Legislator Case Law & Legislation
1700/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for failure to allege document distortion and legal basis under Civil Procedure Code.

Case Number 1700/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appellants' request to overturn the Third Instance Court's final judgment regarding inheritance and damages. The appellants argued that the lower court distorted medical records to conclude the deceased lacked mental capacity, but the court found the appeal insufficient. The decision ruled that the appeal failed to meet strict statutory requirements for alleging document distortion, specifically omitting the essential factual basis and procedural history.

Legislator headnote

AI generated

Articles 176, 183, 189, 191 of the Code of Civil Procedure; An appeal alleging distortion of a document is inadmissible unless it explicitly states the true content, the accepted content, the substantive claim, the prejudicial finding, the exclusive reliance on the document, and the lawful citation of the document.

Keywords

AI generated
appeal admissibility document distortion medical records mental capacity Civil Procedure Code evidence evaluation legal basis requirement

Cited Legislation

AI generated
Articles 176, 183, 189 paragraph 1, 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 559 paragraph 20 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Judgment 21/2008
Supreme Court Judgment 14/2022
Supreme Court Judgment 58/2022
Supreme Court Judgment 120/2022
Supreme Court Judgment 782/2020
Supreme Court Judgment 304/2020
Supreme Court Judgment 333/2011
Supreme Court Judgment 1288/2017
Supreme Court Judgment 1339/2017
Supreme Court Judgment 867/2019
Supreme Court Judgment 35/2019

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1700 / 2024 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1700/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Παναγιώτη Βενιζελέα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 46/2024 Πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη - Εισηγητή, Παναγιώτα Γκουδή - Νινέ και Μιχαήλ Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Μαΐου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θ. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Α. Κ. του Γ., 2) Ε. συζύγου Α. Κ. και 3) Α. Κ. του Α., απάντων κατοίκων ... Παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αναστάσιο Προυσανίδη.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Φ. του Ε., κατοίκου ..., 2) Π. συζύγου Β. Γ., κατοίκου ... και 3) Εταιρείας Κοινωνικής Ψυχιατρικής και Ψυχικής Υγείας, Ν.Π.Ι.Δ., που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Η πρώτη αναιρεσίβλητη εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευστάθιο Δελμούζο, η δεύτερη εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Σανιδά και η τρίτη εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους της Ευστάθιο Δελμούζο και Αλεξάνδρα Ρηγάτου. Στο σημείο αυτό ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων, αφού έλαβε τον λόγο, ζήτησε την αναβολή της υπόθεσης για τους λόγους που ανέπτυξε. Για το αίτημα της αναβολής, τον λόγο έλαβαν και οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι δεν συναίνεσαν.

Το Δικαστήριο διασκέφτηκε και, διά του Προεδρεύοντός του, απέρριψε το αίτημα της αναβολής και η υπόθεση συζητήθηκε.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-3-2011 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2276/2016 του ίδιου Δικαστηρίου και 4116/2021 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 24-11-2022 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης είναι κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Οι αναιρεσείοντες άσκησαν την από 16-3-2011 αγωγή τους κατά του Π. Σ. και των 2ης και 3ου των αναιρεσιβλήτων ζητώντας να αναγνωριστεί ότι οι εναγόμενοι υποχρεούνται να τους καταβάλουν , αλληλεγγύως και εις ολόκληρον έκαστος α)το ποσό των 243.348 ευρώ ως διαφυγόν κέρδος από τη μη εκμετάλλευση της κληρονομίας που κατέλιπε σ'αυτούς κατά το 1/3 εξ αδιαιρέτου στον καθένα τους ήτοι κατά 81.116 ευρώ στον καθένα, με την από 18-9-1996 ιδιόγραφη διαθήκη του ο Δ.

Ζ., που απεβίωσε στις ... στην Αμφισσα και β)από 10.000 ευρώ στον καθένα τους ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστησαν από την αδικοπραξία που τέλεσαν σε βάρος τους οι εναγόμενοι. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ'αριθ. 2276/2016 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή κατά του 1ου εναγόμενου Π.

Σ. και της 3ης εναγόμενης (ήδη 2ης αναιρεσίβλητης) Π. Γ., ενώ απορρίφθηκε ως προς το 2ο εναγόμενο (ήδη 3ο αναιρεσίβλητο) ν.π.ι.δ. Κατά της απόφασης αυτής άσκησαν εφέσεις α) ο Π. Σ., η οποία προσδιορίστηκε για τις 22-11-2018, στη συνέχεια δε επήλθε βίαιη διακοπή της δίκης, λόγω του θανάτου του και επαναφέρθηκε προς συζήτηση με την από 17-9-2019 κλήση των αναιρεσείοντων - εναγόντων προς τους νόμιμους κληρονόμους αυτού, 1) Α.

Φ. του Ε., 2) Α. Σ. του Π., 3) Σ. Σ. του Χ., εκ των οποίων οι δύο εξ αυτών [Α. Σ. του Π. (υιός) και Σ. Σ. του Χ. (εγγονός)] είχαν προβεί σε εμπρόθεσμη αποποίηση της κληρονομιάς του και για το λόγο αυτό κατά τη συζήτηση της κλήσης αυτής, οι καλούντες παραιτήθηκαν από το δικόγραφο της από 17-9-2019 κλήσεως ως προς αυτούς, β) η Π.

Γ. και γ) οι νυν αναιρεσείοντες. Και οι τρεις εφέσεις συνεκδικάσθηκαν ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών κατά τη δικάσιμο της 1-10-2020 και εκδόθηκε η με αριθμό 4116/2021 τελεσίδικη απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, η οποία δέχθηκε τυπικά και κατ'ουσίαν και τις τρείς εφέσεις , εξαφάνισε την υπ'αριθ. 2276/2016 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και απέρριψε την από 16-3-2011 αγωγή ως ουσία αβάσιμη.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 16 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε, μεταξύ άλλων, ότι υπάρχει δεδικασμένο. Για να θεμελιωθεί όμως ο ανωτέρω λόγος προϋποτίθεται ότι το δικαστήριο της ουσίας επελήφθη αυτεπαγγέλτως ή κατά πρόταση κάποιου από τους διαδίκους της έρευνας για τη συνδρομή ή όχι των προϋποθέσεων του δεδικασμένου (ΑΠ 929/2014). Επομένως, είναι ανάγκη η προσβαλλόμενη απόφαση να περιέχει θετική ή αρνητική κρίση για παραδοχή ή όχι του δεδικασμένου (ΟλΑΠ 1339/1985 ΕλλΔνη 1985.1141, ΑΠ 169/2019, ΑΠ 591/2017). Αντιθέτως, αν στην απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν περιέχεται η οποιαδήποτε κρίση για την ύπαρξη ή ανυπαρξία δεδικασμένου, δεν ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 16, αλλά από τον αριθμό 8 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, υπό την προϋπόθεση, που πρέπει επίσης να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο διάδικος προσκόμισε στο δικαστήριο της ουσίας την τελεσίδικη απόφαση, από την οποία απορρέει το δεδικασμένο και το επικαλέσθηκε προς απόδειξη ή απόκρουση της ένδικης αγωγής (ΑΠ 451/2019, ΑΠ 2027/2014).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπ' όψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, θεωρούνται οι ασκούντες ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, οι θεμελιωτικοί, καταλυτικοί ή διακωλυτικοί ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, ασκουμένου με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις ή οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων. "Πράγμα", κατά την έννοια της ρηθείσης διατάξεως, αποτελεί και ο λόγος εφέσεως, με τον οποίο εκφέρεται παράπονο σχετικό με αυτοτελή ισχυρισμό και όχι με ισχυρισμό αρνητικό της αγωγής (ΟλΑΠ 3/2008).

Για την ίδρυση δηλαδή του αντιστοίχου λόγου πρέπει να αγνοήθηκαν λόγοι εφέσεως, που αφορούν αυτοτελείς ισχυρισμούς και όχι σε επιχειρήματα που στηρίζουν τον ίδιο ή άλλο λόγο εφέσεως (ΑΠ 451/2019, ΑΠ 1029/2018). Αν ο λόγος αφορά μη λήψη υπόψη ισχυρισμού περί δεδικασμένου, πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρεται ότι ο αναιρεσείων επικαλέστηκε στο δικαστήριο της ουσίας:

α)την ύπαρξη τελεσίδικης απόφασης, β)ότι ταυτίζονται οι διάδικοι ή τα πρόσωπα υπερ και κατά των οποίων ισχύει το δεδικασμένο στην τελεσίδικη απόφαση και στην επίδικη διαφορά, γ)την ταυτότητα της διαφοράς ήτοι της ιστορικής και νομικής αιτίας στην οποία στηρίζεται η ένδικη αξίωση, δ)ότι υπέβαλε αίτημα παραδοχής ή απορρίψεως της αγωγής λόγω δεδικασμένου (ΑΠ 514/2002 Δ 2003.629).

Μόνη δε η αναφορά της απόφασης και του περιεχομένου της δεν αρκεί (ΑΠ 2/2006 ΝοΒ 2006.863, ΑΠ 89/2013). Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 16 του άρθ. 559 ΚΠολΔ συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παραβίασε το δεδικασμένο που προέκυπτε από την υπ'αριθ. 150/2006 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Λαμίας, όπως οι αναιρεσείοντες είχαν προτείνει τόσον πρωτοδίκως όσον και κατ'έφεση, το οποίο δεν έλαβε υπόψη της η προσβαλλομένη απόφαση.

Ο λόγος αυτός από τον αριθ. 16 είναι απαράδεκτος καθόσον οι αναιρεσείοντες δεν αναφέρουν ότι το Εφετείο περιέλαβε στην απόφασή του κρίση για την ύπαρξη ή μη δεδικασμένου.

Περαιτέρω, ερευνώμενος ο ίδιος λόγος υπό το πρίσμα του αριθ. 8 του άρθ. 559 ΚΠολΔ είναι επίσης απαράδεκτος, καθόσον οι αναιρεσείοντες αρκούνται να εκθέσουν στο αναιρετήριο το περιεχόμενο της εκ της οποίας ισχυρίζονται ότι απορρέει το δεδικασμένο τελεσίδικης αποφάσεως, χωρίς όμως να αναφέρουν ότι ταυτίζονται οι διάδικοι ή τα πρόσωπα υπέρ και κατά των οποίων ισχύει το δεδικασμένο στην τελεσίδικη απόφαση και στην επίδικη διαφορά, την ταυτότητα της διαφοράς ήτοι της ιστορικής και νομικής αιτίας στην οποία στηρίζεται η ένδικη αξίωση και ότι υπέβαλαν αίτημα παραδοχής της αγωγής λόγω δεδικασμένου.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες.

Εξάλλου, το κατά νόμον αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/2008, ΑΠ 1347/2022). Προϋπόθεση συνεπώς, του λόγου είναι ότι το δικαστήριο ερεύνησε τον κρίσιμο ισχυρισμό κατ'ουσίαν και δεν τον απέρριψε ως αόριστο ή νόμω αβάσιμο (ΟλΑΠ 3/1997 ΕλλΔνη 1997.539, ΑΠ 135/2019, ΑΠ 369/2014).

Για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρονται: α) ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάστηκε εκ πλαγίου (ΑΠ 651/2010, ΑΠ 1022/2017, ΑΠ 357/2018) β) ο ισχυρισμός ως προς τον οποίο παρουσιάζεται η έλλειψη , ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των αιτιολογιών και η σύνδεσή του με το διατακτικό , αν δεν είναι αυτονόητη, γ)τα στοιχεία, από τα οποία προκύπτει ότι ο ισχυρισμός αυτός προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 703/2007), δ)οι κρίσιμες πραγματικές παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, πλήρως και όχι αποσπασματικά και επιλεκτικά (ΑΠ 1454/2014, ΑΠ 658/2019, ΑΠ 887/2019), ε) εξειδίκευση του σφάλματος, ήτοι:

αα)Αν υποστηρίζεται παντελής έλλειψη αιτιολογιών, το ελάττωμα αυτό, ββ)Αν προβάλλεται ανεπάρκεια αιτιολογιών, ποια αναγκαία στοιχεία λείπουν για την πληρότητά τους, ποια δηλ. επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρει η απόφαση, γγ)Αν προβάλλεται αντίφαση αιτιολογιών, ποιες είναι αυτές, γιατί αντιφάσκουν και σε ποιά μέρη της απόφασης εντοπίζονται (ΟλΑΠ 32/1996 ΕλλΔνη 1997.33, ΑΠ 281/2017), δδ)Αν προβάλλεται ασάφεια ή αντίφαση, ως προς το νομικό χαρακτηρισμό, από ποιες ακριβώς πραγματικές παραδοχές προκύπτει και σε τι συνίσταται.

Με τους δεύτερο και τέταρτο κατά το δεύτερο αυτού σκέλος, λόγους αναίρεσης πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση για παράβαση εκ του αριθ. 19 του άρθ. 559 ΚΠολΔ συνισταμένη στο ότι το Εφετείο περιέλαβε ελλιπείς και αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με τον αγωγικό ισχυρισμό τους περί συνδρομής ή μη άνοιας στον αποβιώσαντα Δ.

Ζ. τον Σεπτέμβριο του 1996 όταν και συνέταξε αυτός την από 18-9-1996 ιδιόγραφη διαθήκη του, με την οποία τους κατέστησε κληρονόμους του, ώστε να κριθεί στη συνέχεια εάν η γνωμάτευση του Π. Σ. ήταν αληθής ή ψευδής και κατ'επέκταση αν διέπραξε σε βάρος τους αδικοπραξία, που ήταν και το αντικείμενο της αγωγής σε βάρος αυτού και των συνεναγομένων του.

Αμφότεροι οι λόγος αυτοί είναι απαράδεκτοι, καθόσον οι αναιρεσείοντες δεν αναφέρουν στο αναιρετήριο τον κανόνα ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε εκ πλαγίου, καθώς και τις κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως πλήρως και όχι εντελώς αποσπασματικά, όπως τις εκθέτουν. Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 12 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα αποδεικτική δύναμη μεγαλύτερη ή μικρότερη από εκείνη που δεσμευτικά γι' αυτά καθορίζει ο νόμος, όχι όμως και όταν, εκτιμώντας ελεύθερα τις αποδείξεις, σύμφωνα με το άρθρο 340 του ΚΠολΔ, αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα, που κατά νόμο έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη με άλλα, μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική βαρύτητα ή αξιοπιστία από τα άλλα αυτά ή από εκείνη που ο αναιρεσείων θεωρεί ότι αυτά έχουν, αφού η εκτίμηση αυτή είναι, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, αναιρετικώς ανέλεγκτη.

Εξάλλου, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 438 και 440 του ΚΠολΔ, οι ιατρικές βεβαιώσεις ή γνωματεύσεις και αν εκδίδονται από ιατρό που ασκεί δημόσια λειτουργία, μέσα στα πλαίσια των αρμοδιοτήτων τους, έχουν δεσμευτική αποδεικτική δύναμη και ειδικότερα αποτελούν πλήρη απόδειξη, χωρίς να επιτρέπεται ανταπόδειξη, παρά μόνο με την προσβολή τους ως πλαστών, μόνο για όσα βεβαιώνονται σε αυτές ότι έγιναν από το συντάκτη τους ή ότι έγιναν ενώπιόν του και επίσης πλήρη απόδειξη, κατά της οποίας όμως επιτρέπεται ανταπόδειξη, ως προς όσα βεβαιώνονται σ' αυτά, την αλήθεια των οποίων όφειλε να διαπιστώσει ο συντάκτης τους.

Ως προς περιεχόμενες, όμως, σε αυτές επιστημονικές εκτιμήσεις και γνώμες του συντάκτη τους, ακόμη και σχετικά με τις επιπτώσεις που τα αναφερόμενα σε αυτές ευρήματα έχουν στην πνευματική και σωματική κατάσταση εκείνου στον οποίο αναφέρονται, οι εν λόγω ιατρικές βεβαιώσεις και γνωμοδοτήσεις εκτιμώνται ελεύθερα από το δικαστήριο, σύμφωνα με τον κανόνα του άρθρου 340 του ΚΠολΔ, όπως άλλωστε ισχύει, σύμφωνα με τα άρθρα 387 και 390 ΚΠολΔ, και για τις γνωμοδοτήσεις των ιατρών πραγματογνωμόνων που διόρισε το δικαστήριο ή με τις γνωμοδοτήσεις, που συντάχθηκαν με αίτηση κάποιου διαδίκου και προσκομίζονται από αυτόν, από ιατρούς, ως πρόσωπα με ειδικές γνώσεις επιστήμης (ΑΠ 747/2023, ΑΠ 445/2019, ΑΠ 765/2017, ΑΠ 1046/2017, ΑΠ 1660/2009, ΑΠ 353/2007).

Στην κρινόμενη υπόθεση, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, από το άρθρ. 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ, αποδίδεται στο Εφετείο, ότι κατά το σχηματισμό της κρίσης του περί του ότι η γνωμάτευση που εμπεριέχεται στο κρίσιμο έγγραφο του Γενικού Νοσοκομείου Άμφισσας ότι ο Δ. Ζ. ήτο νευρολογικώς κατά φύση και ότι ψυχιατρικώς ουδέν παρατηρήθηκε, δεν δύναται να πιστοποιήσει με βεβαιότητα οτιδήποτε πέραν του γνωστικού αντικειμένου της ειδικότητος του ιατρού που το υπογράφει, αφού η παθολογική κλινική, στην οποία αυτός νοσηλεύθηκε, δεν ήταν αρμόδια να διαγνώσει ή να επιληφθεί για την ύπαρξη ή μη διανοητικής ασθένειας, καθόσον δεν κλήθηκε νευρολόγος-ψυχίατρος για να εξετάσει τον Δ.

Ζ., παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με την αποδεικτική δύναμη των δημόσιων εγγράφων, με το να μη προσδώσει πλήρη αποδεικτική δύναμη στο υπ'αριθ. ...-2004 δημόσιο έγγραφο του Γενικού Νοσοκομείου Άμφισσας. Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, χωρίς να αποδώσει διαφορετικό περιεχόμενο σε όσα αναφέρονται ότι έγιναν από το συντάκτη του ανωτέρω πιστοποιητικού ή σε όσα διαπιστώθηκαν από αυτόν, εκτιμώντας το έγγραφο αυτό ελεύθερα με τις υπόλοιπες αποδείξεις, κατέληξε σε πόρισμα, διαφορετικό από εκείνο που θεωρούν ως ορθό οι αναιρεσείοντες , σχετικά με τις επιπτώσεις που είχαν, τα ευρήματα που αναφέρονται στο εν λόγω έγγραφο και οι ασθένειες από τις οποίες έπασχε ή δεν έπασχε ο Δ.Ζ.

Επομένως, με το να μη προσδώσει, το Δικαστήριο της ουσίας, ως προς το ζήτημα αυτό, δεσμευτική αποδεικτική δύναμη στο έγγραφο αυτό, αλλά να το εκτιμήσει ελεύθερα μαζί με τις άλλες αποδείξεις, δεν παραβίασε, όπως προαναφέρθηκε στη μείζονα σκέψη, τους ορισμούς του νόμου, σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων και ειδικότερα τους ορισμούς των άρθρων 438 και 440 ΚΠολΔ, σχετικά με την αποδεικτική δύναμη των δημόσιων εγγράφων, ο δε λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος. O λόγος αναίρεσης που προβλέπεται από τον αριθ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ για παραμόρφωση του περιεχόμενου εγγράφου ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο δηλαδή, στην ανάγνωση του εγγράφου, με την παραδοχή, ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, και όχι και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.

Στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 120/2022, ΑΠ 25/2011). Για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, και όχι όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (ΟλΑΠ 21/2008, ΑΠ 14/2022, ΑΠ 58/2022, ΑΠ 120/2022, ΑΠ 782/2020, ΑΠ 304/2020).

Για να είναι ορισμένος ο λόγος πρέπει στο αναιρετήριο να αναγράφονται:α)το αληθινό περιεχόμενο του φερομένου ως παραμορφωθέντος εγγράφου (κατά λέξη) ,β)το από την προσβαλλόμενη απόφαση δεκτό γενόμενο διαφορετικό από το αληθινό περιεχόμενο, γ)ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός , για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο, δ)το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο σχετικά με τον ουσιώδη πραγματικό ισχυρισμό, ε)ότι στο πόρισμα κατέληξε στηριχθέν, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, αποκλειστικά ή κυρίως στο παραμορφωθέν έγγραφο, στ)ότι του εν λόγω εγγράφου είχε γίνει νόμιμη επίκληση με τις προτάσεις του αναιρεσείοντος ή του αντιδίκου του στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση (ΑΠ 333/2011, ΑΠ 1288/2017, ΑΠ 1339/2017, ΑΠ 867/2019, ΑΠ 35/2019).

Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος του αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθ. 20 του άρθ. 559 ΚΠολΔ συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο των δελτίων θεραπευομένου της Κινητής Μονάδος Ψυχιατρικής Περίθαλψης Υπαίθρου με α.α. 615 αναφορικά με την τελική διάγνωση ότι ο Δ.Ζ.

έπασχε από γεροντική κατάθλιψη χωρίς ανοϊκά στοιχεία, δεδομένο στο οποίο παρέλειψε να αναφερθεί η προσβαλλόμενη απόφαση μη αναγιγνώσκοντας το έγγραφο κατά το μέρος αυτό, καταλήγοντας στο εσφαλμένο αποδεικτικό της πόρισμα ότι ο 1ος εναγόμενος δεν βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδή περιστατικά. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος καθόσον δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο:

α) ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός, για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο, β) ότι στο πόρισμα κατέληξε το δικαστήριο στηριχθέν, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, αποκλειστικά ή κυρίως στο παραμορφωθέν έγγραφο, γ) ότι του εν λόγω εγγράφου είχε γίνει νόμιμη επίκληση με τις προτάσεις του αναιρεσείοντος ή του αντιδίκου του στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.

Μη υπάρχοντος άλλου προς έρευνα λόγου αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί αυτή, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων που παραστάθηκαν και κατέθεσαν προτάσεις με το σχετικό αίτημα (άρθ. 176, 183, 189 παρ.1, 191 παρ.2 ΚΠολΔ) κατά τα στο διατακτικό αναφερόμενα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 24-11-2022 αίτηση των Α. Κ., Ε. συζ. Α. Κ. και Α. θυγ. Α. Κ. για την αναίρεση της υπ'αριθ. 4116/2021 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

Και Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων εκ ποσού δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Σεπτεμβρίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Νοεμβρίου 2024.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ