από αρμόδια αρχή, είναι από μόνη της επαρκής και πλήρης συνθήκη ώστε να συγκροτηθεί βαριά αμέλεια των προστηθέντων υπαλλήλων της τράπεζας, κατά την έννοια της ειδικής διάταξης του άρθρου 3 του ν.δ της 17-7/13-8-1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών" σε συνδ.

με τα άρθρα 236, 806, 827, 830 ΑΚ [απορριπτομένου ως αλυσιτελούς (απαράδεκτου) του σχετικού αιτήματος της εναγομένης - εφεσίβλητης περί γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης για τη διαπίστωση του γνησίου της υπογραφής του ενάγοντος επί των ένδικων εξουσιοδοτήσεων], χωρίς να απαιτούνται επιπλέον περιστάσεις και χωρίς να είναι δυνατή η κάλυψη της παραπάνω ουσιώδους ελλείψεως με άλλες ενέργειες των υπαλλήλων της τράπεζας, όπως (α) η σύγκριση της υπογραφής επί της εξουσιοδοτήσεως με δείγματα υπογραφών που τηρεί η τράπεζα στο αρχείο της, και η εξαγωγή συμπεράσματος περί της γνησιότητας αυτής από τον εκάστοτε εκτελούντα την συναλλαγή τραπεζικό υπάλληλο, ή (β) η τηλεφωνική επικοινωνία των υπαλλήλων με τον δικαιούχο του λογαριασμού πελάτη είτε προς επαλήθευση είτε προς έγκριση του περιεχομένου της εξουσιοδότησης και προς κάλυψη τυχόν ελλείψεων αυτής, σε αριθμούς τηλεφώνου που τυχόν υπάρχουν στα αρχεία της τράπεζας από συναλλαγές που πραγματοποιήθηκαν σε διάφορους χρόνους, καθόσον οι ενέργειες αυτές, λόγω αφενός της φύσεώς τους και αφετέρου της δυσχέρειας πλήρους απόδειξής τους, μόνο συμπληρωματικώς μπορούν να λειτουργήσουν και δεν είναι ικανές να παράσχουν την κρίσιμη απαιτούμενη για τις τραπεζικές συναλλαγές ασφάλεια, και ειδικώς, εν προκειμένω, (δεν είναι ικανές) να καλύψουν την έλλειψη θεώρησης του γνησίου της υπογραφής από την αρμόδια προς τούτο αρχή.

Επιπροσθέτως, κατά τα εκτιθέμενα στην με αριθμό 4 νομική σκέψη, για την πληρωμή ποσού κατάθεσης σε μη δικαιούχο, σκόπιμο και δίκαιο είναι να φέρει τον κίνδυνο η πληρώτρια τράπεζα, στην επαγγελματική σφαίρα επιρροής της οποίας ανάγεται ο εν λόγω κίνδυνος. Η τράπεζα έχει τη δυνατότητα να οργανώσει την επαγγελματική τραπεζική της δραστηριότητα (πρόσληψη και ειδική εκπαίδευση έμπειρων υπαλλήλων κλπ), ώστε να αποκλείει ή να μειώνει στο ελάχιστο τον κίνδυνο πληρωμής ποσού κατάθεσης σε μη δικαιούχο.

Είναι κοινωνικά, οικονομικά και λογικά σκόπιμο η ευθύνη να βαραίνει την τράπεζα και όχι τον κατά κανόνα ασθενέστερο οικονομικά και κατά τεκμήριο λιγότερο έμπειρο στις συναλλαγές πελάτη της, ο οποίος, εκ των πραγμάτων, κατά το χρόνο πληρωμής του ποσού της κατάθεσής του δεν είναι σε θέση να ελέγξει την ταυτότητα (έλεγχος ταυτοπροσωπίας) ή την πληρεξουσιότητα (έλεγχος πληρεξουσιότητας) του εμφανιζόμενου προς πληρωμή.

Ακολούθως, με αυτά τα δεδομένα, και για τους λόγους που προεκτέθηκαν, δεν ασκούν εν προκειμένω επιρροή για τη συγκρότηση της βαριάς αμέλειας των προστηθέντων υπαλλήλων της εναγομένης οι ως άνω ισχυρισμοί της ότι (α) οι υπάλληλοί της προέβησαν σε έλεγχο και σύγκριση της υπογραφής επί της εξουσιοδοτήσεως με δείγματα υπογραφών του ενάγοντος που τηρεί η τράπεζα στο αρχείο της, (β) ότι οι υπάλληλοί της προέβησαν σε τηλεφωνική επικοινωνία με τον ενάγοντα προς επαλήθευση άλλως προς έγκριση του περιεχομένου της εξουσιοδότησης, και (γ) ότι μεταξύ ενάγοντος, Θ.

Β. και Γ. Β. υπήρχαν οικονομικές δοσοληψίες και συνεργασίες. Παράλληλα, στην κρίση περί συνδρομής βαριάς αμέλειας των υπαλλήλων της τράπεζας ALPHA BANK AE (μη διαδίκου) επί όμοιας με την κρινόμενη περίπτωση ανάληψης, και πάλι, από ατομικό τραπεζικό λογαριασμό του ίδιου ενάγοντος, Χ. Σ., χρηματικού ποσού από τρίτο πρόσωπο, δυνάμει εξουσιοδοτήσεων - υπεύθυνων δηλώσεων του ν. 1599/1986 οι οποίες δεν έφεραν θεώρηση του γνησίου της υπογραφής του από αρμόδια αρχή, και την εξ αυτού υποχρέωση της τράπεζας προς απόδοση στον ενάγοντα του αναληφθέντος ποσού κατ' άρθρα 3 του ν.δ της 17-7/13-8-1923 και 827, 830 ΑΚ, κατέληξε και η υπ' αριθ. 2501/2018 απόφαση του Δικαστηρίου αυτού, μετά από αναίρεση της ΕΑ 5828/2013 με την υπ' αριθ. 2118/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου, ακριβώς για το κρίσιμο ζήτημα της βαριάς αμέλειας υπό τις παραπάνω συνθήκες, και υπό τα ίδια κατά βάση πραγματικά περιστατικά και πρόσωπα.

Περαιτέρω, από τα προσκομιζόμενα έγγραφα προκύπτει ότι για την υπό κρίση υπόθεση ο ενάγων κατέθεσε στις 18.5.2010 ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών την από 18.5.2010 μήνυση κατά των Θ. Β., Γ. Κ., Γ. Β., κατά παντός υπαλλήλου της εναγομένης και κατά παντός υπευθύνου, και ασκήθηκε ποινική δίωξη σε βάρος συνολικά οκτώ (8) προσώπων για τις κακουργηματικές πράξεις α.

της πλαστογραφίας μετά χρήσεως από κοινού και κατ' εξακολούθηση με όφελος/ζημία άνω των 120.000 ευρώ, και β. της απάτης κατ' εξακολούθηση με όφελος/ζημία άνω των 120.000 ευρώ. Σχετικώς, με το υπ' αριθ. 959/2019 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών κρίθηκε ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία σε βάρος κανενός από τα αναφερόμενα σε αυτό πρόσωπα για τις άνω πράξεις, για το οποίο (βούλευμα) δεν προκύπτει εάν έχει καταστεί αμετάκλητο, πλην όμως ουδείς των διαδίκων επικαλείται ότι έχει ασκηθεί αίτηση αναίρεσής του.

Το παραπάνω βούλευμα συνεκτιμάται με τα λοιπά προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα χωρίς να δεσμεύει το παρόν Δικαστήριο, απορριπτομένου του σχετικού αιτήματος του ενάγοντος περί αναβολής κατ' άρθρο 250 ΚΠολΔ μέχρι την έκδοση αμετάκλητου βουλεύματος επί της άνω μηνύσεως. Με βάση τα ανωτέρω αποδειχθέντα, η εναγομένη εταιρία υποχρεούται κατά τα άρθρα 3 του ν.δ της 1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών" και 236, 806, 827, 830 ΑΚ να καταβάλει στον ενάγοντα το χρηματικό ποσό 169.000 ευρώ της αναληφθείσας κατά τα ανωτέρω τραπεζικής κατάθεσής του, καθώς και ποσό 3.063,125 ευρώ, που αντιστοιχεί στους απωλεσθέντες τόκους του αναληφθέντος από τον τραπεζικό λογαριασμό του ενάγοντας κεφαλαίου, για το χρονικό διάστημα από την κατάθεση αυτού μέχρι της οχλήσεως της εναγομένης από τον ενάγοντα, ήτοι για χρονικό διάστημα 29 μηνών, από 6.11.2007 μέχρι 6.2.2010.

Επομένως, έσφαλε η εκκαλουμένη κατά την εφαρμογή των άνω διατάξεων και την εκτίμηση των αποδείξεων, αφού απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την αγωγή κατά το κεφάλαιο της συμβατικής ευθύνης από ανώμαλη παρακαταθήκη, κατά το οποίο και μόνον εκκαλείται η υπόθεση και μεταβιβάζεται στο παρόν Δικαστήριο.". Στη συνέχεια, το Εφετείο έκανε δεκτή κατ' ουσίαν την έφεση και τους πρόσθετους λόγους του ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητου, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και, αφού κράτησε και δίκασε την αγωγή, την έκανε δεκτή, ως προς την βάση της από τη σύμβαση ανώμαλης παρακαταθήκης και υποχρέωσε την εναγόμενη και ήδη αναιρεσείουσα να καταβάλει στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 172.063,126 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την ολοσχερή εξόφληση.

Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 827 και 830 ΑΚ και 3 εδ. β' του ν.δ. 17/07/13.8.1923, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, καθόσον ήταν εφαρμοστέες και τη διάταξη του άρθρου 416 ΑΚ, την οποία ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε, καθόσον δεν ήταν εφαρμοστέα.

Και τούτο διότι, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη και τα ανελέγκτως από το δικαστήριο δεκτά γενόμενα, η συμπεριφορά των προστηθέντων υπαλλήλων της αναιρεσείουσας συγκροτεί την αόριστη νομική έννοια της βαριάς αμέλειας, καθόσον αποκλίνει σημαντικά και ασυνήθιστα από τη συμπεριφορά, που θα επιδείκνυε ένας μέτρια συνετός τραπεζικός υπάλληλος υπό ανάλογες περιστάσεις, καθόσον όταν έγιναν οι αναλήψεις των χρηματικών ποσών των 88.000 ευρώ και 81.000 ευρώ στις 14-11-2006 και στις 23-11-2006 αντίστοιχα, από τον ατομικό λογαριασμό ταμιευτηρίου του αναιρεσίβλητου σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα από την κατάθεσή τους, που έλαβε χώρα στις 6-11-2006, οι προστηθέντες υπάλληλοι της αναιρεσείουσας δεν προέβησαν στην επιβαλλόμενη από τις περιστάσεις και τα μέσα που διέθεταν διαπίστωση της ελλείψεως έγκυρης πληρεξουσιότητας εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου, δικαιούχου του λογαριασμού, ενόψει του ότι στην προκείμενη περίπτωση η πληρεξουσιότητα στηριζόταν σε έγγραφη εξουσιοδότηση του αναιρεσιβλήτου, η οποία δεν είχε προσκομιστεί από τον ίδιο αυτοπροσώπως στην Τράπεζα σε προγενέστερο χρόνο, αλλά προσκομίστηκε από μη δικαιούχο του λογαριασμού, χωρίς να φέρει θεώρηση του γνησίου της υπογραφής του εξουσιοδοτούντος και βέβαιη χρονολογία από αρμόδια αρχή, επιδεικνύοντας αδιαφορία για τη διαφύλαξη των συμφερόντων του αναιρεσιβλήτου.

Η εκ μέρους της αναιρεσείουσας απόδοση της καταθέσεως από τον λογαριασμό του αναιρεσίβλητου σε μη δικαιούχο του λογαριασμού, αποδεχόμενη προς τούτο την ως άνω έγγραφη εξουσιοδότηση προς τον μη δικαιούχο, η οποία δεν έφερε θεώρηση του γνησίου της υπογραφής του δικαιούχου εξουσιοδοτούντος (αναιρεσιβλήτου) και βεβαία χρονολογία από αρμόδια αρχή, συγκροτεί βαριά αμέλεια των προστηθέντων υπαλλήλων της, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 3 του Ν.Δ.

της 17-7/13-8-1923.

Εξάλλου, ενέργειες των προστηθέντων υπαλλήλων της αναιρεσείουσας, όπως η σύγκριση της υπογραφής επί της εξουσιοδοτήσεως με δείγματα υπογραφών του αναιρεσίβλητου δικαιούχου του λογαριασμού, που τηρούσε η τράπεζα στο αρχείο της και η εξαγωγή συμπεράσματος περί της γνησιότητας αυτής από τον εκάστοτε υπάλληλο που εκτελούσε τη συναλλαγή και η τηλεφωνική επικοινωνία των υπαλλήλων με τον δικαιούχο του λογαριασμού αναιρεσίβλητο είτε προς επαλήθευση είτε προς έγκριση του περιεχομένου της εξουσιοδοτήσεως και προς κάλυψη τυχόν ελλείψεων αυτής, σε αριθμούς τηλεφώνου που υπάρχουν στα αρχεία της τράπεζας, δεν είναι ικανές να καλύψουν την έλλειψη θεώρησης του γνησίου της υπογραφής του αναιρεσίβλητου από την αρμόδια προς τούτο αρχή.

Περαιτέρω, το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού από το ως άνω αιτιολογικό της προκύπτουν σαφώς όλα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων των άρθρων 827 και 830 του ΑΚ και 3 εδ.

β' του ν.δ. 17-7/13-8-1923, οι οποίες εφαρμόστηκαν και περί της μη συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης του άρθρου 416 ΑΚ, η οποία δεν εφαρμόστηκε, ενώ έχει τις αναγκαίες αιτιολογίες, οι οποίες είναι σαφείς, πλήρεις και δεν αντιφάσκουν μεταξύ τους, καθιστούν δε εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή υπαγωγή των αποδειχθέντων περιστατικών στις προαναφερθείσες διατάξεις που εφαρμόστηκαν.

Επομένως, οι τρίτος και τέταρτος αναιρετικοί λόγοι από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι. IV. Ο αναιρετικός λόγος από τον αρ. 18 του άρθρου 559 ΚΠολΔ για μη συμμόρφωση του δικαστηρίου προς αναιρετική απόφαση ιδρύεται όταν το δικαστήριο της παραπομπής δεν συμμορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση, δηλαδή δεν ακολούθησε όσον αφορά το νομικό ζήτημα που κρίθηκε με την αναιρετική απόφαση την λύση που δόθηκε από τον Άρειο Πάγο. Ως "νομικό ζήτημα" θεωρείται το εννοιολογικό περιεχόμενο που προσέδωσε η αναιρετική απόφαση στον κανόνα δικαίου, στην παράβαση του οποίου θεμελιώθηκε η αναίρεση, μπορεί δε αυτός να ανάγεται είτε στο ουσιαστικό είτε στο δικονομικό δίκαιο, για τους κατ' ιδίαν λόγους αναίρεσης που θεσπίζει το άρθρο 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 534/2015, 1708/2014). Δεν επιλύεται, όμως, νομικό ζήτημα αν η αναιρετική απόφαση αναιρεί την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη νόμιμης βάσης (άρθ. 559 αριθ.19 ΚΠολΔ) και ειδικότερα για τον λόγο ότι τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά απ' αυτήν δεν καθιστούν δυνατή, λόγω της ανεπάρκειας ή αντιφατικότητας των αιτιολογιών της, την υπαγωγή τους στον εφαρμοζόμενο κανόνα δικαίου, χωρίς ν' αμφισβητείται το εννοιολογικό περιεχόμενο αυτού.

Στην περίπτωση αυτή, το δικαστήριο της παραπομπής δεν δεσμεύεται από τις διαπιστώσεις της απόφασης, που αναιρέθηκε ως προς τα πραγματικά περιστατικά και μπορεί να τα εκτιμήσει διαφορετικά (ΑΠ 1437/ 2024, ΑΠ 1505/2021, ΑΠ 489/2020, ΑΠ 1195/2018, ΑΠ 433/2011, ΑΠ 556/2011, ΑΠ 1663/ 2008). Με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 18 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο ως δικαστήριο της παραπομπής δεν συμμορφώθηκε με την με αριθμό 908/2021 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε η με αριθμό 6281/2019 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατά παραδοχή του αναιρετικού λόγου από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών σε σχέση με το ζήτημα της συνδρομής βαρειάς αμέλειας των προστηθέντων της αναιρεσείουσας, αναφορικά με την τηλεφωνική επιβεβαίωση περί της ύπαρξης πληρεξουσιότητας για τις επίδικες αναλήψεις, καθιστώντας ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την εφαρμογή των άρθρων 830, 827, 236 ΑΚ και 3 ΝΔ 17-7/13-8-1923.

Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, των διαδικαστικών εγγράφων της υποθέσεως, προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την ένδικη αγωγή ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος επικαλούμενος ότι από δόλο, άλλως από βαρεία αμέλεια των προστηθέντων υπαλλήλων της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας απώλεσε το ποσό των 169.000 ευρώ από τον ατομικό τραπεζικό λογαριασμό του, το οποίο η εναγομένη απέδωσε σε μη δικαιούχο, ζήτησε να υποχρεωθεί η τελευταία να του καταβάλει το ως άνω αναληφθέν ποσό πλέον τόκων 3.063,125 ευρώ, με βάση τη σύμβαση της ανώμαλης παρακαταθήκης και της αδικοπραξίας.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την υπ' αριθ. 3819/2017 απόφασή του απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη. Κατ' αυτής της αποφάσεως ο ενάγων άσκησε έφεση επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθ. 6281/2019 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που την δέχθηκε κατ' ουσίαν, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση, δίκασε την αγωγή, δέχθηκε τη βάση της από τη σύμβαση και υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 172.063,125 ευρώ, νομιμοτόκως.

Η εναγομένη άσκησε την από 10-2-2020 αίτηση για αναίρεση της ως άνω αποφάσεως, επί της οποίας εκδόθηκε από το παρόν Δικαστήριο η υπ' αριθ. 908/2021 απόφαση που αναίρεσε την προβληθείσα εφετειακή απόφαση, κατά παραδοχή ως βάσιμου του δεύτερου αναιρετικού λόγου από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, δεχόμενο ότι το Εφετείο διέλαβε ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες σε σχέση με το ουσιώδες ζήτημα της συνδρομής βαρειάς αμέλειας των προστηθέντων υπαλλήλων της εναγόμενης Τράπεζας, αναφορικά με την τηλεφωνική επιβεβαίωση περί της υπάρξεως πληρεξουσιότητας για τις επίδικες αναλήψεις, καθιστώντας ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την εφαρμογή των άρθρων 830, 827, 236 ΑΚ και 3 ΝΔ 17-7/13-8-1923.

Στη συνέχεια, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση. Εφόσον, όμως, η προηγούμενη εφετειακή απόφαση αναιρέθηκε για τον ως άνω λόγο, δεν τίθεται θέμα συμμορφώσεως ή μη της ήδη προσβαλλομένης αποφάσεως προς την αναιρετική. Επομένως, ο πρώτος αναιρετικός λόγος από τον αριθ. 18 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

V. Kατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα είτε για άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από το διάδικο.

Το νόμιμο δε της επίκλησης κρίνεται μόνο από τις προτάσεις του διαδίκου και όχι από το περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης (ΑΠ 1573/2006) ή από το δικόγραφο της έφεσης. Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση.

Αρκεί δε γι' αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της απόφασης, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου. Πάντως η γενική αυτή αναφορά της λήψης υπόψη όλων των αποδείξεων, που με επίκληση προσκομίστηκαν, δεν αποκλείει την ίδρυση του πιο πάνω λόγου αναίρεσης για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη.

Αρκεί και μόνον η ύπαρξη αμφιβολιών για την ίδρυση του παρόντος λόγου (ΟλΑΠ 8/2016, ΑΠ 1027/2022, ΑΠ 252/2021, ΑΠ 931/2019, ΑΠ 961/ 2017).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο της αναίρεσης, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη το υπ' αριθ. 959/2019 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το οποίο αυτή προσκόμισε με επίκληση και από το οποίο προκύπτει ότι οι προστηθέντες υπάλληλοι της, καθώς και οι Θ. Β., Γ. Κ. και Γ. Β., απαλλάχθηκαν για τις αποδιδόμενες σ' αυτούς αξιόποινες πράξεις της απάτης και της πλαστογραφίας.

Εν προκειμένω, από τη βεβαίωση που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι λήφθηκαν υπόψη εκτός των άλλων "τα έγγραφα, που οι διάδικοι επαναπροσκομίζουν με νόμιμη επίκληση, ακόμη και αυτά που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, προκειμένου να χρησιμεύσουν είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα για άμεση απόδειξη (άρθρο 438 ΚΠολΔ) είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (άρθρα 395, 524 παρ. 1 ΚΠολΔ), χωρίς να παραλείπεται κάποιο από αυτά για την κατ' ουσίαν διάγνωση της διαφοράς, έστω και αν γίνεται αναφορά ειδικώς για ορισμένα μόνο από αυτά", σε συνδυασμό με το πλήρες και χωρίς αντιφάσεις και κενά περιεχόμενο της απόφασης, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία, αλλά καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη το ως άνω αποδεικτικό μέσο, το οποίο συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ενόψει και της ειδικής αναφοράς που γίνεται γι' αυτό στην προσβαλλόμενη απόφαση. Επομένως, ο ως άνω αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου, κατά το άρθρο 495 αριθμ. 3 ΚΠολΔ και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα που υπέβαλε αυτός (άρθρα 106, 176, 183, 189 αρ. 1, 191 αρθμ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζονται αυτά ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 21-12-2022 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 3334/2022 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) Ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Μαΐου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 2 Οκτωβρίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης καθώς και της αμέσως αρχαιότερης Αρεοπαγίτου αποχωρησασών από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης