Supreme Court allows appeal against termination compensation exceeding statutory 15,000 euro cap for public benefit entity employees.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appellant's appeal regarding termination compensation exceeding the statutory 15,000 euro cap. The appellant, a public benefit foundation, argued that the lower courts erred in applying the 240,000 drachma limit to its employees. The court held that the statutory cap applies only to public entities and state-funded enterprises, not to private foundations serving public interests, thus permitting compensation above the standard limit.
Legislator headnote
AI generatedArt. 2 para. 2 of Law 173/1967; Art. 1 para. 1 of Law 618/1970: The statutory cap on termination compensation applies exclusively to public entities and state-funded enterprises, not to private legal persons of public benefit, allowing compensation to exceed the limit when such entities operate independently of state funding.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 16 / 2021 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 16/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Σοφία Τζουμερκιώτη και Καλλιόπη Πανά, αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 7η Ιανουαρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου Κοινωφελούς Ιδρύματος με την επωνυμία "ΠΗΝΕΛΟΠΕΙΟ ΙΔΡΥΜΑ", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Νέα Ιωνία Αττικής και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Κωνσταντίνου Λόη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσίβλητων: 1) Π. Τ. του Γ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου Κωνσταντίνου Τσουκαλά, 2) Κ. Λ. του Ν., κατοίκου …, 3) Β. Μ. του Λ., πρώην σύζυγος Π. (σύμφωνα με την …/….-4-2018 ληξιαρχική πράξη γάμου, του τμήματος γάμου του Δήμου Αθηναίων, κατοίκου ... και 4) Μ. Τ. του Ν., κατοίκου …, που παραστάθηκαν δια δηλώσεως του πληρεξουσίου δικηγόρου Κωνσταντίνου Τσουκαλά, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-1-2013 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων και την από 30-5-2012 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 2933/2014 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 898/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί το αναιρεσείον με την από 3-12-2018 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Καλλιόπη Πανά. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 2 παρ. 2 του ΑΝ 173/1967 "εις ας περιπτώσεις εργοδότης τυγχάνει το Δημόσιον ή Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου ή Τράπεζα ή Επιχειρήσεις και Οργανισμοί Κοινής ωφελείας (ΔΕΗ, ΟΤΕ, Εταιρεία Υδάτων κλπ) ή Επιχειρήσεις επιχορηγούμεναι υπό του Κράτους, η υπό του Νόμου 2112/1920, ως ούτος ετροποποιήθη και συνεπληρώθη μεταγενεστέρως, οφειλόμενη αποζημίωσις, δεν δύναται να υπερβαίνει εις πάσαν περίπτωσιν το ποσόν των 240.000 δραχμών, καταργουμένης πάσης αντιθέτου ειδικής διατάξεως Νόμου ή Συμβάσεως οιασδήποτε μορφής ή τυχόν υπάρχοντος εθίμου".
Το με την άνω διάταξη καθοριζόμενο ποσό αυξήθηκε μεταγενέστερα σε 1.500.000 δρχ. με το άρθρο 33 του ν. 1876/1990. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν.Δ/τος 618/1970, "Τα υπό των διατάξεων της παρ. 2 του άρθρου 2 και του άρθρου 3 του ΑΝ 173/1967 "περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως του ΑΝ 99/1967 περί ελέγχου ομαδικών απολύσεων κλπ", τιθέμενα ανώτατα όρια αποζημιώσεως ισχύουν δια πάσαν περίπτωσιν οφειλομένης, δυνάμει γενικής ή ειδικής διατάξεως νόμου ή κανονισμού ή συμβάσεως αποζημιώσεως, εις τους αποχωρούντας, απομακρυνομένους ή απολυομένους υπαλλήλους και εργάτας του Δημοσίου, των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοικήσεως, Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου, Τραπεζών, Επιχειρήσεων Κοινής Ωφελείας ή Επιχειρήσεων επιχορηγουμένων υπό του Κράτους, εφ’ οιαδήποτε σχέσει εργασίας μετ’ αυτών συνδεομένων, καταργουμένης πάσης αντιθέτου γενικής ή ειδικής διατάξεως νόμου, κανονισμού, συμβάσεως οιασδήποτε μορφής εθίμου".
Οι ως άνω διατάξεις, ως εκ του σκοπού θεσπίσεώς τους, που προδήλως έγκειται στον περιορισμό, για λόγους γενικοτέρου συμφέροντος, των αποζημιώσεων των άνω μισθωτών για την οικονομική ανακούφιση του Δημοσίου, των ΝΠΔΔ και των άλλων οργανισμών και επιχειρήσεων, περιλαμβανομένων των επιχειρήσεων κοινής ωφελείας, δεδομένου ότι οι σχετικές δαπάνες επιβαρύνουν τελικώς τους φορολογούμενους και στις περιπτώσεις των μη επιχορηγουμένων από το Κράτος επιχειρήσεως κοινής ωφελείας, το κόστος των παρεχομένων στους πολίτες υπηρεσιών τους αποτελούν, κατά την έννοια του άρθρου 7 παρ. 3 του ν. 1876/1990, διατάξεις αναγκαστικού δικαίου με αμφιμερή ενέργεια, αφού τείνουν τελικά σε προστασία των πολιτών.
Ως τέτοιες υπερισχύουν κατά την τελευταία διάταξη των κανονιστικών όρων των ΣΣΕ που καθορίζουν ευνοϊκότερο όριο αποζημιώσεως για τις συγκεκριμένες κατηγορίες εργαζομένων, ως προς τους οποίους οι εν λόγω ΣΣΕ τυγχάνουν ανίσχυρες. Οι επιχειρήσεις κοινής ωφελείας, έχοντας εξ ορισμού ως αντικείμενο την εξυπηρέτηση των κοινοφελών σκοπών, για τους οποίους πρωτίστως ενδιαφέρεται το Κράτος, αποτελούν κατά κανόνα κατηγορία δημοσίων επιχειρήσεων που ελέγχονται από το Δημόσιο ή άλλα νομικά πρόσωπα ή οργανισμούς δημοσίου χαρακτήρα.
Αποφασιστικό, όμως, στοιχείο για τον χαρακτηρισμό μιάς επιχείρησης ως κοινής ωφέλειας δεν είναι η νομική μορφή ή φορέας της, ούτε το νομικό καθεστώς που διέπει την ίδρυση και λειτουργία της, αλλά η φύση των υπηρεσιών της, που πρέπει να είναι ζωτικής σημασίας για την εξυπηρέτηση βασικών αναγκών του κοινωνικού συνόλου (Ολ ΑΠ 20/2006, Ολ ΑΠ 10/1998, Ολ ΑΠ 33-34/1997, ΑΠ 174/2019, ΑΠ 1493/2018, ΑΠ 597/2017).
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 1 § 1 του καταργηθέντος ήδη ΑΝ 2039/1939, "Κοινωφελής σκοπός κατά την έννοιαν του παρόντος είναι κατ' αντίθεσιν προς τον ιδιωτικόν πας κρατικός θρησκευτικός, φιλανθρωπικός, εν γένει δ' επωφελής εις το κοινόν εν όλω ή εν μέρει σκοπός". Εξ' άλλου, κατά το άρθρο 101§1 του ίδιου νόμου. "Οι διοικηταί και υφ’ οιονδήποτε τίτλον διαχειρισταί των περί των τα άρθρα 95 παρ. 1 και 97 παρ. 2 ιδρυμάτων καταρτίζουσι και υποβάλουσιν εις το Υπουργείον Οικονομικών προυπολογισμόν και απολογισμόν των εσόδων και εξόδων αυτών, εις ους οι εκτελούμενοι τυχόν πλείονες σκοποί εμφανίζονται υπό ίδια κεφάλαια. Μετά του απολογισμού καταρτίζεται και υποβάλλεται γενικός ισολογισμός της περιουσίας του ιδρύματος ...".
Σημειώνεται εδώ ότι στο άρθρο 95 του άνω νόμου εδίδετο ο ορισμός του κοινωφελούς ιδρύματος (επιδιώκοντος κοινωφελείς σκοπούς δια διάθεσης περιουσίας, το οποίο κατά το άρθρο 97 υπάγεται εις την εποπτεία του Υπουργείου Οικονομικών).
Κατά το άρθρο 1 παρ. 1 Ν. 4182/2013 "Κώδικας Κοινωφελών Περιουσιών", (ΦΕΚ Α 185), με το άρθρο 82 παραγ. 8 του οποίου καταργήθηκε ο Ν. 2039/1939, ως "κοινωφελής περιουσία" νοείται το σύνολο των περιουσιακών στοιχείων που διατίθενται με κληρονομία, κληροδοσία ή δωρεά υπέρ του Δημοσίου ή Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου ή για κοινωφελή σκοπό. Ως "κοινωφελής περιουσία" νοείται επίσης και το νομικό πρόσωπο που τα διαχειρίζεται και εκπροσωπεί εφόσον υπάρχουν. Κατά δε την παράγραφο 3 του ίδιου ως άνω άρθρου, ως "κοινωφελής σκοπός" νοείται κάθε εθνικός, θρησκευτικός, φιλανθρωπικός, εκπαιδευτικός, πολιτιστικός και γενικά επωφελής για την κοινωνία εν όλω ή εν μέρει σκοπός, ενώ κατά την παράγραφο 4 αυτού, αρμόδια αρχή για την άσκηση των αρμοδιοτήτων του παρόντος Κώδικα είναι ο Υπουργός των Οικονομικών και ο Γενικός Γραμματέας της οικείας Αποκεντρωμένης Διοίκησης, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 2, οι οποίοι ασκούν τις σχετικές δραστηριότητες δια των οικείων Διευθύνσεων.
Τέλος, κατά το άρθρο 82 παρ. 1 του άνω νόμου (Μεταβατικές και καταργούμενες διατάξεις). "Όπου δεν ορίζεται διαφορετικά, οι διατάξεις του Κώδικα εφαρμόζονται και στις κοινωφελείς περιουσίες που υφίστανται κατά την έναρξη ισχύος του, ανεξαρτήτως από τον τρόπο σύστασής τους ...".
Εξ' άλλου, το αναιρεσείον 'Ιδρυμα με την επωνυμία "ΠΗΝΕΛΟΠΕΙΟΝ" συστάθηκε δυνάμει του υπ'αριθμ. …/….-5-1957 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Στυλιανού Κουτσουμπέλη, από: α) το στην Αθήνα εδρεύον σωματείο με την επωνυμία "ΚΑΡΥΑΤΙΔΕΣ" και από το επίσης στην Αθήνα εδρεύον σωματείο με την επωνυμία "ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΑΠΟΦΟΙΤΩΝ ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΟΥ ΚΟΛΛΕΓΙΟΥ ΘΗΛΕΩΝ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ" με σκοπό κατά μεν την ιδρυτική πράξη "την παροχή στέγης εις τας στερουμένας τοιαύτης απόρους ανηλίκους, τας υπερβάσας το 12ον έτος της ηλικίας των", κατά δε το άρθρο 1 του υπ' αριθμ. 538/31-7-1975 Προεδρικού Διατάγματος (ΦΕΚ Α, 175/1975) περί εγκρίσεως του οργανισμού διοικήσεως και διαχειρίσεως του Ιδρύματος, με το οποίο αντικαταστάθηκε το από 25-9-1957 Βασιλικό Διάταγμα "περί εγκρίσεως συστάσεως κοινωφελούς ιδρύματος υπό την επωνυμία "ΠΗΝΕΛΟΠΕΙΟΝ" και κυρώσεως του Οργανισμού αυτού" (ΦΕΚ Α 214/1957), την "δημιουργία Βρεφονηπιακού Σταθμού εις τον οποίο δύνανται να εμπιστεύονται τα τέκνα των, ηλικίας τριών μηνών μέχρι πεντέμισυ ετών, αι εργαζόμεναι ή ανίκανοι προς εργασίαν μητέρες της περιοχής Νέας Ιωνίας Αθηνών, ως και οι εξ οιουδήποτε λόγου έχοντες αποδεδειγμένως την επιμέλειαν βρεφών ή νηπίων και είναι περιορισμένων οικονομικών πόρων".
Για την ευόδωση του σκοπού του Ιδρύματος από μεν το πρώτο ιδρυτικό σωματείο (ΚΑΡΥΑΤΙΔΕΣ) εισφέρθηκαν μετρητά 100.000 δρχ. για την ανέγερση κτηρίου (άρθρ. 17 ιδρυτικής πράξεως 214/1957), στο οποίο σήμερα επί του αναφερομένου ακινήτου, λειτουργεί βρεφονηπιακός σταθμός, από δε το δεύτερο από τα ιδρυτικά σωματεία (Σύλλογος Αποφοίτων Αμερικανικού Κολλεγίου Θηλέων Κων/πόλεως), δυνάμει του υπ' αριθμ. 462/1957 συμβολαίου του άνω συμβολαιογράφου, εισφέρθηκε ένα ακίνητο κείμενο στη Νέα Ιωνία Αττικής, επιφανείας 2.446,80 τμ και ήδη σήμερα, κατά νεώτερη καταμέτρηση, 2.498,18 τμ.
Κατά το άρθρο 14 του Οργανισμού του, όπως ισχύει, πόροι του Ιδρύματος είναι, μεταξύ άλλων, και οι επιχορηγήσεις του Κράτους, Δήμων, ΙΚΑ και λοιπών Ασφαλιστικών Οργανισμών, κατά δε το άρθρο 3 του Οργανισμού αυτού, το 'Ιδρυμα " λειτουργεί βάσει των κειμένων Νόμων του Οργανισμού αυτού και του ΑΝ 2039/1939", ήδη δε, μετά την κατάργηση του πιο πάνω νόμου (άρθρ. 82 παρ. 8α ν.4182/2013), υπάγεται στις διατάξεις του ν. 4182/2013 (ΦΕΚ 193/2013) "Κώδικας κοινωφελών περιουσιών, σχολαζουσών κληρονομιών και λοιπές διατάξεις".
Επίσης, ο προϋπολογισμός, ισολογισμός και απολογισμός που υποβάλλονται εντός των νομίμων προθεσμιών προς έγκριση στο Υπουργείο Οικονομικών κατά τις διατάξεις του ΑΝ 2039/1939 (άρθρ. 16 παρ. 3).
Από τον σκοπό αυτό του Ιδρύματος, όπως προκύπτει από τον εγκριθέντα κατά τα ανωτέρω Οργανισμό λειτουργίας του, συνάγεται ο κοινωφελής χαρακτήρας των απ'αυτό παρεχομένων υπηρεσιών, συνιστάμενος στην εξυπηρέτηση βασικών αναγκών του κοινωνικού συνόλου, ήτοι στην εξασφάλιση των προϋποθέσεων διατροφής και επιμέλειας ανηλίκων, βρεφικής ή νηπιακής ηλικίας, με την παροχή συμπαράστασης και βοήθειας σε μητέρες ή οικογένειες που αντιμετωπίζουν οικονομικά προβλήματα ως προς την επιμέλεια και ανατροφή των ανηλίκων αυτών (άρθρο 1 παρ. 3 του Ν. 4182/2013).
Υπό τα δεδομένα αυτά, το αναιρεσείον ίδρυμα από της συστάσεώς του, υπήρξε, ενόψει της φύσεως των παρεχόμενων στο κοινωνικό σύνολο υπηρεσιών του, επιχείρηση κοινής ωφέλειας, υπό την έννοια των διατάξεων των άρθρων 2 παρ. 2 του ΑΝ 173/1967 και 1 παρ. 1 του ΝΔ 618/1970. Επομένως, υπόκειται ως προς την αποζημίωση των αποχωρούντων λόγω συνταξιοδότησης υπαλλήλων του, στο όριο των ανωτέρω νόμων, όπως το όριο αυτό αναπροσαρμόσθηκε σε 15.000 ευρώ, με το άρθρο 21 παρ. 13 του Ν. 3144/2003. Συνεπεία αυτού είναι η αγωγή, με την οποία ζητείται αποζημίωση μεγαλύτερη από το ποσό των 15.000 ευρώ, να είναι κατά το υπερβάλλον μη νόμιμη.
Κατά τη διάταξη άρθρου 559 παρ. 1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περιπτώσεως που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (Ολ ΑΠ 1/2016, Ολ ΑΠ 2/2013, Ολ ΑΠ 7/2006, ΑΠ 114/2019).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον 'Αρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).
Για το ορισμένο του λόγου αυτού πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα, καθώς και οι αντίστοιχες παραδοχές, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (Ολ ΑΠ 9/2016, Ολ ΑΠ 20/2005).
Στην προκειμένη περίπτωση το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την υπ' αριθμ. 898/2018 προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα εξής ως προς το ζήτημα που αφορά ο αναιρετικός λόγος: "Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τον Οργανισμό Διοίκησης και Διαχείρισης του πρώτου εναγομένου, αυτό έχει συσταθεί ως κοινωφελές 'Ιδρυμα και συνιστά νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, ενώ πόροι αυτού είναι, σύμφωνα με το άρθρο 14 του άνω Οργανισμού, οι χορηγίες και εισφορές των ιδρυτικών σωματείων, δωρεές, κληρονομίες, κληροδοσίες, τα τροφεία καθώς και επιχορηγήσεις από το κράτος. Το γεγονός δε ότι επιχορηγείται από το κράτος δεν σημαίνει ότι ανήκει στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, ενώ αυτό (κράτος) δεν ασκεί εποπτικό έλεγχο επ' αυτού. Ενόψει τούτων, οι ενάγουσες δικαιούνται τη νόμιμη αποζημίωση απόλυσης χωρίς τους περιορισμούς των διατάξεων του άρθρου 2 παρ. 2 ΑΝ 173/1967, όπως αυτές συμπληρώθηκαν και τροποποιήθηκαν, αφού το πρώτο εναγόμενο δεν υπάγεται στον ευρύτερο δημόσιο τομέα. Επομένως, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο το οποίο, με την εκκαλούμενη απόφασή του, έκρινε ομοίως και επιδίκασε στις ενάγουσες ως αποζημίωση απόλυσης τα αναφερόμενα σ' αυτή χρηματικά ποσά, χωρίς τους περιορισμού του άρθρου 2 παρ. 2 ΑΝ 173/1967, δεν έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή των νόμων, απορριπτομένων ως αβασίμων όσων αντίθετα υποστηρίζει το εκκαλούν με τον τρίτο λόγο της έφεσής του".
Με την κρίση του αυτή, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, που συνεκδίκασε αντιμωλία των διαδίκων τις υπ' αριθμ. 8513/2014 και 3519/2015 εφέσεις του αναιρεσείοντος και των αναιρεσιβλήτων αντίστοιχα, και τις απέρριψε κατ'ουσίαν, οι οποίες είχαν ασκηθεί κατά της υπ' αριθμ. 2933/2014 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που η τελευταία είχε επίσης συνεκδικάσει αντιμωλία των διαδίκων τις υπ' αριθμ. καταθ. 1135/2012 και 194/2013 αγωγές τους αντίστοιχα, απέρριψε δε την πρώτη απ' αυτές και έκανε εν όλω δεκτή την δεύτερη και ως προς το ενδιαφέρον εν προκειμένω κονδύλιο της αποζημιώσεως απολύσεως, παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, αφού η φύση των πιο πάνω αναφερομένων υπηρεσιών του αναιρεσείοντος είναι ζωτικής σημασίας για την εξυπηρέτηση των αναγκών του κοινωνικού συνόλου και στοχεύουν στην εξυπηρέτηση των κοινωφελών σκοπών, προσδίδοντας σ'αυτό κοινωφελή χαρακτήρα. 'Αλλωστε αυτό, εκτός των άλλων πόρων του, επιχορηγείται από το Κράτος και εποπτεύεται από τον Υπουργό Οικονομικών και την οικεία Αποκεντρωμένη Διοίκηση όπως αναλύθηκε ανωτέρω.
Συνεπώς ο περιορισμός του άρθρου 2 παρ. 2 του Α.Ν. 173/1967 για τα όρια της οφειλόμενης αποζημίωσης στους εργαζομένους που αποχωρούν δεν αντιβαίνει στις ως άνω διατάξεις, εφόσον αυτός επιβάλλεται από λόγους δημόσιας ωφέλειας. Γι' αυτό ο μοναδικός, από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ,, λόγο αναίρεσης, που είναι ορισμένος, εφόσον το αναιρεσείον επικαλείται στο αναιρετήριο τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκαν, το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα και τις παραδοχές του Εφετείου ως προς το ανωτέρω ουσιώδες ζήτημα, καθώς επίσης και το γεγονός ότι προέβαλε παραδεκτά τον ισχυρισμό αυτό στο ακροατήριο του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και με τις προτάσεις του που κατατέθηκαν στο ακροατήριο κατά την συζήτηση της αγωγής τους αυτής. Επανέφερε δε αυτόν (ισχυρισμό) με τον τρίτο λόγο έφεσής του, είναι βάσιμος.
Ακολούθως πρέπει ν’ αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το άνω μέρος της. Ενόψει δε του ότι η υπόθεση δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση, πρέπει να κρατηθεί η υπόθεση από το Δικαστήριο τούτο και να δικασθεί, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 3 εδ. α' ΚΠολΔ, να ερευνηθεί κατ' ουσία η ασκηθείσα από το αναιρεσείον έφεση, να γίνει αυτή δεκτή κατά παραδοχή του τρίτου λόγου της, που αναφέρεται στη νομιμότητα της αξίωσης αποζημίωσης απόλυσης πέραν των 15.000 ευρώ. Κατόπιν πρέπει να εξαφανι9σθεί η εκκαλούμενη απόφαση κατά το μέρος που επιδίκασε στις ενάγουσες αποζημίωση απόλυσης ύψους 28.959,25, 27.262,63, 45.681,44 και 45.723,16 ευρώ αντίστοιχα και ως προς τη διάταξη περί δικαστικών εξόδων. Μετά ταύτα πρέπει ν' απορριφθεί η αγωγή ως μη νόμιμη για το επί πλέον των 15.000 ευρώ ποσό αποζημίωσης απόλυσης και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητες, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, του πρώτου και δευτέρου βαθμού, καθώς και της παρούσας δίκης, σύμφωνα με το σχετικό αίτημα του τελευταίου (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 898/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, ως προς το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος.
Κρατεί και δικάζει την υπόθεση κατά το μέρος αυτό.
Δέχεται την από 22/12/2014 με αριθ. καταθ. 8513/2014 έφεση του αναιρεσείοντος.
Εξαφανίζει την υπ' αριθμ. 2933/2014 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ως προς το σκέλος της αποζημίωσης απόλυσης, όσον αφορά τις αναιρεσίβλητες.
Δικάζει την από 16/1/2013 αγωγή των αναιρεσιβλήτων κατά το μέρος αυτό.
Απορρίπτει αυτή κατά το ίδιο μέρος ήτοι για το πέραν των δέκα πέντε χιλιάδων (15.000) ευρώ ποσό και επιδικάζει ως αποζημίωση απόλυσης σε κάθε ενάγουσα το ποσό των δέκα πέντε χιλιάδων (15.000) ευρώ.
Επιβάλλει σε βάρος των αναιρεσιβλήτων τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος του πρώτου και δευτέρου βαθμού καθώς και της παρούσας δίκης, που ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 24 Ιουνίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 12 Ιανουαρίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ