1700/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Aπριλίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1700/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Αναίρεση δικαιούται να ασκήσει και ο διάδικος που νίκησε, εφόσον έχει έννομο συμφέρον". Εξ άλλου, σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ.1 του Κ.Δ. της 26ης Ιουνίου/10 Ιουλίου 1944 "Περί κώδικος των νόμων περί δικών του Δημοσίου", η ενώπιον των δικαστηρίων εκπροσώπηση του Δημοσίου γίνεται διά του Υπουργού των Οικονομικών, στον οποίο, κατά το άρθρο 5 του ιδίου Κώδικος, πρέπει να επιδίδονται και τα σχετικά δικόγραφα.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1700 / 2012 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1700/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Εμμανουήλ Κλαδογένη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Aπριλίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1.Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και 2. Κτηματικής Υπηρεσίας Κέρκυρας, που εκπροσωπείται νόμιμα από την προϊσταμένη αυτής, κάτοικο Κέρκυρας. Εκπροσωπήθηκε από τον Παναγιώτη Παππά, πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Κ. Γ. του Σ., κατοίκου ..., 2. Ν. Γ. του Σ., κατοίκου ..., 3. Ε. συζ. Γ. Σ., το γένος Σ. Γ., κατοίκου ... και 4. Σ. Μ. του Ε., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Τσικρικά.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-9-2004 ανακοπή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κερκύρας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 323/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 246/2007 του Εφετείου Κερκύρας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 23-3-2010 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Εμμανουήλ Κλαδογένης ανέγνωσε την από 12-4-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Το άρθρο 556 Κ.Πολ.Δ. ορίζει τα εξής: "1. Δικαίωμα αναίρεσης έχουν, εφόσον νικήθηκαν ολικά ή εν μέρει στη δίκη που εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ο ενάγων, ο εναγόμενος, ο εκκαλών, ο εφεσίβλητος, εκείνος που ζητεί την Αναψηλάφηση, εκείνος κατά του οποίου στρέφεται η Αναψηλάφηση, εκείνοι που είχαν ασκήσει κύρια ή Πρόσθετη παρέμβαση, οι καθολικοί διάδοχοι και οι ειδικοί διάδοχοι, εφόσον απέκτησαν την ιδιότητα αυτή μετά την άσκηση της αγωγής, καθώς και οι εισαγγελείς, μόνον αν ήταν διάδικοι. 2.
Αναίρεση δικαιούται να ασκήσει και ο διάδικος που νίκησε, εφόσον έχει έννομο συμφέρον". Εξ άλλου, σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ.1 του Κ.Δ. της 26ης Ιουνίου/10 Ιουλίου 1944 "Περί κώδικος των νόμων περί δικών του Δημοσίου", η ενώπιον των δικαστηρίων εκπροσώπηση του Δημοσίου γίνεται διά του Υπουργού των Οικονομικών, στον οποίο, κατά το άρθρο 5 του ιδίου Κώδικος, πρέπει να επιδίδονται και τα σχετικά δικόγραφα.
Στην περίπτωση όμως της εκδόσεως από τον προϊστάμενο της Κτηματικής Υπηρεσίας πρωτοκόλλου καθορισμού αποζημιώσεως αυθαίρετης χρήσεως δημοσίου κτήματος, από τον συνδυασμό των διατάξεων του άρθρου 115 του από 11/12-1-1929 Π.Δ. "Περί διοικήσεως δημοσίων κτημάτων" όπως ισχύει, του Β.Δ. 619/1965, των άρθρων 2, 5 παρ.3 και 9 παρ.1 Π.Δ. 551/1998 και του άρθρου 5 παρ.4 Α.Ν. 263/1968 προκύπτει, ότι η κατά του πρωτοκόλλου ασκουμένη ανακοπή επιδίδεται επί ποινή ακυρότητος στον προϊστάμενο της Κτηματικής Υπηρεσίας, ο οποίος εξέδωσε το πρωτόκολλο και ο οποίος εξαιρετικώς στην περίπτωση αυτήν εκπροσωπεί το Δημόσιο και δεν απαιτείται κοινοποίηση στον Υπουργό των Οικονομικών (Α.Π. 1541/2004).
Από καμμία όμως διάταξη δεν προκύπτει, ότι περαιτέρω ο προϊστάμενος της Κτηματικής Υπηρεσίας εκπροσωπεί, αντί του Υπουργού των Οικονομικών, το Δημόσιο στην δίκη η οποία διεξάγεται ύστερα από την άσκηση ανακοπής κατά του πρωτοκόλλου. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το δικόγραφο της από 7-3-2006 εφέσεως, επί της οποίας εξεδόθη η ήδη προσβαλλομένη με την αίτηση αναιρέσεως απόφαση, εφεσίβλητο ήτο μόνον το Ελληνικό Δημόσιο, το οποίο και νομιμοποιείται να προσβάλει την απόφαση του Εφετείου με αναίρεση, σύμφωνα με τις αναφερθείσες στην αρχή διατάξεις.
Επομένως, η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως, καθ' ο μέρος ασκείται από την Κτηματική Υπηρεσία της Κέρκυρας, η οποία μάλιστα δεν έχει νομική προσωπικότητα, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη. Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο, για να σχηματίσει την αποδεικτική του κρίση ως προς την αλήθεια ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση ή έμμεση απόδειξη, χωρίς όμως να είναι αναγκαίο να προβεί και σε ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά.
Δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να καθίσταται απολύτως βέβαιο από το ίδιο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν οι διάδικοι.
Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει το λόγο αναιρέσεως του άρθρου 559 αρθ.11 περ. γ' του ΚΠολΔ, υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος, ως αποδεικνυόμενο ή ανταποδεικνυόμενο, ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο γεγονός καθίσταται αντικείμενο αποδείξεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο αναφέρει ότι κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα "από τις ένορκες καταθέσεις ... και απ' όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται", δέχθηκε δε τα εξής: "Το επίδικο ακίνητο που βρίσκεται στη θέση "Αγία Αικατερίνη" Αλυκών Ποταμού Κέρκυρας και αποτελεί τμήμα μείζονος ακινήτου εμβαδού 1105 περίπου τ.μέτρων, μετά την απαλλοτρίωση δε των 225 τ.
μέτρων, μένοντος υπολοίπου 736,49 τ.μέτρων περιήλθε στον πατέρα των τριών πρώτων ανακοπτόντων Σ. Γ. δυνάμει του με αρ. .../66 συμβολαίου αγοραπωλησίας του Συμ/φου Κέρκυρας Σπ.Βραδή που μεταγράφηκε νόμιμα, από την Χ. Β. το γένος Γ., στην κυριότητα της οποίας είχε περιέλθει διά χρησικτησίας από τριακονταπενταετίας και πλέον.
Με το θάνατο, το 1998, του ανωτέρω Σ.Γ. η νομή και κατοχή αυτού περιήλθε λόγω κληρονομίας στους τρεις πρώτους των ανακοπτόντων, τέκνα του, κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου στον καθένα, οι οποίοι δήλωσαν αυτό στο Εθνικό Κτηματολόγιο, υπεισερχόμενοι στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της προϋφιστάμενης μίσθωσης αυτού στον τέταρτο των ανακοπτόντων μισθωτή.
Μέχρι το έτος 1985 έκτοτε του οποίου και μέχρι σήμερα, όπως θα αναλυθεί παρακάτω το ακίνητο μισθώθηκε, τόσο η Χ. Β., όσο και ο Σ. Γ., κατείχαν και νέμονταν αυτό, με καλλιέργειες, βοσκή ζώων και εν γένει επίβλεψη. Ο τελευταίος μάλιστα έλαβε και τη με αριθ. 208/1968 οικοδομική άδεια του ακινήτου, την οποία για προσωπικούς λόγους δεν αξιοποίησε.
Ακολούθως το 1985 έως το 1989 ο ίδιος το μίσθωσε στον Σ. Δ., ο οποίος το χρησιμοποίησε ως μάντρα οικοδομικών υλικών. Τη μίσθωση για τα έτη 1990-1994 διαδέχθηκε ο Δ. Μ., στη συνέχεια δε δια του από 6-2-1995 ιδιωτικού συμφωνητικού η εταιρεία "Αφοί Μ. ΟΕ" ως πάρκινγκ τουριστικών λεωφορείων μέχρι 19-9-1995 και τέλος ο τέταρτος των ανακοπτόντων, ο οποίος το χρησιμοποιεί μέχρι σήμερα για την εναπόθεση σκαφών θαλάσσης.
Πιθανολογήθηκε επίσης ότι από κατοχής του επιδίκου από τη Χ. Β., που όπως προειπώθηκε, μεταβίβασε αυτό στον δικαιοπάροχο των τριών πρώτων ανακοπτόντων, ήταν σαφώς οριοθετημένο με ξύλινους πασσάλους και σύρμα και ξύλινο πορτόνι στην πρόσοψή του. Η περίφραξη απείχε από την ακτογραμμή περί τα 20 μέτρα, μεταξύ δε αυτών υπήρχε καλαμιώνας.
Ο εκ των ως άνω μισθωτών Δ. Μ. αντικατέστησε την περίφραξη με σιδηροπασσάλους, μπετόν και σιδερένιο πορτόνι, παράλληλα δε κατασκεύασε στο επίδικο κτίσμα εμβαδού 25,50 τ.μέτρων με συγκόλλητο στέγαστρο από λαμαρίνα στηριζόμενο σε σιδηροσωλήνες αντιστοίχου περίπου εμβαδού, προκειμένου να τα χρησιμοποιεί ως γραφεία για την επιχείρησή του.
Τέλος από κανένα στοιχείο δεν πιθανολογήθηκε ότι το επίδικο βρεχόταν από μέγιστες πλην συνήθεις αναβάσεις των κυμάτων, αναγκαία από το νόμο προϋπόθεση ώστε να χαρακτηριστεί αιγιαλός ... . Για το λόγο αυτό εξάλλου ακυρώθηκε από το Ειρηνοδικείο Κέρκυρας με την 396/2002 απόφασή του το με αρ. ΚΥ/835/2002 πρωτόκολλο διοικητικής αποβολής των ανακοπτόντων που εξέδωσε η προϊσταμένη της Κτηματικής Υπηρεσίας Κέρκυρας.
Η απόφαση αυτή ήδη κατέστη τελεσίδικη μετά την έκδοση της 47/2007 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κέρκυρας, η οποία απέρριψε κατ' ουσίαν τη σχετική έφεση του Ελληνικού Δημοσίου. Τέλος με την 203/2007 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου ακυρώθηκε τελεσιδίκως το προηγούμενο του επιδίκου με αρ. ΚΥ/843/18.6.2002 όμοιο πρωτόκολλο καθορισμού αποζημίωσης αυθαίρετης χρήσης των ανακοπτόντων.
Κατόπιν όλων των παραπάνω το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις για την έκδοση του επίδικου πρωτοκόλλου, δοθέντος ότι δεν πιθανολογήθηκε αυθαίρετη κατάληψη και χρήση του ακινήτου για το οποίο εκδόθηκε ...". Ακολούθως δε το Εφετείο δέχθηκε την έφεση των αναιρεσιβλήτων κατά της υπ' αριθμ. 323/2005 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κερκύρας, με την οποία απορρίφθηκε η ανακοπή των κατά του πρωτοκόλλου καθορισμού αποζημιώσεως αυθαίρετης χρήσεως δημοσίου κτήματος.
Από την ως άνω γενική βεβαίωση του Εφετείου, ότι έλαβε υπόψη τις καταθέσεις των μαρτύρων και όλα τα έγγραφα, σε συνδυασμό και με το όλο αιτιολογικό της αποφάσεως δεν καθίσταται βέβαιο, αλλά αντιθέτως καταλείπονται αμφιβολίες για την εκ μέρους του Εφετείου συνεκτίμηση των δύο τοπογραφικών διαγραμμάτων των ετών 1988 και 2000, βάσει των οποίων έγινε η χάραξη του αιγιαλού κατά τα έτη εκείνα.
Τα εν λόγω τοπογραφικά διαγράμματα επικαλέσθηκε και προσεκόμισε το αναιρεσείον στην δευτεροβάθμια δίκη και έχουν αποδεικτική σημασία για τον χαρακτηρισμό ή μη της επίδικης εκτάσεως ως δημοσίας, δεδομένου ότι το περιεχόμενο αυτών μπορεί να χρησιμεύσει στην συναγωγή τεκμηρίου για την αβασιμότητα ή την βασιμότητα των προβαλλομένων με την ανακοπή ισχυρισμών.
Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ.11 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη τα άνω έγγραφα, είναι βάσιμος. Ακολούθως, πρέπει κατά παραδοχήν του δευτέρου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, η σύνθεση του οποίου από άλλους δικαστές είναι δυνατή (άρθρο 580 παρ.3 Κ.Πολ.Δ.), παρελκούσης ως εκ τούτου της ερεύνης των λοιπών λόγων αναιρέσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 246/2007 απόφαση του Εφετείου Κερκύρας.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές πλην εκείνων οι οποίοι εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Ιουνίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Νοεμβρίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ