Legislator Case Law & Legislation
1700/2017 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on res judicata grounds regarding property ownership title changes.

Case Number 1700/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Red Cross Society's appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's decision. The appellant argued that a prior judgment should not bar a new claim based on a later administrative decision granting property ownership. The court rejected this, ruling that the new claim relied on distinct factual circumstances and legal titles not covered by the previous judgment. Consequently, the appeal was found baseless, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(14) and 1(1) of the Code of Civil Procedure; The principle of res judicata does not prevent a new lawsuit if the new claim is based on different factual circumstances and legal titles than those adjudicated previously.

Keywords

AI generated
res judicata property ownership administrative decision new claim legal title civil procedure costs award

Cited Legislation

AI generated
Article 559(14) of the Code of Civil Procedure
Article 1(1) of the Code of Civil Procedure
Article 126(3) of the Law 2039/1939
Article 69(2) of Law 4182/2013
Article 281 of the Municipalities and Communities Code

Cited Case Law

AI generated
Case 615/1979 of the Supreme Court

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1700 / 2017 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1700/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Πέππα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεράσιμου Φουρλάνου), Γεώργιο Λέκκα, Ιωάννη Μπαλιτσάρη, Αγγελική Τζαβάρα και Θωμά Γκατζογιάννη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5 Δεκεμβρίου 2016, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Σωματείου με την επωνυμία ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΕΡΥΘΡΟΣ ΣΤΑΥΡΟΣ που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αφροδίτη Σταυρίδου και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Δήμου ..., που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Μακρή με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-2-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 21437/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 121/2011 του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 14-4-2011 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Λέκκας, ανέγνωσε την από 22-11-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του τρίτου λόγου της αίτησης αναίρεσης και την απόρριψη των λοιπών.

Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 14-4-2011 αίτησης αναίρεσης, προσβάλλεται η υπ’ αριθμ. 121/2011 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία εκδόθηκε επί της από 18-12-2008 έφεσης του αναιρεσείοντος κατά της υπ’ αριθμ. 21437/2006 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία έγινε δεκτή η από 27-2-2004 αγωγή του αναιρεσίβλητου.

Σημειώνεται ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε νόμιμα στον Υπουργό των Οικονομικών, καθόσον η παρούσα δίκη ενδιαφέρει οπωσδήποτε την υπέρ κοινωφελούς σκοπού καταλειφθείσα περιουσία, όπως τούτο προκύπτει από την υπ’ αριθμ, ... /28-3-2016 έκθεση επίδοσης του δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών Κ.

Δ. (άρθρο 126 § 3 ΑΝ 2039/1939 και 69 § 2 ν. 4182/2013) Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με τη διάταξη του ίδιου άρθρου αριθμ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι ως απαράδεκτο, του οποίου η από το δικαστήριο, παρά το νόμο, κήρυξη ή μη κήρυξη ιδρύει λόγο αναιρέσεως, νοείται όχι το ουσιαστικό απαράδεκτο, αλλά εκείνο που είναι συνέπεια παραβιάσεως δικονομικών διατάξεων, οι οποίες θέτουν ορισμένες προϋποθέσεις, ως προς τη δικαστική πράξη, η μη τήρηση των οποίων αποκλείει εκ των προτέρων την πράξη (ΑΠ 862/2011).

Ο λόγος αυτός ιδρύεται και επί μη κηρύξεως απαράδεκτης της συζητήσεως, λόγω μη επιδόσεως της αγωγής και της εφέσεως στον Υπουργό των Οικονομικών, κατ’ άρθρο 126 § 3 AN 2039/1939 (ΑΠ 1588/2011). Σημειώνεται εδώ ότι η ανάλογη διάταξη περιέχει και ο Ν. 4182/2013 στο άρθρο 69 παρ. 2 αυτού, με τον οποίο καταργήθηκε ο ΑΝ 2039/1939. Εξάλλου, κατά το άρθρο 562 παρ.2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως, που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση, που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναιρέσεως, είχε προταθεί νομίμως στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, γιατί, ναι μεν η εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου είναι έργο αυτεπάγγελτης ενέργειας του δικαστή, χωρίς όμως, αυτό να σημαίνει, ότι όλοι οι νόμοι είναι δημοσίας τάξεως.

Αλλά και οι λόγοι που ανάγονται στη δημόσια τάξη είναι δεκτοί για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, εφόσον στηρίζονται στο πραγματικό υλικό, που υποβλήθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και εφόσον γίνεται σαφής επίκληση στο αναιρετήριο. Έτσι, δεν αρκεί ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να εξετασθεί αυτεπαγγέλτως, αλλά επί πλέον θα πρέπει να αφορούσε και στην αποτροπή έννομης συνέπειας μη ανεκτής από την κρατούσα στη χώρα ηθική, κοινωνική, πολιτειακή ή οικονομική τάξη.

Συνεπώς, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο χρόνος και ο τρόπος προτάσεώς του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος (ΑΠ 1588/2011). Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, το αναιρεσείον αποδίδει στην πληττόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ πλημμέλεια, καθόσον το δικόγραφο της 18-12-2008 έφεσης του αναιρεσείοντος δεν κοινοποιήθηκε προς τον Υπουργό των Οικονομικών, ούτε και γίνεται σχετική αναφορά περί τούτου στην πληττόμενη απόφαση, μολονότι η παρούσα δίκη αφορά την εκπλήρωση του σκοπού της δωρεάς του επιδίκου ακινήτου εκ μέρους του δικαιοπαρόχου του αναιρεσιβλήτου, που ήταν η ανέγερση και λειτουργία επ’ αυτού Σταθμού Πρώτων Βοηθειών.

Ισχυρίζεται δε περαιτέρω ότι ο σχετικός περί απαραδέκτου ισχυρισμός προτάθηκε νομίμως στο Εφετείο με τις έγγραφες προτάσεις του. Όπως όμως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπησή τους, το αναιρεσείον προέβαλε με αυτές τον ισχυρισμό περί απαραδέκτου της συζήτησης λόγω μη επίδοσης στον Υπουργό των Οικονομικών της αγωγής και όχι της έφεσης, όπως αβάσιμα υποστηρίζει το ίδιο, ενώ δεν πρόκειται για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη και επομένως ο σχετικός αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις, εφαρμογής του, ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή (ΑΠ 16/2016).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται εν όψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη νόμου, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΑΠ 1843/2014). Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 3, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο, η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατό να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναίρεσης, από τους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ, θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.

Ειδικά, για να είναι ορισμένος ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, δεν αρκεί να εκτίθεται στο αναιρετήριο η εκδοχή του αναιρεσείοντος για την έννοια της διατάξεως που φέρεται, ότι παραβιάστηκε, ούτε το κατά την άποψη του τελευταίου πραγματικό μέρος της υποθέσεως και το συμπέρασμα του δικαστηρίου που φέρεται ως προϊόν ερμηνευτικού ή υπαγωγικού σφάλματος, αλλά πρέπει να καθορίζονται, μεταξύ άλλων, η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, εφόσον δε το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, την ελάσσονα πρόταση του νομικού του συλλογισμού, δηλαδή τα πραγματικά γεγονότα που αυτό δέχθηκε, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου (Ολομ.

ΑΠ 28/1998, ΑΠ 954/2008). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στο Εφετείο, η πλημμέλεια της παραβιάσεως κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 109 παρ. 1 του Συντάγματος, 2 Ν. 455/1976, 2 και 3 ΑΝ 2039/1939. Στο αναιρετήριο το αναιρεσείον εκθέτει το κατά την άποψή του ιστορικό της υπόθεσης, το διατακτικό της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με το οποίο έγινε δεκτή η ένδικη αγωγή και ότι η έφεση κατά της απόφασης αυτού απορρίφθηκε από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αναφέροντας στο ιστορικό του αναιρετηρίου, κάποιες κατ’ επιλογή του αποσπασματικές παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης.

Δεν αναφέρει, όμως, στο αναιρετήριο το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας (τις παραδοχές του) και δεν εξειδικεύει σε τι συνίσταται το σε συνάρτηση με αυτές νομικό σφάλμα, περί την ερμηνεία και εφαρμογή των, ως άνω, διατάξεων. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως είναι αόριστος και ως εκ τούτου απορριπτέος.

Απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας είναι και ο πέμπτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο, κατά το οικείο μέρος του, αποδίδεται στο Εφετείο, η από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια της παραβιάσεως της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ, καθόσον το αναιρεσείον εκθέτει στο αναιρετήριο μόνο τις παραδοχές της πληττόμενης απόφασης που σχετίζονται με προηγούμενη δίκη επί της από 20-7-1992 προγενέστερης αγωγής του αναιρεσιβλήτου κατά του αναιρεσείοντος, η οποία απορρίφθηκε, δυνάμει της υπ’ αριθμ. 1885/1975 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης και η οποία κατέστη αμετάκλητη μετά την απόρριψη της ασκηθείσας κατ’ αυτής αναίρεσης, ενώ δεν διαλαμβάνονται σ’ αυτό (αναιρετήριο) οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές της απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας, υπό τα οποία και συντελέστηκε η φερόμενη παραβίαση του άρθρου 281 ΑΚ.

Κατά την έννοια του άρθρου 825 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με το άρθρο 77 παρ. 3 Ν. 4182/2013, το Εφετείο Αθηνών είναι το αποκλειστικώς αρμόδιο Δικαστήριο να κρίνει ανεκκλήτως κατά τη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας για την ερμηνεία διαθήκης ή άλλης ουσιαστικής γενικά πράξεως, με την οποία έχουν διατεθεί περιουσιακά στοιχεία με κληρονομία, κληροδοσία ή δωρεά υπέρ του Κράτους ή κοινωφελών σκοπών, μόνον όταν προκύπτει αμφιβολία ή αμφισβήτηση για ζητήματα σχετιζόμενα με τον τρόπο εκκαθαρίσεως της περιουσίας που έχει διατεθεί για το κράτος ή για κοινωφελή σκοπό.

Αντίθετα, δεν υπάρχει αποκλειστική αρμοδιότητα του ανωτέρω δικαστηρίου, όταν με την αγωγή ζητείται η διεκδίκηση ή η αναγνώριση της κυριότητος του ενάγοντος επί των προαναφερομένων περιουσιακών στοιχείων. Τούτο ισχύει, έστω και αν για την διαπίστωση της βασιμότητας της εν λόγω αγωγής απαιτείται να γίνει παρεμπιπτόντως ερμηνεία διαθήκης ή άλλης συστατικής πράξεως υπέρ κοινωφελούς σκοπού (ΑΠ 1062/2004).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα λοιπά διαδικαστικά της δίκης έγγραφα, η προσβαλλομένη απόφαση εκδόθηκε, κατά την τακτική διαδικασία, επί εφέσεως κατά της υπ’ αριθμ. 21437/2006 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία έγινε δεκτή η από 27-2-2004 αγωγή του αναιρεσίβλητου, με την οποία ζητείτο η αναγνώριση της κυριότητος οικοπέδου ευρισκομένου στην περιοχή της άλλοτε Κοινότητας Περαίας και ήδη Θερμαϊκού.

Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμ. 5 ΚΠολΔ, με τον οποίο το αναιρεσείον υποστηρίζει ότι αποκλειστικά αρμόδιο για την εκδίκαση της υπόθεσης είναι το Εφετείο Αθηνών, που δικάζει κατά τη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας είναι αβάσιμος και εντεύθεν απορριπτέος. Από το άρθρο 559 αριθμ. 16 Κ.Πολ.Δ, που ορίζει ότι αναίρεση συγχωρείται, αν το δικαστήριο, κατά παράβαση του νόμου, δέχθηκε ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει δεδικασμένο, συνάγεται ότι στον έλεγχο του Αρείου Πάγου υπόκειται τόσο η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, περί του αν τα υπ’ αυτού γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά συνιστούν την έννοια του δεδικασμένου και αν τούτο έχει την έκταση και τα αποτελέσματα, που του προσέδωσε η απόφαση, όσο και η κρίση περί της συνδρομής ή μη των κατά το άρθρο 324 του Κ.Πολ.Δ πραγματικών προϋποθέσεων αυτού, εφόσον στηρίζεται μόνον επί διαδικαστικών εγγράφων, η εκτίμηση του περιεχομένου των οποίων υπόκειται, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, στον αναιρετικό έλεγχο για την έρευνα της βασιμότητας του προβαλλόμενου λόγου αναιρέσεως.

Σύμφωνα δε με τις διατάξεις των άρθρων 322 παρ. 1 και 324 Κ.Πολ.Δ, το δεδικασμένο αφορά το δικαίωμα, το οποίο είχε με την αγωγή προβληθεί, με βάση την επικληθείσα συγκεκριμένη ιστορική και συνακόλουθη νομική αιτία. Δεν γεννάται δεδικασμένο ως προς άλλες ιστορικές βάσεις που θα ήταν δυνατό να στηρίξουν το δικαίωμα και το ίδιο αγωγικό αίτημα, οι οποίες όμως δεν είχαν προβληθεί με την αγωγή και επί των οποίων επομένως το δικαστήριο δεν έκρινε.

Ο ενάγων, ο οποίος είχε στηρίξει το αγωγικό αίτημα σε ορισμένη ιστορική αιτία, δεν κωλύεται, αν η αγωγή εκείνη απορρίφθηκε, να στηρίξει με νέα αγωγή του όμοιο αίτημα σε διάφορη ιστορική αιτία. Η βάση όμως επί της οποίας το δικαστήριο έκρινε, καθώς και ο λόγος της απόρριψης κρίνεται από την ίδια την απορριπτική απόφαση.

Διότι αυτή αναγκαίως αξιολόγησε την αγωγή, επί της οποίας έκρινε και αποφάνθηκε επί της ιστορικής αιτίας της, η δε επ’ αυτής κρίση της παράγει δεδικασμένο, η έκταση του οποίου καθορίζεται από την αιτιολογία της απόρριψης. Προκειμένου, επομένως, να εξεταστεί, αν υφίσταται από προηγηθείσα τελεσίδικη απόφαση δεδικασμένο, το οποίο κωλύει την έρευνα του ήδη με νέα αγωγή φερόμενου προς κρίση, βάσει ορισμένης ιστορικής αιτίας, αιτήματος, θα ληφθεί υπόψη η αιτιολογία της πρώτης απόφασης όσον αφορά την ιστορική αιτία επί της οποίας έκρινε και ο λόγος της απόρριψης (ΑΠ 166/2010).

Στην προκείμενη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων (ΚΠολΔ 561 § 2) της δίκης προκύπτουν τα εξής: Η Κοινότητα Περαίας, διάδοχος της οποίας είναι ο αναιρεσίβλητος Δήμος, είχε ασκήσει ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης εναντίον του αναιρεσείοντος την από 20-7-1972 αγωγή, με την οποία, αφού ιστορούσε ότι, δυνάμει της υπ’ αριθμ. .../2-11-1964 απόφασης του Νομάρχη Θεσσαλονίκης, η οποία εκδόθηκε σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 164 του Αγροτικού Κώδικα, δημοσιεύθηκε δε και μεταγράφηκε νόμιμα, μεταβιβάστηκαν κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή ως Κοινοτικός κλήρος, στο νομικό πρόσωπο της άλλοτε Κοινότητας Περαίας (ήδη Δήμο Θερμαϊκού), οι αναφερόμενες σε αυτήν κοινόχρηστες εκτάσεις του αγροκτήματος Περαίας, που κυρώθηκε με την οριστική διανομή, μεταξύ των οποίων ήταν και το με αριθμό 2 αγροτεμάχιο, εκτάσεως 118.312 τμ., τμήμα του οποίου αποτελούσε και έκταση 2.335 τ.μ.

της παραλίας της Περαίας, την οποία το αναιρεσείον κατέλαβε αυθαίρετα, ζήτησε να αναγνωριστεί κυρία του τμήματος τούτου. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ’ αριθμ 3791/1974 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που επικυρώθηκε με την υπ’ αριθμ. 1885/1975 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία και την απέρριψε, κατά παραδοχή της ενστάσεως του αναιρεσείοντος περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος.

Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως ασκήθηκε αίτηση αναίρεσης από την τότε ενάγουσα Κοινότητα, η οποία απορρίφθηκε με την υπ’ αριθμ. 615/1979 απόφαση του Αρείου Πάγου. Με την ανωτέρω εφετειακή απόφαση, έγιναν δεκτά, όσον αφορά την κτήση της κυριότητας της τελευταίας, εκτός άλλων και τα ακόλουθα: "Δια της υπ’ αριθ. .../1964 αποφάσεως του Νομάρχου Θεσσαλονίκης, δημοσιευθείσης εις το υπ’ αριθ. 35/18-1-1965 φύλλον τεύχους Β’ της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως και μεταγραφείσης νομίμως, εκδοθείσης δε δυνάμει του άρθρου 164 Αγρ.

Κώδικος, μετεβιβάσθη εις την ενάγουσαν Κοινότητα η κυριότης και η νομή των εν αυτή κοινοχρήστων εκτάσεων εις τας οποίας περιλαμβάνεται και το επίδικον....". Με τη μεταγενέστερη και κρινόμενη ήδη αγωγή, ο αναιρεσίβλητος, αφού αναφέρει λεπτομερώς τα της προηγηθείσας μεταξύ των διαδίκων αντιδικίας, όπως παραπάνω ιστορούνται, καθώς και ότι ο αναιρεσείων από το έτος 1976 σταδιακά και από το έτος 1979 οριστικά πλέον εγκατέλειψε το ακίνητο, ενώ με την επίκληση της πιο πάνω εφετειακής απόφασης, που έκρινε καταχρηστική την άσκηση της προηγούμενης αγωγής, επιχείρησε να αναγραφεί ως φερόμενος ιδιοκτήτης, ζητεί, με την επίκληση των περιστατικών αυτών, να αναγνωρισθεί κύριος του ιδίου ακινήτου, όχι με βάση τον επικαλούμενο με την πρώτη αγωγή του τίτλο κυριότητας, αλλά με βάση μεταγενέστερο τίτλο, ο οποίος και δεν συγκροτούσε την ιστορική βάση εκείνης της (πρώτης) αγωγής, δηλαδή ζητεί να αναγνωρισθεί κύριος με βάση την υπ’ αριθμ. .../30-3-1974 απόφαση του Νομάρχη Θεσσαλονίκης, που δημοσιεύθηκε και μεταγράφηκε νόμιμα και με την οποία, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, παραχωρήθηκε σ’ αυτόν, η άνω έκταση, όχι ως τμήμα κληροτεμαχίου, αλλά πλέον ως οικόπεδο.

Επομένως, η ένδικη αγωγή έχει διαφορετική ιστορική αιτία δηλαδή στηρίζεται σε διαφορετικά πραγματικά περιστατικά, μεταγενέστερα εκείνων που στήριζαν την προηγούμενη αγωγή του, τα οποία απλώς αφηγηματικά αναφέρονται και συνεπώς, το από την προαναφερόμενη απόφαση δεδικασμένο δεν εμποδίζει την έρευνα της ένδικης αγωγής, όπως έκρινε και το Εφετείο, που επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, δυνάμει της οποίας είχε απορριφθεί ο περί δεδικασμένου ισχυρισμός του αναιρεσείοντος.

Με τα δεδομένα αυτά, ο σχετικός (τέταρτος) αναιρετικός λόγος καθώς και ο πέμπτος κατά το οικείο μέρος του, από το άρθρο 559 αριθμ. 16 ΚΠολΔ, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι. Κατόπιν τούτων και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει η αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί και να καταδικαστεί το αναιρεσείον, του οποίου, ας σημειωθεί, η νομική υπεράσπιση όσον αφορά την ένδικη υπόθεση δεν διεξήχθη από αντιπρόσωπο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που θα επιβληθούν μειωμένα (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 § 2 και άρθρο 281 του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων, που κυρώθηκε με το πρώτο άρθρο του Ν. 3463/2006).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 14-4-2011 αίτηση του Σωματείου με την επωνυμία ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΕΡΥΘΡΟΣ ΣΤΑΥΡΟΣ για αναίρεση της 121/2011 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που ορίζει στο ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Ιουνίου 2017.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

και νυν Πρόεδρος Αρείου Πάγου

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Σεπτεμβρίου 2017.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ