Supreme Court dismisses appeal for non-appearance and failure to prove appellate grounds under Greek Civil Procedure Code.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of First Instance's decision due to her failure to appear at the hearing. The respondent successfully expedited the proceedings and submitted proof of service, while the appellant neither appeared nor filed the required declaration. The court ruled that without evidence of who expedited the hearing, the appeal is inadmissible, and the respondent's argument regarding the lower court's consideration of evidence was rejected as unfounded.
Legislator headnote
AI generatedArt. 576, Art. 559(11)(c) of the Code of Civil Procedure: An appeal is inadmissible if a party fails to appear and no proof is provided of who expedited the hearing; appellate grounds based on unconsidered evidence are rejected if the lower court explicitly states it considered all submitted documents.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1700 / 2010 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1700/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου), Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη και Κωνσταντίνο Τσόλα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Απριλίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας-καθής η κλήση: Ε. θυγ. Π. Τ., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Του αναιρεσίβλητου-καλούντος: Ε. Β. Τ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Δεμερτζή.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-11-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5377/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 5763/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 14-10-2007 αίτησή της, επί της οποίας εκδόθηκε η 1995/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου η οποία κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επαναφέρει προς συζήτηση ο καλών με την από 28-9-2009 κλήση του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μαζαράκης ανέγνωσε την από 16-4-2009 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου τούτου, Αρεοπαγίτη Ιωάννη Σίδερη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά το άρθρο 576 ΚΠολΔ, αν κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί ή δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, εξετάζεται αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση της υποθέσεως. Και αν μεν η συζήτηση επισπεύδεται από το διάδικο που εμφανίστηκε και δεν εμφανίστηκε ο αντίδικός του, πρέπει να προσκομίζεται με επίκληση αποδεικτικό επιδόσεως της σχετικής κλήσεως προς συζήτηση, αν δε η συζήτηση επισπεύδεται από τον απολειπόμενο διάδικο, πρέπει να προσκομίζεται με επίκληση η κλήση που επιδόθηκε.
Αν δεν προκύπτει ποιος από τους διαδίκους επισπεύδει τη συζήτηση, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη. Στην προκείμενη περίπτωση, φέρεται προς συζήτηση η από 14-10-2007 αίτηση για αναίρεση της 5763/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδριάσεως αυτού του Δικαστηρίου, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, η αναιρεσείουσα δεν εμφανίστηκε κατά τη δικάσιμο αυτή και κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του πινακίου, ούτε κατέθεσε δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ενώ ο αναιρεσίβλητος, ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Δεμερτζή και επισπεύδει τη συζήτηση, προσκομίζει την 8633/3-11-2009 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ..., με την κάτω από αυτή από 3-11-2009 απόδειξη παραλαβής εγγράφου και βεβαίωση, αντίστοιχα, σύμφωνα με το άρθρο 128 παρ. 4 εδ.
β' και γ' ΚΠολΔ, από την οποία προκύπτει ότι, μετά την έκδοση της 1995/2009 απόφασης αυτού του δικαστηρίου, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της υποθέσεως κατά την αρχική δικάσιμο της 29-4-2009, ακριβές αντίγραφο της από 28-9-2009 κλήσεως του αναιρεσιβλήτου με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη στην αρχή της παρούσας αναφερόμενη δικάσιμο της 21-4-2010, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως με επιμέλεια του αναιρεσιβλήτου στην αναιρεσείουσα.
Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία της αναιρεσείουσας, σαν να ήταν και αυτή παρούσα (άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ).
Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 211 ΑΚ, δήλωση βούλησης από κάποιο (αντιπρόσωπο) στο όνομα άλλου (αντιπροσωπευομένου) μέσα στα όρια της εξουσίας αντιπροσώπευσης ενεργεί αμέσως υπέρ και κατά του αντιπροσωπευομένου. Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 160, 200, 216, 217, 218, 223, 219, 288, 713 και 714 ΑΚ, προκύπτει, ότι η σύμβαση που συνομολογεί κάποιος ως αντιπρόσωπος άλλου καθ' υπέρβαση των ορίων της πληρεξουσιότητας είναι άκυρη και δεν δεσμεύει τον αντιπροσωπευόμενο που την αποκρούει και δεν την εγκρίνει, γιατί η υπέρβαση αυτή ισοδυναμεί με ενέργεια χωρίς πληρεξουσιότητα.
Επί υπερβάσεως δε των ορίων της εντολής δημιουργείται υποχρέωση του εντολοδόχου να αποζημιώσει τον εντολέα - πληρεξουσιοδότη για τη ζημία που υπαίτια προκάλεσε. Εξάλλου, ευθύνη προς αποζημίωση, κατά την έννοια του άρθρου 919 AΚ, προκύπτει και για εκείνον που συναλλάσσεται με πληρεξούσιο-εντολοδόχο, ο οποίος καταχράται τη σχέση που τον συνδέει με τον εντολέα-πληρεξουσιοδότη, αν συμπράττει με αυτόν γνωρίζοντας τα περιστατικά που συνιστούν την υπέρβαση της εντολής ή την κατάχρηση της πληρεξουσιότητας, καθώς και ότι αυτά ήσαν πρόσφορα να επιφέρουν την επελθούσα στον εντολέα -πληρεξουσιοδότη ζημία.
Τέλος, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι η επελθούσα στη συγκεκριμένη περίπτωση ζημία τελεί ή όχι σε αιτιώδη σύνδεσμο με τη ζημιογόνο πράξη ή παράλειψη, ανάγεται σε ζήτημα πραγματικό και δεν ελέγχεται αναιρετικά (άρθρο 561 παρ. 1ΚΠολΔ), ενώ η κρίση περί του αν ορισμένο γεγονός μπορεί καθ' εαυτό, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας και κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει το ζημιογόνο αποτέλεσμα υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.
Περαιτέρω, κατά μεν το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου, κατά δε την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται, όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που είναι αναγκαία, για να κριθεί, αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της διατάξεως του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς ή αντιφατικές ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Αντιθέτως, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως, όταν πρόκειται για ελλείψεις, που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, εφόσον αυτό διατυπώνεται στην απόφαση σαφώς. Μόνο τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Στην προκείμενη περίπτωση, από την εκτίμηση της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως, εκτός των άλλων, και τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: "Οι διάδικοι τέλεσαν θρησκευτικό γάμο στην Αθήνα στις 11-4-1977, κατά δε το χρόνο άσκησης της αγωγής τελούσαν σε διάσταση και μεταξύ τους εκκρεμούσαν, εκτός άλλων, αγωγές για λύση του γάμου τους.
Ο γάμος αυτός έγινε με τη μεσολάβηση του ήδη αποβιώσαντος από τον Οκτώβριο του 1997 Ι. Μ., ο οποίος ήταν φιλόλογος-θεολόγος-καθηγητής μέσης εκπαίδευσης και ιεροκήρυκας και γνώριζε τους διαδίκους. Ειδικότερα, τον μεν ενάγοντα γνώριζε από τα μαθητικά του χρόνια και συγκεκριμένα από το έτος 1956, όταν παρέδιδε σ' αυτόν ιδιαίτερα μαθήματα, την δε εναγομένη, που ήταν καθηγήτρια Αγγλικής γλώσσας από το έτος 1973, οπότε διορίσθηκε ως καθηγήτρια στο Γυμνάσιο …, όπου υπηρετούσε ως Γυμνασιάρχης.
Μεταξύ του ενάγοντος και του Ι. Μ., λόγω και της καθημερινής τους επαφής, από τα μαθητικά του χρόνια είχε αναπτυχθεί μια ιδιαίτερα στενή σχέση, που αναπλήρωνε μάλιστα και τη σχέση που ο πρώτος έπρεπε να έχει με τον πατέρα του Β. Τ., αφού ο τελευταίος ως ανώτατο διευθυντικό στέλεχος μεγάλης δισκογραφικής εταιρίας ήταν πάντα απασχολημένος με τις επαγγελματικές του υποχρεώσεις.
Ο Ι. Μ. είχε καταφέρει, εκμεταλλευόμενος και τις ψυχοπαθολογικές ιδιομορφίες του χαρακτήρα του ενάγοντος αλλά και την έλλειψη επικοινωνίας και ψυχικής επαφής με τον πατέρα του, (κατόπιν μάλιστα σχετικής αίτησης του ίδιου, έχει ήδη υποβληθεί σε καθεστώς επικουρικής δικαστικής συμπαράστασης με την 1434/2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών), να έχει άμεση επιρροή πάνω σε αυτόν, καθ' όλο το χρονικό διάστημα και τουλάχιστον μέχρι τις αρχές του έτους 1996, και να του έχει δημιουργήσει ολοκληρωτική εξάρτηση από αυτόν, σχέση κηδεμόνα, προστάτη και καθοδηγητή και να τον έχει καταστήσει πειθήνιο όργανό του.
Έτσι, όταν ο τελευταίος του γνώρισε την εναγομένη, με την οποία ο ίδιος (Ι. Μ.), έγγαμος και πατέρας δύο τέκνων, διατηρούσε εξωσυζυγική ερωτική σχέση, που διατηρήθηκε καθ' όλη τη διάρκεια του γάμου των διαδίκων, αξίωσε από αυτόν πιεστικά να την παντρευτεί και μολονότι κατ' αρχάς προέβαλε αντίρρηση, τελικά υπέκυψε στην επιθυμία του Ι.
Μ. και την παντρεύτηκε, αφού μάλιστα ο πρώτος ήταν και κουμπάρος τους. Από την αρχή όμως της έγγαμης συμβίωσης αναπτύχθηκε μεταξύ των τριών αυτών προσώπων μια τριγωνική σχέση, στην οποία κυρίαρχο ρόλο είχε ο Ι. Μ., ο οποίος, γνωρίζοντας τις αδυναμίες του ενάγοντος, επέβαλε σε αυτόν τις επιθυμίες του και σε συνεννόηση με την εναγομένη, ρύθμιζαν τόσο τις προσωπικές, όσο και τις οικονομικές του σχέσεις.
Η έγγαμη συμβίωση των διαδίκων ήταν ιδιότυπη, αφού, μεταξύ άλλων, δεν συμβίωναν στη μισθωμένη συζυγική οικία στην οδό …, αλλά ελάχιστες φορές, κατά τη διάρκεια του γάμου τους, στην οποία διέμενε η εναγομένη, ο δε ενάγων κύρια επί άλλης οικίας επί της οδού …, στην οποία είχε υποχρεωθεί να διαμένει από την εναγομένη και τον Ι.
Μ., ενώ από την αρχή διακόπηκε οποιαδήποτε μεταξύ τους σεξουαλική σχέση και επικοινωνούσαν μεταξύ τους με επιστολές ή μέσω του Ι. Μ., ο οποίος καθόριζε τα περί του γάμου τους και της σχέσης τους. Μάλιστα ο τελευταίος, ο οποίος, όπως προαναφέρθηκε διατηρούσε ερωτικό δεσμό με την εναγομένη καθ' όλη τη διάρκεια του γάμου της με τον ενάγοντα, φωτογραφίζοντας αλλήλους και ανταλλάσσοντας επιστολές μεταξύ άλλων και ερωτικού περιεχομένου, είχε και κλειδιά της συζυγικής οικίας και εμφανιζόταν και ως σύνοικος - συγγενής (βλ.
και την 1968/9-2-1993 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών ... με την οποία ο παραπάνω Ι. Μ. παραλαμβάνει με την ιδιότητα του συνοίκου και συγγενούς της εναγομένης στην επί της παραπάνω οδού … συζυγική οικία την αναφερόμενη …/1993 πράξη ανάκλησης πληρεξουσίου εκ μέρους του ενάγοντος προς αυτόν και την εναγομένη).
Επίσης η εναγομένη διατηρούσε μετά του παραπάνω κοινούς τραπεζικούς λογαριασμούς, σε αντίθεση με τον ενάγοντα, ενώ τον είχε εγκαταστήσει κληρονόμο της με την από 29-5-1994 ιδιόγραφη διαθήκη της και αυτός είχε συνάψει ασφάλεια ζωής υπέρ αυτής. Στα πλαίσια της παραπάνω ιδιότυπης σχέσης τόσο η εναγομένη όσο και ο Ι.
Μ., είχαν πείσει τον ενάγοντα, εκμεταλλευόμενοι και τα ψυχολογικά προβλήματα, ότι είναι ανίκανος να διαχειρίζεται την περιουσία του, τόσον την κινητή όσο και την ακίνητη, η οποία ήταν μεγάλης αξίας. Έτσι, μεταξύ άλλων, ο τελευταίος, (ενάγων) λίγο πριν από το θάνατο του πατέρα του, που έλαβε χώρα τον Απρίλιο του 1988, άνοιξε λογαριασμούς ταμιευτηρίου σε διάφορες Τράπεζες στο όνομα το δικό του και του Ι.
Μ.. στους οποίους κατέθεσε χρήματα από ομόλογα που του είχε δώσει ο πατέρας του, χωρίς ποτέ να πάρει ο ίδιος το βιβλιάριο, του ανέθεσε τη διαχείριση των τραπεζικών θυρίδων, ενώ χορήγησε σε αυτόν και την εναγομένη το …/1989 γενικό πληρεξούσιο του Συμβολαιογράφου Αθηνών Στέφανου Καταπόδη, δυνάμει του οποίου τους έδιδε εντολή από κοινού ή χωριστά ο καθένας να πωλούν προς οποιονδήποτε, με οποιοδήποτε τίμημα και με οποιουσδήποτε όρους και συμφωνίες περιουσιακά του στοιχεία.
Στα πλαίσια δε του παραπάνω πληρεξουσίου η εναγομένη πώλησε ακίνητο του ενάγοντος στην περιοχή του … δυνάμει του …/1990 συμβολαίου του Συμβολαιογράφου Αθηνών Στέφανου Καταπόδη στην αναφερόμενη αγοράστρια εταιρία, και δη το 1/2 εξ αδιαιρέτου διώροφης μονοκατοικίας επί οικοπέδου 650 τμ αντί του αναγραφομένου στο συμβόλαιο τιμήματος ποσού 30.000.000 δρχ.
χωρίς όμως ποτέ είτε αυτή είτε ο Ι. Μ. να αποδώσουν το εισπραχθέν τίμημα και αφού μάλιστα επιταγή ποσού 19.400.000 δρχ. που δόθηκε από την αγοράστρια έναντι μέρους του τιμήματος, εισπράχθηκε από τον Ι. Μ., ο οποίος και τοποθέτησε το ποσό σε κοινό λογαριασμό αυτού και της εναγομένης. Το πληρεξούσιο τούτο βέβαια ανακάλεσε μεταγενέστερα ο ενάγων μετά από προστριβές που είχε με τον Ι.
Μ. με την …/3-2-1993 πράξη του ίδιου ως άνω Συμβολαιογράφου, και αφού στο μεταξύ ζητούσε απόδοση των χρημάτων του από τη διαχείριση της περιουσίας του από αυτόν, χωρίς όμως αποτέλεσμα. Όμως ο τελευταίος (Ι. Μ.) εκμεταλλευόμενος τις παραπάνω ψυχοπαθολογικές ιδιομορφίες του χαρακτήρα του ενάγοντος, την τάση του για χειραφέτησή του και τις φοβίες του, τις οποίες μάλιστα ο ίδιος φρόντιζε να καλλιεργεί, μεταξύ των οποίων ότι θα του πάρουν την περιουσία οι μασόνοι, πέτυχε να του χορηγήσει ο ενάγων, μόλις δύο (2) μήνες μετά την ανάκληση του προηγούμενου πληρεξουσίου, το επίδικο νέο …/30-4-1993 πληρεξούσιο του ίδιου ως άνω Συμβολαιογράφου Αθηνών Στέφανου Καταπόδη.
Με το πληρεξούσιο αυτό παρέσχε στον Ι. Μ. γενική και ειδική εντολή και πληρεξουσιότητα, μεταξύ άλλων, να πωλεί προς οποιονδήποτε με οποιοδήποτε τίμημα και με οποιουσδήποτε όρους και συμφωνίες εγκρίνει ακίνητά του ή ιδανικά μερίδια ακινήτων του, είτε αστικών είτε αγροτικών, ή οριζοντίων ιδιοκτησιών, οπουδήποτε ευρίσκονται και από οποιαδήποτε αιτία περιήλθαν στον εντολέα του, να εισπράττει τα τιμήματα ή να πιστώνει με αυτά τους αγοραστές και να μεταβιβάζει στους τελευταίους τα κάθε φύσης δικαιώματα, προσωπικά και εμπράγματα του εντολέα.
Με βάση το παραπάνω πληρεξούσιο, και αφού στο μεταξύ μεσολάβησε ένα διάστημα όπου είχαν ψυχρανθεί οι μεταξύ του Ι. Μ. και της εναγομένης σχέσεις, ο πρώτος μεταβίβασε λόγω πώλησης κατά κυριότητα στη δεύτερη δυνάμει του επίδικου …/3-8-1995 πωλητηρίου συμβολαίου της Συμβολαιογράφου Αθηνών Νικολάϊας Χαραλαμποπούλου την πατρική οικία του ενάγοντος ήτοι διαμέρισμα ευρισκόμενο στον τέταρτο όροφο πολυκατοικίας επί της οδού … και … αριθ. 1 στο …, συνολικής επιφάνειας 145 τ.μ.
αποτελούμενο από τα με αριθμούς Δ3 και Δ4 διαμερίσματα και περιλαμβάνουσα και την στο υπόγειο αποθήκη με αριθμό 14, και επί του οικοπέδου 408,75 τμ. και αντί του αναφερόμενου στο συμβόλαιο αυτό συμφωνηθέντος τιμήματος εκ δρχ. 33.800.000, το οποίο ουδέποτε καταβλήθηκε από την εναγομένη. Η μεταβίβαση δε στην εναγομένη του διαμερίσματος αυτού, που είναι το επίδικο, και αποτελούσε το τελευταίο περιουσιακό στοιχείο από την ακίνητη περιουσία του ενάγοντος, έγινε εν αγνοία αυτού, ο οποίος, χωρίς να έχει εισπράξει κάποιο τίμημα, ή να γνωρίζει κατ' άλλο τρόπο τη μεταβίβαση και αφού μάλιστα η εναγομένη προέβη στη μεταγραφή του συμβολαίου ένα σχεδόν χρόνο αργότερα, ήτοι στις 16-5-1996, συνέχιζε να δηλώνει το παραπάνω ακίνητο στη φορολογική του δήλωση του 1996, ενώ επισκεπτόταν τούτο και κατέβαλλε ο ίδιος τις κοινόχρηστες δαπάνες έως και το Μάρτιο του 1996.
Τούτο δε (διαμέρισμα) είχε περιέλθει κατά κυριότητα στον ενάγοντα δυνάμει του …/1988 συμβολαίου του Συμβολαιογράφου Αθηνών Στέφανου Καταπόδη, που μεταγράφηκε νόμιμα λόγω αγοράς από τους γονείς του Β. Τ. και Ν. συζ. Β. Τ., οι οποίοι και κατοικούσαν σε αυτό, μέχρι το θάνατο το έτος 1988 του πατέρα του και τη μεταφορά σε οίκο ευγηρίας το έτος 1992, της μητέρας του.
Η επίδικη μεταβίβαση του διαμερίσματος στην εναγομένη, στο οποίο η τελευταία εγκαταστάθηκε τον Αύγουστο του 1996, ο δε ενάγων έλαβε γνώση αυτής (μεταβίβασης) το Δεκέμβριο του έτους αυτού (1996) μέσω του δικηγόρου του, όταν θέλησε να λάβει από το αρμόδιο Υποθηκοφυλακείο αντίγραφο του τίτλου κτήσης του, αποτέλεσε την απαρχή της εμπλοκής των διαδίκων σε σωρεία δικαστικών αγώνων ενώπιον των πολιτικών και ποινικών δικαστηρίων, που ξεκίνησε με την υποβολή από τον ενάγοντα σχετικής από 26-2-1997 έγκλησής του τόσο κατά του Ι.
Μ., όσο και κατά της εναγομένης, εναντίον των οποίων ασκήθηκε ποινική δίωξη για κακουργηματική υπεξαίρεση και απάτη, όσο και με την άσκηση από τον ενάγοντα της από 16-2-1998 και με αριθμ. κατ. 1447/1998 προγενέστερης αγωγής πανομοιότυπου σχεδόν περιεχομένου με την ένδικη, από το δικόγραφο της οποίας μετά την έκδοση επί αυτής της 7778/2000 προδικαστικής απόφασης του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου (Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών) ο ενάγων παραιτήθηκε παραδεκτά τόσο με την άσκηση της ένδικης (με ρητή δήλωσή του σε αυτήν), όσο και ενώπιον του ακροατηρίου του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου στο οποίο είχε εισαχθεί η πρώτη με σχετική κλήση για νέα συζήτηση κατά την ίδια δικάσιμο της 8-11-2005 κατά την οποία συζητήθηκε και η ένδικη, και κατόπιν νομότυπης κλήτευσης της εναγομένης, χωρίς καμία εναντίωση εκ μέρους της εναγομένης.
Σύμφωνα με τα αναφερόμενα αμέσως παραπάνω και αναγραφόμενα στο επίδικο αγοραπωλητήριο συμβόλαιο για την επίδικη πώληση και με βάση το παραπάνω …/1993 πληρεξούσιο, το οποίο (πληρεξούσιο) στη συνέχεια βέβαια ανακλήθηκε από τον ενάγοντα με την …/20-7-1996 πράξη του Συμβολαιογράφου Αθηνών Στέφανου Καταπόδη, συμφωνήθηκε ως τίμημα της αγοραπωλησίας το προαναφερόμενο ποσό των 13.800.000 δρχ., το οποίο κατά τα αναγραφόμενα στο συμβόλαιο ο παραστάς ως εκπρόσωπος της αγοράστριας δικηγόρος δήλωσε ότι κατέβαλε στον εκπρόσωπο του πωλητή (Ι.
Μ.) εκτός γραφείου του Συμβολαιογράφου και ο τελευταίος δήλωσε ότι εισέπραξε το τίμημα. Όμως, όπως προαναφέρθηκε, από την πώληση αυτή ουδέποτε καταβλήθηκε τίμημα από την εναγομένη και αντίστοιχα εισπράχθηκε από τον Ι. Μ. και περαιτέρω από τον ενάγοντα είτε κατά τον παραπάνω χρόνο της κατάρτισης της αγοραπωλησίας, είτε αργότερα.
Και τούτο διότι ο Ι. Μ., προέβη στη μεταβίβαση του διαμερίσματος στην εναγομένη χωρίς να εισπράξει κάποιο τίμημα συμφωνώντας με αυτήν ότι τέτοιο δεν οφείλεται με σκοπό την απόσβεση αυτού (χρέους) και την απαλλαγή της με άφεση κατά τις διατάξεις του άρθρου 454 ΑΚ από την καταβολή του τιμήματος που αυτή όφειλε να καταβάλει, ενεργώντας αυτός έξω από την εξουσία αντιπροσώπευσης και δη καθ' υπέρβαση των ορίων της πληρεξουσιότητας που είχε δυνάμει του προαναφερόμενου …/1993 πληρεξουσίου, αφού με αυτό (πληρεξούσιο), όπως προαναφέρθηκε, του είχε παρασχεθεί η εντολή και πληρεξουσιότητα να πωλεί και μεταβιβάζει κατά κυριότητα ακίνητα του ενάγοντος μόνο έναντι τιμήματος και όχι με άφεση χρέους.
Βέβαια η εναγομένη ισχυρίσθηκε ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και επαναλαμβάνει και με την έφεση της και τις προτάσεις της ότι ουδέποτε συμφωνήθηκε μεταξύ αυτής και του Ι. Μ. η μη καταβολή τιμήματος, αλλά αντίθετα ότι κατέβαλε στον τελευταίο το συμφωνηθέν τίμημα, ανερχόμενο στο ποσό των 13.800.000 δρχ.
πριν από την κατάρτιση του συμβολαίου. Συγκεκριμένα ισχυρίζεται ότι μεταξύ του ενάγοντος και αυτής κατά το έτος 1995, όταν αποφάσισαν να λύσουν το γάμο τους, συμφωνήθηκε η πώληση σε αυτήν του επίδικου ακινήτου με συμψηφισμό μέρους του τιμήματος ύψους 7.000.000 δρχ. με ισόποση ανταπαίτηση που είχε κατ' αυτού (ενάγοντος) από χορήγηση σε αυτόν κατά την 3ετία 1993-1995 ισόποσου δανείου για την κάλυψη των εξόδων της μητέρας του στο γηροκομείο, όπου φιλοξενείτο και ότι κατέβαλε το υπόλοιπο ποσό του τιμήματος ήτοι 6.800.000 δρχ.
σε μετρητά στον Ι. Μ. για λογαριασμό του ενάγοντος. Όμως οι παραπάνω ισχυρισμοί της είναι αβάσιμοι, αφού από κανένα πειστικό αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκαν. Ειδικότερα, ενώ επικαλείται την παροχή δανείου στον ενάγοντα κατά το παραπάνω διάστημα της 7ετίας του σημαντικού ποσού των 7.000.000 δρχ. ουδένα έγγραφο προς τούτο προσκομίζεται έστω και για ένα μέρος του ποσού, ή ανάληψη κάποιου ποσού από τραπεζικό λογαριασμό της.
Ουδεμία έγγραφη απόδειξη καταβολής του σημαντικού ποσού των 6.800.000 δρχ. προσκομίζεται, ούτε και απόδειξη είσπραξης του ποσού αυτού από το συνάδελφο της Σ. Γ., από τον οποίο, όπως ισχυρίζεται δανείσθηκε τούτο. Περαιτέρω κατά την περίοδο 1993-1995, που η εναγομένη ισχυρίζεται ότι προέβη σε δανεισμό του ενάγοντος, οι σχέσεις τους ήταν τεταμένες (ανάκληση του προαναφερόμενου πληρεξουσίου προς την εναγομένη, επιστολή από 7-11-1993 της εναγομένης προς αυτόν όπου τον χαρακτηρίζει ως ψυχικά ανισόρροπο και τεμπέλη, από 29-5-1994 διαθήκη της που τον χαρακτηρίζει ανίκανο να αξιοποιήσει την περιουσία του πατέρα του), ώστε αντίκειται σε κάθε λογική ο προαναφερόμενος δανεισμός.
Συνεχίζει δε το Εφετείο, ότι ο Ι. Μ. μετά την μεταβίβαση του επίδικου στην εναγομένη και αφού στο μεταξύ είχε κλονισθεί η υγεία του μεταβίβασε την ψιλή κυριότητα δύο οριζοντίων ιδιοκτησιών επί οικοδομής του στο … το Σεπτέμβριο του 1995 στα δύο τέκνα του. Η εναγομένη, κατά το Μάιο του 1996 μόλις πληροφορήθηκε τη μεταβίβαση, δημιούργησε επεισόδιο στην οικία του τελευταίου, του οποίου η κατάσταση της υγείας είχε επιδεινωθεί σοβαρά, παρουσία και των τέκνων του, απαιτώντας την ανάκληση των γονικών παροχών λόγω της επικαλούμενης απαίτησής της κατά του Ι.
Μ. από δάνειο ύψους 12.600.000 δρχ, που του είχε χορηγήσει τμηματικά κατά τα έτη 1990 - 1993 με ημερομηνία απόδοσης τον Αύγουστο του 1996, χωρίς και για τούτο (δάνειο) να έχει καταρτισθεί κάποιο έγγραφο, όπως και στην ένδικη περίπτωση, ο δε Ι. Μ., προφανώς καθ' υπόδειξή της, μόλις ένα χρόνο μετά τη σύσταση των γονικών παροχών προέβη σε ανάκλησή τους με την από 14-11-1996 αγωγή του.
Εξάλλου, ενώ η εναγομένη επικαλείται ως άνω όσον αφορά το τίμημα της αγοραπωλησίας, το μερικό συμψηφισμό ποσού 7.000.000 για ανταπαίτησή της από ισόποσο δάνειο και την καταβολή σε μετρητά του υπολοίπου ποσού των 6.800.000 δρχ. εκτός συμβολαιογραφικού γραφείου, οι ισχυρισμοί της είναι αντίθετοι ιδία όχι μόνο με τα όσα αναφέρονται ως άνω στο αγοραπωλητήριο συμβόλαιο (ότι καταβλήθηκε ολόκληρο το τίμημα των 13.800.000 δρχ.
εκτός συμβολαιογραφικού γραφείου - χωρίς να αναφέρεται συμψηφισμός), αλλά και τα όσα η ίδια κατέθεσε ως πολιτικώς ενάγουσα σε ποινική δίκη ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών κατά τη δικάσιμο της 25-2-2005, με κατηγορούμενους, εκτός άλλων, τον ενάγοντα, κατόπιν σχετικής έγκλησής της, για ψευδή καταμήνυση, συκοφαντική δυσφήμηση και ηθική αυτουργία σε ψευδορκία μαρτύρων, όπου κατέθεσε χαρακτηριστικά "Ενόψει του διαζυγίου, παρόντος του Ι.
Μ., συμφωνήσαμε ότι λεφτά που είχαν σπαταληθεί στη διάρκεια του γάμου πρέπει κάπως να ισοσκελιστούν. Γι' αυτό του έδωσα τα μισά της αντικειμενικής αξίας του σπιτιού (7.000.000 δρχ.) στο … . Έδωσα τα χρήματα στον πληρεξούσιο του Μ., εκτός γραφείου. Μου έφερε ο γαμπρός μου χρήματα σε φάκελο από τον πατέρα μου στην Αμερική".
Περαιτέρω αποδεικνύεται από τα ίδια αποδεικτικά μέσα ότι η εναγομένη γνώριζε, ότι η εντολή και πληρεξουσιότητα για πώληση του επιδίκου ακινήτου είχε δοθεί από τον ενάγοντα με σύγχρονη συμφωνία για καταβολή τιμήματος εκ μέρους του αγοραστή, όπως συμβαίνει με όλες τις πωλήσεις και όχι με άφεση χρέους, που συνομολογήθηκε ως άνω μεταξύ του Ι.
Μ. και αυτής. Άλλωστε και η ίδια η εναγομένη δεν αμφισβητεί την υποχρέωσή της για καταβολή τιμήματος. Επίσης γνώριζε ότι η πώληση του επίδικου ακινήτου χωρίς την καταβολή του τιμήματος ήταν πρόσφορη να επιφέρει βλάβη στον ενάγοντα, δεδομένου ότι ήταν το τελευταίο περιουσιακό του στοιχείο. Κατ' ακολουθία των παραπάνω και σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στη μείζονα νομική σκέψη της παρούσας, εφόσον η επίδικη πώληση από τον Ι.
Μ. του επίδικου διαμερίσματος προς την εναγομένη έγινε εκτός των ορίων της εξουσίας αντιπροσώπευσης, δηλαδή χωρίς την καταβολή του τιμήματος από την τελευταία, αλλά αντίθετα με συμφωνία μεταξύ τους για άφεση του χρέους που αφορά το τίμημα, ήτοι καθ' υπέρβαση των ορίων της εξουσιοδότησης που του είχε παρασχεθεί από τον ενάγοντα, αυτή (πώληση) και όλη η δικαιοπραξία μεταβίβασης του διαμερίσματος που καταρτίσθηκε με το …/1995 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο της Συμβολαιογράφου Αθηνών Νικολαΐας Χαραλαμποπούλου είναι μη νόμιμη και άκυρη και δεν δεσμεύει τον ενάγοντα - εφεσίβλητο που την απέκρουσε και δεν ενέκρινε αυτήν αμέσως μόλις την πληροφορήθηκε με την άσκηση εκ μέρους του της προηγούμενης αγωγής του από την οποία παραιτήθηκε και ακολούθως με την έγερση της ένδικης, και αυτός εξακολουθεί να είναι κύριος του επίδικου αυτού ακινήτου.
Έτσι, τα αντίστοιχα αγωγικά αιτήματα (όπως αυτά περιορίσθηκαν) περί αναγνώρισης της ακυρότητας της σύμβασης αγοραπωλησίας για τον παραπάνω λόγο ακυρότητας αυτής και συνακόλουθα αναγνώρισης της κυριότητας του ενάγοντος επί του επίδικου ακινήτου, λόγω αμφισβήτησης από μέρους της εναγομένης, είναι ουσιαστικά βάσιμα.
Εξάλλου με βάση τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στη μείζονα νομική σκέψη η εναγομένη παρακρατώντας το επίδικο ακίνητο απ' τον ιδιοκτήτη του ενάγοντα, εν γνώσει της ότι αυτός εξακολουθούσε να είναι κύριος, αφού η συναφθείσα από αυτήν σύμβαση ήταν άκυρη και εν γνώσει περί της ακυρότητας αυτής κατά τα ως άνω κατά την κτήση της νομής του ακινήτου με παράνομη πράξη, προξένησε σ' αυτόν παράνομα και υπαίτια ζημία, που συνίσταται στα μισθώματα που θα μπορούσε ο ενάγων να εισπράξει από τη μίσθωση του εν λόγω διαμερίσματος.
Τα μισθώματα αυτά ενόψει του εμβαδού , της θέσης του διαμερίσματος και της παλαιότητας αυτού (145 τμ. μετά αποθήκης, 40ετία/κατά την κατάληψη, 4ου ορόφου, επί της οδού … - …), ανέρχονται κατά μήνα στα εξής ποσά: Για τα έτη 1996 -1997 στο ποσόν των 586,94 ευρώ, για τα έτη 1998 - 1999 στο ποσόν των 628,03 ευρώ, για τα έτη 2000 -2001 στο ποσόν των 671,99 ευρώ, για τα έτη 2002 - 2003 στο ποσόν των 719,03 ευρώ και για το έτος 2004 στο ποσό των 769,36 ευρώ.
Συνεπώς η εναγομένη οφείλει στον ενάγοντα για το επίδικο χρονικό διάστημα από τον Αύγουστο 1996 έως και Νοέμβριο 2004 (κατάθεση της κρινόμενης αγωγής) και αφού εντός του παραπάνω αυτού χρονικού διαστήματος ο ενάγων προσδιόρισε τις αξιώσεις του, το συνολικό ποσό των 66.898 ευρώ (9.978+15.072, 72+16.127, 76+17.256, 72+8.462,96) με το νόμιμο τόκο του παραπάνω ποσού της αποζημίωσης από την επίδοση της αγωγής, καθόσον δεν αποδείχθηκε προηγούμενη όχληση της εναγομένης.
Περαιτέρω, λόγω της παραπάνω υπαίτιας και παράνομης συμπεριφοράς της εναγομένης, ο ενάγων αναγκάστηκε να φιλοξενείται σε διάφορα συγγενικά σπίτια, κατάντησε να μην έχει κανένα από τα περιουσιακά στοιχεία που του άφησε ο πατέρας του, με αποτέλεσμα να υποστεί ηθική βλάβη, για την χρηματική ικανοποίηση της οποίας η εναγομένη οφείλει να του καταβάλει το ποσόν των 15.000 ευρώ ως εύλογο, εκτιμώντας τις συνθήκες κάτω από τις οποίες επήλθε αυτή καθώς και τις οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες των διαδίκων.
Έτσι τα αντίστοιχα αγωγικά αιτήματα (όπως αυτά περιορίσθηκαν) περί αναγνώρισης οφειλής εκ μέρους της εναγομένης στον ενάγοντα χρηματικών ποσών λόγω αποζημίωσης συνεπεία της αναφερόμενης αδικοπραξίας και ηθικής βλάβης είναι ουσιαστικά βάσιμα κατά ένα μέρος". Με βάση τα πραγματικά αυτά περιστατικά, το Εφετείο εξαφάνισε, κατά παραδοχή της εφέσεως της αναιρεσείουσας - εκκαλούσας την 5177/2006 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά ένα μέρος και, ειδικότερα, ως προς τα κεφάλαιά της που αφορούν το ύψος της αποζημίωσης του εφεσιβλήτου, καθώς και της χρηματικής της ικανοποίησης και, στη συνέχεια έκρινε, ότι η ένδικη αγωγή του ενάγοντος - αναιρεσιβλήτου έπρεπε να γίνει δεκτή ως προς τα αιτήματά της :
α) περί αναγνώρισης της ακυρότητας της σύμβασης αγοραπωλησίας της περιεχομένης στο …/1995 πωλητήριο συμβόλαιο ως καταρτισθείσας καθ' υπέρβαση των ορίων της χορηγηθείσας από τον ενάγοντα πληρεξουσιότητας, β) της αναγνώρισης ακολούθως του ενάγοντα κυρίου του επίδικου ακινήτου (διαμερίσματος), γ) της αναγνώρισης ότι η εναγομένη οφείλει να καταβάλει στον ενάγοντα ως αποζημίωση λόγω αδικοπραξίας του χρηματικού ποσού ύψους 66.898 ευρώ (και όχι εκείνου των 71.776,08 ευρώ) και δ) της αναγνώρισης ότι η εναγομένη οφείλει να καταβάλει στον ενάγοντα του χρηματικού ποσού των 15.000 ευρώ (και όχι εκείνου των 30.000 ευρώ) ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης από τη σε βάρος του αδικοπραξία, ως βάσιμη κατ' ουσίαν.
Με αυτά που δέχθηκε και, έτσι, που έκρινε το Εφετείο, ορθώς ερμήνευσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 160, 200, 211 216, 217, 218,223, 219 , 288, 513 επ., 454 επ., 1033 επ., 713 714, 919 AΚ, και δεν παραβίασε αυτές ευθέως, ούτε στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ουσιαστική βασιμότητα της κρινόμενης αγωγής, οι δε περί του αντιθέτου, από τους αριθμούς 1 και 19, αντίστοιχα, του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., πρώτος και τρίτος λόγοι της αναιρέσεως είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Επειδή, οι ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, που εκφράζουν γενικότερες ερμηνευτικές αρχές, εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση κατά την οποία υπάρχει κενό στην ερμηνευόμενη σύμβαση ή αμφιβολία ως προς τις δηλώσεις βούλησης των συμβληθέντων. Το δικαστήριο παραβιάζει τους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες όταν, καίτοι ανελέγκτως διαπιστώνει, έστω και εμμέσως, την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας στις δηλώσεις βούλησης των δικαιοπρακτούντων και εντεύθεν την ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας τους, παραλείπει να προσφύγει, για τη συμπλήρωση ή ερμηνεία τους, στις διατάξεις των πιο πάνω άρθρων, ή προσφεύγει στην εφαρμογή των διατάξεων αυτών και τη συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, καίτοι δέχεται, επίσης ανελέγκτως, ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπληρώσεως ή ερμηνείας.
Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια της παραβιάσεως των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, για το λόγο ότι το Εφετείο, «μολονότι δέχθηκε ότι οι ως άνω δηλώσεις των συμβαλλομένων στα …/1993 και …/1995 συμβόλαια των συμβολαιογράφων Αθηνών Στέφανου Καταπόδη και Νικολαΐας Χαραλαμποπούλου, αντιστοίχως, ήταν σαφείς, προέβη στην ερμηνεία της δικαιοπραξίας».
Όμως το Εφετείο, όπως προκύπτει από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, που προπαρατέθηκαν, και ειδικότερα με το να δεχτεί, ότι ο ενάγων με το …/30-4-1993 πληρεξούσιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Στέφανου Καταπόδη έδωσε στον Ι. Μ. γενική και ειδική εντολή και πληρεξουσιότητα να πωλεί προς οποιονδήποτε με οποιοδήποτε τίμημα ακίνητά του, να εισπράττει τα τιμήματα ή να πιστώνει με αυτά τους αγοραστές, ότι η μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου δυνάμει του …/3-8-1995 πωλητηρίου συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Νικολάϊας Χαραλαμποπούλου συμφωνήθηκε και έγινε από τον Ι.
Μ. στην ήδη αναιρεσείουσα χωρίς καταβολή τιμήματος και έτσι ο Μ. υπερέβη την εξουσία που του δόθηκε με το άνω πληρεξούσιο, δεν διαπίστωσε κενό ή αμφίβολο σημείο, ως προς την περιεχόμενη στα προμνημονευόμενα συμβόλαια δήλωση βούλησης των συμβληθέντων, και, έτσι, δεν ήταν ανάγκη να προσφύγει στους πιο πάνω ερμηνευτικούς κανόνες.
Επομένως, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος. Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ.11 περ. γ' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Κατά την έννοια της διάταξης για την ίδρυση του λόγου αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν πράγματι λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας τα αποδεικτικά μέσα που προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη του, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 Κ.Πολ.Δ.
Εξάλλου, δεν θεμελιώνει λόγο αναίρεσης η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να μνημονεύσει στην απόφασή του ποια αποδεικτικά μέσα χρησιμοποιήθηκαν για άμεση και ποια για έμμεση απόδειξη ή να καθορίσει τη βαρύτητα που αποδόθηκε στο καθένα από αυτά ή τη σχέση και επιρροή του στα αποδεικτέα θέματα. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο της αναίρεσης (τέταρτος δεν υπάρχει) προβάλλεται αιτίαση από τον αριθ. 11 περ.
γ' αρθρ. 559 ΚΠολΔ., ότι το Εφετείο, καταλήγοντας στην κρίση περί απόρριψης της έφεσης της ήδη αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης απόφασης που είχε κάμει δεκτή την αγωγή του αντιδίκου της, δεν έλαβε υπόψη του α) το …/ 24.10.1996 συμβόλαιο, με το οποίο ο αναιρεσίβλητος πώλησε αυτοπροσώπως ένα οικόπεδο στον Οικοπεδικό Συνεταιρισμό ΣΕΚ, β) το …/14.11.1996 συμβόλαιο, με το οποίο ο αναιρεσίβλητος πώλησε αυτοπροσώπως ένα οικόπεδο στην περιοχή ..., γ) το 4211/28.1.1997 συμβόλαιο, με το οποίο ο αναιρεσίβλητος πώλησε αυτοπροσώπως ένα διαμέρισμα της επί της οδού … πολυκατοικίας, και δ) το …/15.1.1999 συμβόλαιο, με το οποίο ο αναιρεσίβλητος πώλησε αυτοπροσώπως ένα οικόπεδο στην περιοχή ....
Ο λόγος αυτός της αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος διότι από την επισκόπηση του όλου περιεχομένου της προσβαλλόμενης απόφασης, όπου μάλιστα υπάρχει η ρητή διαβεβαίωση, σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο έλαβε υπόψη και όλα τα έγγραφα που νόμιμα προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε, μαζί με το υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και τα ως άνω έγγραφα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 14-10-2007 αίτηση της Ε. θυγ. Π. Τ. για αναίρεση της 5763/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 24 Ιουνίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Δεκεμβρίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ