Legislator Case Law & Legislation
16/2025 AI generated

Greek Supreme Court dismisses appeal on pension supplement, ruling it is not equal pay under EU law.

Case Number 16/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed the appeal filed by former employees against a pension supplement provided by the National Bank of Greece. The plaintiffs argued the supplement constituted equal pay under EU law, while the bank contended it was a voluntary benefit unrelated to employment remuneration. The court rejected the EU law argument, stating the specific provisions defining 'pay' for gender equality purposes do not apply to this supplementary pension scheme.

Legislator headnote

AI generated

Articles 157(2) TFEU and Article 17 of the Charter of Fundamental Rights of the EU; The concept of 'pay' under the principle of equal pay for equal work does not encompass supplementary pension benefits provided by a private insurance fund.

Keywords

AI generated
supplementary pension equal pay principle EU law application private insurance fund dismissal of appeal

Cited Legislation

AI generated
Article 157(2) of the Treaty on the Functioning of the European Union
Article 17 of the Charter of Fundamental Rights of the European Union
Article 179 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 16 / 2025 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 16/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη - Εισηγητή, Νικόλαο Πουλάκη και Μαλαματένια Κουράκου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 26 Σεπτεμβρίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Α. Α., για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1.Α. Μ. του Ε., κατοίκου ..., χήρα ασφαλισμένου και δικαιούχου του ΛΕΠΕΤΕ Α. Γ., 2.Β. Γ. του Δ., κατοίκου ..., 3.Β. Δ. του Π., κατοίκου ..., 4.Γ. Ν. του Χ., κατοίκου ..., 5.Δ. - Μ. Μ. του Ν., κατοίκου ..., χήρας ασφαλισμένου και δικαιούχου του ΛΕΠΕΤΕ Δ. - Μ. Α., 6. Δ. Π. του Η., κατοίκου ..., 7.Δ. Π. του Ι., κατοίκου ..., 8.Δ. Α.

του Λ., κατοίκου ..., 9.Θ. Γ. του Ε., κατοίκου ..., 10.Κ. Ν. του Π., κατοίκου ..., 11.Κ. Α. του Ε., κατοίκου ..., 12.Κ. Π. του Κ., κατοίκου ..., 13.Λ. Α. του Κ., κατοίκου ..., 14.Μ. Ζ. του Ν., κατοίκου ..., 15.Μ. Ε. του Σ., κατοίκου ..., 16.Ν. Μ. του Ν., κατοίκου ..., χήρας ασφαλισμένου και δικαιούχου του ΛΕΠΕΤΕ Ο. Ε., 17.Π. Α. του Ν., κατοίκου ..., 18.Π. Α. του Σ., κατοίκου ..., 19.Σ.

Ε. του Ι., κατοίκου ..., 20.Σ. Δ. του Ν., κατοίκου ..., 21.Σ. Ε. του Π., κατοίκου ..., 22.Χ. Ι. του Μ., κατοίκου ... και Χ. Ε. του Π., κατοίκου .... Οι 9ος, 12η, 13η, 14ος, 17η, 20ος και 21η δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, οι 1η, 3ος, 4ος, 5η, 6η, 7ος, 8η, 10ος, 11ος, 15η, 16η, 18η, 19η, 22ος και 23η εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Μαρία Σκιαδιώτη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

και για τον 2ο (Β. Γ.) η ίδια ως άνω πληρεξούσια δικηγόρος Μαρία Σκιαδιώτη ανακάλεσε την από 15-9-2023 δήλωσή της κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., παραστάθηκε αυτοπροσώπως και δήλωσε ότι ο δεύτερος (Γ. Β.) έχει αποβιώσει και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζουν οι Α. Β. του Γ., Μ. Β. του Γ. και Σ. Β., χήρα Γ., το γένος Κ.

Δ., οι οποίες συνεχίζουν τη βιαίως διακοπείσα δίκη και εκπροσωπούνται από την ίδια, η οποία κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Αθηνά Πετρόγλου και Χρήστο Βλασσόπουλο, οι oποίοι κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών με αριθμό κατάθεσης 78046/2207/3-8-2018. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1234/2019 του ίδιου Δικαστηρίου και 361/2021 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 16-1-2023 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια των δικαιοπαρόχων του 2ου αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 94 παρ. 1 του ΚΠολΔ, στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο. Κατά το άρθρο 96 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα, κατά τη διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου και στις περιπτώσεις του άρθρου 98 η πληρεξουσιότητα δίνεται μόνο με συμβολαιογραφική πράξη ή με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση. Ειδικά για τις εργατικές διαφορές η πληρεξουσιότητα και ενώπιον του δικαστηρίου του Αρείου Πάγου μπορεί να δοθεί και με ιδιωτικό έγγραφο, το οποίο φέρει βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του διαδίκου από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή οποιαδήποτε άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή. Η πληρεξουσιότητα μπορεί να αφορά ορισμένες ή όλες τις δίκες εκείνου που την παρέχει και στο πληρεξούσιο πρέπει να αναγράφονται τα ονόματα των πληρεξουσίων.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 104 ΚΠολΔ, για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν αυτή δεν υπάρχει, κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως. Το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της.

Περαιτέρω, στο άρθρο 576 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα ορίζεται ότι αν ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί, αλλά δεν λάβει μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ενώ στην παρ. 3 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι αν μετέχουν περισσότεροι στη δίκη για την αναίρεση και δεν κλητεύθηκε κάποιος από αυτούς, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους.

Σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως, ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς. Από το συνδυασμό των προαναφερομένων διατάξεων και την καθιερούμενη από την τελευταία απ' αυτές αρχή ότι για τη συζήτηση της υπόθεσης στον Άρειο Πάγο πρέπει να έχουν κλητευθεί από εκείνον που επισπεύδει τη συζήτηση όλοι οι διάδικοι, συνάγεται ότι στην περίπτωση που επισπεύδοντες τη συζήτηση είναι οι αναιρεσείοντες που συνδέονται μεταξύ τους με απλή ομοδικία και ως προς τον εξ αυτών απολειπόμενο κατά τη γενόμενη αυτεπαγγέλτως προς τούτο από το δικαστήριο έρευνα διαπιστώνεται έλλειψη πληρεξουσιότητας προς τον δικηγόρο που για λογαριασμό του επέσπευσε τη συζήτηση, η ως άνω επίσπευση από αυτόν έλαβε χώρα ακύρως και, εφ' όσον δεν προκύπτει η από άλλον διάδικο κλήτευση αυτού, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς τους λοιπούς που εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τον απολειπόμενο αναιρεσείοντα (ΟλΑΠ 39/2005, ΟλΑΠ 9/2003, ΟλΑΠ 2/1992, ΑΠ 929/2023, ΑΠ 684/2022).

Στην προκείμενη περίπτωση, φέρεται για συζήτηση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου η από 16-1-2023 και με αριθμό κατάθεσης 520/41/19-1-2023 αίτηση αναίρεσης των αναιρεσειόντων κατά της αναιρεσίβλητης ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας, που προσδιορίσθηκε προς συζήτηση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας. Από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου προκύπτει ότι κατά την συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, που έλαβε χώρα κατά την δικάσιμο αυτή, δεν εμφανίσθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο οι 9ος, 12η, 13η, 14ος, 17η, 20ος και 21η, αναιρεσείοντες, ούτε υποβλήθηκε ως προς τους διαδίκους αυτούς η κατά το άρθρο 242 παρ.2 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση (άρθρο 573 παρ. 1 ΚΠολΔ), δήλωση ότι όλοι δεν θα παραστούν κατά την εκφώνηση της υπόθεσης.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι όλοι οι αναιρεσείοντες επέσπευσαν τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, όπως προκύπτει από την με επίκληση προσκομιζόμενη από τους παρισταμένους αναιρεσείοντες, με αριθμό ...-2023 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφερείας του Εφετείου Αθηνών Κ. Κ., από την οποία, επίσης, προκύπτει ότι κατόπιν παραγγελίας της Μαρίας Σκιαδιώτη, ως πληρεξούσιας δικηγόρου των αναιρεσειόντων, ακριβές αντίγραφο αυτής με πράξη ορισμού ως αρμοδίου του παρόντος Β2 Τμήματος του Αρείου Πάγου και με πράξη ορισμού δικασίμου για την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, καθώς και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο αυτή, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσίβλητη.

Ως προς τους 9ο, 12η, 13η, 14ο, 17η, 20ο και 21η αναιρεσείοντες, οι οποίοι, όπως προεκτέθηκε, δεν εμφανίσθηκαν κατά τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, δεν αποδεικνύεται ότι αυτοί είχαν χορηγήσει πληρεξουσιότητα στη δικηγόρο Μαρία Σκιαδιώτη, που υπέγραψε, για λογαριασμό όλων των αναιρεσειόντων, την παραγγελία προς επίδοση της ένδικης αίτησης αναίρεσης προς την αναιρεσίβλητη με κλήση προς συζήτηση για την προαναφερθείσα δικάσιμο, να επισπεύσει και για λογαριασμό τους τη συζήτηση αυτής, αφού δεν προσκομίζονται έγγραφες περί τούτου εξουσιοδοτήσεις τους προς την ως άνω δικηγόρο με βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής τους από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή ή μέσω της Ενιαίας Ψηφιακής Πύλης της Δημόσιας Διοίκησης (άρθρο 27 του ν. 4727/2020, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 25 του ν. 4934/2022) ή συμβολαιογραφικό προς αυτήν πληρεξούσιο, ούτε αποδεικνύεται ότι αυτοί κλητεύθηκαν από την αναιρεσίβλητη, αλλά ούτε και από τους απλούς ομόδικούς τους αναιρεσείοντες, για να παραστούν στη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης.

Κατά συνέπεια άκυρα οι ως άνω απολειπόμενοι αναιρεσείοντες επέσπευσαν τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και δεδομένου ότι, όπως προεκτέθηκε, δεν προκύπτει κλήτευσή τους για να παραστούν κατά την εκδίκαση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, πρέπει να χωρισθεί η υπόθεση ως προς αυτούς, καθότι συνδέονται με σχέση απλής ομοδικίας με τους λοιπούς παριστάμενους αναιρεσείοντες και να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ως προς αυτούς.

Κατά το άρθρ. 62 εδ.α ΚΠολΔ, όποιος έχει την ικανότητα να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων έχει και την ικανότητα να είναι διάδικος. Η ικανότητα αυτή, που ως διαδικαστική προϋπόθεση εξετάζεται κατά το άρθρ. 73 ΚΠολΔ αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης, παύει να υπάρχει για το φυσικό πρόσωπο με το θάνατό του (άρθρ. 35 ΑΚ).

Εξ άλλου κατά το άρθρ. 313 παρ. 1 εδ. δ ΚΠολΔ η απόφαση που εκδόθηκε σε δίκη διεξαχθείσα στο όνομα ανύπαρκτου φυσικού προσώπου, όπως είναι και αυτό που αποβίωσε, δεν έχει υπόσταση και ρητά χαρακτηρίζεται και αυτή ως ανύπαρκτη (ΟλΑΠ 27/1987). Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι διαδικαστική πράξη, που ασκήθηκε στο όνομα προαποβιώσαντος προσώπου, είναι απαράδεκτη και πρέπει αυτή να είχε ασκηθεί από τους κληρονόμους του, όπως για την αναίρεση ειδικότερα ορίζει το άρθρ. 556 παρ. 1 του ΚΠολΔ.

Συνεπώς η αίτηση αναίρεσης, που ασκήθηκε στο όνομα διαδίκου, ο οποίος είχε ήδη αποβιώσει κατά την άσκησή της, ήτοι κατά το χρόνο κατάθεσης αυτής στη γραμματεία του εκδώσαντος την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δικαστηρίου (άρθ. 495 παρ.1 του ΚΠολΔ), είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη για έλλειψη αναγκαίας διαδικαστικής προϋπόθεσης, δηλαδή του ίδιου του υποκειμένου της διαδικαστικής πράξης (ΑΠ 542/2021, ΑΠ 45/2018, ΑΠ 1611/2011, ΑΠ 448/2011, ΑΠ 1641/2006). Στην περίπτωση αυτή, στάδιο συνέχισης της δίκης από τους κληρονόμους του ήδη αποβιώσαντος αναιρεσείοντος, είτε αυτοβούλως με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου ότι συνεχίζουν τη δίκη, είτε με κλήτευση αυτών εκ μέρους του αντιδίκου τους, δεν υφίσταται, διότι οι διατάξεις των άρθρων 286, 287, 290 και 291 του ΚΠολΔ προϋποθέτουν επελθόντα θάνατο του διαδίκου μετά την άσκηση της διαδικαστικής πράξης, ήτοι εν προκειμένω μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, και κατά συνέπεια αυτοί απαραδέκτως συμμετέχουν στη δίκη, ως κληρονόμοι του προαποβιώσαντος διαδίκου (ΑΠ 2084/2022, ΑΠ 536/2020, ΑΠ 1681/2007).

Στην προκειμένη περίπτωση, από τα στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας και ειδικότερα από τα προσκομιζόμενα από τους αναιρεσείοντες έγγραφα προκύπτει ότι ο δεύτερος (2ος) των αναιρεσειόντων Γ. Β. του Δ. απεβίωσε την ...-2022 (βλ. με αριθ. .../2022 ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξίαρχου Δήμου Μαραθώνος), ήτοι σε χρόνο πριν την άσκηση της ένδικης από 16-1-2023 και με αριθ. 498/2023 αίτησης αναίρεσης, που κατατέθηκε στη γραμματεία του εκδώσαντος την προσβαλλομένη απόφαση δικαστηρίου την 19-1-2023. Επομένως η αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, αναφορικά με το δεύτερο των αναιρεσειόντων Γ. Β. του Δ., λόγω έλλειψης του υποκειμένου στην άσκησή της. Η εκ μέρους των κληρονόμων του ως άνω θανόντος (συζύγου και τέκνων) και υπό την ιδιότητά τους αυτή παροχή ρητής πληρεξουσιότητας στην παραστάσα κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ως άνω πληρεξούσια δικηγόρο, δυνάμει σχετικών εγγράφων εξουσιοδοτήσεων, που φέρουν βεβαίωση της γνησιότητας της υπογραφής αυτών από το Υπουργείο Ψηφιακής Διακυβέρνησης, για την παράσταση αυτής κατά τη συζήτηση της ως άνω αίτησης αναίρεσης κατά την ορισθείσα ή μετ` αναβολή δικάσιμο και για την έγκριση των γενομένων από την πληρεξούσια δικηγόρο των διαδικαστικών πράξεων, δεν ασκούν έννομη επιρροή, ούτε καθιστούν έγκυρη την ανοιγείσα με την αίτηση αναίρεσης δίκη, λόγω του προηγηθέντος θανάτου του ως άνω διαδίκου.

Με την από 16-1-2023 και με αριθμό κατάθεσης 520/41/19-1-2023 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμό 361/19-1-2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που δίκασε κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών-εργατικών διαφορών την από 27-8-2019 και με αριθμό κατάθεσης 73481/5687/28-8-2019 έφεση των εναγόντων-εκκαλούντων και ήδη αναιρεσειόντων κατά της με αριθμό 1234//2019 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που επίσης είχε δικάσει αντιμωλία των διαδίκων κατά την ίδια ειδική διαδικασία την από 3-8-2018 και με αριθμό κατάθεσης 78046/2207/3-8-2018 αγωγή των εναγόντων-αναιρεσειόντων και είχε απορρίψει την αγωγή.

Το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε τυπικά και ουσιαστικά την ως άνω έφεση των εναγόντων -εκκαλούντων και α) αφού, κατά παραδοχή σχετικού λόγου έφεσης, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου κατά το μέρος που είχε απορρίψει την αγωγή ως απαράδεκτη λόγω έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης των εναγόντων σχετικά με το αίτημα αναγνώρισης της υποχρέωσης καταβολής σε αυτούς εκ μέρους της εναγομένης της μηνιαίας επικουρικής παροχής κατά τη βάση αυτής που θεμελιώνεται σε ενδοσυμβατική ευθύνη της τελευταίας, έκρινε αυτή νόμιμη στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 361 και 648 του ΑΚ, και, αφού κράτησε και ερεύνησε την υπόθεση κατ' ουσία (και) κατά το μέρος αυτό, απέρριψε αυτήν κατά το μέρος αυτό ως αβάσιμη κατ' ουσία, β) στο πλαίσιο του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου που είχε απορρίψει την αγωγή κατ' ουσία κατά το κεφάλαιο επιδίκασης χρηματικής ικανοποίησης λόγω προσβολής της προσωπικότητας των εναγόντων από τη διακοπή της καταβολής της μηνιαίας επικουρικής παροχής και κατά το κεφάλαιο δημιουργίας επιχειρησιακής συνήθειας για την καταβολή της μηνιαίας επικουρικής παροχής, και αφού κράτησε την υπόθεση, απέρριψε την αγωγή κατά τα κεφάλαια αυτά ως μη νόμιμη και ως αόριστη αντίστοιχα, γ) έκρινε ότι η αγωγή ήταν αόριστη, ως προς τις βάσεις αυτής περί εντολής, παρακαταθήκης και μεσεγγύησης και μη νόμιμη ως προς τις βάσεις αυτής περί κοινωνίας δικαιώματος, παραβίασης του άρθρου 11 παρ.2 εδ.

β του ν. 1902/1990 και μονομερούς βλαπτικής μεταβολής των όρων εργασίας, απορρίπτοντας τους περί του αντιθέτου λόγους έφεσης και επικυρώνοντας κατά τα κεφάλαια αυτά την ομοίως αποφανθείσα απορριπτική απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και δ) δέχθηκε κατά τα λοιπά ότι η εναγομένη δεν είχε την υποχρέωση να καταβάλει στους ενάγοντες τις επίδικες παροχές επικούρησης ούτε στο πλαίσιο αδικοπρακτικής ευθύνης των προστηθέντων οργάνων αυτής, ούτε είχε την υποχρέωση να καλύπτει τα οργανικά ελλείμματα του ΛΕΠΕΤΕ στο πλαίσιο επιχειρησιακής συνήθειας ή αδικοπρακτικής της ευθύνης, επικυρώνοντας κατά τα κεφάλαια αυτά την ομοίως αποφανθείσα απορριπτική απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου.

Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης των λοιπών παρισταμένων αναιρεσειόντων (δηλαδή των 1ης, 3ου, 4ου, 5ης, 6ης, 7ου, 8ης,10ου, 11ου, 15ης, 16ης, 18ης, 19ης, 22ου και 23ης αναιρεσειόντων) ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, δεδομένου ότι κατατέθηκε στη Γραμματεία του Εφετείου Αθηνών στις 19-1-2023 και η προσβαλλόμενη απόφαση, της οποίας δεν προκύπτει η επίδοση με επιμέλεια οποιουδήποτε από τους διαδίκους, δημοσιεύθηκε στις 19-1-2021 (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ).

Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Στην παράγραφο 2 του άρθρου 22 του Συντάγματος ορίζεται ότι "Με νόμο καθορίζονται οι γενικοί όροι εργασίας, που συμπληρώνονται από τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας συναπτόμενες με ελεύθερες διαπραγματεύσεις και αν αυτές αποτύχουν, με τους κανόνες που θέτει η διαιτησία" και στην παράγραφο 5 του ιδίου άρθρου ορίζεται ότι "Το Κράτος μεριμνά για την κοινωνική ασφάλιση των εργαζομένων, όπως νόμος ορίζει".

Με την πρώτη από τις διατάξεις αυτές κατοχυρώνονται οι συλλογικές διαπραγματεύσεις ως μέσο για την ελεύθερη διαμόρφωση των όρων εργασίας και αμοιβής των μισθωτών, υπό την έννοια ότι οι όροι αυτοί, εκτός από τους γενικούς, δεν επιτρέπεται να ρυθμισθούν δια νόμου με αποκλειστικό τρόπο (δηλαδή να αφαιρεθούν από την ύλη των συλλογικών συμβάσεων), εκτός αν τούτο επιβάλλεται από λόγους γενικότερου συμφέροντος, συνδεόμενους με τη λειτουργία της εθνικής οικονομίας.

Με τη δεύτερη διάταξη από τους όρους εργασίας και αμοιβής των μισθωτών διαχωρίζονται τα θέματα της υποχρεωτικής κοινωνικής ασφάλισης, όπως είναι η σύσταση ασφαλιστικού οργανισμού, η υπαγωγή στην ασφάλιση, ο καθορισμός πόρων, η είσπραξη ασφαλιστικών εισφορών, η καταβολή ασφαλιστικών παροχών κλπ και καθορίζεται ότι όλα αυτά εμπίπτουν στο αντικείμενο της κρατικής μέριμνας, που εκδηλώνεται με κανόνες αναγκαστικού δικαίου.

Σε ακολουθία προς τις ως άνω συνταγματικές διατάξεις, στο άρθρο 2 περ.3 του ν. 1876/1990 ορίσθηκε ότι η συλλογική σύμβαση εργασίας μόνο σε περιορισμένη έκταση μπορεί να ρυθμίζει ζητήματα κοινωνικής ασφάλισης, "εφόσον αυτά δεν έρχονται σε αντίθεση με τη συνταγματική τάξη και την πολιτική των δημοσίων φορέων κοινωνικής ασφάλισης" και, πάντως, εφόσον δεν πρόκειται για ζητήματα "συνταξιοδοτικά".

Αμέσως μετά, με το άρθρο 43 παρ.3 του ν. 1902/1990 διευκρινίσθηκε ότι στην έννοια των συνταξιοδοτικών ζητημάτων, που δεν μπορούν να αποτελέσουν περιεχόμενο συλλογικής σύμβασης εργασίας, περιλαμβάνεται, μεταξύ άλλων, "η σύσταση ειδικών ταμείων ή λογαριασμών που χορηγούν περιοδικές παροχές ή εφάπαξ βοήθημα με επιβάρυνση του εργοδότη".

Ομοίως και κατά τη διάταξη του άρθρου 21 παρ.3 του ν. 3239/1955, που ίσχυε πριν από το ν. 1876/1990, ορίζεται ότι "δεν δύναται δια συλλογικής συμβάσεως εργασίας ή αποφάσεως διαιτησίας να συσταθεί ειδικός λογαριασμός ή επικουρικός ασφαλιστικός οργανισμός ή ταμείον προνοίας ή να καθορισθούν ή τροποποιηθούν πόροι ή εισφοραί υπέρ πάσης φύσεως ασφαλιστικών οργανισμών ή λογαριασμών".

Πριν από την ισχύ των ως άνω νόμων όμως, είχε γίνει δεκτό ότι στο πλαίσιο της ελευθερίας των συμβάσεων (άρθρο 361 ΑΚ) μπορούσε να συμφωνηθεί μεταξύ του εργοδότη και των εργαζομένων σε μία επιχείρηση ή υπηρεσία η συγκέντρωση περιουσίας σε ειδικό λογαριασμό για ορισμένο ασφαλιστικό σκοπό (όπως η παροχή εφάπαξ βοηθημάτων, συντάξεων κλπ), διότι τέτοιους ειδικούς λογαριασμούς δεν τους απέκλειε η νομοθεσία, αλλά αντιθέτως τους προέβλεπε ειδικώς στο πλαίσιο ασφαλιστικών οργανισμών για ασφαλιστικές παροχές με τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 7 του α.ν. 1022/1946 (Α 75), με την οποία οριζόταν ότι "οργανισμός, έργον του οποίου είναι η ασφάλισης των μισθωτών ωρισμένης επιχειρήσεως κατά της αναπηρίας, του γήρατος και του θανάτου δύναται.....

να συστήσει εν εαυτώ ειδικόν λογαριασμόν... σκοπούντα στην ασφάλισιν αυτών κατά των ιδίων κινδύνων, δια της χορηγήσεως εφ' απαξ χρηματικών παροχών, εις ας περιπτώσεις και υφ' ους όρους προβλέπεται η χορήγησις των περιοδικών τοιούτων" (ΟλΑΠ 9/2012, ΑΠ 1238/2020, ΑΠ 1243/2019). Οι λογαριασμοί αυτοί, κατά κανόνα, δεν έχουν νομική προσωπικότητα, για την απόκτηση της οποίας απαιτούνται οι κατά περίπτωση νόμιμες προϋποθέσεις, δεν αποτελούν αστικές εταιρίες, ούτε έχουν την ικανότητα να είναι διάδικοι, αντιμετωπίζονται, όμως, τόσο από το νομοθέτη όσο και από τη νομολογία, ως φορείς κοινωνικής ασφάλισης, ομόλογοι με τους κρατικούς ασφαλιστικούς οργανισμούς (OλΑΠ 9/2012, ΟλΑΠ 25/2008, ΑΠ 99/2024, ΑΠ 929/2023, ΑΠ 1623/2023, ΑΠ 1238/2020, ΑΠ 1243/2019, ΑΠ 1330/2018, Ολ ΣτΕ 2197 - 2200/2010).

Συγκεκριμένα στον τομέα των τραπεζών συστήθηκαν μεταξύ πιστωτικών (τραπεζικών) ιδρυμάτων και του προσωπικού τους αλληλοβοηθητικά ταμεία των τραπεζών, τα οποία είναι ασφαλιστικοί φορείς ιδιωτικού δικαίου ποικίλης μορφής (νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου, ενώσεις προσώπων ή σύνολα περιουσιών), και οι οποίοι παρέχουν επικουρική ασφάλιση στους τραπεζοϋπαλλήλους κατόπιν συλλογικών συμβάσεων εργασίας ή συλλογικών ενοχικών συμφωνιών (ΟλΣτΕ 2197-2200/2010, ΑΠ 1623/2023, ΑΠ 1243/2019).

Ειδικότερα, οι φορείς κοινωνικής ασφάλισης διακρίνονται, με βάση την προέλευση και το νομικό τους καθεστώς, σε νομοθετικούς και συμβατικούς (μη κερδοσκοπικούς). Οι νομοθετικής προέλευσης φορείς έχουν, κατά κανόνα, τη μορφή νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, ενώ οι συμβατικής προέλευσης φορείς μπορεί να έχουν τη μορφή ειδικών λογαριασμών ή αλληλοβοηθητικών σωματείων ή ταμείων, συσταθέντων σε επιχειρησιακό επίπεδο είτε με τη συμφωνία εργοδοτών - εργαζομένων είτε μονομερώς από τους εργοδότες ή τους εργαζόμενους (ΑΠ 929/2023, ΑΠ 1244/2019).

Ο νομοθέτης τα ταμεία που στηρίζονται στην ιδιωτική βούληση άλλοτε μεν τα ανήγαγε σε νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου (άρθρο 3 παρ. 2 του α.ν. 1495/1938), άλλοτε δε, χωρίς να τα αναγάγει σε ν.π.δ.δ, τα αντιμετώπισε ως ασφαλιστικούς οργανισμούς, ομολόγους προς τους φορείς της δημόσιας υποχρεωτικής κοινωνικής ασφάλισης (ΑΠ 929/2023, ΑΠ 1623/2023, ΟλΣτΕ 2197-2200/2010).

Ενδεικτικά, με το άρθρο 12 του ν. 1405/1983 τα ταμεία αυτά εντάσσονται στο νομοθετικό καθεστώς της διαδοχικής ασφάλισης, στο οποίο μετέχουν ισότιμα με τους φορείς που είναι ν.π.δ.δ., με το άρθρο 10 του ν. 1902/1990 καθιερώνονται ενιαίοι κανόνες ως προς το όριο ηλικίας συνταξιοδότησης και το χρόνο θεμελίωσης σύνταξης γήρατος των ασφαλισμένων σε αυτά, με το άρθρο 18 του ίδιου νόμου τα πρόσωπα που ασφαλίζονται στα ταμεία αυτά εξαιρούνται από την ασφάλιση στο ΙΚΑ- ΤΕΑΜ και με το άρθρο 2 παρ. 4 του ν. 2084/1992 τα εν λόγω ταμεία νοούνται ως φορείς κοινωνικής ασφάλισης.

Συγκεκριμένα, με τη διάταξη του άρθρου 3 παρ.1 του ν. 997/1979, "περί συστάσεως Ταμείου Επικουρικής Ασφαλίσεως Μισθωτών και ετέρων τινών διατάξεων" (Α 287), όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 18 παρ.3 του ν. 1902/1990 (Α 138), ορίζεται ότι "στην ασφάλιση του ταμείου υπάγονται υποχρεωτικώς τα πρόσωπα, τα οποία ασφαλίζονται, δυνάμει των κειμένων περί υποχρεωτικής ασφαλίσεως διατάξεων, στο ΙΚΑ ή άλλο φορέα κύριας ασφάλισης μισθωτών και δεν υπάγονται για την αυτή απασχόληση στην ασφάλιση άλλου φορέα, κλάδου ή λογαριασμού ασφαλίσεων που λειτουργεί με τη μορφή ΝΠΔΔ.

Κατ' εξαίρεση, τα επικουρικά ταμεία, κλάδοι, λογαριασμοί ασφάλισης μισθωτών που λειτουργούν με τη μορφή ΝΠΙΔ, ως και κάθε άλλος φορέας επικουρικής ασφάλισης, ανεξαρτήτως ονομασίας ή νομικής μορφής, που έχουν συσταθεί μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος (17-10-1990), εξακολουθούν να διέπονται από τις καταστατικές τους διατάξεις και τα πρόσωπα που ασφαλίζονται σε αυτά εξαιρούνται από την ασφάλιση του ΙΚΑ- ΤΕΑΜ".

Ακόμη, με το ν. 1902/1990 "Ρύθμιση συνταξιοδοτικών και άλλων συναφών θεμάτων" (Α 138) και ειδικότερα με το άρθρο 10 παρ.1 αυτού με τίτλο άρθρου "Συνταξιοδοτικό καθεστώς ασφαλισμένων σε Ειδικά Ταμεία Συντάξεων", όπως αυτό αντικαταστάθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 9 του ν. 1976/1991 ( Α 184) ορίζεται ότι "στο παρόν άρθρο υπάγονται οι ασφαλισμένοι για κύρια ή επικουρική σύνταξη στα Ειδικά Ταμεία Συντάξεως του προσωπικού των Τραπεζών, του Τ.Α.Π. - Ο.Τ.Ε.

του Τ.Σ.Π. - Η.Σ.Α.Π. και στη Διεύθυνση Ασφαλίσεως Προσωπικού της Δ.Ε.Η. Ως επικουρικά ταμεία για την εφαρμογή του παρόντος νοούνται τα επικουρικά ταμεία ή κλάδοι ή λογαριασμοί, που λειτουργούν με τη μορφή ν.π.δ.δ., καθώς και κάθε άλλος φορέας, ανεξαρτήτως ονομασίας και νομικής μορφής, που χορηγούν περιοδικές παροχές, υπό τύπο συντάξεων, βοηθημάτων ή μερισμάτων, εφ` όσον τα έσοδα αυτών από εργοδοτικές εισφορές, κοινωνικούς πόρους ή άλλη επιχορήγηση υπερβαίνουν τα έσοδα από εισφορές των ασφαλισμένων", με την παρ.1 του άρθρου 11 του ως άνω νόμου με τίτλο άρθρου "ασφαλιστικές εισφορές Ειδικών Ταμείων" ορίζεται ότι "Από 1.1.1996 το ασφάλιστρο που καταβάλλουν οι ασφαλισμένοι στα ταμεία κύριας ασφάλισης μισθωτών του άρθρου 10 δεν μπορεί να είναι κατώτερο του 7,5%.

Αν κατά την έναρξη ισχύος αυτού του νόμου αυτό είναι μικρότερο, αυξάνεται προοδευτικά το λιγότερο κατά μία εκατοστιαία μονάδα ανά έτος, προκειμένου να φθάσει σε 7,5%" και με την παρ.2 του ιδίου άρθρου, όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση του δευτέρου εδαφίου της με την παρ.1 του άρθρου 10 του ν. 1976/1991 ορίζεται ότι "Τυχόν καταβολή από τον εργοδότη εισφοράς ασφαλισμένου με οποιαδήποτε μορφή και οποιονδήποτε τρόπο (καταβολή υπό του ιδίου αντί αυξήσεως μισθού, επιδότηση ασφαλισμένου κ.λπ.) μειώνεται προοδευτικά κατά το ποσοστό που αυξάνεται η καταβαλλόμενη από τον ασφαλισμένο εισφορά.

Ο εργοδότης υποχρεούται να παρακρατεί και αποδίδει από τις αποδοχές των ασφαλισμένων το ασφάλιστρο της παρ. 1 αυτού του άρθρου, καθώς επίσης και να καλύπτει τα τυχόν προκύπτοντα σε κάθε οικονομική χρήση ή κατά τη διάρκεια χρήσης ελλείμματα του αντίστοιχου φορέα....".

Εξάλλου, με το ήδη αναφερθέν άρθρο 2 παρ. 4 του ν. 2084/1992 "Αναμόρφωση της Κοινωνικής Ασφάλισης και άλλες διατάξεις (Α 165), όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση του πρώτου εδαφίου του με το άρθρο 11 παρ.1 του ν. 2227/1994 (Α 129), ορίζεται ότι " Στον παρόντα νόμο οι παρακάτω όροι σημαίνουν αντίστοιχα: 1. [...]. 2. [...]. 3. [...]. 4. Φορείς κοινωνικής ασφάλισης:

Όλα τα ασφαλιστικά Ταμεία και οργανισμοί που λειτουργούν με τη μορφή Ν.Π.Δ.Δ. και υπάγονται στην εποπτεία του Υπουργείου Οικονομικών και του Υπουργείου Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Επίσης φορείς ασφάλισης νοούνται τα Ταμεία ή Κλάδοι ή Λογαριασμοί, που λειτουργούν με την μορφή ν.π.ι.δ., οι υπηρεσίες και κάθε άλλος φορέας ανεξαρτήτως ονομασίας και νομικής μορφής, που χορηγούν περιοδικές παροχές υπό τύπο συντάξεων (κύριες και επικουρικές), βοηθημάτων ή μερισμάτων ή παροχές ασθένειας ή Εφάπαξ βοηθήματα εφόσον καταβάλλεται εργοδοτική εισφορά ή κοινωνικός πόρος''.

Με το άρθρο 46 παρ.1 του ως άνω νόμου ορίζεται ότι "Από 1.1.1993 το ποσοστό εισφοράς εργοδότη στα ειδικά ταμεία κύριας ασφάλισης του προσωπικού των Τραπεζών Αγροτικής, Ελλάδος και Κτηματικής, Εθνικής, Ε.Τ.Β.Α., Ιονικής - Λαϊκής, του Τ.Α.Π. - Ο.Τ.Ε. και του Τ.Σ.Π.Η.Σ.Α.Π. καθορίζεται σε 22%. Μεγαλύτερα ποσοστά προβλεπόμενα από τις καταστατικές διατάξεις των παραπάνω ταμείων για τον εργοδότη εξακολουθούν να ισχύουν.

Το ποσοστό εισφοράς των ασφαλισμένων στα παραπάνω Ταμεία ορίζεται από 1.1.1995 σε 11%'' και με την παρ.4 του ιδίου άρθρου ορίζεται ότι "Με επιφύλαξη των διατάξεων της επόμενης παραγράφου και της παρ. 2 από 1.1.1993 οι εργοδότες των ασφαλισμένων των Ειδικών Ταμείων κύριας ασφάλισης του άρθρου 9 του ν. 1976/1991 θα καλύπτουν τα ετήσια οργανικά ελλείμματα, σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 11 του ν. 1902/1990, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 10 του ν. 1976/1991, που τυχόν θα προκύψουν και μέχρι ποσού, που δεν θα υπερβαίνει σε καμιά περίπτωση το ποσό που καταβλήθηκε για την κάλυψη των ελλειμμάτων του 1992" και με το άρθρο 52 με τίτλο άρθρου "Επικουρική Ασφάλιση" ορίζεται στην παρ.1 ότι "Το ποσοστό εισφοράς στους φορείς επικουρικής ασφάλισης μισθωτών δεν μπορεί να είναι, για τον ασφαλισμένο, κατώτερο του 3% επί των αποδοχών αυτού, που υπόκεινται σε εισφορές σύμφωνα με τις καταστατικές διατάξεις κάθε φορά και του 3% για τον εργοδότη.

Μικρότερα ποσοστά αναπροσαρμόζονται σταδιακά από 1-1-1993 σε τρία έτη" και στην παρ. 2 ότι "Από 1-1-1995 η σχέση εισφοράς ασφαλισμένου προς την εισφορά εργοδότη στους φορείς επικουρικής ασφάλισης μισθωτών, στους οποίους προβλέπεται εισφορά εργοδότη ορίζεται σε 1 προς 1. Η παραπάνω σχέση δεν ισχύει για τους φορείς Επικουρικής Ασφάλισης, οι οποίοι χορηγούν σύνταξη σε υποκατάσταση κύριας ασφάλισης.

Αν οι εργοδότες των ασφαλισμένων των επικουρικών αυτών φορέων καλύπτουν τα οργανικά ελλείμματα σύμφωνα με τις καταστατικές η άλλες διατάξεις, η κάλυψη γίνεται μέχρι ποσού που δεν θα υπερβαίνει σε καμιά περίπτωση το ποσό που καταβλήθηκε για την κάλυψη των ελλειμμάτων του έτους 1992". Από την τελευταία ως άνω διάταξη προκύπτει ότι οι εργοδότες των ασφαλισμένων σε φορείς επικουρικής ασφάλισης, ανεξαρτήτως ονομασίας και νομικής μορφής των φορέων αυτών, που κάλυπταν τα οργανικά ελλείμματα αυτών σύμφωνα με διατάξεις των καταστατικών τους ή και με άλλες διατάξεις, η κάλυψη αυτή από 1.1.1995 και εφεξής γίνεται μέχρι του ποσού που δεν θα υπερβαίνει το ποσό που (τυχόν) καταβλήθηκε για την κάλυψη των ελλειμμάτων του έτους 1992.

Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 1 του ν. 2992/2002, ο οποίος εκδόθηκε σε συμμόρφωση του εσωτερικού νομοθέτη προς τον Κανονισμό 1606/2002 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και Συμβουλίου της 19-7-2002 "Για την Εφαρμογή των Διεθνών Λογιστικών Προτύπων" και σύμφωνα με τον Κανονισμό 1725/2003 της Επιτροπής της 19-9-2003 "Για την υιοθέτηση ορισμένων Διεθνών Λογιστικών Προτύπων σύμφωνα με τον Κανονισμό (ΕΚ) 1606/2002 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου", οι εισηγμένες στο Χρηματιστήριο Αξιών επιχειρήσεις, όπως είναι και οι τράπεζες, υποχρεώθηκαν από την 1-1-2005 (ΥΑ 53705/994/2003, ΦΕΚ Β` 1129/2003) να εφαρμόζουν τα Διεθνή Λογιστικά Πρότυπα (ΔΛΠ), μεταξύ των οποίων το ΔΛΠ αρ.19, που επιβάλλει την ακριβή λογιστική αποτύπωση όλων των παροχών του εργοδότη προς το προσωπικό του (ημερομίσθια, μισθούς, εισφορές κοινωνικών ασφαλίσεων, μελλοντικά προγράμματα παροχών μετά την απασχόληση κλπ), ακόμη και των μη ληξιπροθέσμων.

Ειδικότερα, στις παραγράφους 4, 5 και 6 εδαφ. α και β του Διεθνούς Λογιστικού Πρωτύπου (ΔΛΠ) 19, που φέρει τον τίτλο "Παροχές σε εργαζόμενους" του ως άνω Κανονισμού 1725/2003 "για την υιοθέτηση ορισμένων διεθνών λογιστικών προτύπων σύμφωνα με τον Κανονισμό (ΕΚ) 1606/2002 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου", ορίζεται ότι: "4.

Προγράμματα παροχών μετά την έξοδο από την υπηρεσία ταξινομούνται είτε ως προγράμματα καθορισμένων εισφορών είτε ως προγράμματα καθορισμένων παροχών. Το Πρότυπο παρέχει συγκεκριμένες οδηγίες για την ταξινόμηση των προγραμμάτων πολλών εργοδοτών, κρατικών προγραμμάτων και των προγραμμάτων με ασφαλιστικές παροχές. 5.

Σύμφωνα με τα προγράμματα καθορισμένων εισφορών, η επιχείρηση καταβάλει σταθερές εισφορές σε μια ξεχωριστή οικονομική μονάδα (Ταμείο) και δε θα έχει νόμιμη ή τεκμαιρόμενη δέσμευση να καταβάλει περαιτέρω εισφορές, αν το Ταμείο δεν κατέχει επαρκή περιουσιακά στοιχεία για να πληρώσει όλες τις παροχές σε εργαζόμενους που αφορούν σε υπηρεσία εργαζομένου στην τρέχουσα και σε προηγούμενες περιόδους.

Το Πρότυπο απαιτεί η επιχείρηση να καταχωρεί εισφορές σε ένα πρόγραμμα καθορισμένων εισφορών, όταν ένας εργαζόμενος έχει παράσχει υπηρεσία με αντάλλαγμα αυτές τις εισφορές. 6. Όλα τα λοιπά προγράμματα παροχών μετά την έξοδο από την υπηρεσία είναι προγράμματα καθορισμένων παροχών. Τα προγράμματα καθορισμένων παροχών μπορεί να είναι μη χρηματοδοτούμενα ή μπορεί να είναι ολικά ή εν μέρει χρηματοδοτούμενα [....]".

Από τις ως άνω διατάξεις του ΔΛΠ 19 του Κανονισμού 1725/2003 συνάγεται ότι δίδεται μόνο ο ορισμός των προγραμμάτων καθορισμένων εισφορών, ενώ τα προγράμματα καθορισμένων παροχών ορίζονται εξ αντιδιαστολής, καθώς προβλέπεται ότι στην έννοια αυτή εντάσσονται όλα τα υπόλοιπα προγράμματα, που δεν θεωρούνται προγράμματα καθορισμένων εισφορών.

Οι ίδιοι ως άνω ορισμοί επαναλαμβάνονται και στην παράγραφο 7 του ΔΛΠ 19 του Κανονισμού. Σύμφωνα, λοιπόν, με τον κατά τον Κανονισμό 1725/2003 ορισμό των προγραμμάτων καθορισμένων εισφορών, όταν πρόκειται περί προγραμμάτων καθορισμένων εισφορών συνταξιοδοτικών οργανισμών τράπεζας, η υποχρέωση της τελευταίας, όσον αφορά τις παροχές στους εργαζομένους μετά τη συνταξιοδότησή τους, περιορίζεται στο ποσό και μόνο που συνεισφέρει στο ασφαλιστικό ταμείο που χορηγεί τις σχετικές παροχές, ήτοι συνήθως στο ποσοστό επί των μηνιαίων αποδοχών του εργαζομένου, το οποίο αποτελεί την εισφορά του εργοδότη.

Το ποσό δε των παροχών, που λαμβάνεται από τον εργαζόμενο μετά την έξοδο από την υπηρεσία, προσδιορίζεται από το ποσό των εισφορών που καταβάλλονται από την Τράπεζα- εργοδότη και τον εργαζόμενο, καθώς και από την απόδοση των επενδύσεων που επιχειρεί ο ασφαλιστικός φορέας. Ενόψει του ότι, επί προγράμματος καθορισμένων εισφορών, η υποχρέωση των τραπεζών εξαντλείται στην καταβολή των εργοδοτικών εισφορών, αφού προϋποτίθεται για τον χαρακτηρισμό ενός προγράμματος ως καθορισμένων εισφορών ότι οι τράπεζες δεν έχουν αναλάβει νόμιμη ή τεκμαιρόμενη δέσμευση να καταβάλλουν περαιτέρω εισφορές, ήτοι δεν έχουν αναλάβει υποχρέωση κάλυψης ελλειμμάτων, ο αναλογιστικός και επενδυτικός κίνδυνος, ο σχετικός με την επάρκεια των περιουσιακών στοιχείων του προγράμματος για την κάλυψη των αναμενόμενων παροχών, βαρύνει τον εργαζόμενο.

Αντιθέτως, επί προγραμμάτων καθορισμένων παροχών, τα οποία εξ αντιδιαστολής προϋποθέτουν ότι οι τράπεζες έχουν αναλάβει την νόμιμη ή τεκμαιρόμενη δέσμευση να καταβάλουν περαιτέρω εισφορές, ήτοι έχουν αναλάβει την υποχρέωση κάλυψης των τυχόν ελλειμμάτων των εν λόγω προγραμμάτων, ο αντίστοιχος κίνδυνος βαρύνει τις ίδιες τις τράπεζες.

Σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν πέραν των, λογιστικής και εν γένει οικονομικής φύσης, διαφορών των δύο προγραμμάτων (καθορισμένων εισφορών και καθορισμένων παροχών), ιδίως αναφορικά και με τις επιπτώσεις τους στην οικονομική θέση των τραπεζών, κύρια διαφορά τους, η οποία σηματοδοτεί και την ένταξη ενός προγράμματος στην αντίστοιχη κατηγορία, συνιστά η ύπαρξη ή μη δέσμευσης των τραπεζών για την κάλυψη των ελλειμμάτων τους.

Συνεπώς, πρόγραμμα καθορισμένων παροχών, στο πλαίσιο του οποίου ο αναλογιστικός και επενδυτικός κίνδυνος βαρύνει τις τράπεζες, μπορεί να νοηθεί, κατά λογική αναγκαιότητα, μόνον εφόσον, μεταξύ άλλων, οι τράπεζες έχουν αναλάβει, έστω και τεκμαιρόμενα, τη δέσμευση να συνεισφέρουν οποιοδήποτε ποσό για την κάλυψη των δαπανών από τις συμφωνηθείσες παροχές.

Ακολούθως, με την εφαρμογή των ανωτέρω λογιστικών προτύπων και ιδίως εκείνου του ΔΛΠ αρ. 19, τα πιστωτικά ιδρύματα του ν. 2076/1992, που με βάση ιδιωτικές συμφωνίες είχαν αναλάβει στο διηνεκές τη δέσμευση να καλύπτουν τα ελλείμματα των ταμείων επικουρικής ασφάλισης του προσωπικού τους για την καταβολή συντάξεων, οφείλουν να αναγράφουν στους ισολογισμούς τους τις υποχρεώσεις αυτές σαν υποχρεώσεις προς οποιαδήποτε ιδιωτική ασφάλιση, πράγμα που έχει ως αποτέλεσμα να εμφανίζουν μεγαλύτερο παθητικό και χαμηλότερους δείκτες κεφαλαιακής επάρκειας.

Το αποτέλεσμα αυτό δεν θα υπήρχε, αν το προσωπικό των πιστωτικών ιδρυμάτων ασφαλιζόταν και για τις επικουρικές παροχές (πολύ περισσότερο γι` αυτές που μέχρι τότε καταβάλλονταν στο πλαίσιο προγραμμάτων προκαθορισμένων παροχών) σε κρατικό φορέα κοινωνικής ασφάλισης, διότι τότε οι σχετικές υποχρεώσεις θα αντιμετωπίζονταν ως υποχρεώσεις του αρμόδιου κρατικού φορέα και, κατ` επέκταση, του κοινωνικού συνόλου, αλλά όχι των πιστωτικών ιδρυμάτων, που θα περιορίζονταν στις εργοδοτικές εισφορές (όπως συμβαίνει στα ασφαλιστικά προγράμματα προκαθορισμένων εισφορών) και θα απαλλάσσονταν από την κάλυψη των ελλειμμάτων.

Προκειμένου να αποσοβηθούν οι κίνδυνοι, τους οποίους τα πιστωτικά ιδρύματα θα αντιμετώπιζαν ως προς την περαιτέρω λειτουργία τους από την εφαρμογή των Διεθνών Λογιστικών Προτύπων και την εξ αυτής λογιστική μείωση της κεφαλαιακής τους επάρκειας και, παράλληλα, προκειμένου να ενοποιηθεί η κρατική μέριμνα στο πεδίο της κοινωνικής ασφάλισης του προσωπικού των πιστωτικών ιδρυμάτων, με το ν. 3371/2005 "Θέματα Κεφαλαιαγοράς και άλλες διατάξεις"(ΦΕΚ Α 178), επεκτάθηκε το δημόσιο σύστημα κοινωνικής ασφάλισης στο προσωπικό των πιστωτικών ιδρυμάτων.

Οι σχετικές διατάξεις περιλαμβάνονται στο κεφάλαιο Η' του νόμου αυτού (άρθρα 57 έως 64), σύμφωνα με τις οποίες, το προσωπικό των πιστωτικών ιδρυμάτων, ως προς την κυρία ασφάλιση υπήχθη στο Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων- Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Μισθωτών (ΙΚΑ-ΕΤΑΜ) (άρθρο 57), ενώ ως προς την επικουρική ασφάλιση προβλέφθηκε η υποχρεωτική και αυτοδίκαιη υπαγωγή όλων των προσλαμβανομένων στα πιστωτικά ιδρύματα από 1.1.2005 στο Ενιαίο Ταμείο Επικούρησης Ασφάλισης Μισθωτών (ΕΤΕΑΜ) (άρθρο 58).

Ως προς τους ήδη ασφαλισμένους και συνταξιούχους των ταμείων επικουρικής ασφάλισης των πιστωτικών ιδρυμάτων προβλέφθηκε, επίσης, η υπαγωγή στην υποχρεωτική επικουρική ασφάλιση του ΕΤΕΑΜ, συντελούμενη, όμως, μετά τη διάλυση των ήδη υφισταμένων ταμείων, σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται από τις κείμενες διατάξεις ή τα καταστατικά αυτών (άρθρο 58).

Για την αντιμετώπιση, κυρίως, ζητημάτων μεταβατικής φύσεως, ιδρύθηκε το Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Τραπεζοϋπαλλήλων (ΕΤΑΤ) (άρθρο 60), στην ασφάλιση του οποίου ορίσθηκε ότι υπάγονται υποχρεωτικά τα πρόσωπα που εργάζονται στα πιστωτικά ιδρύματα του ν. 2076/1992 και ασφαλίζονται για επικουρική ασφάλιση στα οικεία ταμεία ασφάλισης του προσωπικού τους, μετά τη διάλυσή τους σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται από τις κείμενες διατάξεις ή τα καταστατικά αυτών (άρθρο 62).

Περαιτέρω, με το άρθρο 35 του ν. 4052/2012 (Α' 41) συνεστήθη ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "Ενιαίο Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης" (Ε.Τ.Ε.Α.), υπό την εποπτεία του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, με σκοπό την "παροχή μηνιαίας επικουρικής σύνταξης λόγω γήρατος, αναπηρίας και θανάτου στους εργαζόμενους στον ιδιωτικό, δημόσιο και ευρύτερο δημόσιο τομέα, στις τράπεζες και τις επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας, καθώς και στα μέλη των οικογενειών τους", εντάχθηκε δε στο εν λόγω Ταμείο, με το άρθρο 36 του νόμου αυτού, μεταξύ άλλων, το Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Τραπεζοϋπαλλήλων (Ε.Τ.Α.Τ.) ως προς την επικουρική ασφάλιση.

Το Ενιαίο Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης (Ε.Τ.Ε.Α.) με το άρθρο 74 του ν. 4387/2016, (Α 85) με το οποίο αντικαταστάθηκε η παρ. 2 του άρθρου 35 του προαναφερθέντος ν. 4052/2012, μετονομάσθηκε σε "Ενιαίο Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης και Εφάπαξ Παροχών" (Ε.Τ.Ε.Α.Ε.Π.). Με τις εν λόγω ρυθμίσεις, ο νομοθέτης απέβλεψε, προεχόντως, στην επέκταση του δημόσιου, καθολικού και υποχρεωτικού χαρακτήρα της κοινωνικής ασφάλισης και στο προσωπικό των πιστωτικών ιδρυμάτων, σύμφωνα με τις επιταγές του άρθρου 22 παρ.5 του Συντάγματος και της συνταγματικής αρχής της ισότητας, ούτως ώστε η επιβαλλόμενη από αυτές κρατική μέριμνα για την κοινωνική ασφάλιση των τραπεζοϋπαλλήλων να μην υπολείπεται εκείνης για την κοινωνική ασφάλιση των λοιπών εργαζομένων (ΟλΑΠ 9/2012, ΑΠ 929/2023, ΑΠ 1623/2023, ΑΠ 1238/2020, ΑΠ 1243/2019, ΟλΣτΕ 2197 έως 2202/2010).

Από το συνδυασμό, όλων των προαναφερθεισών διατάξεων προκύπτει ότι α) υπό το αρχικό νομοθετικό καθεστώς ήταν δυνατόν να συσταθεί νομίμως, με ιδιωτική συμφωνία και ειδικότερα με συλλογική σύμβαση μεταξύ εργοδότη και εργαζομένων, λογαριασμός που έχει τη μορφή της συγκέντρωσης περιουσίας και λειτουργεί εφεξής ως ασφαλιστικός οργανισμός με αντικείμενο τη χορήγηση περιοδικών συνταξιοδοτικών παροχών σε πρώην εργαζομένους, β) ο λογαριασμός αυτός, αν και στερείται νομικής προσωπικότητας, είναι ομόλογος των ασφαλιστικών ταμείων που συνιστούν νομικά πρόσωπα και λειτουργεί κατά όμοιο με αυτά τρόπο, δεδομένου ότι με τις προπαρατιθέμενες διατάξεις ο νομοθέτης, υιοθετώντας το λειτουργικό κριτήριο, περιλαμβάνει στις ρυθμίσεις τους όλους τους ασφαλιστικούς φορείς, χωρίς να απαιτεί συγκεκριμένη νομική μορφή για τη σύννομη λειτουργία τους, γ) υπό την έννοια αυτή, αν και στερείται νομικής προσωπικότητας, διακρίνεται από το πρόσωπο του εργοδότη και λειτουργεί αυτόνομα, δ) τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις που απορρέουν από τη λειτουργία του, καθώς και η χρηματοδότησή του με εργοδοτικές εισφορές και εισφορές των υπαλλήλων ρυθμίζονται από τον κανονισμό λειτουργίας του, κατά το μέτρο που αυτός δεν αντίκειται στις προαναφερθείσες νομοθετικές ρυθμίσεις και ε) το εύρος της χρηματοδότησής του υπάγεται στη ρυθμιστική εμβέλεια του ν. 2084/1992 και ειδικότερα του τρίτου εδαφίου της παρ. 2 του άρθρου 52 αυτού, το οποίο, ερμηνευόμενο σε συνδυασμό με τις διατάξεις των ν. 2076/1992 και 3371/2005 και την πρόθεση του νομοθέτη να θέσει όριο στην επιχορήγηση των ασφαλιστικών ταμείων από τα πιστωτικά ιδρύματα για να προστατεύσει την κεφαλαιακή επάρκεια των τελευταίων, συνιστά διάταξη αναγκαστικού δικαίου, ανεξαρτήτως της μορφής που λαμβάνει η επιχορήγηση και ειδικότερα αν γίνεται μέσω καταστατικής ή άλλης ειδικής πρόβλεψης ή οικειοθελώς από το πιστωτικό ίδρυμα ( ΑΠ 99/2024, ΑΠ 1623/2023).

Εξάλλου, όσον αφορά το προσωπικό της αναιρεσίβλητης, το έτος 1949 συνεστήθη από το Ταμείο Αλληλοβοηθείας των Υπαλλήλων της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος και από το Ταμείο Αλληλοβοηθείας Εισπρακτόρων και Κλητήρων Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος ο Λογαριασμός Επικουρήσεως Προσωπικού Τραπεζών Εθνικής και Εθνικής Κτηματικής ως έντοκος κοινός ειδικός λογαριασμός και ο Κανονισμός του, ο οποίος εγκρίθηκε από το Γενικό Συμβούλιο της Τράπεζας, τέθηκε σε ισχύ από 1.10.1949.

Μετά από τις γενόμενες κατά το παρελθόν τροποποιήσεις του, ο Κανονισμός φέρει ήδη τον τίτλο "Ειδικός Κανονισμός Επικουρήσεως του Προσωπικού της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος", ο δε παραπάνω Λογαριασμός τιτλοφορείται "Λογαριασμός Επικουρήσεως Προσωπικού Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος" [ΛΕΠΕΤΕ] (άρθρο 1 παρ. 1 του Κανονισμού) και σκοπός του είναι η παροχή μηνιαίας επικούρησης στο εξελθόν και εξερχόμενο προσωπικό της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (ΕΤΕ), το προερχόμενο από αμφότερες τις Τράπεζες Εθνική και Αθηνών, που συγχωνεύθηκαν το 1953 σε μία τράπεζα υπό τον τίτλο "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε." και τα άλλα πρόσωπα που καθορίζονται στο άρθρο 1 παρ. 2 του Κανονισμού (ΑΠ 929/2023, ΟλΣτΕ 431-436/2022).

Με τον ως άνω Κανονισμό προβλέπονται μεταξύ των άλλων τα εξής : Η διοίκηση και διαχείριση της περιουσίας του ειδικού λογαριασμού ανήκει σε Διαχειριστική Επιτροπή, η οποία απαρτίζεται από τον Διευθύνοντα Σύμβουλο της Εθνικής Τράπεζας (ΕΤΕ), ως Πρόεδρο, δύο υπαλλήλους της ΕΤΕ με βαθμό τουλάχιστον Υποδιευθυντή Β', οι οποίοι ορίζονται από τη διοίκηση της ΕΤΕ, τους προέδρους των Διοικητικών Συμβουλίων (Δ.Σ.) του Τ.Υ.Π.-Ε.Τ.Ε. (Ταμείο Υγείας Προσωπικού Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος), του Συλλόγου Υπαλλήλων ΕΤΕ και του Συλλόγου Εργαζομένων στην ΕΤΕ Ταμιακών-Τεχνικών και κλάδου Ασφαλείας (ΣΥΤΑΤΕ), από ένα μέλος του Δ.Σ.

του Τ.Υ.Π.-Ε.Τ.Ε. και τον Πρόεδρο του Δ.Σ. του Συλλόγου των Συνταξιούχων ΕΤΕ (άρθρο 2 παρ. 1). Η Διαχειριστική Επιτροπή, μεταξύ άλλων, μεριμνά για την επωφελέστερη τοποθέτηση των διαθέσιμων κεφαλαίων του λογαριασμού, μεριμνά και ελέγχει την κανονική είσπραξη των εισφορών και των λοιπών πόρων αυτού, όπως και των ενεργούμενων καταβολών και αποφασίζει κυριαρχικά περί του ποσού της εκάστοτε καταβλητέας στους δικαιούχους επικούρησης, ανάλογα με τις οικονομικές δυνατότητες του ειδικού λογαριασμού, η δε απόφασή της αυτή ισχύει καθολικώς για όλους τους επικουρουμένους (άρθρο 2 παρ. 2).

Πόροι του ΛΕΠΕΤΕ είναι οι εισφορές των μισθωτών της ΕΤΕ 3,5% επί των πάσης φύσεως αποδοχών αυτών, εργοδοτική εισφορά 9% επί των αυτών ποσών που υπολογίζεται η εισφορά των μισθωτών, εισφορά γάμου και εισφορά για την απόκτηση τέκνου εργοδότη και εργαζομένου, ποσό από τις προμήθειες για ασφαλιστικές εργασίες, οι τόκοι των κεφαλαίων του ειδικού λογαριασμού και οι πρόσοδοι από την επένδυση αυτών, οι πρόσοδοι από την εκποίηση άχρηστου για την Τράπεζα υλικού και κάθε άλλη πρόσοδος από δωρεά κ.λ.π. (άρθρο 5).

Περαιτέρω, στο άρθρο 9, όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή του ως άνω άρθρου με την 241η Συνεδρίαση της Διαχειριστικής Επιτροπής του ως άνω Λογαριασμού, που εγκρίθηκε με το με αριθμό 1047/22.11.1995 πρακτικό του Δ.Σ. της αναιρεσίβλητης, καθορίζονταν οι παροχές σε ποσοστό επί των κυρίων συντάξεων, αυξανόμενο ή μειούμενο κατά την κυριαρχική κρίση της Διαχειριστικής Επιτροπής, βάσει των εσόδων και των οικονομικών δυνατοτήτων του Λογαριασμού και με έγκριση του Δ.Σ.

της Τραπέζης, ενώ μετά την ως άνω τροποποίηση καθορίζονται οι παροχές σε ποσοστό επί των συντάξιμων αποδοχών βάσει των οποίων υπολογιζόταν η κύρια σύνταξη, πλέον οικογενειακών επιδομάτων (παρ.2), ορίζεται ότι το κατώτατο όριο καταβλητέας επικούρησης δεν μπορεί να είναι μικρότερο από τα εκάστοτε ισχύοντα κατώτατα όρια των παροχών ΙΚΑ-ΕΤΕΑΜ για τις περιπτώσεις γήρατος ή θανάτου (παρ. 8) και ορίζεται ότι με κάθε αναπροσαρμογή του μισθολογίου του εν ενεργεία προσωπικού της Τράπεζας η Διαχειριστική Επιτροπή αποφασίζει ανάλογη αναπροσαρμογή των επικουρήσεων με βάση τα απολογιστικά στοιχεία της προηγούμενης χρήσης και τα προϋπολογιστικά της τρέχουσας, σε περίπτωση δε που κρίνει, βάσει των παραπάνω στοιχείων, ότι η οικονομική κατάσταση του λογαριασμού δεν το επιτρέπει, μπορεί να αποφασίζει την αναστολή της αναπροσαρμογής για όσο διάστημα κρίνει αναγκαίο ή τη σταδιακή αναπροσαρμογή των επικουρήσεων ή την αναπροσαρμογή τους σε μικρότερο ποσοστό (παρ. 9).

Εξάλλου, με το εικοστό τέταρτο άρθρο του ν. 4618/2019 (Α' 89/10.6.2019) ορίσθηκαν στις παρ.1 εδαφ. α και 2 τα εξής "1. Από 1.1.2019 το Ενιαίο Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης Εφάπαξ Παροχών (ΕΤΕΑΕΠ) αναλαμβάνει την καταβολή μηνιαίας επικουρικής σύνταξης στους δικαιούχους έως την έναρξη ισχύος του παρόντος σύνταξης του Λογαριασμού Επικούρησης Προσωπικού Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (ΛΕΠΕΤΕ) και του Ειδικού Λογαριασμού Επικούρησης Προσωπικού Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος - Πρώην Προσωπικού Εθνικής Ακινήτων Α.Ε. (ΕΛΕΠΕΤΕ - Π.Π.

ΕΘΝΑΚ).... 2. Από 1.1.2019 η Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (ΕΤΕ) καταβάλλει στο ΕΤΕΑΕΠ τις αναλογούσες, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, εισφορές επικουρικής ασφάλισης για το σύνολο των ασφαλισμένων του ΛΕΠΕΤΕ και του ΕΛΕΠΕΤΕ - Π.Π. ΕΘΝΑΚ, πλέον συμπληρωματικής ασφαλιστικής εισφοράς, η οποία για τα έτη 2019 έως 2023 ανέρχεται στο ποσό των 40 εκατομμυρίων ευρώ ετησίως [...]".

Με το άρθρο 63 του ν. 4680/2020 (Α 72/23.3.2020) αντικαταστάθηκε η ως άνω διάταξη του εικοστού τέταρτου άρθρου του ν. 4618/2019 και ορίσθηκε, μεταξύ των άλλων, ότι στην ασφάλιση του Κλάδου Επικουρικής Ασφάλισης του e-ΕΦΚΑ υπάγονται οι ασφαλισμένοι και συνταξιούχοι ΛΕΠΕΤΕ (παρ.1), ότι η επικουρική σύνταξη, ως καθορίζεται με τις παραγράφους 2 και 5, καταβάλλεται στους μεν συνταξιούχους του ΛΕΠΕΤΕ από 1.3.2018 και ότι ποσά συντάξεων που έχουν ήδη καταβληθεί κατ' εφαρμογή του ως άνω άρθρου, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του, εξαντλούν την υποχρέωση του ΕΤΕΑΕΠ για το χρονικό διάστημα για το οποίο έχουν καταβληθεί (παρ. 4), ότι οι ασφαλισμένοι του ΛΕΠΕΤΕ από 1.1.2019 καθίστανται ασφαλισμένοι του τέως ΕΤΕΑΕΠ και διέπονται ως προς τις εισφορές ασφαλισμένου και εργοδότη, τον χρόνο ασφάλισης, τις προϋποθέσεις θεμελίωσης δικαιώματος σε σύνταξη και κάθε άλλο θέμα που αφορά στην ασφάλιση και στις παροχές, από τις διατάξεις της νομοθεσίας του Κλάδου Επικουρικής Ασφάλισης του e-ΕΦΚΑ (παρ. 7), ότι η Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (ΕΤΕ) καταβάλλει στον Κλάδο Επικουρικής Ασφάλισης του e-ΕΦΚΑ για τα έτη 2018 έως 2032 επιπρόσθετη ασφαλιστική εισφορά, η οποία ανέρχεται κατ' έτος σε ποσοστό 12% επί των μεικτών αποδοχών των απασχολούμενων με οποιαδήποτε σχέση εργασίας στην ΕΤΕ στις 31 Δεκεμβρίου του αντίστοιχου έτους και ότι με τις ως άνω εισφορές εξαντλείται η υποχρέωση της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος έναντι του Κλάδου Επικουρικής Ασφάλισης του e-ΕΦΚΑ που προκύπτει από την οικονομική επιβάρυνση του τελευταίου με την εφαρμογή του παρόντος άρθρου, καθώς και οιουδήποτε άλλου τρίτου (παρ. 8).

Με τις ως άνω διατάξεις ο νομοθέτης ενέταξε οριστικά τους ασφαλισμένους και τους συνταξιούχους του ΛΕΠΕΤΕ στον δημόσιο φορέα επικουρικής ασφάλισης, σύμφωνα με τις κατά τα ανωτέρω επιταγές του άρθρου 22 παρ. 5 του Συντάγματος, και προσδιόρισε τους ειδικότερους όρους της ιδρυθείσας κοινωνικοασφαλιστικής σχέσης δημοσίου δικαίου μεταξύ των ανωτέρω και του Κλάδου Επικουρικής Ασφάλισης του e-Ε.Φ.Κ.Α (ΑΠ 99/2024, ΑΠ 929/2023).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδάφιο α' του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (Ολ.ΑΠ 1/2022, ΟλΑΠ 1/2016, Ολ.ΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΟλΑΠ 4/2023, ΟλΑΠ 2/2023, ΟλΑΠ 3/2022, ΟλΑΠ 4/2021).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται εν όψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, και ιδρύεται ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση (ΟλΑΠ 2/2024, ΟλΑΠ 3/2020, ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 8/2018).

Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει αιτιολογία ή έχει ανεπαρκείς αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, ήτοι όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που κατά νόμο είναι αναγκαία για να στοιχειοθετηθεί στη συγκεκριμένη περίπτωση η διάταξη ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της (ΟλΑΠ 2/2019, ΑΠ 809/2022, ΑΠ 308/2020) ή περιέχει αντιφατικές αιτιολογίες, δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά, που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης (ΟλΑΠ 2/2019, ΑΠ 182/2023, ΑΠ 1545/2022).

Για να είναι ορισμένος ο πιο πάνω αναιρετικός λόγος πρέπει να διαλαμβάνονται στο δικόγραφο της αναίρεσης: α) η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το περιεχόμενο αυτής, β) οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, γ) ο ισχυρισμός και τα περιστατικά, οι οποίοι προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό, εφόσον αυτή δεν είναι αυτονόητη, δ) η εξειδίκευση της πλημμέλειας του δικαστηρίου της ουσίας, αν πρόκειται, δηλαδή για παντελή έλλειψη αιτιολογίας ή ποίες είναι οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 1242/2022, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 1361/2019, ΑΠ 1199/2018, ΑΠ 550/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την κατά το άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της ένδικης υπόθεσης, προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την από 3-8-2018 με αριθμό 78046/2207/3-8-2018 αγωγή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες, ισχυρίσθηκαν, ότι, οι μεν πρώτη, πέμπτη, όγδοη, δέκατη έκτη και δέκατη ένατη, εξ αυτών, ως σύζυγοι των αποθανόντων εργαζομένων στην αναιρεσίβλητη-εναγομένη και οι λοιποί τυγχάνουν συνταξιούχοι, πρώην εργαζόμενοι (υπάλληλοι) της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας και ότι είναι δικαιούχοι της μετεργασιακής παροχής (μηνιαίας επικούρησης) του "Λ.Ε.Π.Ε.Τ.Ε", που ιδρύθηκε το έτος 1949 κατόπιν συμφωνίας των εργαζομένων της εναγομένης με τη Διοίκηση αυτής.

Ότι ο "Λ.Ε.Π.Ε.Τ.Ε." δεν λειτουργεί ως φορέας υποχρεωτικής κοινωνικής (επικουρικής) ασφάλισης, αλλά ως έντοκος "Ειδικός Λογαριασμός Επικούρησης του Προσωπικού της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος" χωρίς νομική προσωπικότητα και ότι κατά τις διατάξεις του Κανονισμού του έχει σκοπό τη συγκέντρωση περιουσίας για παροχή στους ασφαλισμένους μηνιαίας επικούρησης μισθολογικού χαρακτήρα, διοικείται δε και διαχειρίζεται από Διαχειριστική Επιτροπή.

Ότι η ένταξή τους στο ΛΕΠΕΤΕ και η συνεπακόλουθη αδιατάρακτη καταβολή της επικούρησης επί σειρά ετών σ' αυτούς (ενάγοντες) αποτέλεσαν μέρος των ατομικών συμβάσεων εργασίας τους, καθότι από τη πρόσληψή τους αποκτούσαν δικαίωμα συμμετοχής στο ΛΕΠΕΤΕ δια της καταβολής της εισφοράς τους και προσδοκία λήψης των παροχών κατά τη μετεργασιακή μετάπτωσή τους στο καθεστώς των συνταξιοδοτουμένων.

Ότι, κατά τον Κανονισμό του ΛΕΠΕΤΕ, ως πόροι του τελευταίου προβλέπονται (άρθρο 5) οι εισφορές των εργαζομένων σε ποσοστό 3,5% επί των πάσης φύσεως αποδοχών τους, η εισφορά της εναγομένης σε ποσοστό 9% επί των ιδίων ως άνω ποσών, ως και οι λοιποί πρόσοδοι που αναφέρονται σε αυτόν. Ότι ο τρόπος υπολογισμού της μηνιαίας επικούρησης ορίζεται βάσει του άρθρου 9 παρ. 4 του Κανονισμού του ΛΕΠΕΤΕ και με συγκεκριμένο ποσό ως προς το ύψος του χορηγούμενου επικουρικού βοηθήματος, ως προς το οποίο από το έτος 1995 δεν προβλέπεται δυνατότητα μείωσής του, αλλά μόνο αναπροσαρμογής του με βάση το ύψος των συντάξιμων αποδοχών τους.

Ότι η εναγόμενη ουδέποτε αρνήθηκε την υποχρέωσή της να εξασφαλίσει τις καθορισμένες παροχές-επικουρήσεις και να καταβάλει το ποσό που υπολειπόταν για την πλήρη κάλυψη των καθορισμένων παροχών της. Ότι για την κάλυψη των ελλειμμάτων του Λογαριασμού Επικούρησης είναι αποκλειστικά υπεύθυνη η εναγόμενη τράπεζα, η οποία κάλυπτε συνεχώς για τουλάχιστον δέκα χρόνια τα ελλείμματα ρευστότητας του Λογαριασμού, που δημιουργήθηκαν εξαιτίας της πλημμελούς και ζημιογόνας διαχείρισης των αποθεματικών του, των προγραμμάτων της για εθελούσια έξοδο του προσωπικού της από την εργασία και της αιφνίδιας ένταξης των νεοπροσλαμβανόμενων από 1.1.2005 υπαλλήλων της στο ΙΚΑ-ΕΤΑΜ και εφεξής, χωρίς επιδότηση του Λογαριασμού για τις απώλειες των εσόδων του από τις ως άνω αιτίες.

Ότι η εναγομένη, άρχισε από τον μήνα Ιούλιο του έτους 2017 να αρνείται τη νομική δέσμευσή της και την εγγυητική της ευθύνη για την κάλυψη των τυχόν ελλειμμάτων του "Λ.Ε.Π.Ε.Τ.Ε.". και ότι Δεκέμβριο του ιδίου έτους με μονομερή απόφασή της διέκοψε τις τακτικές καταβολές της προς τον ειδικό αυτό Λογαριασμό, με συνέπεια να καταστεί αδύνατη η καταβολή της μηνιαίας επικούρησής τους.

Ότι η παράλειψη της εναγομένης να συνεχίσει από τον μήνα Δεκέμβριο του έτους 2017 να καλύπτει τα ελλείμματα συνιστά υπαίτια αθέτηση της σχετικής συμβατικής υποχρέωσής της, και, επιπρόσθετα, είναι πράξη παράνομη και θεμελιώνει αδικοπρακτική της ευθύνη για τους στην αγωγή εκτιθέμενους λόγους. Με βάση το ιστορικό αυτό οι ενάγοντες ζήτησαν, από τις διατάξεις περί σύμβασης, αδικοπραξίας, λογοδοσίας, εντολής, σύμβασης υπέρ τρίτου, παρακαταθήκης και κοινωνίας δικαιώματος:

α) να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη υποχρεούται: αα) να συνεχίσει να τους καταβάλει κάθε μήνα από τον Ιανουάριο του 2018 και στο διηνεκές την καθορισμένη μηνιαία επικουρική παροχή που δικαιούταν και ελάμβανε ο κάθε ενάγων μέσω του Λογαριασμού Επικούρησης (ΛΕΠΕΤΕ) μέχρι και τον μήνα Δεκέμβριο του έτους 2017, ββ) να συνεχίσει να τους καταβάλει επιπλέον των ως άνω μία μηνιαία επικούρηση ως δώρο Χριστουγέννων, 1/2 της μηνιαίας επικούρησης ως δώρο Πάσχα και 1/2 της μηνιαίας επικούρησης ως επίδομα αδείας ετησίως και στο διηνεκές και γγ) να τους καταβάλει για κάθε μήνα από τον Ιανουάριο του έτους 2018 και στο διηνεκές το αναφερόμενο στην αγωγή για τον καθένα από αυτούς ποσό, με το νόμιμο τόκο, β) άλλως επικουρικώς, να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη υποχρεούται να καταβάλλει στον τηρούμενο σε αυτήν τραπεζικό λογαριασμό τα χρηματικά ποσά που υπολείπονται και απαιτούνται κάθε μήνα (οργανικά ελλείμματα) για την συνέχιση της καταβολής σε αυτούς μέσω του ΛΕΠΕΤΕ των καθορισμένων μηνιαίων επικουρικών παροχών από τον Ιανουάριο του 2018 και στο διηνεκές και γ) να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη οφείλει να καταβάλει σε καθένα από τους ενάγοντες το ποσό των 10.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστησαν από την προσβολή της προσωπικότητας τους, λόγω της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς της.

Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών με τη με αριθμό 1234/2019 απόφασή του, όπως ήδη αναφέρθηκε, δικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων, απέρριψε την αγωγή στο σύνολό της.

Κατά της ως άνω απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου οι ενάγοντες-εκκαλούντες και ήδη αναιρεσείοντες άσκησαν την από 27-8-2019 και με αριθμό κατάθεσης στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου Αθηνών 73481/5687/28-8-2019 έφεση. Επί της έφεσης αυτής εκδόθηκε η προσβαλλόμενη με αριθμό 361/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία ως προς τις κρίσιμες για τον αναιρετικό έλεγχο παραδοχές της, μετά την εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που με επίκληση είχαν προσκομίσει οι διάδικοι, δέχθηκε τα εξής: "Άπαντες οι ενάγοντες [ήδη αναιρεσείοντες] τυγχάνουν συνταξιούχοι της εναγομένης [ήδη αναιρεσίβλητης] και υπό την ιδιότητά τους αυτή, δικαιούμενοι μηνιαίας παροχής, την οποία και λάμβαναν μέσω ενός συσταθέντος προς τούτο ειδικού λογαριασμού, του ΛΕΠΕΤΕ.

Ειδικότερα, ο ανωτέρω Λογαριασμός, ο οποίος τιτλοφορήθηκε ως "Λογαριασμός Επικούρησης Προσωπικού Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος" (εφεξής ως ΛΕΠΕΤΕ), συστάθηκε, ως ειδικός έντοκος λογαριασμός, "παρά τη Εθνική Τράπεζα", το έτος 1949, κατά τη με αριθμό ...-1949 συνεδρίαση του τότε Γενικού Συμβουλίου (ήδη Διοικητικό Συμβούλιο) της εναγομένης, οπότε και εγκρίθηκε ο Κανονισμός Λειτουργίας του, κατόπιν πρότασης ειδικά συσταθείσας προς τούτο επιτροπής, στη βάση προγενέστερης συμφωνίας μεταξύ της εναγομένης και των ταμείων αλληλοβοήθειας του προσωπικού της.

Σύμφωνα με το άρθρο 1 του Κανονισμού αυτού, σκοπός του ΛΕΠΕΤΕ είναι η επικούρηση από το "Ταμείο Αλληλοβοήθειας των υπαλλήλων της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος" και από το "Ταμείο Αλληλοβοήθειας Εισπρακτόρων και Κλητήρων Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος", των μελών αυτών, εξελθόντων και εξερχομένων της υπηρεσίας της εναγομένης, σύμφωνα με τα εδάφια ε των άρθρων 2 των καταστατικών αμφότερων των ειρημένων Ταμείων.

Ειδικότερα, σκοπός της σύστασης του ΛΕΠΕΤΕ είναι η παροχή μηνιαίας επικούρησης στο εξελθόν και στο εξερχόμενο προσωπικό της εναγομένης, το οποίο προέρχεται από την τελευταία και μετά το 1953, από αμφότερες τις συγχωνευθείσες το ίδιο έτος (1953), δηλαδή την "Εθνική Τράπεζα" και την "Τράπεζα Αθηνών", ανεξάρτητα από βαθμό και ιδιότητά τους, εφόσον το προσωπικό αυτό είναι ή ήταν, πριν από την έξοδό του.

ασφαλισμένο στο Ταμεία Συντάξεων της "Εθνικής Τράπεζας" ή σε εκείνο της "Τράπεζας Αθηνών" και συνταξιοδοτείται από αυτά και στα συνταξιοδοτούμενα από τα ανωτέρω ταμεία μέλη των οικογενειών τους, σε περίπτωση θανάτου των ασφαλισμένων, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα και στο άρθρο 6 του ανωτέρω κανονισμού.

Σύμφωνα δε με το άρθρο 2 του ίδιου αυτού κανονισμού, υπό τον τίτλο "Διαχείρισις Εκπροσώπησις", η διαχείριση του ΛΕΠΕΤΕ ανατέθηκε σε διαχειριστική Επιτροπή, αρχικά δεκατετραμελή και πλέον, κατόπιν τροποποιήσεων του Κανονισμού, με τελευταία τροποποίηση το έτος 2009 οκταμελή. Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο αυτό, όπως ισχύει: "1.

Τον Ειδικόν Λογαριασμόν διαχειρίζεται οκταμελής Επιτροπή απαρτιζόμενη εκ των κάτωθι: α) του Διευθύνοντος Συμβούλου της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος ως Προέδρου αναπληρουμένου σε περίπτωση απουσίας του ή μονίμου κωλύματος του, από ένα Γενικό Διευθυντή που ορίζεται από τον ίδιο το Διευθύνοντα Σύμβουλο, β) Δύο υπαλλήλων της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος εκ των υπηρετούντων στην Αθήνα εχόντων τουλάχιστον βαθμόν Υποδιευθυντού Β', οριζόμενων εκάστοτε μετά των αναπληρωτών αυτών υπό της Διοικήσεως της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος, γ) Των προέδρων των Διοικητικών Συμβουλίων 1) του ΤΥΠ - ΕΤΕ, 2) του Συλλόγου Υπαλλήλων ΕΤΕ, 3) του Συλλόγου Εργαζομένων στην ΕΤΕ Ταμιακών - Τεχνικών και κλάδου Ασφαλείας (ΣΥΤΑΤΕ), αναπληρουμένων υπό τινός μέλους οριζομένου υπό των αντίστοιχων Δ.Σ.

δ) ενός μέλους του ΔΣ του ΤΥΠ ΕΤΕ μετά του αναπληρωτού του οριζομένου υπό του Δ.Σ του ως είρηται Ταμείου, ε) εκ του Προέδρου του Δ.Σ του Συλλόγου των Συνταξιούχων ΕΤΕ μετά του αναπληρωτού του οριζομένου υπό των αντίστοιχων Δ.Σ του Συλλόγου τούτου". Σύμφωνα με το ίδιο ως άνω άρθρο, η Διαχειριστική αυτή Επιτροπή διοικεί και διαχειρίζεται την περιουσία του ΛΕΠΕΤΕ και μεριμνά για την επωφελέστερη τοποθέτηση των διαθέσιμων κεφαλαίων του.

Τα δε κεφάλαια του ΛΕΠΕΤΕ συντίθενται από τους πόρους του, οι οποίοι, σύμφωνα με το άρθρο 5 του Κανονισμού του, προέρχονται από: 1) εισφορά των εν ενεργεία ή διαθεσιμότητα μισθωτών της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδας 3 1/2 (τρία και ήμισυ) τοις εκατόν επί των πάσης φύσεων αποδοχών αυτών ως και τυχόν καταβαλλομένων ποσοστών επί των κερδών της εναγομένης, 2) εισφορά της εναγόμενης 9% επί των ίδιων ως άνω αποδοχών, 3) εφάπαξ εισφορά των ασφαλισμένων που συνάπτουν πρώτο γάμο κατά την έναρξη ισχύος του Κανονισμού, ίσης προς το λόγω γάμου παρεχόμενο από την εναγόμενη επίδομα τριών μηνών, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα, 4) εφάπαξ εισφορά για κάθε αποκτώμενο τέκνο, ίσης προς το λόγω του δηλούμενου τέκνου παρεχόμενο από την εναγομένη επίδομα τριών μηνών, κατά τα ομοίως ειδικότερα οριζόμενα, 5) εισφορά της εναγομένης ίση με την καταβαλλόμενη εισφορά των ασφαλισμένων, λόγω γάμου και τέκνων, κατά τα ανωτέρω, 6) ποσό εκ των προμηθειών από ασφαλιστικές εργασίες που διενεργούν μέσω των Υπηρεσιών της εναγομένης, καθοριζόμενου του ποσού αυτού εκάστοτε από τη διοίκηση της τελευταίας, 7) τόκους των κεφαλαίων του ΛΕΠΕΤΕ και τις προσόδους εκ των επενδύσεων αυτού, 8) προσόδους από την εκποίηση άχρηστου υλικού της εναγόμενης και 9) κάθε άλλη πρόσοδο από δωρεά κλπ.

Περαιτέρω με το άρθρο 8 του ανωτέρω Κανονισμού, ορίστηκε ότι η χορηγούμενη επικούρηση, παρέχεται στους δικαιούχους (συνταξιούχους) για όσο χρόνο παρέχεται σύνταξη από τα Ταμεία Συντάξεων του προσωπικού της εναγομένης, καθοριζόμενη (η επικούρηση), σύμφωνα με το άρθρο 9 του ίδιου Κανονισμού (όπως ισχύει μετά την τροποποίηση που έλαβε χώρα το έτος 1995) σε ποσοστά επί των συντάξιμων αποδοχών, ανάλογα των συντάξιμων ετών, πλέον οικογενειακών επιδομάτων, όπως το εν λόγω άρθρο ειδικότερα ορίζει.

Από το σκοπό της ίδρυσής του, όπως αυτός αποτυπώνεται στο ανωτέρω άρθρο 1 του Κανονισμού του, διατυπώνεται δε ρητά και στα πρακτικά της 13ης συνεδρίασης της 18-11-1949 του τότε Γενικού Συμβουλίου της εναγόμενης, κατά την οποία εγκρίθηκε ο ειδικός Κανονισμός του ΛΕΠΕΤΕ, αποσπάσματα των οποίων εκτίθενται κατωτέρω, αλλά και από το σύνολο των διατάξεων του ανωτέρω Κανονισμού που διέπουν τη λειτουργία του και κατατείνουν στην επίτευξη του σκοπού του, όπως και από την αντιμετώπισή του από τη δημόσια διοίκηση, το νομοθέτη και τη νομολογία, αποδεικνύεται ότι ο ΛΕΠΕΤΕ ιδρύθηκε με βάση την ιδιωτική πρωτοβουλία και ανέκαθεν λειτούργησε ως φορέας επικουρικής ασφάλισης, καθ' υποκατάσταση του δημόσιου φορέα επικουρικής ασφάλισης ΝΠΔΔ ίΚΑ - ΤΕΑΜ και ήδη ΕΤΕΑΕΠ (βλ.

και το από 15-9-2017 γνωμοδοτικό σημείωμα-γνωμοδότηση της καθηγήτριας Π. Π.), απορριπτομένου του σχετικού ισχυρισμού των εναγόντων τον οποίο επαναφέρουν με λόγο εφέσεως ως ουσιαστικά αβάσιμου και με τον οποίο διατείνονται περί του αντιθέτου. Σημειώνεται ότι για το χαρακτηρισμό ενός φορέα ως ασφάλισης δεν απαιτείται αυτός να έχει συσταθεί ως νομικό πρόσωπο, πολλώ μάλλον δεν απαιτείται να έχει συσταθεί ως Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου, δεδομένου ότι σύμφωνα και με τα εκτιθέμενα στην ανωτέρω υπό στοιχείο "V i)" μείζονα σκέψη της παρούσας, ο νομοθέτης αναγνωρίζει ως φορείς ασφάλισης ακόμα και ειδικούς λογαριασμούς (μη κερδοσκοπικούς) χωρίς νομική προσωπικότητα.

Ειδικότερα, αποδεικνύεται ότι ο ΛΕΠΕΤΕ εντάσσεται στην έννοια του φορέα ασφάλισης, σημειώνεται δε ότι, όπως καταγράφεται στα πρακτικά της 13ης συνεδρίασης της 18-11-1949 του τότε Γενικού Συμβουλίου Λειτουργίας του ΛΕΠΕΤΕ, με την ενέργειά της αυτή η εναγομένη απέβλεψε στη συμπλήρωση "....της συνταξιοδοτικής υπέρ των υπαλλήλων της Τραπέζης πρόνοιαν δια της ιδρύσεως επικουρικού ταμείου, το οποίο δια αναλογών καταβολών, θα δύναται να συμπληροί τας υπό του Ταμείου Συντάξεων καταβαλλομένας συντάξεις", ενώ σε έτερο σημείο των ίδιων ως άνω πρακτικών διαλαμβάνεται η όλως ρητή διατύπωση κατά την οποία "...Δια του υπό ίδρυσιν Οργανισμού παρέχεται προς τους συνταξιούχους....είς επί πλέον οργανισμός, ο οποίος, καλώς λειτουργών, θα δυνηθή να συμπληρώση τας υπό των λοιπών ασφαλιστικών ταμείων του προσωπικού ...

παροχάς". Μάλιστα, ομοίως κατά τα διαλαμβανόμενα στα ίδια ως άνω πρακτικά, δικαιολογείται η μορφή του τότε υπό ίδρυση ΛΕΓΊΕΤΕ και η επιλογή να συσταθεί ο "οργανισμός" αυτός υπό τη μορφή έντοκου ειδικού λογαριασμού, εντασσόμενος ως ειδικός κλάδος στα προϋφιστάμενα ταμεία αλληλοβοήθειας και όχι ως νομικό πρόσωπο, ως ακολούθως: "Επειδή οι από της συστάσεως του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων και εφεξής ιδρυόμενοι ασφαλιστικοί οργανισμοί υπάγονται εις ορισμένους περιορισμούς αφορώντες τη σύνθεση της διοικήσεως και της εν γένει λειτουργίας αυτών, ενώ ο υπό μελέτην τοιαύτος, λόγω του επιδιωκόμενου σκοπού δέον να έχει αφ' ενός μεν ευχέρεια προσαρμογής εις τας περιστάσεις και αφ' ετέρου ομοιογενή και προσεκτική επιλεγόμενην διοίκηση, ήτις να διατηρήση εν απολύτω αναλογισμώ τας παροχάς προς τους πόρους και να κατασφαλίσει διαρκούσης της περιόδου νομισματικής αστάθειας, την κατά τρόπον επωφελή τοποθέτησιν της περιουσίας αυτού, ώστε νά μή υποστή την τύχιν της περιουσίας των λοιπών ασφαλιστικών οργανισμών του προσωπικού εκρίθη σκόπιμον όπως, αντί της συστάσεως νέου οργανισμού, προστεθή ειδικός κλάδος εις τα προϋφιστάμενα και εκ της αιτίας ταύτης απαλλαγμένα των περιορισμών Ταμεία Αλληλοβοήθειας του Προσωπικού και των Εισπρακτόρων και Κλητήρων της Τραπέζης".

Συνεπώς, κατά τα ρητώς και μη χρήζοντα ερμηνείας διαλαμβανόμενα στα ανωτέρω πρακτικά, ο ΛΕΠΕΤΕ ιδρύθηκε ως "οργανισμός" κοινωνικής ασφάλισης και μάλιστα ως ένας επιπλέον, των τότε υφιστάμενων ασφαλιστικών οργανισμών του προσωπικού της εναγομένης, ήτοι ιδρύθηκε ως φορέας ασφάλισης και δη επικουρικής, αφού στόχευε στην συμπλήρωση της καταβλητέας κύριας σύνταξης στους δικαιούχους - συνταξιούχους. Η δε μορφή του επιλέχθηκε προκειμένου να παρακαμφθούν νομοθετικοί περιορισμοί που αφορούσαν τους μετά τη σύσταση του

ΙΚΑ ιδρυόμενους ασφαλιστικούς οργανισμούς, ενώ ιδιαίτερη μνεία γίνεται για την προσεκτική διαχείριση αυτού, ώστε η περιουσία που διατίθεται σε αυτόν (τον οργανισμό κατά το χαρακτηρισμό των ιδρυτών) να μην υποστεί την τύχη των υπολοίπων, πλην του ίδιου δηλαδή, ασφαλιστικών οργανισμών του προσωπικού της εναγομένης.

Το γεγονός ότι, με τη σύστασή του ενισχύθηκε το προσωπικό της εναγομένης και δημιουργήθηκε σε αυτό η προσδοκία λήψης μηνιαίας επικούρησης κατά την αποχώρησή του από την ενεργό υπηρεσία, οπότε και, στη βάση αυτή, μπορούσαν να δημιουργηθούν εντονότεροι δεσμοί με την εναγομένη, (και) στους οποίους δεσμούς η ίδια σκοπούσε, ώστε να αποφεύγεται το ενδεχόμενο αποχώρησης και ένταξης ικανών στελεχών σε έτερα πιστωτικά ιδρύματα (βλ.

πρακτικά της 1047/22-1 1 -1995 συνεδρίασης του Διοικητικού Συμβουλίου της εναγομένης), πλην του ότι διατυπώθηκε ως θέση της διοίκησης της τελευταίας δεκαετίας μετά τη σύσταση του ΛΕΠΕΤΕ και δεν αποδείχθηκε ότι επέφερε πράγματι στο πέρασμα των ετών τη συνέπεια αυτή, δεν επαρκεί για την αναίρεση του ως άνω σαφώς και εξαρχής, από τη στιγμή δηλαδή της σύστασής του, διατυπωμένου σκοπού του, άλλωστε, ακριβώς λόγω της φύσης του ΛΕΠΕΤΕ ως φορέα επικουρικής ασφάλισης, κατέστη εφικτή η εφαρμογή των διατάξεων του Ν. 1405/1983, περί διαδοχικής ασφάλισης, ο οποίος, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην ανωτέρω υπό στοιχείο "Vi" μείζονα σκέψη της παρούσας, προϋποθέτει φορέα κοινωνικής ασφάλισης.

Στο άρθρο δε 9 παρ. 3 του Κανονισμού του ΛΕΠΕΤΕ, γίνεται σαφής επίκληση περί εφαρμογής των διατάξεων διαδοχικής ασφάλισης, ορίζοντας ότι: "συντάξιμος χρόνος είναι αυτός για τον οποίο έχουν καταβληθεί εισφορές στο Λογαριασμό λόγω υπηρεσίας στην ΕΤΕ καθώς και ο χρόνος που προσμετράται κατά το άρθρο 11 του παρόντος και τις διατάξεις περί διαδοχικής ασφάλισης όπως ισχύουν κάθε φορά και εφόσον αφορούν το Λογαριασμό.

Οι σχετικές δε νομοθετικές διατάξεις περί διαδοχικής ασφάλισης πράγματι εφαρμόστηκαν και εφαρμόζονται, όπως υποδεικνύεται και από τις με αριθμό πρωτοκόλλου ...-2017 και με αριθμό ... αποφάσεις των διευθυντών περιφερειακών καταστημάτων του (ήδη) "ΕΦΚΑ", περί συνυπολογισμού χρόνου ασφάλισης σε ΙΚΑ-ΕΤΕΑΜ για χορήγηση επικουρικής σύνταξης από ΛΕΠΕΤΕ και περί συνυπολογισμού χρόνου ασφάλισης στο ΛΕΠΕΤΕ για χορήγηση επικουρικής σύνταξης από "ΕΦΚΑ", αντιστοίχως.

Η αποδεδειγμένη ως άνω φύση του ΛΕΠΕΤΕ ως φορέα επικουρικής ασφάλισης επιβεβαιώνεται και από το άρθρο 9 παρ. 8 του Κανονισμού του (όπως αυτός ισχύει), σύμφωνα με το οποίο "το κατώτατο ποσό καταβλητέας επικούρησης δεν μπορεί να είναι μικρότερο από τα εκάστοτε ισχύοντα κατώτατα όρια των παροχών του ΙΚΑ -ΤΕΑΜ για περιπτώσεις γήρατος ή θανάτου".

Δεδομένου ότι, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 18 παρ. 3 του Ν. 1902/1990 (σε αντικατάσταση της διάταξης του άρθρου 3 παρ. I του Ν. 997/1979), οι δικαιούχοι του ΛΕΠΕΤΕ μπορούσαν να εξαιρεθούν της υποχρεωτικής υπαγωγής τους στη δημόσια επικουρική ασφάλιση του ΙΚΑ-ΤΕΑΜ (ήδη ΕΤΕΑΕΠ), ακριβώς λόγω του ότι ο ειδικός αυτός λογαριασμός συνιστά φορέα επικουρικής ασφάλισης.

Το ανωτέρω άρθρο του Κανονισμού του, όπως αυτό ισχύει μετά την τροποποίηση του ίδιου Κανονισμού το έτος 1995, τελεί σε συμμόρφωση προς τη διάταξη του άρθρου 11 παρ.2 του Ν. 997/1979, όπως τροποποιήθηκε με τη διάταξη του άρθρου 76 παρ. 3 του Ν. 2084/1992 και τη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 3 του Ν. 2335/1995. Τούτο διότι, βάσει της τελευταίας αυτής διάταξης, όπως εκτέθηκε και στην ίδια ως άνω μείζονα σκέψη της παρούσας, φορείς κοινωνικής ασφάλισης, μεταξύ των οποίων και εκείνοι που λειτουργούν με τη μορφή ειδικού λογαριασμού, όπως ο ΛΕΠΕΤΕ, όφειλαν να παρέχουν την ελάχιστη ασφαλιστική προστασία, την οποία παρέχει εκάστοτε το ΙΚΑ-ΤΕΑΜ διαφορετικά θα συγχωνεύονταν με το τελευταίο.

Η φύση του ΛΕΠΕΤΕ και γενικότερα του εκάστοτε ειδικού λογαριασμού, έστω και άνευ νομικής προσωπικότητας, που είχε συσταθεί για την εξυπηρέτηση του αντίστοιχου με αυτόν προεκτιθέμενου σκοπού, ήτοι της καταβολής μηνιαίου βοηθήματος, συμπληρωματικού της καταβλητέας κύριας σύνταξης, ως φορέα επικουρικής κοινωνικής ασφάλισης, επιβεβαιώνεται και σε νομοθετικό επίπεδο, κατά τα διαλαμβανόμενα ομοίως στην υπό στοιχείο "\/ϊ" μείζονα σκέψη της παρούσας.

Συγκεκριμένα, ο ΛΕΠΕΤΕ εντάσσεται, με βάση τη λειτουργία του, στον ευρύ εννοιολογικό νομοθετικό προσδιορισμό, με βάση τον οποίο ως φορείς ασφάλισης νοούνται τα επικουρικά ταμεία, οι κλάδοι ή λογαριασμοί των τραπεζικών υπαλλήλων που λειτουργούν με τη μορφή ν.π.ι.δ καθώς επίσης και οι άλλοι φορείς ανεξαρτήτως ονομασίας και νομικής μορφής που χορηγούν περιοδικές παροχές υπό τύπο συντάξεων, βοηθημάτων ή μερισμάτων, εφόσον τα έσοδα αυτών από εργοδοτικές εισφορές, κοινωνικούς πόρους ή άλλη επιχορήγηση υπερβαίνουν τα έσοδα από εισφορές των ασφαλισμένων (ενδεικτικά άρ. 10 παρ. 1 β του Ν. 1902/1990).

Ο δε ΛΕΠΕΤΕ συνιστά φορέα που χορηγεί περιοδικές παροχές, υπό τον τύπο βοηθήματος, ενώ τα έσοδα αυτού από τις εργοδοτικές εισφορές της εναγομένης (κυρίως 9% επί των πόσης φύσεως αποδοχών των υπαλλήλων), βάσει του Κανονισμού του, υπερβαίνουν τα έσοδα από τις εισφορές των ασφαλισμένων - υπαλλήλων της και δικαιούχων του εν λόγω βοηθήματος (κυρίως 3.5% επί των πόσης φύσεως αποδοχών τους).

Πέραν όμως, της αναγνώρισης του ΛΕΠΕΤΕ ως φορέα ασφάλισης, εκ της ένταξής του σε γενικούς ορισμούς διατάξεων της ασφαλιστικής νομοθεσίας, σύμφωνα και με τον επιδιωκόμενο σκοπό του, ο ίδιος αναγνωρίζεται και ειδικά από την Πολιτεία ως φορέας ασφάλισης. Ενδεικτικό τούτου είναι το γεγονός ότι βάσει του άρ. 33 του Ν. 2843/2000, στο πλαίσιο των ρυθμίσεων ασφαλιστικών θεμάτων υπαλλήλων της πρώην Εθνικής Κτηματικής Τράπεζας της Ελλάδας, λόγω συγχώνευσης της τελευταίας με την εναγόμενη, ορίστηκε ότι κατόπιν διαχωρισμού, με τη συνδρομή ειδικά προς τούτο συγκροτημένης επιτροπής, του συνόλου της κινητής και ακίνητης περιουσίας των κοινών ασφαλιστικών φορέων του προσωπικού της Τράπεζας της Ελλάδας και της Κτηματικής, θα περιέλθει τμήμα της συνολικής περιουσίας αυτών στους ασφαλιστικούς φορείς του προσωπικού της εναγομένης.

Κατ' εφαρμογή αυτών, εγκρίθηκε το πόρισμα της οικείας επιτροπής, με τη με αριθμό Β1/45/890 απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, και μέρος της περιουσίας περιήλθε πράγματι στους ασφαλιστικούς φορείς του προσωπικού της εναγομένης, μεταξύ των οποίων και ο ΛΕΠΕΤΕ, υπό τη συγκεκριμένη ιδιότητά του ως ασφαλιστικού φορέα.

Ομοίως στους κοινωνικούς προϋπολογισμούς, εκ της διεύθυνσης οικονομικού του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, τουλάχιστον εκείνων των ετών 2000, 2002 και 2008, ο ΛΕΠΕΤΕ κατηγοριοποιείται ως φορέας επικουρικής ασφάλισης (κλάδος σύνταξης), εντασσόμενος στην αρμοδιότητα του ως άνω Υπουργείου, αν και όχι υπαγόμενος στην εποπτεία του.

Σημειώνεται ότι εκ του τελευταίου αυτού γεγονότος, ήτοι εκ του γεγονότος ότι δεν εποπτεύεται από το ανωτέρω Υπουργείο, οι ενάγοντες αντλούν πρόσθετο επιχείρημα υπέρ του ισχυρισμού τους, περί του ότι ο ΛΕΠΕΤΕ δεν συνιστά φορέα κοινωνικής ασφάλισης και συνακόλουθα, περί του ότι η παροχή που θα πρέπει να λαμβάνουν μέσω αυτού δεν συνιστά επικουρική σύνταξη.

Ωστόσο, το γεγονός αυτό δεν άγει στην αναίρεση του χαρακτηρισμού του ΛΕΠΕΤΕ ως φορέα επικουρικής ασφάλισης, αφού, σύμφωνα και με όσα εκτέθηκαν στην ανωτέρω υπό στοιχειό "νί" μείζονα σκέψη της παρούσας, η κρατική εποπτεία δεν συνιστά εννοιολογικό γνώρισμα των φορέων επικουρικής ασφάλισης των οποίων η σύσταση έλαβε χώρα με βάση την ιδιωτική πρωτοβουλία.

Εξάλλου, όπως εκτέθηκε στην ίδια ως άνω μείζονα σκέψη, ο νομοθέτης διακρίνει στους δημόσιους φορείς ασφάλισης που υπάγονται στην ανωτέρω εποπτεία (και πρόκειται για ΝΠΔΔ, άρ. 2 παρ. 4 εδ. α του Ν. 2084/1992) και στους υπόλοιπους φορείς ασφάλισης, οι οποίοι μπορεί να συνιστούν ακόμα και ενώσεις (προσώπων ή περιουσίας) άνευ νομικής προσωπικότητας (άρ. 2 παρ. 4 εδ.

β του Ν. 2084/1992) και δεν υπάγονται στην ανωτέρω εποπτεία. Εξάλλου και σε συλλογικό επίπεδο οργάνωσης τραπεζοϋπαλλήλων και δη εκ της Ομοσπονδίας Τραπεζοϋπαλληλικών Οργανώσεων Ελλάδος ("ΟΤΟΕ") ο ΛΕΠΕΤΕ έχει χαρακτηρισθεί ως "Επικουρικό Ταμείο" (βλ. ΟΤΟΕ "Το συνταξιοδοτικό των τραπεζοϋπαλλήλων", Οκτώβριος 2003).

Μάλιστα, ο χαρακτηρισμός του ΛΕΠΕΤΕ ως φορέα ασφάλισης, εντασσόμενου δηλαδή στην ευρεία διατύπωση της διάταξης του άρθρου 2 παρ. 4 εδ. β του Ν. 2084/1992, επισημαίνεται και στις προσκομιζόμενες μετ' επικλήσεως από τους ενάγοντες: από 8-3-1995 γνωμοδότηση του καθηγητή Νομικής Αθηνών Κ. Κρεμαλή (ο οποίος καταλήγει ότι ο "ΛΕΠΕΤΕ" συνιστά μεν φορέα επικουρικής ασφάλισης, υπαγόμενος στην έννοια του άρθρου 2 παρ. 4 του Ν. 2084/1992, όχι όμως υποχρεωτικής, αλλά προαιρετικής ασφάλισης), στην από 4-2-2005 γνωμοδότηση του καθηγητή Νομικής Σχολής Αθηνών Γ.

Λ., στην από 24-3-2003 γνωμοδότηση του δικηγόρου Ιωαν. Πετρόγλου (ο οποίος μάλιστα δέχεται ότι τυγχάνει εφαρμογής στο ΛΕΠΕΤΕ και η διάταξη του άρθρου 71 του Ν. 2084/1992, περί υποχρέωσης των φορέων κοινωνικής ασφάλισης να προβαίνουν στην κατάρτιση αναλογιστικών μελετών). Παρέπεται ότι και οι ίδιοι οι ενάγοντες, οι οποίοι αρνούνται τη φύση του ΛΕΠΕΤΕ ως φορέα επικουρικής κοινωνικής ασφάλισης, επικαλούνται, παρά ταύτα για τη στοιχειοθέτηση της ευθύνης της εναγόμενης την εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 11 παρ. 2 εδ.β του Ν. 1902/1990 (μη νόμιμη επίκληση), η εφαρμογή της οποίας προϋποθέτει φορέα κοινωνικής ασφάλισης (και μάλιστα κύριας κοινωνικής ασφάλισης).

Επισημαίνεται ότι το έτος 1995 κατά τη συνεδρίαση της 22-1 1-1995 του Διοικητικού Συμβουλίου της εναγόμενης, όπως βάσιμα ισχυρίζονται οι ενάγοντες, ο τότε διοικητής της διατύπωσε τη θέση ότι "Η Τράπεζα από την αρχή της Διοίκησής μου είχε διακηρύξει ότι ο λογαριασμός αυτός δεν είναι Ταμείο Σύνταξης, όπως είναι άλλοι ασφαλιστικοί οργανισμοί" (βλ.

απόσπασμα πρακτικών της 1047/22-11-1995 συνεδρίασης του ΔΣ της εναγομένης), προτείνοντας να μην τύχουν εφαρμογής συγκεκριμένες διατάξεις της ασφαλιστικής νομοθεσίας, σχετικές με το ύψος της καταβλητέας εργοδοτικής εισφοράς (άρ. 32 του Ν. 2084/1992). Επιπρόσθετα, κατά την ίδια ως άνω συνεδρίαση του Διοικητικού Συμβουλίου της εναγομένης, ο ίδιος διοικητής της δήλωσε ότι: "...αφού ο λογαριασμός δεν υπάγεται στο νόμο αυτό - η τράπεζα πάνω σε αυτό το μηχανισμό να κάνει τη δική της πολιτική, η οποία είναι να αποδεσμεύσει το λογαριασμό από τις συντάξεις και να τον συνδέσει με τους μισθούς" (βλ.

ως άνω πρακτικά). Σημειώνεται ότι το τότε διοικητικό συμβούλιο της εναγόμενης ομόφωνα ενέκρινε τις προτάσεις του ανωτέρω διοικητή. Ωστόσο, τα ανωτέρω, ήτοι ο χαρακτηρισμός εκ μέρους του διοικητή της εναγομένης περί του ότι ο ΛΕΠΕΤΕ δεν είναι ταμείο σύνταξης, ακόμη και αν εκληφθεί ότι ισοδυναμεί με τη θέση ότι ο ΛΕΠΕΤΕ δεν είναι φορέας επικουρικής ασφάλισης, δεν επαρκεί για την αναίρεση των ως αποδεδειγμένων περί της φύσης του ΛΕΠΕΤΕ, ως φορέα επικουρικής ασφάλισης.

Η φύση αυτή του ΛΕΠΕΤΕ προσδιορίζεται από τον προαναφερόμενο σκοπό του, τη σύνθεση των κεφαλαίων του, τη λειτουργία του, τους εφαρμοστέους κανόνες δικαίου και τους κανόνες που έχουν διαχρονικά εφαρμοστεί επ' αυτού, κατά τα ως άνω αναλυόμενα. Δεν επηρεάζεται από τον χαρακτηρισμό που τυχόν επιφυλάσσουν ενδιαφερόμενοι και εμπλεκόμενοι, όπως η εκάστοτε διοίκηση της εναγομένης, ο οποίος πάντως χαρακτηρισμός δεν αποτυπώθηκε δεσμευτικά (λχ με σχετική τροποποίηση του Κανονισμού) και ο οποίος, σε κάθε περίπτωση, αποδεικνύεται ευκαιριακός, αφού η ίδια στάση δεν τηρήθηκε από προηγούμενη και επόμενη διοίκηση της εναγομένης.

Ειδικότερα, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της 24/26-10-1995 συνεδρίασης της Διαχειριστικής Επιτροπής του ΛΕΠΕΤΕ, η προηγούμενη (εκείνης που προέβη στις ανωτέρω δηλώσεις) διοίκηση της εναγομένης εφάρμοζε τη διάταξη του άρθρο 32 του Ν. 2084/1992, προφανώς αναγνωρίζοντας ότι ο ΛΕΠΕΤΕ συνιστά φορέα επικουρικής ασφάλισης.

Η δε τρέχουσα διοίκηση της εναγόμενης ρητά αναγνωρίζει το ΛΕΠΕΤΕ ως φορέα και μάλιστα υποχρεωτικής κοινωνικής ασφάλισης. Παραλλήλως, δεν παραβλέπεται ότι, κατά το παρελθόν, θεωρήθηκε αυτονόητη η φύση του ΛΕΠΕΤΕ ως φορέα ασφάλισης, όπως όταν το έτος 2006 υποβλήθηκε αίτηση ένταξης του ΛΕΠΕΤΕ στο Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Τραπεζοϋπαλλήλων - "ΕΤΑΤ" ή προκειμένου για την, κατ' άρθρο 33 του Ν. 2843/2000, προαναφερόμενη περίπτωση περιέλευσης τμήματος της περιουσίας των ασφαλιστικών φορέων του προσωπικού της Κτηματικής στο ΛΕΠΕΤΕ, ομοίως ως ασφαλιστικού φορέα υπαλλήλων της εναγομένης.

Ας σημειωθεί ότι η φύση του ΛΕΠΕΤΕ ως φορέα επικουρικής ασφάλισης, όμως προαιρετικής, έχει επιβεβαιωθεί και από την ίδια τη Διαχειριστική του Επιτροπή (βλ. και τα πρακτικά της 241ης/26-10-1995 συνεδρίασής της, όπου επισημαίνεται ότι συνιστά ειδικό λογαριασμό προαιρετικής επικουρικής ασφάλισης), όπως ενδεικτικά καταδεικνύεται και από τη, με ενέργειες της επιτροπής αυτής, συμμετοχή του στην κοινή προσπάθεια των επικουρικών φορέων ασφάλισης του τραπεζικού χώρου να εξετασθεί η δυνατότητα ίδρυσης ενιαίου επικουρικού φορέα για τον τραπεζικό χώρο.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο ΛΕΠΕΤΕ συνιστά φορέα υποχρεωτικής, και όχι προαιρετικής, επικουρικής ασφάλισης. Τούτο διότι ο τελευταίος αποδείχθηκε ότι λειτουργεί καθ' υποκατάσταση του δημόσιου φορέα υποχρεωτικής επικουρικής ασφάλισης, ως εκ τούτου, δεν μπορεί να υπολείπεται του υποκαταστατούμενου δημόσιου φορέα.

Για το λόγο αυτό, άλλωστε, υπήρξε και η προαναφερόμενη πρόβλεψη του άρθρου 9 παρ. 8 του Κανονισμού του (όπως αυτός ισχύει, σύμφωνα με το οποίο, κατά τα προαναφερόμενα, "το κατώτατο ποσό καταβλητέας επικούρησης δεν μπορεί να είναι μικρότερο από τα εκάστοτε ισχύοντα κατώτατα όρια των παροχών του ΙΚΑ - ΤΕΑΜ για περιπτώσεις γήρατος ή θανάτου"), Η υπαγωγή και ασφάλιση σε αυτόν αφορούσε το σύνολο των εργαζομένων της εναγομένης, ήταν δηλαδή γενική, καθολική και υποχρεωτική (για τους προσληφθέντες έως 31-12-2004, οπότε και για τους έκτοτε προσλαμβανόμενους, ενόψει του Ν. 3371/2005, είναι υποχρεωτική η ασφάλιση στον αντίστοιχο δημόσιο φορέα επικουρικής ασφάλισης).

Οι ασφαλισμένοι σε αυτόν τον φορέα, ακριβώς λόγω της υποχρεωτικής συμμετοχής τους στον τελευταίο, εξαιρούνταν και εξαιρούνται της δημόσιας υποχρεωτικής επικουρικής ασφάλισης, βάσει της διάταξης του άρθρου 18 παρ. 3 του Ν. 1902/1990.

Συνεπώς, με βάση τα ανωτέρω, πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμοι οι ισχυρισμοί των εναγόντων περί του ότι ο ΛΕΠΕΤΕ συνιστά θεσμό μετεργασιακής μέριμνας, μη σχετιζόμενο με φορέα κοινωνικής ασφάλισης και εν γένει μη συνδεόμενο με συνταξιοδοτικά θέματα και, συνακόλουθα, περί του ότι οι παροχές που λαμβάνουν οι δικαιούχοι - συνταξιούχοι μέσω αυτού φέρουν μισθολογικό (μετεργασιακό) χαρακτήρα (χαρακτηρισμός ο οποίος αποτυπώνεται και στην από 4-12- 2007 εισήγηση του Αν.

Πετρόπουλου περί συνδρομής προϋποθέσεων άρ. 11 Ν. 997/1979, όπως τροποποιήθηκε από το άρθρο 76 παρ. 3 του Ν. 2084/1992, βλ. όμως και την από 30-11-2007 γνωμοδότησή του, στην οποία δέχεται ότι ο "ΛΕΠΕΤΕ" συνιστά ειδικό λογαριασμό "Προαιρετικής Επικουρικής Ασφάλισης", αποτέλεσμα συλλογικής αυτονομίας, δεδομένου ότι κατά το χρόνο ίδρυσής του δεν υπήρχε σχετική νομοθετική επιταγή ή πρόβλεψη για ενίσχυση των συντάξεων που παρείχαν έως τότε τα ταμεία κύριας ασφάλισης).

Αντιθέτως αποδείχθηκε ότι πρόκειται για ασφαλιστικές παροχές (μηνιαίες επικουρικές συντάξεις) χορηγούμενες από την εναγομένη μέσω Λογαριασμού, οι οποίες ρυθμίζονται τόσο από το νόμο όσο και από τον Κανονισμό του, οι διατάξεις του οποίου είναι δεσμευτικές στο μέτρο που δεν έρχονται σε αντίθεση με τις ισχύουσες αναγκαστικού δικαίου διατάξεις του κοινωνικοασφαλιστικού δικαίου.

Άλλωστε, και σε νομολογιακό επίπεδο έχει κριθεί ότι ο ΛΕΠΕΤΕ συνιστά φορέα επικουρικής ασφάλισης (ad hoc ΑΠ 1243/2019 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, πρβλ. ΑΠ 1330/2018 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΑΘ. 487/2017, ΕφΑθ. 4291/2014 αδημ.). Άλλωστε εργοδοτική παροχή, συμφωνηθείσα να καταβληθεί στο ΛΕΠΕΤΕ ως τμήμα των επιμέρους συμβάσεων εργασίας των εναγόντων, ήδη λυθέντων, λόγω συνταξιοδότησής τους, συνιστά μόνον η εισφορά που είχε υποχρέωση να καταβάλλει η εναγόμενη, βάσει του άρθρου 5 του Κανονισμού του ΛΕΠΕΤΕ, την οποία, όπως δεν αμφισβητούν οι ενάγοντες, πράγματι κατέβαλε (εισφορά κατά βάση 9% επί των μισθών των εν ενεργεία υπαλλήλων, (...), όχι όμως και η καθ' εαυτή μηνιαία επικούρηση, που ορίστηκε να λαμβάνουν οι συνταξιούχοι μέσω του ΛΕΠΕΤΕ.

Η εν λόγω μηνιαία επικούρηση, εκ του χαρακτήρα του ΛΕΠΕΤΕ ως φορέα υποχρεωτικής επικουρικής ασφάλισης, συνιστά μηνιαία επικουρική σύνταξη. Εξάλλου αποδείχθηκε ότι για την αναπροσαρμογή του ύψους της εισφοράς απαιτείται τροποποίηση του σχετικού άρθρου (άρθρο 5 παρ.1) του Κανονισμού που την προβλέπει, (βλ.

την από 15-9-2017 γνωμοδότηση της καθηγήτριας Π. Π.).

Περαιτέρω, δέσμευση της εναγομένης για ανάληψη εγγυητικής ευθύνης δεν αποδεικνύεται ούτε από τον πρωτογενώς διατυπωμένο σκοπό σύστασης του ΛΕΠΕΤΕ, όπως αυτός εκφράστηκε κατά την ανωτέρω αναφερόμενη με αριθμό ...-1949 συνεδρίαση του τότε Γενικού Συμβουλίου (ήδη Διοικητικό Συμβούλιο) της εναγομένης. Συγκεκριμένα, κατά τα διαλαμβανόμενα στα σχετικά πρακτικά γίνεται λόγος για "κατασφάλιση" της περιουσίας του ΛΕΠΕΤΕ, όχι όμως μέσω ανάληψης ευθύνης εκ μέρους της προς κάλυψη, ολικώς ή μερικώς, των ελλειμμάτων αυτού, αλλά, όπως ρητά αναφέρεται, μέσω της προσεκτικά επιλεγόμενης δικής του διοίκησης (ήτοι της Διαχειριστικής του Επιτροπής).

Πρέπει μάλιστα να αναφερθεί ότι, ακόμη και μετά την τροποποίηση του Κανονισμού που έλαβε χώρα το έτος 1995, επί περιορισμού των οικονομικών δυνατοτήτων του ΛΕΠΕΤΕ, εξακολούθησε να προβλέπεται ότι η Διαχειριστική Επιτροπή του, υποχρεούται, κατ' εφαρμογή του άρθρου 2 παρ.2 να αποφασίσει κυριαρχικά περί του ποσού της καταβλητέας επικούρησης αναλόγως των οικονομικών δυνατοτήτων του ΛΕΠΕΤΕ, ακόμα και περί διακοπής της απονεμηθείσης επικουρήσεως, στις οριζόμενες στο άρθρο 14 του Κανονισμού περιπτώσεις.

Επίσης προβλέφθηκε ότι, επί περιορισμού των οικονομικών δυνατοτήτων του ΛΕΠΕΤΕ, η Διαχειριστική Επιτροπή του μπορούσε να μην αναπροσαρμόσει το ύψος των επικουρικών συντάξεων σύμφωνα με την εκάστοτε αναπροσαρμογή του μισθολογίου του εν ενεργεία προσωπικού της εναγόμενης δηλαδή να μην χορηγήσει στους συνταξιούχους την αναλογική αύξηση που θα δικαιούνταν, ή να προβεί σε σταδιακή ή τμηματική αναπροσαρμογή τους (άρθρο 9 παρ.9).

Στο σημείο αυτό πρέπει να επισημανθεί ότι η τροποποίηση του Κανονισμού του ΛΕΠΕΤΕ, στα τέλη του έτους 1995, έγινε κατά κύριο λόγο με σκοπό την αποσύνδεση του ποσοστού της επικουρικής σύνταξης από την κύρια σύνταξη και την σύνδεση αυτού με τις συντάξιμες αποδοχές των εν ενεργεία μισθωτών. Η τροποποίηση αυτή κατέστη αναγκαία διότι η ρύθμιση του άρθρου 9 παρ. 2 του Κανονισμού, όπως ίσχυε πριν από την τροποποίηση, βάσει της οποίας η επικουρική σύνταξη του ΛΕΠΕΤΕ καθοριζόταν σε ποσοστό επί της καταβαλλόμενης κύριας σύνταξης, είχε ως συνέπεια η επικουρική σύνταξη να αυξάνει, όταν αυξανόταν και η κύρια σύνταξη, ώστε πάντα να αντιστοιχεί στο 45 % της καταβαλλόμενης κύριας σύνταξης.

Έτσι, όταν με το άρθρο 66 Ν. 2084/1992, η αύξηση της κύριας σύνταξης των υπαλλήλων της εναγομένης συνδέθηκε με την αύξηση των συντάξεων του Δημοσίου, συνδέθηκε και η αύξηση της επικουρικής σύνταξης του "ΛΕΠΕΤΕ" με την αύξηση των συντάξεων του Δημοσίου. Τούτο είχε ως συνέπεια, οι αυξήσεις των μισθών των εν ενεργεία υπαλλήλων της, να μην αντανακλώνται στις συντάξεις των ήδη συνταξιούχων.

Προκειμένου να καταστεί δυνατή η αναπροσαρμογή των επικουρικών συντάξεων του ΛΕΠΕΤΕ σε κάθε αύξηση των αποδοχών των εν ενεργεία υπαλλήλων της εναγόμενης, η Διαχειριστική Επιτροπή του Λογαριασμού, στην συνεδρίαση ...-1995, αποφάσισε την τροποποίηση του άρθρου 9 του Κανονισμού, ώστε η επικουρική σύνταξη του ΛΕΠΕΤΕ να υπολογίζεται ως ποσοστό όχι της κύριας σύνταξης αλλά των συντάξιμων αποδοχών βάσει των οποίων υπολογίζεται η κύρια σύνταξη, διατηρουμένης της αντιστοιχίας της απονεμόμενης επικουρικής σύνταξης σε 45% της κύριας σύνταξης.

Με την τροποποίηση αυτή κατέστη δυνατή η αναπροσαρμογή της επικουρικής σύνταξης του ΛΕΠΕΤΕ με κάθε αύξηση των αποδοχών των εν ενεργεία υπαλλήλων της εναγόμενης, γεγονός που κατά την Διαχειριστική Επιτροπή αλλά και το Διοικητικό Συμβούλιο της τράπεζας θεωρήθηκε ως μέσο κατοχύρωσης της δυνατότητας αύξησης των επικουρήσεων των συνταξιούχων στο διηνεκές ως ασφαλιστική δικλείδα της βιωσιμότητας του λογαριασμού και ως εγγύηση της μη διακινδύνευσης του αποθεματικού του στο μέλλον.

Κανένα διάδικο μέρος δεν μπορεί να αμφισβητήσει πως οι εργαζόμενοι της εναγομένης σαφώς και επιθυμούσαν να λαμβάνουν μια εξασφαλισμένη επικουρική σύνταξη ιδιωτικής προέλευσης, η οποία δεν θα κινδύνευε από περικοπές ανάλογες με εκείνες που δέχονται οι συντάξεις που απονέμονται από το Κράτος. Από την άλλη πλευρά, η τράπεζα, είναι βέβαιο ότι επιθυμούσε να προσφέρει ένα καλό βιοτικό επίπεδο στους υπαλλήλους της και να καταστήσει δελεαστικές τις θέσεις απασχόλησης που προσέφερε στην αγορά εργασίας.

Ερευνητέο είναι το ζήτημα μέχρι ποιο σημείο η εναγόμενη επιθυμούσε να επιβαρυνθεί με την κάλυψη πιθανών ελλειμμάτων του Λογαριασμού, σε περίπτωση ανεπάρκειας αυτού να εξασφαλίσει στους συνταξιούχους τις προβλεπόμενες παροχές και υπό ποιες προϋποθέσεις λαμβανομένου υπ' όψιν ότι την οποιαδήποτε πληρωμή προς τον λογαριασμό, πέραν της υποχρεωτικής εισφοράς της, ήταν να την καταγράφει, ως υποχρέωση από ιδιωτική ασφάλιση στους ισολογισμούς της, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τους δείκτες της κεφαλαιουχικής της επάρκειας και το μέγεθος του παθητικού της.

Πρωτίστως όμως πρέπει να διερευνηθεί εάν η εναγομένη, στην πορεία των ετών και μέχρι τον μήνα Ιανουάριο του έτους 2018, ενήργησε κατά τρόπο που δημιούργησε τεκμαιρόμενη δέσμευση προς τους εργαζομένους της να καλύπτει ελλείμματα του Λογαριασμού, προκειμένου το Δικαστήριο να οδηγηθεί στο συμπέρασμα πως ο Λογαριασμός ταξινομείται ως συνταξιοδοτικό πρόγραμμα καθορισμένων παροχών.

Τούτο διότι, σύμφωνα με τον εννοιολογικό προσδιορισμό έκαστης κατηγορίας προγραμμάτων, όπως αυτός διαλαμβάνεται στον Κανονισμό 1725/2003, εφόσον τέτοιου είδους δέσμευση δεν υφίσταται, τότε το πρόγραμμα δεν μπορεί να χαρακτηριστεί καθορισμένων παροχών, όποια κι αν είναι τα υπόλοιπα χαρακτηριστικά του, με περαιτέρω συνέπεια ο κίνδυνος (επενδυτικός και αναλογιστικός) να επιρρίπτεται στους εργαζομένους (βλ.

την από 9-5-2017 γνωμοδότηση των καθηγητών I. Κ., Α. Σ. που προσκομίζεται, υπό 2.2, παρ. τελευταία). Προς απόδειξη είναι συνεπώς το ζήτημα, αν η συμπεριφορά της εναγομένης με τις ενδεχόμενες επανειλημμένες χορηγήσεις -ενισχύσεις της προς τον ΛΕΠΕΤΕ ενείχε σιωπηρή ανάληψη εγγυητικής ευθύνης απέναντι στους ενάγοντες.

Τα προβλήματα στην οικονομική επάρκεια του ΛΕΠΕΤΕ ξεκίνησαν από το έτος 2001. Για τον λόγο αυτό, με την υπ' αριθμ. ...-2001 απόφαση της Διαχειριστικής Επιτροπής του αποφασίστηκε η συγκρότηση επιτροπής με αντικείμενο την υποβολή προτάσεων για τη βιωσιμότητα του. Στις προτάσεις που διατυπώθηκαν στην από 13-3-2002 έκθεση που συνέταξε η επιτροπή και οι οποίες προϋποθέτουν την συναίνεση της εναγομένης περιλαμβανόταν η ανάληψη εκ μέρους της τράπεζας της κάλυψης μέρους ή του συνόλου του ετήσιου οργανικού ελλείμματος του λογαριασμού, πράγμα που καταδεικνύει ότι μέχρι τότε, η μηνιαία επικούρηση δεν ήταν διασφαλισμένη έναντι των κινδύνων της βιωσιμότητας του λογαριασμού.

Από τα πρακτικά της υπ' αριθμ. ...-2002 απόφασης της Διαχειριστικής Επιτροπής προκύπτει ότι το έτος 2002, ο Λογαριασμός παρουσίασε ζημίες ύψους 1.297.992 ευρώ. Τα επόμενα έτη, η οικονομική κατάσταση του Λογαριασμού επιβαρύνθηκε με μεγαλύτερες ζημίες και εξαιτίας της κατάστασης αυτής, η Διαχειριστική Επιτροπή, στην υπ' αριθμ. ...-2004 συνεδρίασή της αποφάσισε την ανάθεση εκπόνησης αναλογιστικής μελέτης για το Λογαριασμό σε εξειδικευμένη εταιρεία.

Στη συνέχεια, το έτος 2005, ο Λογαριασμός παρουσίασε ζημίες ποσού 10.171.000 ευρώ, κατάσταση η οποία οδήγησε τη Διαχειριστική Επιτροπή, κατά την υπ' αριθμ. ...-2005 συνεδρίασή της, να λάβει απόφαση για ανασύσταση της Επιτροπής Επενδύσεων προκειμένου να γίνει η επένδυση των διαθεσίμων και η αξιοποίηση του χαρτοφυλακίου του Λογαριασμού με τους ευνοϊκότερους όρους.

Ακολούθησε η θέσπιση του Νόμου 3371 ΦΕΚ Α 178/14-7-2005 "Θέματα Κεφαλαιαγοράς και άλλες διατάξεις" προκειμένου να ενοποιηθεί η κρατική μέριμνα στο πεδίο της κοινωνικής ασφάλισης του προσωπικού των πιστωτικών ιδρυμάτων και με τις διατάξεις του Η' Κεφαλαίου του (άρθρα 57 - 64) ρυθμίστηκαν θέματα ασφάλισης του προσωπικού των πιστωτικών ιδρυμάτων.

Ειδικότερα, με το άρθρο 57 προβλέφθηκε η υπαγωγή του προσωπικού των πιστωτικών ιδρυμάτων στο Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων - Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Μισθωτών (ΙΚΑ- ΕΤΑΜ) μέχρι 31- 12-2005, εφόσον μέχρι την ημερομηνία αυτή τα ταμεία επικουρικής ασφάλισης του προσωπικού των πιστωτικών ιδρυμάτων του Ν. 2076/1992 θα έχουν ενταχθεί στην ασφάλιση του Ενιαίου Ταμείου Ασφάλισης Τραπεζοϋπαλλήλων (ΕΤΑΤ).

Η προθεσμία αυτή παρατάθηκε στη συνέχεια μέχρι τις 31-3-2006. Με το άρθρο 58 του ίδιου νόμου προβλέφθηκε η υποχρεωτική και αυτοδίκαιη υπαγωγή των προσλαμβανόμενων στα πιστωτικά ιδρύματα από 1-1-2005 στην επικουρική ασφάλιση του Ενιαίου Ταμείου Επικουρικής Ασφαλίσεως Μισθωτών (ΕΤΕΑΜ). Προβλέφθηκε, επίσης, η υπαγωγή στην υποχρεωτική ασφάλιση του αυτού Ταμείου των ασφαλισμένων και συνταξιούχων των ταμείων επικουρικής ασφάλισης των ανωτέρω πιστωτικών ιδρυμάτων μετά τη διάλυσή τους, σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται από τις κείμενες διατάξεις και τα καταστατικά των ταμείων.

Ο χρόνος ασφαλίσεως που πραγματοποιήθηκε στα ταμεία λογίζεται ότι πραγματοποιήθηκε στο ΕΤΕΑΜ (παρ. 3). Με την ως άνω ρύθμιση, ο νομοθέτης στέρησε από τον ΛΕΠΕΤΕ τις εισφορές εργαζόμενου και εργοδότη για όσους προσλαμβάνονταν στην εναγόμενη από 1-1-2005 και εφεξής, χωρίς να λάβει καμιά μέριμνα για τον τρόπο χρηματοδότησης των συντάξεων των λοιπών ασφαλισμένων και των ήδη συνταξιούχων του ΛΕΠΕΤΕ.

Όπως βεβαιώνεται στη με ημερομηνία 3-10-2018 βεβαίωση της Διεύθυνσης Ανθρώπινου Δυναμικού της εναγομένης, μετά την ως άνω νομοθετική ρύθμιση, από τους 9528 εργαζόμενους στην ΕΤΕ μόνον οι 4868 ασφαλίζονταν στο ΛΕΠΕΤΕ, ενώ 4472 ασφαλίζονταν στο δημόσιο φορέα επικουρικής ασφάλισης, το ΕΤΕΑΕΠ. Έκτοτε, οι ασφαλισμένοι στο ΛΕΠΕΤΕ εν ενεργεία εργαζόμενοι κατέστησαν κλειστή ομάδα και ο αριθμός τους βαίνει συνεχώς μειούμενος.

Η ως άνω νομοθετική παρέμβαση ανέτρεψε την υγιή σχέση ασφαλισμένων προς συνταξιούχους που αποτελεί τη βάση της αναλογιστικής ισορροπίας ενός διανεμητικού συστήματος όπως του ΛΕΠΕΤΕ. Σύμφωνα με τα στοιχεία που προσκομίζονται, μετά την ως άνω νομοθετική παρέμβαση, η σχέση ασφαλισμένων προς τους συνταξιούχους του ΛΕΠΕΤΕ διαμορφώθηκε σε 1 προς 3, δηλαδή με τις εισφορές 1 ασφαλισμένου πρέπει να χρηματοδοτούνται οι επικουρικές συντάξεις 3 συνταξιούχων.

Ο αντίστοιχος λόγος σε εθνικό επίπεδο είναι 2 ασφαλισμένοι προς 1 συνταξιούχο. Η εξαιτίας της ως άνω νομοθετικής παρέμβασης σχέση 1 ασφαλισμένου προς 3 συνταξιούχους του ΛΕΠΕΤΕ, σε συνδυασμό με την αύξηση του μέσου όρου ζωής των συνταξιούχων επιδείνωσε τα ελλείμματα του Λογαριασμού, ο οποίος ήδη από το έτος 2002 είχε έλλειμμα λόγω της ληφθείσας απόφασης της Διαχειριστικής Επιτροπής του περί αύξησης των συντάξεων του, χωρίς αντίστοιχη αύξηση των εισφορών του, με αποτέλεσμα να καταστεί αδύνατη η απρόσκοπτη συνέχιση της καταβολής επικουρικών συντάξεων.

Εξ αυτού του λόγου, από το τέλος του έτους 2007, η Διαχειριστική Επιτροπή του ΛΕΠΕΤΕ, κατόπιν σχετικής απόφασης βάσει της οποίας υποβαλλόταν σχετικό αίτημα προς τη διοίκηση της εναγομένης, όπως αποδεικνύεται από τα σχετικά πρακτικά συνεδριάσεων της εν λόγω Επιτροπής (βλ. ενδεικτικά τα πρακτικά των 452/18-12-2009 και 455/23- 2-2010 συνεδριάσεων της διαχειριστικής επιτροπής) άρχισε να ζητά από την τράπεζα προσωρινές ταμειακές διευκολύνσεις, προκειμένου να καταστεί εφικτή η συνέχιση της καταβολής των συντάξεων στους εναπομείναντες ασφαλισμένους του.

Οι εν λόγω ταμειακές ενισχύσεις δόθηκαν εκ μέρους της εναγομένης και αναλήφθηκαν εκ μέρους της Διαχειριστικής Επιτροπής του ΛΕΠΕΤΕ ως "δάνειο", επιστρεπτέο "...το συντομότερο δυνατόν...". Ειδικότερα, για την πραγματοποίηση των ταμειακών αυτών ενισχύσεων συνάπτονταν με την εναγόμενη αντίστοιχες δανειακές συμβάσεις, όπως αυτές χαρακτηρίστηκαν από τα μέρη, για τη σύναψη τους δε η Διαχειριστική Επιτροπή εξουσιοδοτούσε προς τούτο τον Διευθυντή του ΛΕΠΕΤΕ (βλ.

τα ίδια ως άνω πρακτικά συνεδρίασης της Διαχειριστικής Επιτροπής). Στο πλαίσιο της ταμειακής ενίσχυσης του ΛΕΠΕΤΕ, ώστε να καθίσταται εφικτή η μέσω αυτού καταβολή των παροχών στους δικαιούχους, αποδεικνύεται ότι χρησιμοποιήθηκαν κεφάλαια του ταμείου κύριας ασφάλισης υπαλλήλων της εναγόμενης, πριν την ένταξη αυτού στο ΙΚΑ - ΕΤΑΜ, τα οποία καταχωρήθηκαν αναγόμενα στο έτος 2008, ως υποχρεώσεις του ΛΕΠΕΤΕ προς το IΚΑ - ΕΤΑΜ (λόγω της ένταξης σε αυτό του ανωτέρω ταμείου, βλ.

έκθεση επισκόπησης ισολογισμού και απολογισμού ΛΕΠΕΤΕ, διαχειριστικής χρήσης 2009). Ειδικότερα αποδείχθηκε ότι η εναγομένη, στις 13-12-2007, 1-8-2008, 28-8-2008, 27-11-2008, 29-12-2008, 29-1-2008, 25-2-2009, 27-10-2009. 25-2-2010, 17-3-2011, 30-7-2012, 22-2-2013, 21-5-2014, 19-2-2015, 23-9- 2016 και 22-6-2017, χορήγησε στο Λογαριασμό ως "έκτακτη ταμειακή διευκόλυνση" και με τη νομική μορφή των δανείων τα ποσά των 23.290.698,95, 48.450.000, 50.856.000, 59.103.000, 67.840.000, 72.550.000, 73.100.000, 119.850.000, 103.060.000 και 87.260.000 ευρώ για τα έτη 2008, 2009, 2010, 2011, 2012, 2013, 2014, 2015, 2016 και 2017 αντίστοιχα και ?συνολικά 705.359.698,95 ευρώ.

Η εναγόμενη κατέγραψε τις σχετικές απαιτήσεις της σε βάρος του ΛΕΠΕΤΕ στα επίσημα λογιστικά βιβλία της. Επιπλέον, από τα συμφωνητικά με ημερομηνία 13-12-2007, 1-8-2008, 28-8-2008, 27-11-2008 και 29-12-2008 προέκυψε ότι προς εξασφάλιση της εναγόμενης προς επιστροφή του ποσού που χορήγησε στον Λογαριασμό, εκχωρήθηκε από τον ΛΕΠΕΤΕ προς την τράπεζα, α) το δικαίωμα είσπραξης των μερισμάτων που αντιστοιχούν στις μετοχές της εναγομένης, τις οποίες κατείχε ο ΛΕΠΕΤΕ και β) το προϊόν εντόκων γραμματίων του Δημοσίου.

Εξάλλου, από το με ημερομηνία 21-12-2007 έγγραφο του ΛΕΠΕΤΕ προς την Τράπεζα της Ελλάδας, το οποίο επισυνάπτεται στο με ημερομηνία 13-12-2007 ιδιωτικό συμφωνητικό, προκύπτει η εντολή του για μη ανανέωση των εντόκων γραμματίων του Δημοσίου αλλά πίστωση του προϊόντος της λήξης αυτών στο λογαριασμό της εναγομένης, σε εκτέλεση του όρου που περιέχεται στο ως άνω ιδιωτικό συμφωνητικό περί εκχώρησης από το ΛΕΠΕΤΕ προς την εναγομένη του προϊόντος των εντόκων γραμματίων του Δημοσίου.

Ο χαρακτηρισμός των επιμέρους ταμειακών αυτών ενισχύσεων ως "έκτακτη ταμειακή διευκόλυνση" και μάλιστα, σε ορισμένες περιπτώσεις με εξασφαλίσεις υπέρ της εναγομένης, όπως αναφέρθηκε παραπάνω, (βλ. τα από 13-12-2007, 01-08- 2008, 28-08-2008, 27-11-2008, 29-12-2008 ιδιωτικά συμφωνητικά ανάμεσα στην εναγομένη και τον εξουσιοδοτημένο προς τούτο Διευθυντή του ΛΕΠΕΤΕ) υποδηλώνει τη βούληση της εναγομένης να μην ?εκληφθούν οι ανωτέρω ενισχύσεις ως ανάληψη ευθύνης κάλυψης των ελλειμμάτων του ΛΕΠΕΤΕ στο διηνεκές.

Μάλιστα, η βούληση αυτή εκφράζεται ρητά, απερίφραστα και επαναλαμβανόμενα σε έκαστο των σχετικών συμφωνητικών που συνήφθησαν, στο πλαίσιο χορήγησης των εν λόγω ταμειακών ενισχύσεων, αφού σε έκαστο αυτών καταγράφεται ότι η χορήγηση του αντίστοιχου κάθε φορά ποσού, "αποτελεί απλώς έκτακτη ταμειακή ενίσχυση και δε δημιουργεί καμία απολύτως δέσμευση της Τράπεζας για το μέλλον" (βλ.

το από 13-12-2007 ιδιωτικό συμφωνητικό) "ούτε αναγνώριση υπάρξεως υποχρεώσεώς της οποιοσδήποτε φύσεως" (βλ. ενδεικτικά τα από 1-8-2008, 29-1-2009, 25-2-2010, 17-3-2011, 30-7-2012, 19-2-2015, 22-6-2017 σχετικά ιδιωτικά συμφωνητικά). Επισημαίνεται ότι η εναγόμενη και δη η διοίκησή της και εκτός πλαισίου των ανωτέρω συμφωνητικών έχει εκφράσει απερίφραστα ότι δεν έχει αναλάβει και δεν προτίθεται να αναλάβει αντίστοιχη δέσμευση κάλυψης των ελλειμμάτων του ΛΕΠΕΤΕ, όχι μόνο εσχάτως, αλλά ήδη από το έτος 2008 (βλ.

τις από 1 -8-2008 και 3-4-2008 ανακοινώσεις της εναγομένης). Η αυτή θέση της εναγομένης έχει μεταφερθεί στη Διαχειριστική Επιτροπή του ΛΕΠΕΤΕ πολλάκις, σε προγενέστερο και σε επόμενο χρόνο (βλ. τα πρακτικά των 395ης/26-1-2005, 398ης/18-7-2005, 426ης/9-7-2008, 452ης/18-12-2009, 455ης/23-2-2010, 529ης/18-12-2014, 563ης/25-5-2017, 569ης/23,25-10-2017 συνεδριάσεων της Διαχειριστικής Επιτροπής), ακόμα και ως απάντηση σε αίτημα και θέση μελών της τελευταίας, περί του ότι η ίδια η εναγόμενη πρέπει να αναλάβει την εγγυητική ευθύνη για τη βιωσιμότητα του ΛΕΠΕΤΕ.

Μάλιστα, κατά το παρελθόν, υπήρξε και περίπτωση που η εναγόμενη είχε μεταφέρει την άρνησή της προς τη Διαχειριστική Επιτροπή να προβεί σε ταμειακή ενίσχυση του ΛΕΠΕΤΕ, όπως καταγράφεται στα πρακτικά της 426ης/9-7-2008 συνεδρίασης της τελευταίας, στα οποία καταγράφεται ότι δεν μπορεί να επαναληφθεί ταμειακή διευκόλυνση, όπως είχε γίνει το Δεκέμβριο του έτους 2007 (το Δεκέμβριο του 2007 είχε ομοίως συναφθεί συμφωνία περί ταμειακής ενίσχυσης του ΛΕΠΕΤΕ, υπό τη μορφή δανείου, σύμφωνα με το ως άνω από 13-12-2007 ιδιωτικό συμφωνητικό), άρνηση η οποία πάντως κάμφθηκε, αφού επί σειρά ετών, μέχρι και το έτος 2017, η εναγομένη προέβαινε σε διαρκείς ταμειακές ενισχύσεις του ΛΕΠΕΤΕ.

Χωρίς αυτές τις συνεχώς επαναλαμβανόμενες δηλώσεις, η πρακτική της επανάληψης των ταμειακών διευκολύνσεων εκ μέρους της εναγομένης με την αντίστοιχη αποδοχή τους εκ μέρους της Διαχειριστικής Επιτροπής του Λογαριασμού θα μπορούσε να εκληφθεί - ερμηνευθεί ως σιωπηρώς συναφθείσα συμβατική υποχρέωση της εναγομένης να καλύπτει τα ελλείμματα του ΛΕΠΕΤΕ στο διηνεκές, το παραπάνω δε γεγονός θα δημιουργούσε τεκμαιρόμενη δέσμευση της τραπεζικής επιχείρησης να καλύπτει την ανεπάρκεια των περιουσιακών στοιχείων του Λογαριασμού και θα καθιστούσε το συνταξιοδοτικό πρόγραμμα ως πρόγραμμα καθορισμένων παροχών.

Λόγω όμως των ρητώς διατυπωθέντων επιφυλάξεων της εναγόμενης πριν από κάθε ταμειακή διευκόλυνση, δεν μπορεί να συναχθεί τέτοια δέσμευση της εργοδότριας, οπότε το συνταξιοδοτικό πρόγραμμα του Λογαριασμού εντάσσεται στην κατηγορία των καθορισμένων εισφορών, όποια κι αν είναι τα υπόλοιπα χαρακτηριστικά του, (βλ.

την από 9.6.2017 γνωμοδότηση των καθηγητών I. Κ. και Α. Σ. με τίτλο "Ο λογαριασμός επικουρήσεως προσωπικού ΕΤΕ ως πρόγραμμα καθορισμένων εισφορών", υπό κεφάλαιο II, αρ. 2.2, 3.2, 4.1, Συμπέρασμα, όπου σημειώνεται μάλιστα ότι η ρήτρα επιφύλαξης δεν χάνει την ισχύ της, όταν ο εργοδότης, επαναλαμβάνει τη συμπεριφορά του και δεν κάνει χρήση της δυνατότητας να την διακόψει αλλά και την από 15-9-2017 γνωμοδότηση της καθηγήτριας Π.

Π.).

Εξάλλου, υπό το σχήμα της "δανειοδότησης", η εναγομένη απέφυγε να εμφανίσει χαμηλούς δείκτες κεφαλαιακής επάρκειας στις αγορές και δεν χρεώθηκε μείωση του παθητικού της, αφού τα χορηγούμενα ποσά τα εμφάνισε ως απαιτήσεις από δάνεια, κάποια για τα οποία μάλιστα έλαβε και εξασφαλίσεις. Άλλωστε, υπό την υποχρέωση της εφαρμογής του Διεθνούς Λογιστικού Προτύπου 19 και με την αλλαγή των δεδομένων στο χώρο της επικουρικής ασφάλισης με τον Ν. 3371/2005 (άρθρα 57 - 64), η εναγόμενη είναι σαφές πως δεν επιθυμούσε να επωμισθεί με οποιοδήποτε κόστος κάθε επιβάρυνση από την συνεχή μείωση της πηγής άντλησης των εισφορών των εργαζομένων της στον Λογαριασμό λόγω της διαρκούς απομείωσής τους, αφού οι συνέπειες που θα προκαλούνταν σ' αυτήν θα ήταν δυσανάλογα επαχθείς για τα συμφέροντά της και ενδεχομένως να έθεταν σε κίνδυνο την κεφαλαιακή της επάρκεια, προς βλάβη της εθνικής οικονομίας.

Με βάση όσα προεκτέθηκαν, δεν αποδείχθηκε ότι η εναγόμενη ανέλαβε εκ του Κανονισμού συμβατική δέσμευση, ρητή ή σιωπηρή, έναντι των εναγόντων, να χρηματοδοτεί τον ΛΕΠΕΤΕ για την κάλυψη των όποιων ελλειμμάτων του και συνεπώς δεν μπορεί να ανακύψει, εκ της αιτίας αυτής, υποχρέωσή της περί εξακολούθησης χρηματοδότησης του ΛΕΠΕΤΕ εις το διηνεκές ώστε να καταβάλλεται σ' αυτούς η συνταξιοδοτική παροχή στο ύψος του μηνός Δεκεμβρίου 2017.

Άλλωστε, το άρθρο 52 παρ.2 εδαφ γ' Ν. 2084/1992, το οποίο ήταν σε ισχύ κατά την τροποποίηση του Κανονισμού του ΛΕΠΕΤΕ απαγόρευε στην εναγόμενη να αναλάβει συμβατικά την απεριόριστη κάλυψη των τυχόν οργανικών ελλειμμάτων του ΛΕΠΕΤΕ, αφού η εν λόγω διάταξη έθετε ως περιορισμό πως "... η κάλυψη γίνεται μέχρι του ποσού που δεν θα υπερβαίνει σε καμία περίπτωση το ποσό που καταβλήθηκε για την κάλυψη των ελλειμμάτων του έτους 1992...", τυχόν δε αντίθετη καταστατική ρύθμιση θα ήταν άκυρη κατ' άρθρο 174 ΑΚ ως αντίθετη σε διάταξη αναγκαστικού δικαίου, η οποία εφαρμόζεται μέσω του άρθρου 2 παρ.4 εδαφ.

β' Ν, 2084/1992 στον εν λόγω φορέα ασφάλισης, (βλ. Δημοσίευση ΔΕΝ 2016, σελ 721 επ, απόσπασμα από την από 10-1-2013 γνωμοδότηση του καθηγητή Γ. Λ., αριθμός ... όπου γίνεται λόγος για την φύση των διατάξεων που διέπουν το δίκαιο της κοινωνικής ασφάλισης ως αναγκαστικού δικαίου και του μη επιτρεπτού της παρέκκλισης από αυτές με συμβατικές ρυθμίσεις).

Να σημειωθεί ότι το έτος 1992, η εναγομένη δεν είχε καλύψει κανένα έλλειμμα του ΛΕΠΕΤΕ, συνεπώς η διάταξη του άρθρου 52 παρ.2 εδαφ. γ' Ν. 2084/1992, είχε καταστήσει απαγορευτική κάθε καταστατική πρόβλεψη περί χρηματοδότησης των ελλειμμάτων του ΛΕΠΕΤΕ από την τράπεζα με οποιοδήποτε ποσό. Το συγκεκριμένο θέμα ούτε με συλλογική σύμβαση εργασίας θα μπορούσε να ρυθμιστεί, αφού στο άρθρο 2 παρ.3 του Ν 1876/1990 ορίσθηκε ότι η συλλογική σύμβαση εργασίας μόνο σε περιορισμένη έκταση μπορεί να ρυθμίσει ζητήματα κοινωνικής ασφάλισης, εφόσον αυτά δεν έρχονται σε αντίθεση με την συνταγματική τάξη και την πολιτική των δημοσίων φορέων κοινωνικής ασφάλισης και πάντως, εφόσον δεν πρόκειται για ζητήματα- "συνταξιοδοτικά", ενώ με το άρθρο 43 παρ.3 του Ν. 1902/1990 διευκρινίσθηκε ότι στην έννοια των συνταξιοδοτικών θεμάτων που, κατά την ανωτέρω διάταξη, δεν μπορούν να αποτελέσουν περιεχόμενο συλλογικής συμβάσεως εργασίας περιλαμβάνονται και η μεταβολή, αμέσως ή εμμέσως, της σχέσεως ασφαλίστρου εργαζόμενου και εργοδότη, η μεταβίβαση του βάρους εν όλω ή εν μέρει τακτικών εισφορών για αναγνώριση προϋπηρεσιών από τον έναν στον άλλον καθώς και η σύσταση ειδικών ταμείων ή λογαριασμών που χορηγούν περιοδικές παροχές συντάξεων ή εφάπαξ βοήθημα με επιβάρυνση του εργοδότη, (...).

Περαιτέρω, με βάση όσα προεκτέθηκαν, σχετικά με τις επαναλαμβανόμενες χρηματοδοτήσεις του ΛΕΠΕΤΕ εκ μέρους της εναγομένης, μέσω των επί σειρά ετών ταμειακών διευκολύνσεων, δεν αποδείχθηκε ότι, εξαιτίας των τελευταίων, δημιουργήθηκε αντίστοιχη, συμβατικά δεσμευτική, πρακτική της εναγομένης προς κάλυψη των ελλειμμάτων του Λογαριασμού. Τούτο διότι, όπως ανωτέρω εκτέθηκε, κάθε φορά που η εναγομένη προέβαινε στις εν λόγω διευκολύνσεις, ήτοι κάθε φορά που συνάπτονταν τα σχετικά ιδιωτικά συμφωνητικά χρηματοδότησης του ΛΕΠΕΤΕ, εξέφραζε ρητά, κατά τη σύναψή τους, την επιφύλαξή της, περί του ότι οι εν λόγω χρηματοδοτήσεις δεν αποσκοπούν στην παραγωγή αντίστοιχης συμβατικής της δέσμευσης. Ομοίως όπως αποδείχθηκε ανωτέρω, η ρητή αυτή επιφύλαξη ενισχύεται από το γεγονός ότι οι ταμειακές αυτές ενισχύσεις πήραν τη μορφή δανείου (και όχι δωρεάς ή άλλης, χαριστικής αιτίας, δικαιοπραξίας) και μάλιστα, σε πολλές περιπτώσεις, με παράλληλη και πραγματική χορήγηση εξασφαλίσεων.

Συνεπώς, ενόψει της ρητής επιφύλαξης της εναγόμενης κάθε φορά που προέβαινε στις αντίστοιχες ταμειακές ενισχύσεις, οι τελευταίες δεν θα μπορούσαν να εκληφθούν ως οικειοθελείς παροχές, ικανές να δημιουργήσουν συμβατική και συνακόλουθα δεσμευτική πρακτική της εναγόμενης να καλύπτει τα ελλείμματα του Λογαριασμού, (βλ. και την από 05-10-2017 γνωμοδότηση του καθηγητή Μ. Σταθόπουλου). Άλλωστε, οι οικειοθελείς παροχές του εργοδότη προκειμένου να διαμορφώσουν επιχειρησιακή συνήθεια οφείλουν να είναι νόμιμες, στην προκειμένη όμως περίπτωση, οι ταμειακές ενισχύσεις με σκοπό την χρηματοδότηση των ελλειμμάτων του ΛΕΠΕΤΕ από την τράπεζα προσκρούουν στην προαναφερθείσα ius cogens διάταξη του άρθρου 52 παρ.2 εδαφ. γ' Ν. 2084/1992 που τις απαγορεύει για οποιοδήποτε ποσό. Ως εκ τούτου, δεν μπορεί να ανακύψει, εκ της αιτίας αυτής, υποχρέωση της εναγόμενης, περί εξακολούθησης χρηματοδότησης του ΛΕΠΕΤΕ και περί απονομής της παροχής στους ενάγοντες στο ύψος που είχε διαμορφωθεί για τον καθέναν τους τον μήνα Δεκέμβριο του έτους 2017.

Εξάλλου, θα πρέπει να σημειωθεί ότι όπως έχει κριθεί ακόμη και σε ΣΣΕ θεσπισθείς όρος σύμφωνα με τον οποίο ιδρύεται αυτοτελής ενδοσυμβατική ευθύνη για διασφάλιση επικουρικής σύνταξης ως εργοδοτικό αντάλλαγμα από την εργασιακή σχέση, ως εκ της προέλευσης και του κανονιστικού χαρακτήρα του, συνιστά κανόνα του εξ αντικειμένου δικαίου και δεν μπορεί να θεωρηθεί και ερμηνευθεί ούτε και με προσφυγή στις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, ως δήλωση ιδιωτικής βουλήσεως και ειδικότερα ως όρος ατομικής σύμβασης εργασίας ή άλλης ιδιωτικής συμφωνίας ώστε να γεννάται ευθεία αξίωση των ασφαλισμένων σε Λογαριασμό Επικούρησης να ζητήσουν ευθέως από τον εργοδότη τις επικουρικές τους συντάξεις, ολικά ή μερικά, ακόμη και αν η μη καταβολή τους οφείλεται σε ταμειακή αδυναμία του Λογαριασμού , ούτε θεμελιώνεται με βάση αυτόν ευθύνη του εργοδότη να καλύπτει τα προκύπτοντα από τη λειτουργία του Λογαριασμού ελλείμματα, καθόσον η μόνη σχετική υποχρέωση αφορά την καταβολή της εισφοράς του και δεν έχει αναλάβει εγγυητική ευθύνη έναντι των ασφαλισμένων για την καταβολή των συντάξεών τους (...).

Εξάλλου, από τα ανωτέρω αποδειχθέντα ούτε καταχρηστική συμπεριφορά σύμφωνα με τις διατυπώσεις του άρθρου 281 ΑΚ μπορεί να αποδοθεί στην εναγομένη και δη ότι το γεγονός ότι αυτή διέκοψε τη χρηματοδότηση του ΛΕΠΕΤΕ συνιστά κατάχρηση δικαιώματος όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι ενάγοντες. Ειδικότερα από όσα προαναφέρθηκαν και ιδίως τις διατάξεις του Κανονισμού σύστασης του Λογαριασμού, όπως αυτός τροποποιήθηκε με το πέρασμα του χρόνου καθώς και τα ως άνω αποδειχθέντα περιστατικά, προέκυψε ότι ο ΛΕΠΕΤΕ αποτελεί αυτοτελές νομικό μόρφωμα που επιτελεί ρόλο επικουρικής κοινωνικής ασφάλισης, σαφώς διακρινόμενο από το νομικό πρόσωπο της εναγομένης, η οποία αποτελεί πιστωτικό ίδρυμα και επιδιώκει διαφορετικούς σκοπούς.

Έχει δε αυτοτελή διοίκηση και αυτοτελή διαχείριση, η οποία, άλλωστε, όπως προκύπτει και από το άρθρο 2 του Κανονισμού του, έχει ανατεθεί αποκλειστικά στη Διαχειριστική Επιτροπή, που λειτουργεί ως συλλογικό όργανο με ανεξαρτησία στη λήψη των αποφάσεων και όχι κατά δέσμια αρμοδιότητα των συμφερόντων της εναγομένης, λαμβανομένου μάλιστα υπόψη ότι οι επενδύσεις κεφαλαίων και αποθεματικού του λογαριασμού λαμβάνονταν από τη Διαχειριστική του Επιτροπή και μόνο (βλ.

ιδίως τα πρακτικά της με αριθμό 541/1-12-2015 συνεδρίασης της Διαχειριστικής Επιτροπής του ΛΕΠΕΤΕ, από τα οποία προκύπτει ότι η Διαχειριστική Επιτροπή, λαμβάνοντας υπόψη της την οικονομική κατάσταση του λογαριασμού αποφάσισε να μη συμμετάσχει σε επικείμενη αύξηση κεφαλαίου της εναγομένης).

Εξάλλου, αναφορικά με την τροποποίηση του Κανονισμού του εν λόγω Λογαριασμού στο άρθρο 4 παρ. 2 αυτού ορίζεται ότι "ο παρών Κανονισμός δύναται να τροποποιήται και συμπληρούται κατά την ανωτέρω αναφερομένων διαδικασίαν της εγκρίσεως του, ήτοι δι' αποφάσεως του Γενικού Συμβουλίου της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, μετά σύμφωνον τοιαύτην της κατ' άρθρο 2 Διαχειριστικής Επιτροπής λαμβανομένην δια πλειοψηφίας των τεσσάρων πέμπτων (4/5) των μελών αυτής". Ως εκ τούτου, από τη γραμματική και μόνο διατύπωση του εν λόγω άρθρου προκύπτει ότι για κάθε τροποποίηση πρέπει να προηγείται σύμφωνη γνώμη της Διαχειριστικής Επιτροπής, ληφθείσα μάλιστα με αυξημένη πλειοψηφία 4/5, χωρίς την οποία δεν μπορεί αυτή (τροποποίηση) να πραγματοποιηθεί. Επομένως, ουδόλως η Διαχειριστική Επιτροπή περιορίζεται στην παροχή της, πολλώ δε μάλλον η τροποποίηση ανήκει αποκλειστικά στη διοίκηση της εναγομένης.

Περαιτέρω, από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι η έλλειψη ρευστότητας του Λογαριασμού και η μείωση των ταμειακών διαθεσίμων οφείλεται στα προγράμματα εθελούσιας εξόδου που εφάρμοσε η εναγομένη στο προσωπικό της, χωρίς να προηγηθεί αναλογιστική μελέτη αναφορικά με τις επιπτώσεις τους στο οικονομικό μέλλον (όπως θα εκτεθεί αναλυτικότερα και κατωτέρω). Και τούτο διότι, αν και η πρωτοβουλία για την εφαρμογή προγραμμάτων εθελούσιας εξόδου ανήκει στο πεδίο της συνταγματικά προστατευόμενης οικονομικής ελευθερίας (άρθρο 106 Συντάγματος), η οποία σε κάθε περίπτωση δεν πρέπει να ασκείται καταχρηστικά, εν προκειμένω και με δεδομένο ότι η εναγομένη ουδόλως ανέλαβε συμβατικά ή υπέχει εκ του νόμου σχετική υποχρέωση κάλυψης των ελλειμμάτων του ειδικού ως άνω Λογαριασμού, η μη εκπόνηση αναλογιστικών μελετών δεν συνιστά καταχρηστική άσκηση του ως άνω δικαιώματος της, λαμβανομένου μάλιστα υπόψη ότι η ίδια δεν έχει τη διοίκηση ή τη διαχείριση του λογαριασμού.

Εξάλλου, καθοριστικής σημασίας για την οικονομική κατάρρευση του λογαριασμού τυγχάνει η εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 58 του Ν. 3371/2005, στους προσληφθέντες μετά την 1-1-2005 και εφεξής, η οποία ουσιαστικά αποστέρησε αιφνίδια το Λογαριασμό από τις εισφορές των νέων ασφαλισμένων, χωρίς να υφίσταται οιαδήποτε νομοθετική μεταβατική διάταξη ή εκπόνηση σχετικής μελέτης για τη βιωσιμότητα των φορέων που υπήχθησαν στη ρύθμισή του. Επιπλέον, αποδείχθηκε ότι, η εναγόμενη, από το έτος 2007 μέχρι πρόσφατα (έτος 2017), προέβη, σε αλλεπάλληλες, όπως αποδείχθηκε ταμειακές ενισχύσεις του ΛΕΠΕΤΕ με τη μορφή δανείου. Οι εν λόγω δε ταμειακές ενισχύσεις δόθηκαν εκ μέρους της τελευταίας και αναλήφθηκαν εκ μέρους της Διαχειριστικής Επιτροπής του ως δάνειο είτε με εξασφάλιση είτε όχι, καταχωρισθεισών των σχετικών συμβάσεων στις οικονομικές υποχρεώσεις του Λογαριασμού προς την εναγομένη προκειμένου να αποφευχθεί το ενδεχόμενο εκποίησης σχετικών περιουσιακών στοιχείων του λογαριασμού (βλ, τα ανωτέρω ιδιωτικά συμφωνητικά).

Εξάλλου, από τη συνολική συμπεριφορά της εναγόμενης, αλλά και τις σχετικές δηλώσεις της διοίκησης της ήδη από τα έτη 2008 και 2009 ουδόλως προκύπτει ότι έχει αναλάβει ή προτίθεται να αναλάβει αντίστοιχη δέσμευση κάλυψης των ελλειμμάτων του ΛΕΠΕΤΕ όπως αποδείχθηκε.

Συνεπώς, με βάση όσα προεκτέθηκαν, δεν αποδείχθηκε ότι η εναγομένη ανέλαβε έστω σιωπηρά τη δέσμευση να καταβάλλει περαιτέρω εισφορές και εν γένει να χρηματοδοτεί τον ΛΕΠΕΤΕ, για την κάλυψη των ελλειμμάτων του, αφού από τις ως άνω ταμειακές επί μία δεκαετία ενισχύσεις της εναγομένης προς τον ΛΕΠΕΤΕ, ενόψει των συνθηκών χορήγησής τους και των ως άνω ρητών και μη επιδεχόμενων αντίθετης ερμηνείας των δηλώσεων της εναγομένης, δεν μπορεί να συναχθεί το συμπέρασμα ότι δημιουργήθηκε σιωπηρή συμβατική πρακτική της εναγομένης ή τέτοια πραγματική κατάσταση, από την οποία να προκύπτει δέσμευση της στο διηνεκές για την κάλυψη των ελλειμμάτων, ώστε η άρνηση της εναγομένης να συνεχίζει να παρέχει ταμειακές ενισχύσεις στον λογαριασμό για την κάλυψη των ελλειμμάτων του να συνιστά καταχρηστική εκ μέρους της συμπεριφορά. Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω και εφόσον, δεν αποδείχθηκε ότι η εναγομένη ανέλαβε την υποχρέωση προς τους δικαιούχους του ΛΕΠΕΤΕ βάσει συμβατικής δέσμευσης για την επάρκεια των κεφαλαίων του, δεν μπορεί να γίνει λόγος εν προκειμένω για σύστημα καθορισμένων παροχών, αφού η υπόσχεση καθορισμένης παροχής υλοποιείται εφόσον και μόνο υφίσταται ρητή συμβατική δέσμευση ή άλλως νομική ή τεκμαιρόμενη τοιαύτη για την κάλυψη των κεφαλαιακών διαθεσίμων.

Εξάλλου, η οικειοθελής κάλυψη των ελλειμμάτων για κάποιο χρονικό διάστημα, εφόσον δεν υφίσταται ρητή, ομοίως ή ανεπιφύλακτη συμβατική δέσμευση για την κάλυψη τους στο μέλλον, τουναντίον μάλιστα εκφράζεται ρητά το αντίθετο, δεν είναι ικανή άνευ ετέρου να καταστήσει τη συμπεριφορά της εναγομένης καταχρηστική, πολλώ δε μάλλον όταν η αυτοτελώς ενεργούσα σε σχέση με την εναγομένη και ανεξάρτητα από αυτή, Διαχειριστική Επιτροπή του ΛΕΠΕΤΕ, αποτελούμενη και από εργαζομένους, τελούσε σε γνώση της μη βιωσιμότητας του εδώ περίπου και μία εικοσαετία.

Εξάλλου, αν πράγματι η εναγομένη υπείχε εγγυητική συμβατική ευθύνη δεν θα υφίστατο κανένας λόγος κατάρτισης των ως άνω συμφωνητικών μετά από έγκριση από τη Διαχειριστική Επιτροπή του Λογαριασμού, αλλά η χορήγηση οικονομικής ενίσχυσης θα ήταν εξαρχής δεδομένη. Και είναι μεν αναμφισβήτητη η οικονομική ζημία που υφίστανται οι ενάγοντες εκ της μη καταβολής από το Λογαριασμό της μηνιαίας επικουρικής τους σύνταξης, πλην όμως η εναγομένη, με βάση τον Κανονισμό της και τα ως άνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά δεν υπέχει σχετική υποχρέωση καταβολής τους, γενομένης δε μνείας ότι σε κάθε περίπτωση δεν χωρεί ευθεία αξίωση τους έναντι αυτής, η οποία ουδέποτε στο παρελθόν κατέβαλε επικουρικές συντάξεις στους πρώην εργαζομένους της.

Η εναγομένη, η οποία δεν έχει τη διοίκηση και διαχείριση του ΛΕΠΕΤΕ, ούτε βάσει του κανονισμού του ΛΕΠΕΤΕ, ούτε εν τοις πράγμασι, δεν ταυτίζεται με το ΛΕΠΕΤΕ, το οποίο ως φορέας υποχρεωτικής επικουρικής κοινωνικής ασφάλισης συνιστά με ξεχωριστή οικονομική μονάδα, αυτοδιοικούμενη και αυτοδιαχειριζόμενη (όπως θα αναφερθεί και κατωτέρω) και οι όποιες αποφάσεις της κακοδιαχείρισης δεν μπορούν να αποδοθούν στην εναγόμενη και συνεπώς δεν τίθεται θέμα αντίθεσης της ελληνικής νομοθεσίας στο άρθρο 8 της οδηγίας 2008/1994.

Κατ' ακολουθία όλων των ανωτέρω απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη κρίνεται η ένδικη αγωγή ως προς την ενδοσυμβατική ευθύνη της εναγομένης, της απορρέουσας εκ της καταστατικής σύμβασης, τόσο αυτοτελώς όσο και ως μέρος των ατομικών συμβάσεων εργασίας των εναγόντων δια προσχωρήσεως τους στον Κανονισμό και της επικαλούμενης παράβασης των μετενεργούντων όρων των ήδη λυθέντων συμβάσεων εργασίας των εναγόντων".

Οι αναιρεσείοντες α) με τον πρώτο από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι δεχόμενη ότι: 1) ο ΛΕΠΕΤΕ δεν συνιστά θεσμό μετεργασιακής μέριμνας του εργοδότη, μη σχετιζόμενος με φορέα κοινωνικής ασφάλισης και εν γένει μη συνδεόμενος με συνταξιοδοτικά θέματα, 2) οι παροχές που λαμβάνουν οι δικαιούχοι μέσω αυτού δεν φέρουν μισθολογικό (μετεργασιακό χαρακτήρα), 3) οι παροχές αυτές έχουν χαρακτήρα ασφαλιστικών παροχών (μηνιαία επικουρική σύνταξη), 4) η επικουρική παροχή δεν αποτελεί όρο των συμβάσεων εργασίας τους και μέρος των αμοιβών τους 5) δεν ευθύνεται η αναιρεσίβλητη-εργοδότριά τους έναντι αυτών στην καταβολή της ως άνω επικουρικής παροχής και 6) η επικουρική αυτή παροχή δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί μετεργασιακή αμοιβή λόγω λήξης της εργασιακής τους σχέσης με την αναιρεσίβλητη, και δεν προστατεύεται από τη Συνθήκη της Ευρωπαικής Ένωσης και τη Διεθνή Σύμβαση εργασίας, επειδή πρόκειται για ασφαλιστική παροχή (μηνιαία επικουρική σύνταξη) χορηγούμενη από την εναγομένη μέσω του Λογαριασμού και ρυθμίζεται από νόμο και τον κανονισμό του, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου (με αντιφατική αιτιολογία) τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 200, 288, 281, 361, 648, 649, 653 ΑΚ, 22 παρ. 1 του Συντάγματος και 1 της 95/1949 Διεθνούς Συμβάσεως "περί προστασίας του ημερομισθίου", που κυρώθηκε με το ν. 3248/1955, της παρ. 2 του άρθρου 3 του ν. 2112/1920, του άρθρου 157 παρ. 2 της Σύμβασης Λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης, του άρθρου 17 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ και του 1ου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ για την προστασία της αμοιβής και της περιουσίας, β) με τον έβδομο λόγο της αίτησης αναίρεσης, προσάπτουν στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι δεχόμενη ότι ο ΛΕΠΕΤΕ εμπίπτει στην έννοια του επικουρικού φορέα κοινωνικής ασφάλισης και ότι για το λόγο αυτό το άρθρο 52 παρ. 2 ν. 2084/1992 της απαγορεύει να καλύπτει τα ελλείμματα ώστε να καταβάλλονται απρόσκοπτα οι επικουρήσεις, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη αυτή.

Ως προς τη βασιμότητα ή μη των λόγων αυτών αναίρεσης, κατά το μέρος που αυτόν προβάλλονται οι από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου πλημμέλειες της ευθείας και εκ πλαγίου παραβίασης των διατάξεων των άρθρων 200, 288, 281, 361, 648, 649, 653 ΑΚ, 22 παρ. 1 του Συντάγματος και 1 της 95/1949 Διεθνούς Συμβάσεως "περί προστασίας του ημερομισθίου", που κυρώθηκε με το ν. 3248/1955, της παρ. 2 του άρθρου 3 του ν. 2112/1920, του άρθρου 157 παρ. 2 της Σύμβασης Λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης, του άρθρου 17 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ, και του 1ου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, πρέπει να λεχθούν τα εξής:

Το Εφετείο, σύμφωνα με τις αναιρετικά ανέλεγκτες (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ) ως άνω κατά λέξη παρατεθείσες λεπτομερείς, πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις και ενδοιαστικά κενά πραγματικές του παραδοχές και το, επίσης σαφώς διατυπωθέν, αποδεικτικό πόρισμα που συνήγαγε από αυτές, δεν παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ως άνω νομοθετικές, συνταγματικές και υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεις, ούτε παραβίασε ευθέως την ως άνω διάταξη του άρθρου 52 του ν. 2084/1992.

Τούτο διότι, το Εφετείο δεχόμενο ότι ο "Λ.Ε.Π.Ε.Τ.Ε" στερείται μεν νομικής προσωπικότητας, πλην όμως διαθέτει οικονομική και διοικητική αυτοτέλεια, τελώντας υπό τη διαχείριση της Διαχειριστικής Επιτροπής, στην οποία κατά τον Κανονισμό του "Λ.Ε.Π.Ε.Τ.Ε" επιφυλάχθηκε η εξουσία : α) να αποφασίζει κυριαρχικά για το ποσό της καταβλητέας στους δικαιούχους επικουρικής σύνταξης, πάντα αναλόγως με τις οικονομικές δυνατότητες του "Λ.Ε.Π.Ε.Τ.Ε", β) να αποφασίζει για την επιστροφή των γενομένων κρατήσεων σε αυτούς που δεν κρίθηκαν δικαιούχοι της επικούρησης, αλλά και για τη διακοπή της χορήγησης αυτής, γ) να αποφασίζει την ανάλογη αναπροσαρμογή των επικουρήσεων με βάση τα απολογιστικά στοιχεία της προηγούμενης χρήσης και τα προϋπολογιστικά της τρέχουσας με κάθε αναπροσαρμογή του μισθολογίου του εν ενεργεία προσωπικού της αναιρεσίβλητης, και δ) να έχει τη δυνατότητα αναστολής της αναπροσαρμογής των επικουρήσεων για όσο διάστημα κρίνει αναγκαίο ή σταδιακής αναπροσαρμογής των επικουρήσεων ή αναπροσαρμογής τους σε μικρότερο ποσοστό, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε : 1) το άρθρο 2 παρ. 2, του "Ειδικού Κανονισμού Επικουρήσεως του Προσωπικού της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος" Κανονισμού του "Λ.Ε.Π.Ε.Τ.Ε", όπου ορίζεται ότι η Διαχειριστική Επιτροπή του μεριμνά για την επωφελέστερη τοποθέτηση των διαθέσιμων κεφαλαίων του Λογαριασμού, μεριμνά και ελέγχει την κανονική είσπραξη των εισφορών και των λοιπών πόρων αυτού και αποφασίζει κυριαρχικά επί του ποσού της εκάστοτε καταβλητέας στους δικαιούχους επικούρησης, ανάλογα με τις οικονομικές δυνατότητας του ειδικού Λογαριασμού, η δε απόφασή της αυτή ισχύει καθολικώς για όλους τους δικαιούχους, 2) το άρθρο 5 του ίδιου Κανονισμού σύμφωνα με το οποίο οι πόροι του Λογαριασμού δεν προέρχονται μόνο από τις εισφορές της εναγομένης-αναιρεσίβλητης Τράπεζας και των μισθωτών αυτής, αλλά και από εισφορές από άλλες αιτίες κλπ, χωρίς μέσα σε αυτές να αναφέρεται ως πόρος η υποχρέωση καταβολής επιπρόσθετης εισφοράς της αναιρεσίβλητης για κάλυψη των τυχόν προκυπτόντων ελλειμμάτων του αποθεματικού του Λογαριασμού, ώστε να είναι δυνατή καταβολή στο διηνεκές του ποσού της μηνιαίας επικούρησης στους ασφαλισμένους πρώην υπαλλήλους της και ήδη συνταξιούχους αυτής και 3) το άρθρο 9 παρ 9 του ως άνω Κανονισμού, σύμφωνα με το οποίο "Με κάθε αναπροσαρμογή του μισθολογίου του εν ενεργεία προσωπκού της Τραπέζης, η Διαχειριστική Επιτροπή αποφασίζει ανάλογη αναπροσαρμογή των επικουρήσεων, με βάση τα απολογιστικά στοιχεία της προηγούμενης χρήσεως και τα προϋπολογιστά της τρέχουσας.

Η Διαχειριστική Επιτροπή, αν κρίνει, βάσει των παραπάνω στοιχείων, ότι η οικονομική κατάσταση του Λογαριασμού δεν το επιτρέπει, μπορεί να αποφασίζει την αναστολή της αναπροσαρμογής για όσο διάστημα κρίνει αναγκαίο ή τη σταδιακή αναπροσαρμογή των επικουρήσεων ή την αναπροσαρμογή τους σε μικρότερο ποσοστό.".

Επιπλέον, το Εφετείο, δεχόμενο: α) ότι σύμφωνα με τον "Ειδικό Κανονισμό Επικουρήσεως του Προσωπικού της Εθνικής Τράπεζας" η μόνη ρητή δέσμευση της εναγομένης αναφέρεται στην καταβολή της προβλεπόμενης εισφοράς της ύψους 9% επί των πάσης φύσεως αποδοχών των μισθωτών της και μάλιστα χωρίς πρόβλεψη για δυνατότητα αύξησης του ύψους αυτής και β) ότι δεν αποδείχθηκε ότι η εναγομένη - αναιρεσίβλητη ανέλαβε εκ του ως άνω Κανονισμού συμβατική δέσμευση, ρητή ή σιωπηρή έναντι των εναγόντων -αναιρεσειόντων να χρηματοδοτεί τον "Λ.Ε.Π.Ε.Τ.Ε" για την κάλυψη των όποιων ελλειμμάτων του, με αποτέλεσμα να μην ανακύπτει από την αιτία αυτή υποχρέωσή της περί εξακολούθησης χρηματοδότησης του "Λ.Ε.Π.Ε.Τ.Ε" στο διηνεκές, ώστε να καταβάλλεται σε αυτούς η συνταξιοδοτική παροχή στο ύψος του Δεκεμβρίου 2017 ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις του άρθρου 9 παρ. 2, 4 και 9 του "Ειδικού Κανονισμού Επικουρήσεως του Προσωπικού της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος", σε συνδυασμό με την παρ. 2 του άρθρου 5 του ίδιου Κανονισμού, από τις οποίες συνάγεται ότι ο "ΛΕΠΕΤΕ" αποτελεί φορέα ιδιωτικής επικουρικής κοινωνικής ασφάλισης, ότι η ως άνω μηνιαία παροχή επικούρησης δεν έχει αμιγώς δικαιοπρακτικό χαρακτήρα, αλλά φέρει το χαρακτήρα επικουρικής σύνταξης, για την καταβολή της οποίας δεν είναι υπόχρεη η εναγομένη -αναιρεσίβλητη ως εργοδότρια, αλλά ο αυτόνομος συνταξιοδοτικός λογαριασμός "Λ.Ε.Π.Ε.Τ.Ε", στον οποίο η εναγομένη -αναιρεσίβλητη ευθύνεται μόνον για την καταβολή της συμφωνηθείσας εργοδοτικής εισφοράς, με αποτέλεσμα από τις διατάξεις αυτές να μην έχει δημιουργηθεί γενικός όρος εργασίας των μισθωτών της αναιρεσίβλητης περί ανάληψης υποχρέωσης από την τελευταία να καλύπτει τα ελλείμματα του Λογαριασμού και να καταβάλλει στους αναιρεσείοντες μετά τη λύση της σύμβασης εργασίας τους τη μηνιαία επικούρηση (επικουρική σύνταξη) που δικαιούνται από τον Λ.Ε.Π.Ε.Τ.Ε.

σε περίπτωση μερικής ή ολικής αδυναμίας παροχής της από τον ίδιο ως άνω Λογαριασμό. Συνακόλουθα, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με τις παρατεθείσες πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις και ενδοιαστικά κενά παραδοχές του και το πόρισμα που διατύπωσε με βάση αυτές, δεν παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 281, 288, 361, 648, 649, 653 ΑΚ, 22 παρ. 1 του Συντάγματος, 1 της 95/1949 Διεθνούς Συμβάσεως "περί προστασίας του ημερομισθίου", που κυρώθηκε με το ν. 3248/1955, 3 παρ. 2 του ν. 2112/1920, 157 παρ. 2 της Σύμβασης Λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης, 17 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ και του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτόκολλου της ΕΣΔΑ.

Εξάλλου, το Εφετείο δεχόμενο ότι αποδείχθηκε ότι το έτος 1992 η εναγομένη -αναιρεσίβλητη δεν είχε καλύψει οποιοδήποτε έλλειμμα του "ΛΕΠΕΤΕ" και ότι αυτό είχε ως συνέπεια η διάταξη του άρθρου 52 παρ. 2 εδαφ. γ του ν. 2084/1992 να έχει καταστήσει απαγορευτική κάθε καταστατική πρόβλεψη περί χρηματοδότησης των ελλειμμάτων του "Λ.Ε.Π.Ε.Τ.Ε." από την τράπεζα με οποιοδήποτε ποσό, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την ως άνω ουσιαστικού δικαίου διάταξη, σύμφωνα με την οποία: "Αν οι εργοδότες των ασφαλισμένων των επικουρικών αυτών φορέων καλύπτουν τα οργανικά ελλείμματα σύμφωνα με τις καταστατικές ή άλλες διατάξεις, η κάλυψη γίνεται μέχρι ποσού που δεν θα υπερβαίνει σε καμία περίπτωση το ποσό που καταβλήθηκε για την κάλυψη των ελλειμμάτων του έτους 1992".

Ο ισχυρισμός των αναιρεσειόντων ότι η ανωτέρω απαγόρευση κάλυψης από τους εργοδότες οργανικών ελλειμμάτων αφορά μόνο τους φορείς επικουρικής ασφάλισης, οι οποίοι χορηγούν συντάξεις σε υποκατάσταση της κύριας σύνταξης (περίπτωση η οποία δεν αφορά τον ΛΕΠΕΤΕ), είναι αβάσιμος. Και τούτο διότι, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της ως άνω διάταξης της παρ. 2 του άρθρου 52 του ν. 2084/1992, η τελευταία στα εδάφια α και β αυτής ορίζει από 1.1.1995 σε 1 προς 1 τη σχέση εισφοράς ασφαλισμένου προς την εισφορά εργοδότη στους φορείς επικουρικής ασφάλισης μισθωτών, όπου προβλέπεται εισφορά εργοδότη (εδ.

α) και προβλέπει περαιτέρω ότι η παραπάνω σχέση δεν εφαρμόζεται για τους φορείς επικουρικής ασφάλισης, οι οποίοι χορηγούν συντάξεις σε υποκατάσταση της κύριας σύνταξης (εδ. β). Επομένως η ρύθμιση αυτή δεν θίγει την προβλεπόμενη στο εδάφιο γ ως άνω απαγόρευση. Κατά συνέπεια, οι ως άνω, πρώτος από τους αριθμούς 1 και 19 και έβδομος από τον αρ. 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους, όπως ήδη εκτέθηκε, υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι.

Με το δεύτερο, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες αιτιώνται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση με τις εσφαλμένες και αντιφατικές της κρίσεις και ειδικότερα: α) ότι το πρόγραμμα επικούρησης δημιουργήθηκε με ιδιωτική πρωτοβουλία κατ' άρθρο 361 ΑΚ και λειτούργησε χωρίς κρατική παρέμβαση, εποπτεία και χρηματοδότηση, και εντεύθεν, ότι " δεν συνιστά θεσμό μετεργασιακής μέριμνας του εργοδότη, μη σχετιζόμενο με φορέα κοινωνικής ασφάλισης και εν γένει μη συνδεόμενος με συνταξιοδοτικά θέματα και συνακόλουθα οι παροχές που λαμβάνουν οι δικαιούχοι-συνταξιούχοι μέσω αυτού, δεν φέρουν μισθολογικό χαρακτήρα, (αλλά) αντιθέτως, πρόκειται για ασφαλιστικές παροχές (μηνιαίες επικουρικές συντάξεις) χορηγούμενες από την εναγομένη μέσω του λογαριασμού, οι οποίες ρυθμίζονται από το νόμο όσο και από τον κανονισμό του οι διατάξεις του οποίου είναι δεσμευτικές στο μέτρο που δεν έρχονται σε αντίθεση με τις ισχύουσες αναγκαστικού δικαίου διατάξεις του κοινωνικοασφαλιστικού δικαίου" και β) " ότι ο "ΛΕΠΕΤΕ" ιδρύθηκε με βάση την ιδιωτική πρωτοβουλία και ανέκαθεν λειτούργησε ως φορέας επικουρικής ασφάλισης, καθ' υποκατάσταση του δημόσιου φορέα κοινωνικής ασφάλισης ΝΠΔΔ ΙΚΑ -ΕΤΑΜ και ήδη ΕΤΕΑΕΠ.

Σημειώνεται ότι για τον χαρακτηρισμό ενός φορέα ασφάλισης δεν απαιτείται αυτός να έχει συσταθεί ως νομικό πρόσωπο, πολλώ δε μάλλον δεν απαιτείται να έχει συσταθεί ως νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, δεδομένου ότι ο νομοθέτης αναγνωρίζει ως φορείς ασφάλισης ακόμη και ειδικούς λογαριασμούς (μη κερδοσκοπικούς) χωρίς νομική προσωπικότητα", έσφαλε στην ερμηνεία του νομικού πλαισίου που ίσχυε κατά το κρίσιμο χρόνο δημιουργίας του προγράμματος επικούρησης, αλλά και μετά από αυτό, και συγκεκριμένα παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις διατάξεις του άρθρου 22 παρ. 5 του Συντάγματος, 361 ΑΚ καθώς και τις διατάξεις των άρθρων 12, 16, 18,21, 29 του ν. 281/1914, αρ. 9,33, 34 του β.δ./15.5.1920, αρ. 4, 5, 11 του ν. 2868/1922, αρ. 13 και 48 του ν. 6298/1934, αρ. 1 και 50 του α.ν. 543/1935, του αρ. 1 και 4 του ν. 1022/1946, οι οποίες ίσχυαν κατά το χρόνο δημιουργίας του προγράμματος επικούρησης, που είναι και ο κρίσιμος χρόνος δημιουργίας του και από τις οποίες προκύπτει ότι η εναγομένη -αναιρεσίβλητη τράπεζα δεν είχε δικαίωμα να δημιουργήσει εντός αυτής ιδιωτικό φορέα ασφάλισης του προσωπικού της και κατά συνέπεια ούτε το πρόγραμμα επικούρησης που δημιούργησε ήταν φορέας ασφάλισης, το μόνο δε δικαίωμα που είχε ήταν να συμφωνήσει με το προσωπικό της ένα πρόγραμμα μετεργασιακών παροχών και αυτό πράγματι δημιούργησε.

Ο ως άνω λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 αναιρετική πλημμέλεια είναι αόριστος, διότι σε αυτόν δεν διαλαμβάνονται οι αντιφάσεις που κατά τους αναιρεσείοντες υπάρχουν στις παρατεθείσες επιμέρους παραδοχές του Εφετείου. Κατά το μέρος του ίδιου λόγου, με το οποίο προβάλλεται η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια της ευθείας παραβίασης των παρατιθέμενων σε αυτόν διατάξεων, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος.

Τούτο διότι το Εφετείο κατ' ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων που αναπτύσσονται στη νομική σκέψη που προηγήθηκε δέχθηκε ότι: Α) Ο "Λ.Ε.Π.Ε.Τ.Ε." αποτελεί φορέα ιδιωτικής επικουρικής ασφάλισης και η μηνιαία παροχή επικούρησης που καταβάλλει στους ασφαλισμένους του δεν έχει αμιγώς δικαιοπρακτικό χαρακτήρα, αλλά φέρει το χαρακτήρα ιδιωτικής επικουρικής σύνταξης, για την οποία υπόχρεος προς καταβολή της είναι ο ως άνω ασφαλιστικός φορέας (δηλαδή ο Λ.Ε.Π.Ε.Τ.Ε.) και όχι η αναιρεσίβλητη τραπεζική εταιρεία ως εργοδότρια, της οποίας η υποχρέωση εξαντλείται με την καταβολή στο Λ.Ε.Π.Ε.Τ.Ε.

της συμφωνηθείσας εργοδοτικής εισφοράς και Β) Ο Λ.Ε.Π.Ε.Τ.Ε. συστάθηκε μεν συμβατικά (άρθρο 361 ΑΚ) με σκοπό τη συγκέντρωση περιουσίας σε ειδικό λογαριασμό για παροχή μηνιαίας επικουρικής συνταξιοδοτικής παροχής στους συνταξιούχους, πρώην εργαζόμενους της αναιρεσίβλητης, αλλά με την πάροδο των ετών αντιμετωπίσθηκε από τον Νομοθέτη ως φορέας ιδιωτικής επικουρικής ασφάλισης, ομόλογος με τους κρατικούς ασφαλιστικούς οργανισμούς επικουρικής ασφάλισης, οι σχετικές δε ουσιαστικές ρυθμίσεις του "Ειδικού Κανονισμού Επικουρήσεως του Προσωπικού της Εθνικής Τραπέζης Ελλάδος", που διέπουν τη λειτουργία του, αποτελούν κανόνες ουσιαστικού δικαίου, καθότι έχουν επιτακτικό χαρακτήρα και ισχύουν ex lege για όλο το προσωπικό της αναιρεσίβλητης που υπάγεται (υποχρεωτικά) στην επικουρική ασφάλιση του Λ.Ε.Π.Ε.Τ.Ε., ανεξαρτήτως της θέλησης αυτού ή του χρόνου πρόσληψης αυτού, εφόσον ήταν προγενέστερος της 1.1.2005 (καθότι από 1.1.2005 προβλέφθηκε με το άρθρο 58 του ν. 3371/2005 η υποχρεωτική υπαγωγή των προσλαμβανομένων στα πιστωτικά ιδρύματα μισθωτών στο Ενιαίο Ταμείο Επικούρησης Ασφάλισης Μισθωτών), με σκοπό κυρίως τη χορήγηση της ως άνω επικουρικής συνταξιοδοτικής παροχής με ομοιόμορφους κανόνες (πρβλ ΟλΑΠ 9/2012, ΑΠ 99/2024, ΑΠ 1330/2018).

Σημειώνεται ότι οι επικαλούμενες από τους αναιρεσείοντες ως άνω διατάξεις ουδόλως απέκλειαν, ως εκ του περιεχομένου τους, τη με βάση την αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων (άρθρο 361 του ΑΚ) δυνατότητα σύστασης και λειτουργίας ειδικών λογαριασμών με σκοπό την παροχή βοηθημάτων, όπως μηνιαίας επικούρησης, ως συμπληρωματικής παροχής στη σύνταξη των ασφαλισμένων τους, την οποία (δυνατότητα) μάλιστα ρητώς προέβλεπε στο πλαίσιο ασφαλιστικών οργανισμών το άρθρο 4 παρ. 7 του α.ν. 1022/1946 (ΟλΑΠ 9/2012) - όχι όμως κατά τρόπο αποκλειστικό -, οι οποίοι ναι μεν δεν είχαν νομική προσωπικότητα και δεν υπέκειντο σε κρατική εποπτεία ή κρατική χρηματοδότηση, πλην όμως αντιμετωπίζονταν από το νομοθέτη και τη νομολογία, κατά τα διαλαμβανόμενα αναλυτικά στη μείζονα σκέψη της παρούσας, ως φορείς επικουρικής κοινωνικής ασφάλισης, ομόλογοι με τους κρατικούς ασφαλιστικούς φορείς, στους οποίους (φορείς) περιλαμβάνεται με βάση το λειτουργικό κριτήριο και ο ΛΕΠΕΤΕ, λόγω του υποχρεωτικού και καθολικού χαρακτήρα της ασφάλισης του προσωπικού της αναιρεσίβλητης, του σκοπού αυτού που συνίσταται στην καταβολή μηνιαίας επικούρησης προς συμπλήρωση της συνταξιοδοτικής πρόνοιας του ως άνω προσωπικού και της χρηματοδότησης αυτού με μηνιαίες εισφορές της αναιρεσίβλητης Τράπεζας, ως εργοδότριας και των εργαζομένων αυτής (ΑΠ 929/2023).

Σχετικό επιχείρημα ως προς τη φύση του ΛΕΠΕΤΕ μπορεί να συναχθεί και από τη σε μεταγενέστερο στάδιο ένταξη το πρώτον των δικαιούχων επικουρικής σύνταξης από το ΛΕΠΕΤΕ σε κρατικό φορέα κοινωνικής ασφάλισης και ειδικότερα στο Ενιαίο Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης και Εφάπαξ Παροχών (ΕΤΕΑΕΠ) για τη χορήγηση επικουρικής σύνταξης με το άρθρο εικοστό τέταρτο παρ. 1 και 2 του ν. 4619/2019 και στη συνέχεια στον Κλάδο Επικουρικής Ασφάλισης του e - ΕΦΚΑ με το άρθρο 63 του ν. 4680/2020 που αντικατέστησε την πιο πάνω διάταξη του ν. 4618/2019.

Επομένως, ο δεύτερος από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό του.

Με τον τρίτο λόγο της ένδικης αίτησης αναίρεσης προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλειες με την αιτίαση ότι εξαιτίας της εσφαλμένης ερμηνείας των διατάξεων του άρθρου 361 ΑΚ, των άρθρων 5 και 22 παρ. 5 του Συντάγματος, του άρθρου 21 του ν. 3239/1955, του άρθρου 4 του ν. 330/1976, του άρθρου 18 του ν. 1902/1990, των άρθρων 43, 44, 47 και 52 του ν. 2084/1992, του άρθρου 11 του ν. 2227/1994, του άρθρου 62 του ν. 3371/2005 και του άρθρου 12 του ν. 1405/1983, που τέθηκαν σε ισχύ μετά τη δημιουργία του ένδικου προγράμματος επικούρησης, το Εφετείο έκρινε ότι ο ΛΕΠΕΤΕ δεν αποτελεί προστατευόμενη μετεργασιακή αμοιβή, αλλά αποτελεί φορέα κοινωνικής ασφάλισης, παρά το γεγονός ότι δέχθηκε ότι στο πρόγραμμα δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ διάθεση κρατικών οικονομικών πόρων και ότι το Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης δεν έχει ασκήσει ποτέ εποπτεία επί του ΛΕΠΕΤΕ, ο οποίος (κατά τους αναιρεσείοντες) είναι προϊόν της συμβατικής ελευθερίας και δεν διέπεται από τους ασφαλιστικούς νόμους, αλλά από τους όρους του Κανονισμού Επικούρησης, δηλαδή της ιδιωτικής συμφωνίας των διαδίκων.

Ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος. Και τούτο διότι το Εφετείο, με τις ως άνω παρατεθείσες πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες του, ορθά συνήγαγε από τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδεδειγμένα, το συμπέρασμα ότι ο ΛΕΠΕΤΕ δεν συνιστά θεσμό μετεργασιακής μέριμνας του εργοδότη και, ότι, ως εκ τούτου, οι παροχές που λαμβάνουν οι δικαιούχοι -συνταξιούχοι μέσω αυτού δεν φέρουν μισθολογικό (μετεργασιακό) χαρακτήρα, αλλά ότι, αντίθετα, ο ΛΕΠΕΤΕ αποτελεί φορέα ιδιωτικής επικουρικής ασφάλισης, ο οποίος χορηγεί τις ασφαλιστικές παροχές (μηνιαίες επικουρικές συντάξεις) που ρυθμίζονται από τον Κανονισμό του (δηλαδή τον Ειδικό Κανονισμό Επικουρήσεως του Προσωπικού της Εθνικής Τραπέζης της ), οι διατάξεις του οποίου είναι δεσμευτικές, στο μέτρο που δεν έρχονται σε αντίθεση με τις ισχύουσες αναγκαστικού δικαίου διατάξεις του κοινωνικοασφαλιστικού δικαίου, που παρατίθενται στην προηγηθείσα νομική σκέψη.

Ειδικότερα, το Εφετείο, με τις ουσιαστικές παραδοχές και το συναχθέν από αυτές συμπέρασμα, που διατυπώνει με λεπτομέρεια, δεν υπέπεσε στις από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλειες, ως προς την ερμηνεία και την εφαρμογή των ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 5 και 22 παρ. 5 του Συντάγματος, 361 ΑΚ, του άρθρου 21 του ν. 3239/1955, του άρθρου 18 του ν. 1902/1990, των άρθρων 2 παρ. 4, 46 παρ. 1 και 4 και 52 του ν.2084/1992, του άρθρου 12 του ν. 1405/1983 και των άρθρων 57-64 του ν. 3371/2005, που αναπτύσσονται στην προηγηθείσα νομική σκέψη και ορθά δεν εφάρμοσε το άρθρο 21 του ν. 3239/1955, το οποίο δεν ίσχυε το έτος 1949 οπότε συστάθηκε ο "Λ.Ε.Π.Ε.Τ.Ε.", καθώς και τα άρθρα: α) 4 του ν. 330/1976 που φέρει τον τίτλο "Απαγόρευσης μικτών σωματείων" και β) 11 του ν. 2227/1994 που φέρει τον τίτλο "Θέματα Μ.Τ.Π.Υ.", διότι αυτά ρυθμίζουν θέματα που δεν αφορούν την ένδικη υπόθεση και ως εκ τούτου δεν είναι εφαρμοστέα (ΑΠ 99/2024).

Με τον τέταρτο εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι το πρόγραμμα επικούρησης της αναιρεσίβλητης τράπεζας δεν είναι ασφαλιστικός φορέας, ούτε ταμείο, ούτε ειδικός λογαριασμός του άρθρου 4 παρ.7 του ν. 1022/1946 και ότι ο υπολογισμός και η απονομή των παροχών δεν διέπεται από το νόμο αλλά από τους όρους της ιδιωτικής συμφωνίας, δηλαδή με βάση τις καταστατικές του διατάξεις, με συνέπεια η προσβαλλόμενη απόφαση, κρίνοντας ότι ο ΛΕΠΕΤΕ αποτελεί φορέας κοινωνικής ασφάλισης να έχει παραβιάσει ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 10 παρ.1 του ν. 1902/1990, 2 παρ.4 του ν. 2084/1992, 33 του ν. 2843/2000 και 11 εδ. 1 του ν. 2227/1994. Ο ως άνω τέταρτος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Και τούτο διότι το Εφετείο δεχόμενο, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ), ότι ο Λογαριασμός Επικούρησης Προσωπικού Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (ΛΕΠΕΤΕ), ο οποίος συστάθηκε το έτος 1949 με ιδιωτική βούληση επί τη βάσει προγενέστερης συμφωνίας μεταξύ αφ' ενός των προαναφερθέντων Ταμείων Αλληλοβοήθειας των υπαλλήλων και των εισπρακτόρων και κλητήρων και αφετέρου της αναιρεσίβλητης τράπεζας, στα πλαίσια του άρθρου 361 του ΑΚ, ως ειδικός λογαριασμός με σκοπό τη συγκέντρωση περιουσίας για παροχή μηνιαίας επικούρησης στο συνταξιοδοτούμενο προσωπικό της αναιρεσίβλητης και του οποίου ο Κανονισμός εγκρίθηκε από το Γενικό Συμβούλιο της αναιρεσίβλητης ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας, αποτελεί ιδιωτικής φύσης φορέα επικουρικής κοινωνικής ασφάλισης, λόγω του υποχρεωτικού και καθολικού χαρακτήρα της ασφάλισης του προσωπικού της αναιρεσίβλητης και της χρηματοδότησής του με εισφορές της αναιρεσίβλητης ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας, ως εργοδότριας και των εργαζομένων της, με σκοπό την παροχή ιδιωτικής επικουρικής ασφάλισης στους ασφαλισμένους του με την καταβολή μηνιαίας συνταξιοδοτικής παροχής σ'αυτούς, ορθά κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι ο ΛΕΠΕΤΕ εμπίπτει στους φορείς ιδιωτικής επικουρικής ασφάλισης.

Ειδικότερα, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 10 παρ.1 του ν. 1902/1990, 2 παρ.4 του Ν. 2084/1992, όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση του πρώτου εδαφίου του με το άρθρο 11 παρ.1 του ν. 2227/1994. Η κατά τα άνω αντικατάσταση του πρώτου εδαφίου της παρ. 4 του άρθρου 2 του ν. 2084/1992 δεν έθιξε το δεύτερο εδάφιο της ιδίας διάταξης που ρητά χαρακτηρίζει ως φορείς ασφάλισης κάθε φορέα, ανεξαρτήτως ονομασίας και νομικής μορφής που χορηγεί περιοδικές παροχές κατά τον τύπο συντάξεων (κύριες και επικουρικές), βοηθημάτων ή μερισμάτων ή παροχές ασθένειας ή εφάπαξ βοηθήματα, εφόσον καταβάλλεται εργοδοτική εισφορά ή κοινωνικός πόρος.

Εάν το εδάφιο αυτό είχε καταργηθεί, ως αβασίμως ισχυρίζονται οι αναιρεσείοντες στον αναιρετικό λόγο, η διάταξη του άρθρου 11 παρ.1 του ν. 2227/1994 θα όριζε ότι αντικαθίσταται από τότε που ίσχυσε η διάταξη της παρ. 4 του άρθρου 2 του ν. 2084/1992 και όχι μόνο το πρώτο εδάφιο αυτής. Ορθά επίσης δεν εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 33 του ν. 2843/2000 που δεν ήταν εφαρμοστέες, καθότι με αυτές ρυθμίζονται θέματα ασφαλισμένων και συνταξιούχων που υπάγονταν στην ασφάλιση των κοινών Ασφαλιστικών Φορέων του Προσωπικού της Τράπεζας της Ελλάδος και της Κτηματικής που προέρχονται από την Εθνική Κτηματική Τράπεζα της Ελλάδος και που καθίστανται από 2.10.1998 ασφαλισμένοι και συνταξιούχοι των ασφαλιστικών φορέων του προσωπικού της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος.

Με τον πέμπτο λόγο της αίτησης αναίρεσης οι αναιρεσείοντες αιτιώνται ότι η προσβαλλομένη απόφαση υπέπεσε στην προβλεπόμενη από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια στερούμενη νόμιμης βάσης. Ειδικότερα για τη θεμελίωση του λόγου αυτού της αναίρεσης, εκθέτουν συγκεκριμένα ότι: Η προσβαλλομένη απόφαση δεχόμενη όσα αναφέρονται στους ανωτέρω λόγους αναίρεσης σχετικά με η φύση του "ΛΕΠΕΤΕ" ως φορέα κοινωνικής ασφάλισης, στερείται νομίμου βάσεως και τούτο διότι ενώ με την εκτιθέμενη νομολογία του ΑΕΔ και της Ολομέλειας του ΣτΕ κρίθηκε ότι α) φορείς κοινωνικής ασφάλισης μπορούν να είναι μόνο το Κράτος ή νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, β) η ανάθεση της κοινωνικής ασφάλισης, κύριας και επικουρικής, στους δημόσιους φορείς έγινε για λόγους δημοσίου συμφέροντος και είναι υποχρεωτική, γ) υποχρέωση των εργαζομένων και των εργοδοτών τους είναι να καταβάλλουν τις ασφαλιστικές εισφορές και δ) το κράτος, ως εγγυητής, οφείλει να διασφαλίζει την επάρκεια των παροχών και τη βιωσιμότητα των οικείων ασφαλιστικών οργανισμών και φέρει την κύρια ευθύνη για την κάλυψη των ελλειμάτων τους, το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του παρέλειψε να αποφανθεί ποιός οφείλει και ποιος εγγυάται τις ασφαλιστικές εισφορές και παροχές, ποιός έχει την ευθύνη για την καταβολή των παροχών, που έκρινε ως κοινωνικοασφαλιστικές και ότι η εναγομένη οφείλει να εγγυάται το ασφαλιστικό κεφάλαιο, αναλογικά με ότι ισχύει για το Κράτος.

Τέλος δε ότι η κρίση της προσβαλλομένης απόφασης ότι ο ΛΕΠΕΤΕ είναι φορέας κοινωνικής ασφάλισης, είναι αντιφατική, αφού από καμιά διάταξη νόμου δεν προκύπτει ότι η συμμετοχή των εργαζομένων του προγράμματος επικούρησης της τράπεζας ήταν υποχρεωτική. Ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης, είναι αόριστος, καθόσον δεν εκτίθενται οι σχετικές με την επικαλούμενη πλημμέλεια παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης οι οποίες είναι αντιφατικές, καθώς και οι φερόμενες ως παραβιασθείσες, περί του ζητήματος αυτού, διατάξεις ουσιαστικού δικαίου από τις επικαλούμενες στους ανωτέρω αναφερθέντες λόγους της αίτησης.

Σε κάθε περίπτωση δεν ιδρύεται ο ως άνω από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος (ούτε από τον αριθμό 1 του ίδιου άρθρου) από την παραβίαση της νομολογίας, η οποία δεν συνιστά κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 410/2016, ΑΠ 93/1996, ΑΠ 1349/1990) Από τις διατάξεις των άρθρων 361, 648, 649, 653 ΑΚ και 1 της 95/1949 Διεθνούς Σύμβασης "περί προστασίας του ημερομισθίου", που κυρώθηκε με το ν. 3248/1955, συνάγεται ότι στη σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας ως μισθός θεωρείται κάθε παροχή, την οποία σύμφωνα με το νόμο ή τη σύμβαση ο εργοδότης είναι υποχρεωμένος να καταβάλλει στον εργαζόμενο ως αντάλλαγμα της παρεχόμενης εργασίας.

Πέραν του μισθού, όμως, ενδέχεται κατά τη διάρκεια της σύμβασης ο εργοδότης να προβαίνει σε διάφορες, πρόσθετες παροχές προς τον εργαζόμενο, σε χρήμα ή σε είδος, τις οποίες δεν χορηγεί από νομική υποχρέωση, αλλά για ποικίλους λόγους ευαρέσκειας ή σκοπιμότητας, απλά και μόνο επειδή ο ίδιος το θέλει (εκουσίως, από ελευθεριότητα).

Οι παροχές αυτές, που δεν έχουν το χαρακτήρα μισθού, αποκαλούνται συνήθως "οικειοθελείς". Ο εργοδότης μπορεί να διακόψει τη χορήγησή τους κατά πάντα χρόνο και, για το λόγο αυτό, ο εργαζόμενος δεν αποκτά αξίωση για την καταβολή τους. Ωστόσο, είναι ενδεχόμενο μια παροχή, η χορήγηση της οποίας άρχισε ως "οικειοθελής", να εξελιχθεί κατά τη διάρκεια της σύμβασης εργασίας σε "επιχειρησιακή συνήθεια" και να καταστεί υποχρεωτική.

Αυτό μπορεί να συμβεί όταν η χορήγηση της οικειοθελούς παροχής επαναλαμβάνεται σταθερά και ομοιόμορφα για μεγάλο χρονικό διάστημα, με τρόπο που από τις δημιουργούμενες συνθήκες να συνάγεται σιωπηρώς η βούληση αφ' ενός του εργοδότη να τη διατηρήσει στο διηνεκές και αφ' ετέρου του εργαζόμενου να την αποδέχεται, προσβλέποντας σ' αυτήν σαν σε μισθολογική παροχή, οπότε παράγεται σιωπηρή συμφωνία (άρθρο 361 ΑΚ), από την οποία η μεν παροχή αποκτά μισθολογικό χαρακτήρα, ο δε εργοδότης δεν μπορεί να αποστεί μονομερώς από τη χορήγησή της (ΑΠ 99/2024, ΑΠ 1174/2017).

Όμως, οι οικειοθελείς αυτές παροχές δεν είναι δυνατόν να μετατραπούν σε συμβατικές υποχρεώσεις του εργοδότη, ανεξαρτήτως του μακροχρόνιου, του αδιάλειπτου ή του γενικευμένου της καταβολής τους, εάν ο τελευταίος κατά την έναρξη της χορήγησής τους, ή έστω πριν να δημιουργηθούν οι συνθήκες της δεσμευτικότητάς τους, επιφύλαξε για τον εαυτό του το δικαίωμα να τις διακόψει ελευθέρως και μονομερώς οποτεδήποτε και η επιφύλαξη αυτή δεν έχει ατονήσει εκ των πραγμάτων, ως αντίθετη προς τη διαμορφωθείσα συνείδηση των μερών (ΑΠ 929/2023, ΑΠ 1238/2020, ΑΠ 1292/2015).

Σε κάθε περίπτωση η επιφύλαξη αυτή του εργοδότη πρέπει να είναι σαφής, δηλαδή να προκύπτει από αυτήν κατά τρόπο αναμφισβήτητο η βούληση του εργοδότη να αποκλείσει κάθε δέσμευση για το μέλλον. Στην περίπτωση αυτή, από τη δημιουργηθείσα επιχειρησιακή συνήθεια δεν μπορεί να ανακύψει σιωπηρή συμφωνία και κατ' επέκταση συμβατική δέσμευση του εργοδότη για συνέχιση της καταβολής των οικειοθελών παροχών. Κατά συνέπεια, η από τον εργοδότη διακοπή ή τροποποίηση μιας τέτοιας παροχής δεν θεμελιώνει τα εκ του άρθρου 7 του ν. 2112/1920 δικαιώματα του εργαζόμενου, ούτε θεμελιώνει αξίωση για τη συνέχιση της καταβολής μιας τέτοιας παροχής (ΑΠ 929/2023, ΑΠ 1238/2020, ΑΠ 1449/2019).

Εξάλλου, για τη διαμόρφωση της επιχειρησιακής συνήθειας πρέπει η σύμβαση εργασίας να λειτουργεί και να είναι ενεργός. Αν η τελευταία για οποιονδήποτε λόγο είχε λυθεί, ο πρώην εργαζόμενος δεν μπορεί να επικαλεσθεί επιχειρησιακή πρακτική, εκτός αν πρόκειται για παροχή του εργοδότη που έγινε κατά τη λύση της ή ενόψει αυτής ή ανάγεται σε χρόνο που η σύμβαση ήταν ενεργός (ΑΠ 99/2024, ΑΠ 929/2023, ΑΠ 1238/2020, ΑΠ 673/2014). Ωστόσο, η συνταξιοδοτική παροχή, για την καταβολή της οποίας μεσολαβεί αυτόνομος συνταξιοδοτικός λογαριασμός, κατά τα στην προηγηθείσα νομική σκέψη αναφερόμενα, αποσυνδέεται από το εργοδοτικό αντάλλαγμα και διακρίνεται σαφώς από τα προγράμματα ομαδικής ασφάλισης προσωπικού συνταξιοδοτικού χαρακτήρα, τα οποία διέπονται από τον ΑσφΝ 2496/1997 και για τα οποία απαιτείται συμβατική δέσμευση του εργοδότη, δυνάμενη να προέλθει και από επιχειρησιακή συνήθεια (ΑΠ 99/2024, ΑΠ 1623/2023).

Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 του ΚΠολΔ, η οποία είναι απόρροια της λειτουργίας της αίτησης αναίρεσης ως ένδικου μέσου ακυρωτικού χαρακτήρα, προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις ή όταν υπό την επίφαση συνδρομής αναιρετικού λόγου πλήττεται η επί της ουσίας κρίση του δικαστηρίου, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, αφού πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 99/2024, ΑΠ 1082/2018).

Εν προκειμένω, οι αναιρεσείοντες με τον έκτο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος αυτού, προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των άρθρων 173, 200, 288, 648, 649 και 653 ΑΚ του άρθρου 1 της 95/1949 Διεθνούς Συμβάσεως "περί προστασίας του ημερομισθίου, που κυρώθηκε με το ν. 3248/1955, της παρ. 2 του άρθρου 3 του ν. 2112/1920, του άρθρου 157 παρ.2 της Σύμβασης Λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης, του άρθρου 17 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωση, της ΕΣΔΑ και του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου για την προστασία της αμοιβής και της περιουσίας, έκρινε ότι δεν δημιουργήθηκε επιχειρησιακή συνήθεια και πρόσθετη συμβατική υποχρέωση της αναιρεσίβλητης τράπεζας να καταβάλλει στους αναιρεσείοντες τις επικουρικές παροχές λόγω αδιάλειπτης εκ μέρους της συμπλήρωσης, επί μία δεκαετία τουλάχιστον, των ταμειακών διαθεσίμων του λογαριασμού της για να καταβάλλονται οι επικουρήσεις.

Επίσης, με το δεύτερο σκέλος του έκτου λόγου αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ πλαγίου παραβίαση των ίδιων ως άνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου, αιτιώμενοι ότι το Εφετείο παρά το γεγονός ότι διαπίστωσε την επιχειρησιακή πρακτική της αναιρεσίβλητης τράπεζας να καταβάλει την παροχή προς συμπλήρωση των κεφαλαίων του "Λ.Ε.Π.Ε.Τ.Ε" , εσφαλμένα έκρινε ότι με αυτήν την πρακτική δεν διαμορφώθηκε επιχειρησιακή συνήθεια που καθιστά υποχρεωτική για την εργοδότρια την καταβολή στο διηνεκές την παροχή αυτή, καθότι το Δικαστήριο δεν αξιολόγησε ότι οι δηλώσεις επιφύλαξης της αναιρεσίβλητης περιλαμβάνονταν σε άκυρα ιδιωτικά συμφωνητικά και δεν εξέτασε ούτε αξιολόγησε αν οι υποτιθέμενες δανειακές συμβάσεις μεταξύ του "ΛΕΠΕΤΕ" και της αναιρεσίβλητης τράπεζας περιείχαν δήλωση επιφύλαξης ή ρήτρα ανάκλησης της επικουρικής παροχής, ούτε αν και πως -ανεξαρτήτως της εγκυρότητάς τους- περιήλθαν οι δηλώσεις βούλησης της αναιρεσίβλητης τράπεζας σε γνώση των αναιρεσειόντων - δικαιούχων των παροχών, με αποτέλεσμα η προσβαλλόμενη απόφαση να είναι αναιτιολόγητη.

Τέλος με το τρίτο σκέλος του έκτου λόγου αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλομένη απόφαση την από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη.

Το εν λόγω πρώτο σκέλος του έκτου, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης είναι αβάσιμο. Τούτο διότι το Εφετείο, με βάση τις εκτεθείσες πραγματικές του παραδοχές, ότι δηλαδή ο "Λ.Ε.Π.Ε.Τ.Ε.", αν και στερείται νομικής προσωπικότητας, συνιστά ιδιωτικό φορέα επικουρικής κοινωνικής ασφάλισης προκαθορισμών εισφορών, ότι η μηνιαία επικουρική παροχή που καταβάλλεται από το ταμείο του δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί μετεργασιακή παροχή της αναιρεσίβλητης λόγω της λήξης της εργασιακής σχέσης των αναιρεσειόντων με τη συνταξιοδότησή τους, αλλά πρόκειται για συνταξιοδοτικής φύσεως παροχή, ότι η καταβολή αυτής δεν μπορεί να θεμελιωθεί στην επιχειρησιακή πρακτική, λόγω κάλυψης των ελλειμάτων του ΛΕΠΕΤΕ επί μια δεκαετία, αφού δεν αποτελεί "πρόσθετη" αντιπαροχή της αναιρεσίβλητης για την προσφερόμενη από τους αναιρεσείοντες εργασία, ότι δεν μπορεί να εκληφθεί ως οικειοθελής παροχή, ενόψει της ρητής επιφύλαξης της αναιρεσίβλητης κάθε φορά που προέβαινε στις αντίστοιχες ταμειακές ενισχύσεις του "ΛΕΠΕΤΕ" μετά από σχετικό αίτημα της Διαχειριστικής του Επιτροπής, περί του ότι οι εν λόγω οι χρηματοδοτήσεις δεν αποσκοπούν στην παραγωγή αντίστοιχης συμβατικής της δέσμευσης και ότι σε κάθε περίπτωση οι οικειοθελείς παροχές του εργοδότη, προκειμένου να διαμορφώσουν επιχειρησιακή συνήθεια πρέπει να είναι νόμιμες, στην προκειμένη δε περίπτωση οι ταμειακές ενισχύσεις με σκοπό τη χρηματοδότηση των ελλειμμάτων του "ΛΕΠΕΤΕ" από την αναιρεσίβλητη τράπεζα προσκρούουν στη αναγκαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 52 παρ. 2 εδαφ.

γ' του ν. 2084/1992, που τις απαγορεύει για οποιοδήποτε ποσό, δεν παραβίασε ευθέως, με τη μη εφαρμογή τους, τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 173, 200, 288, 361, 648, 649, 653 ΑΚ και 1 της 95/1949 Διεθνούς Σύμβασης "περί προστασίας του ημερομισθίου" που κυρώθηκε με το ν. 3248/1955, της παρ. 2 του άρθρου 3 του ν. 2112/1920, του άρθρου 157 παρ. 2 της Σύμβασης Λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης και το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτόκολλου της ΕΣΔΑ.

Εξάλλου, κατά το δεύτερο σκέλος του ίδιου αναιρετικού λόγου, είναι απαράδεκτος, διότι, όπως προκύπτει από το προεκτεθέν περιεχόμενό του, υπό την επίφαση της από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ (και όχι και από τον αρ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ) πλημμέλειας πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, η οποία, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου.

Τέλος, ο ίδιος αναιρετικός λόγος κατά το τρίτο σκέλος του με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από τον αρ. 8β του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη, δεν ερεύνησε και δε αξιολόγησε τον ουσιώδη ισχυρισμό τους ότι οι όποιες δηλώσεις της εναγομένης περιλαμβάνονται σε άκυρα ιδιωτικά συμφωνητικά και οι υποτιθέμενες δανειακές συμβάσεις δεν περιείχαν δήλωση επιφύλαξης ή ρήτρα ανάκλησης της επικουρικής παροχής και επί πλέον ότι όλοι οι ενάγοντες ενόσω καταβάλονταν οι επικουρικές παροχές είχαν ενεργείς συμβάσεις με την εναγομένη, είναι αβάσιμος καθόσον όπως προκύπτει από τις προπαρατεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, το Εφετείο έλαβε υπόψη, διερεύνησε και αξιολόγησε τους ως άνω ισχυρισμούς των εναγόντων, καταλήγοντας σε διαφορετικό, απ' αυτό που οι ίδιοι επικαλούνται, αποδεικτικό πόρισμα.

Επισημαίνεται ότι η τυχόν ακυρότητα των ιδιωτικών συμφωνητικών, ως δανειακών συμβάσεων, στο πλαίσιο των οποίων η αναιρεσίβλητη προέβη σε αλλεπάλληλες εκταμιεύσεις χρηματικών ποσών για την κάλυψη των οργανικών ελλειμμάτων του ΛΕΠΕΤΕ, κατόπιν προηγουμένης υποβολής σχετικών αιτημάτων από τη Διαχειριστική Επιτροπή του τελευταίου, κατά τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, ουδόλως θίγει την εγκυρότητα των κατά τις ίδιες παραδοχές περιεχομένων σε αυτές ρητών δηλώσεων επιφύλαξης των αρμοδίων οργάνων της αναιρεσίβλητης Τράπεζας ότι οι εν λόγω χρηματοδοτήσεις δεν αποσκοπούν στην παραγωγή αντίστοιχης συμβατικής δέσμευσης και κατά συνέπεια με τις δηλώσεις αυτές αποκλειόταν η συμβατική δέσμευση κάλυψης στο διηνεκές των ελλειμμάτων από την αναιρεσίβλητη στο πλαίσιο επιχειρησιακής συνήθειας.

Επομένως κατά το μέρος τούτο ο σχετικός περί ακυρότητας των δανειακών συμβάσεων ισχυρισμός των αναιρεσειόντων δεν είναι ουσιώδης, η δε μη λήψη αυτού από το δικαστήριο της ουσίας σε κάθε περίπτωση δεν ιδρύει τον από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο. Τέλος οι διαλαμβανόμενες στον πιο πάνω αναιρετικό λόγο αιτιάσεις περί παραβίασης των προαναφερθεισών διατάξεων αναφορικά με τη δημιουργία επιχειρησιακής συνήθειας με την έκδοση των σχετικών αποφάσεων απονομής επικούρησης, στις οποίες σε ουδεμία επιφύλαξη είχε προβεί η αναιρεσίβλητη ως προς το ποσό της παροχής και τη διάρκειά τους, πρέπει ν' απορριφθούν ως αλυσιτελείς, καθότι κατά το μέρος αυτό η αγωγή απορρίφθηκε ως αόριστη με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση για τους εκεί διαλαμβανόμενους λόγους, η δε ως άνω κρίση αυτής περί αοριστίας της αγωγής κατά το μέρος αυτό δεν πλήττεται με λόγο αναίρεσης.

Κατόπιν τούτων, ο ως άνω εκτεθείς έκτος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και κατά τα τρία σκέλη αυτού. Με το άρθρο 157 παρ.1 και 2 της Συνθήκης για τη Λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης ( πρώην άρθρο 119 της Συνθήκης ΕΟΚ και πρώην άρθρο 141 Συνθήκης ΕΚ) ορίζεται ότι "1. Κάθε κράτος μέλος εξασφαλίζει την εφαρμογή της αρχής της ισότητας της αμοιβής μεταξύ ανδρών και γυναικών για όμοια εργασία ή για εργασία της αυτής αξίας. 2.

Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, ως "αμοιβή" νοούνται οι συνήθεις βασικοί ή κατώτατοι μισθοί ή αποδοχές και όλα τα άλλα οφέλη, που παρέχονται άμεσα ή έμμεσα, σε χρήματα ή σε είδος, από τον εργοδότη στον εργαζόμενο, λόγω της σχέσεως εργασίας. Η ισότητα αμοιβής, χωρίς διακρίσεις φύλου, συνεπάγεται: α) ότι η αμοιβή που παρέχεται για όμοια εργασία που αμείβεται κατ' αποκοπή καθορίζεται με βάση την ίδια μονάδα μετρήσεως, β) ότι η αμοιβή που παρέχεται για εργασία που αμείβεται με βάση τη χρονική διάρκεια είναι η ίδια για όμοια θέση εργασίας.3....4...".

Από την ως άνω διάταξη συνάγεται ότι ως μισθός στη σύμβαση εργασίας θεωρείται κάθε παροχή, την οποία με βάση το νόμο ή τη συμφωνία καταβάλλει ο εργοδότης στον εργαζόμενο ως αντάλλαγμα της παρεχόμενης εργασίας (ΑΠ 1565/2021). Ακόμη, με το άρθρο 17 παρ.1 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης ορίζεται ότι "1.

Κάθε πρόσωπο δικαιούται να είναι κύριος των νομίμως κτηθέντων αγαθών του, να τα χρησιμοποιεί, να τα διαθέτει και να τα κληροδοτεί. Κανείς δεν μπορεί να στερείται την ιδιοκτησία του, παρά μόνον για λόγους δημόσιας ωφέλειας, στις περιπτώσεις και υπό τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στο νόμο και έναντι δίκαιης και έγκαιρης αποζημίωσης για την απώλειά της.

Η χρήση των αγαθών μπορεί να υπόκειται σε περιορισμούς από το νόμο, εφόσον αυτό είναι αναγκαίο προς το γενικό συμφέρον".

Εξάλλου, με το άρθρο 1 της με αριθμό 95 Διεθνούς Σύμβασης Εργασίας, που κυρώθηκε με το Ν. 3248/1955 ορίζεται ότι "Εν τη εννοία της παρούσης συμβάσεως, ο όρος "ημερομίσθιον" σημαίνει - οιαδήποτε και αν είναι η ονομασία ή ο τρόπος του υπολογισμού - την αμοιβήν ή τας απολαυάς τας δυναμένας ν` αποτιμηθούν εις χρήμα και να καθορισθούν δια συμφωνίας ή δια της εθνικής νομοθεσίας προς οφειλόμενα δυνάμει συμβάσεως εκμισθώσεως υπηρεσιών, γραπτής ή προφορικής, συναφθείσης υπό εργοδότου δια τον μισθωτόν, είτε δι` εργασίαν εκτελεσθείσαν ή μέλλουσαν να εκτελεσθή, είτε δι` υπηρεσίας προσφερθείσας ή μελλούσας να προσφερθούν".

Περαιτέρω, με το άρθρο 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 και έχει υπερνομοθετική ισχύ (άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος) ορίζεται ότι "Παν πρόσωπον έχει δικαίωμα, όπως η υπόθεσίς του δικασθεί δικαίως, δημοσία και εντός λογικής προθεσμίας υπό ανεξαρτήτου και αμερόληπτου δικαστηρίου, νομίμως λειτουργούντος, το οποίον θα αποφασίσει είτε επί των αμφισβητήσεων επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεών του αστικής φύσεως ...", ενώ με το άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής αυτής Σύμβασης, που επίσης κυρώθηκε με το ν.δ 53/1974 και έχει την αυτή κατ' άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος αυξημένη έναντι των κοινών νόμων τυπική ισχύ, ορίζεται ότι "Παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του.

Ουδείς δύναται να στερηθεί της ιδιοκτησίας αυτού ειμή δια λόγους δημοσίας ωφελείας και υπό τους προβλεπόμενους υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους. Αι προαναφερόμεναι διατάξεις δεν θίγουσι το δικαίωμα παντός Κράτους όπως θέσει εν ισχύι νόμους, ους ήθελεν κρίνει αναγκαίους προς ρύθμισιν της χρήσεως αγαθών συμφώνως προς το δημόσιον συμφέρον ή προς εξασφάλισιν της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων".

Στην κατά τις πιο πάνω υπερνομοθετικής δύναμης διατάξεις προστατευόμενη περιουσία περιλαμβάνονται όχι μόνο τα από το άρθρο 17 του Συντάγματος προστατευόμενα εμπράγματα δικαιώματα, αλλά και όλα τα περιουσιακής φύσης δικαιώματα και τα νομίμως κεκτημένα οικονομικά συμφέροντα, άρα και περιουσιακά ενοχικά δικαιώματα και ειδικότερα οι περιουσιακού χαρακτήρα απαιτήσεις, είτε αναγνωρισμένες με δικαστική απόφαση, είτε απλά γεννημένες κατά το εθνικό δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικά (ΟλΑΠ 3/2016, ΟλΑΠ 2/2011, ΟλΑΠ 6/2007).

Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τον όγδοο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 157 παρ.2 της Σύμβασης Λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης, 17 του Χάρτη θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ και του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου για την προστασία της αμοιβής και της περιουσίας, με βάση τις οποίες και σύμφωνα με την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Δ.Ε.Ε) κάθε παροχή που καταβάλλεται από τον εργοδότη στον εργαζόμενο από οποιαδήποτε αιτία και εξ αφορμής της παρεχόμενης εκ μέρους του εργασίας, ακόμα και αν αποτελεί κοινωνικοασφαλιστική παροχή και ακόμα και αν καταβάλλεται μετεργασιακά, εμπίπτει στην έννοια της προστατευόμενης από το ενωσιακό δίκαιο "αμοιβής" του άρθρου 157 ΣΛΕΕ, που οφείλεται από τον εργοδότη.

Ειδικότερα οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι οι μηνιαίες επικουρήσεις καταβάλλονταν από την αναιρεσίβλητη Τράπεζα στους πρώην εργαζομένους της μέσω των ταμειακών διαθεσίμων του λογαριασμού του ΛΕΠΕΤΕ στον οποίο συγκεντρώνονταν οι πόροι του προγράμματος επικούρησης, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονταν οι εργοδοτικές εισφορές της αναιρεσίβλητης και οι εισφορές των αναιρεσειόντων που παρακρατούνταν από τη μισθοδοσία τους καθ' όλη τη διάρκεια του εργασιακού τους βίου και ότι αυτοί δεν συνδέονταν με οποιαδήποτε ενοχική σχέση με τον έντοκο λογαριασμό "ΛΕΠΕΤΕ" καθότι αυτός στερείται νομικής προσωπικότητας, με συνέπεια, η προσβαλλόμενη απόφαση, κρίνοντας ότι η αναιρεσίβλητη Τράπεζα δεν ευθύνεται ενδοσυμβατικά, αλλά ούτε και εκ του νόμου απέναντί τους για την καταβολή της επίδικης επικουρικής εργοδοτικής παροχής που είχε καταστεί πρόσθετος όρος των συμβάσεων εργασίας τους, με την αιτιολογία ότι η παροχή είναι σύνταξη και όχι μετεργασιακή αμοιβή και ότι ο λογαριασμός "ΛΕΠΕΤΕ" είναι φορέας κοινωνικής ασφάλισης, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω διατάξεις .

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος πρωτίστως ως απαράδεκτος, διότι υπό την επίκληση της από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετικής πλημμέλειας, πλήττεται οι αναιρετικώς ανέλεγκτες περί τα πράγματα παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης. Ο ίδιος, όμως, λόγος είναι απορριπτέος και ως αβάσιμος. Και τούτο διότι το Εφετείο με το να κρίνει ότι ο ΛΕΠΕΤΕ αποτελεί φορέα επικουρικής ιδιωτικής ασφάλισης και ότι ως εκ τούτου δεν γεννάται αξίωση των αναιρεσειόντων, ασφαλισμένων του ΛΕΠΕΤΕ να ζητήσουν ευθέως από την αναιρεσίβλητη ανώνυμη τραπεζική εταιρεία τις παροχές επικούρησης, δηλαδή τις μηνιαίες επικουρικές συντάξεις τους, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις αναφερθείσες στην προηγηθείσα μείζονα σκέψη υπερονομοθετικής ισχύος διατάξεις του άρθρου 157 παρ.2 της Σύμβασης Λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης, του άρθρου 17 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, του άρθρου 6 παρ. 1 ΕΣΔΑ, που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 και του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ.

Ειδικότερα δε ως προς τη διάταξη του άρθρου 157 παρ.2 της ΣΛΕΕ που ορίζει ότι για το σκοπό της εφαρμογής της αρχής της ισότητας της αμοιβής μεταξύ ανδρών και γυναικών για όμοια εργασία ή για εργασία της αυτής αξίας "ως αμοιβή νοούνται οι συνήθεις βασικοί ή κατώτατοι μισθοί ή αποδοχές και όλα τα άλλα οφέλη, που παρέχονται άμεσα ή έμμεσα, σε χρήματα ή σε είδος, από τον εργοδότη στον εργαζόμενο, λόγω της σχέσεως εργασίας", στην έννοια της "αμοιβής", όπως εκτέθηκε στην μείζονα σκέψη, εμπίπτουν οι αποδοχές των εργαζομένων που καταβάλλει ο εργοδότης, στις οποίες περιλαμβάνονται ο βασικός μισθός και τα πρόσθετα οφέλη που καταβάλλει ο εργοδότης (bonus κλπ), δεν εμπίπτει, όμως, η ένδικη μηνιαία επικούρηση που καταβάλλεται από το ΛΕΠΕΤΕ στους ασφαλισμένους του, πρώην εργαζομένους στην αναιρεσίβλητη, καθότι η ένδικη μηνιαία επικούρηση δεν αποτελεί μετεργασιακή παροχή, αλλά μηνιαία ιδιωτική επικουρική συνταξιοδοτική παροχή.

Η διάταξη αυτή, άλλωστε, όπως προκύπτει από τη γραμματική της διατύπωση "Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου...", αναφέρεται αποκλειστικά στην εξασφάλιση της εφαρμογής της αρχής της ισότητας της αμοιβής μεταξύ ανδρών και γυναικών για όμοια εργασία ή για εργασία της αυτής αξίας (παρ. 1 του ιδίου άρθρου), περίπτωση η οποία δεν αφορά την κρινόμενη διαφορά.

Ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης της παραβίασης κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται και όταν η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου αφορά και τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, γενικούς ή ειδικούς, με τους οποίους αίρονται οι ασάφειες ή πληρούνται τα κενά, που διαπιστώνονται στις δικαιοπρακτικές δηλώσεις βούλησης των μερών.

Ειδικότερα, παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, που περιέχονται στα άρθρα 173 και 200 του Α.Κ., υφίσταται όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρότι ανελέγκτως διαπιστώνει, έστω και εμμέσως, την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις δηλώσεις βούλησης των δικαιοπρακτούντων και εντεύθεν την ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας αυτών, παραλείπει να προσφύγει, για τη συμπλήρωση ή ερμηνεία τους, στις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, που ορίζουν η πρώτη ότι κατά την ερμηνεία της δήλωσης βούλησης αναζητείται η αληθινή βούληση χωρίς προσήλωση στις λέξεις και η δεύτερη ότι οι συμβάσεις ερμηνεύονται όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, ή προσφεύγει στην εφαρμογή των διατάξεων αυτών και στη συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, καίτοι δέχεται, επίσης ανελέγκτως, ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας (ΑΠ 1411/2022, ΑΠ 1431/2022, ΑΠ 253/2022, ΑΠ 497/2019).

Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι αντικείμενο ερμηνείας είναι η δικαιοπρακτική δήλωση βούλησης στην κανονιστική της μόνο διάσταση, ως φορέα ενός νομικώς κρίσιμου νοήματος, ενώ η ύπαρξη των χαρακτηριστικών στοιχείων της συγκεκριμένης δικαιοπραξίας, ως εμπειρικώς διαπιστώσιμων φαινομένων, αποτελεί μόνον αντικείμενο απόδειξης (ΑΠ 1411/2022, ΑΠ 1350/2018).

Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι η δήλωση βούλησης είναι σαφής ή ασαφής και ότι, αντίστοιχα, δεν έχει ή έχει ανάγκη ερμηνείας, αποτελεί εκτίμηση πραγμάτων και, συνεπώς, δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ) εκτός εάν, από όσα το δικαστήριο της ουσίας δέχεται, δεν διευκρινίζεται η θέση του στο ζήτημα αν υπάρχει ή όχι κενό ή ασάφεια στη δήλωση βούλησης, αφού από την καταφατική ή αποφατική απάντηση στο ζήτημα αυτό, εξαρτάται αν θα εφαρμοστούν ή όχι οι παραπάνω ερμηνευτικές διατάξεις (ΑΠ 853/2024, ΑΠ 1796/2022, ΑΠ 1431/2022).

Πρέπει δε, για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, να επικαλείται ο αναιρεσείων ότι το δικαστήριο διαπίστωσε ευθέως ή εμμέσως την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας στη δικαιοπρακτική δήλωση των συμβαλλομένων (ΑΠ 45/2019), να αναφέρεται στο αναιρετήριο το περιεχόμενο της δήλωσης που δεν ερμηνεύθηκε ή εσφαλμένα ερμηνεύθηκε, το περιεχόμενο που έπρεπε να προσδώσει σ` αυτή με σωστή ερμηνεία η απόφαση και σε τι συνίσταται το σφάλμα της ως προς την παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων (ΑΠ 381/2021, ΑΠ 396/2018, ΑΠ 738/2018, ΑΠ 939/2015), ώστε να διακριβώνεται σε ποιας μορφής παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων υπέπεσε το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 1557/2023).

Με τον ένατο από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο της αίτησης αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλομένη απόφαση την αιτίαση ότι α) με το να κρίνει ότι " Ο χαρακτήρας του "ΛΕΠΕΤΕ" ως συστήματος εγγυημένων παροχών ή εισφορών προκύπτει, καταρχήν, από την ίδια την οικονομική του υπόσταση, όπως αυτή αποτυπώνεται στις προβλέψεις του κανονισμού του.

Για την ερμηνεία του κανονισμού του ειδικού λογαριασμού χρήσιμες είναι οι διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, οι οποίες αλληλοσυμπληρώνονται. Η διάταξη του άρθρου 173 ΑΚ επιτάσσει τη λήψη υπόψιν υποκειμενικών κριτηρίων.....,ενώ η διάταξη του άρθρου 200 ΑΚ επιτάσσει την λήψη υπόψιν αντικειμενικών κριτηρίων......", και ενώ οι δηλώσεις βουλήσεως των συμβαλλομένων συνέπιπταν αναφορικά με τη δεσμευτικότητα της καταβολής επικουρικής παροχής καθορισμένου ποσού στο διηνεκές του μετεργασιακού βίου των εργαζομένων της τράπεζας, εσφαλμένα έκρινε ότι υφίσταται κενό και ασάφεια στον κανονισμό επικούρησης όσον αφορά το αν είναι σύστημα εγγυημένων παροχών ή εγγυημένων εισφορών, ερμηνεύοντας εσφαλμένα τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ και β) εφόσον το Δικαστήριο έκρινε ότι υφίσταται κενό και ασάφεια στη συμφωνία τους με την αντίδικη που αποτυπώνεται στον κανονισμό επικούρησης, τότε δεν θα έπρεπε να είναι "ερευνητέο" μόνο το ζήτημα "μέχρι ποιο σημείο η εναγομένη ήθελε να επιβαρυνθεί με την κάλυψη πιθανών ελλειμάτων του λογαριασμού για να εξασφαλίσει στους συνταξιούχους τις προβλεπόμενες παροχές", όπως έκρινε η προσβαλλομένη, αλλά να προχωρήσει στην ερμηνεία της δικαιοπρακτικής βούλησης αμφοτέρων των συμβαλλομένων κατά τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ κατά το χρόνο δημιουργίας του προγράμματος και όχι μόνο κατά την τεκμαιρόμενη βούληση της εργοδότριας που διατυπώθηκε 70 χρόνια μετά τη σύναψη της συμφωνίας, παρέλειψε να εφαρμόσει τους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ.

Υπό το περιεχόμενο αυτό ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης 1) κατά το πρώτο σκέλος του είναι απαράδεκτος, καθόσον η κρίση του Εφετείου σχετικά με την ύπαρξη ή μη κενού και ασάφειας αναφέρεται στην ουσία και, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες νομικές σκέψεις, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, 2) κατά το δεύτερο σκέλος του είναι απαράδεκτος λόγω αοριστίας, καθόσον, για την πληρότητα του συγκεκριμένου λόγου της αίτησης αναίρεσης, δεν εκτίθενται, κατά τα αναφερόμενα στις νομικές σκέψεις που προηγήθηκαν, οι κρίσιμες περί του ερευνωμένου ζητήματος, δηλαδή, ως προς τον χαρακτήρα του ΛΕΠΕΤΕ ως συστήματος εγγυημένων παροχών ή εισφορών, παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, το περιεχόμενο της δήλωσης που δεν ερμηνεύθηκε και σε τι συνίσταται το σφάλμα της προσβαλλομένης απόφασης, ως προς την παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων, ώστε να διακριβωθεί σε ποιάς μορφής παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων υπέπεσε το δικαστήριο της ουσίας.

Τέλος, με τη διάταξη του άρθρου 267 της Συνθήκης Λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ) ορίζεται ότι το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης αποφαίνεται με προδικαστικές αποφάσεις ... (β) επί του κύρους και της ερμηνείας των πράξεων των θεσμικών ή λοιπών οργάνων ή Οργανισμών της Ένωσης, επομένως και των Οδηγιών, και περαιτέρω ότι Δικαστήριο κράτους - μέλους, ενώπιον του οποίου ανακύπτει τέτοιο ζήτημα σε εκκρεμή υπόθεση και του οποίου οι αποφάσεις δεν υπόκεινται σε ένδικα μέσα του εσωτερικού δικαίου, οφείλει να παραπέμψει το ζήτημα στο Δικαστήριο.

Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, με το από 29-9-2023 υπόμνημά τους ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, υποβάλλουν αίτημα υποβολής των αναφερομένων σε αυτό "προδικαστικών ερωτημάτων" προς το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ), τα οποία (προδικαστικά ερωτήματα) συνοψίζονται στο εάν η μηνιαία επικούρηση που καταβάλλεται μετά τη συνταξιοδότηση των πρώην εργαζομένων της αναιρεσίβλητης τράπεζας και ασφαλισμένων του ΛΕΠΕΤΕ, από λογαριασμό που χρηματοδοτείται από εισφορές των εργαζομένων της και της αναιρεσίβλητης ως εργοδότριας, εμπίπτει στην έννοια της αμοιβής του άρθρου 157 παρ.2 της ΣΛΕΕ, εάν οι ως άνω εισφορές των εργαζομένων και της εργοδότριας αποτελούν μέρος της συμφωνηθείσας αμοιβής τους κατά την έννοια της ως άνω διάταξης και αν η αμοιβή αυτή αποτελεί περιουσιακό δικαίωμα των συνταξιούχων εναγόντων -αναιρεσειόντων κατά το άρθρο 17 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Το ως άνω αίτημα είναι απορριπτέο, διότι σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, οι ως άνω διατάξεις του άρθρου 157 παρ.2 της ΣΛΕΕ, ορίζουν την έννοια της αμοιβής από τη σχέση εργασίας για το σκοπό της εφαρμογής της αρχής της ισότητας της αμοιβής μεταξύ ανδρών και γυναικών, περίπτωση που δεν συντρέχει στην ένδικη υπόθεση, που αφορά την επικουρική συνταξιοδοτική παροχή που καταβάλλεται από το φορέα επικουρικής ιδιωτικής κοινωνικής ασφάλισης "Λ.Ε.Π.Ε.Τ.Ε." στους ασφαλισμένους του, πρώην εργαζόμενους της αναιρεσίβλητης.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης προς έρευνα, η ένδικη, από 16-1-2023 και με αριθμό κατάθεσης 520/41/19-1-2023 αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της. Τέλος, λόγω της ιδιαίτερης δυσχέρειας ως προς την εφαρμογή των σχετικών διατάξεων που αναφέρονται στο σκεπτικό, πρέπει να συμψηφισθούν στο σύνολο τους τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των προσηκόντως παρισταμένων (δηλαδή των 1ης, 3ου, 4ου, 5ης, 6ης, 7ου, 8ης,10ου, 11ου, 15ης, 16ης, 18ης, 19ης, 22ου και 23ης) αναιρεσειόντων και της αναιρεσίβλητης (άρθρο 179 εδ. α' ΚΠολΔ, όπως το άρθρο 179 διαμορφώθηκε, με την προσθήκη εδαφίου β', με το άρθρο 8 του ν. 4842/2021).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει ως απαράδεκτη την από 16-1-2023 και με αριθμό κατάθεσης 520/41/19-1-2023 αίτηση για αναίρεση της με αριθμό 361/19-1-2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, ως προς τον ήδη θανόντα, κατά την άσκησή της, δεύτερο αναιρεσείοντα Γ. Β. του Δ.

Διατάσσει το χωρισμό της δίκης ως προς τους 9ο, 12η, 13η, 14ο, 17η, 20ο και 21η αναιρεσείοντες.

Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 16-1-2023 και με αριθμό κατάθεσης 520/41/19-1-2023 αίτηση αναίρεσης ως προς τους 9ο, 12η, 13η, 14ο, 17η, 20ο και 21η αναιρεσείοντες.

Απορρίπτει την από 16-1-2023 αίτηση αναίρεσης της με αριθμό 361/19-1-2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, ως προς τους 1η, 3ο, 4ο, 5η, 6η, 7ο, 8η,10ο, 11ο, 15η, 16η, 18η, 19η, 22ο και 23η αναιρεσείοντες.

Συμψηφίζει στο σύνολό της τη δικαστική δαπάνη μεταξύ των ως άνω προσηκόντως παρισταμένων αναιρεσειόντων και της αναιρεσίβλητης.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Ιουνίου 2024.

Ο ANTIΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και τούτου αποχωρήσαντος η αρχαιότερη της σύνθεσης Αρεοπαγίτης

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Ιανουαρίου 2025.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ