Legislator Case Law & Legislation
16/2020 AI generated

16/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 16/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Σοφία Καρυστηναίου, προεδρεύουσα αρεοπαγίτη, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Σοφία Τζουμερκιώτη και Όλγα Σχετάκη-Μπονάτου, αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

16/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά το άρθρο 1 § 2 εδ. θ` του Ν. 1406/1983 στις διοικητικές διαφορές ουσίας που υπάγονται στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων περιλαμβάνονται ιδίως αυτές που αναφύονται κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας που αφορά, εκτός των άλλων, και στις κάθε είδους αποδοχές του προσωπικού εν γένει του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των Ν.Π.Δ.Δ.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 16 / 2020 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 16/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Σοφία Καρυστηναίου, προεδρεύουσα αρεοπαγίτη, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Σοφία Τζουμερκιώτη και Όλγα Σχετάκη-Μπονάτου, αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 16η Οκτωβρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Ν.Π.Δ.Δ, Ενιαίος Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης (ΕΦΚΑ)", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας Παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Σοφία Αναγνώστου-Παναχράντου, η οποία κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσίβλητου: Δ. Κ. του Ι., κατοίκου ..., που παραστάθηκε αυτοπροσώπως, λόγω της δικηγορικής του ιδιότητος, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-9-2015 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 203/2016 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 1715/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί το αναιρεσείων με την από 28-3-2018 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Όλγα Σχετάκη-Μπονάτου. Ο αναιρεσίβλητος ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 28-3-2018 και με αριθ. κατάθεσης 31962/61/2018 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών υπ` αριθ. 1715/2018 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο δικάζοντας ως Εφετείο δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ` ουσία την από 16-6-2016 και με αριθ.

κατάθεσης 21264/990/2016 έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος κατά του ενάγοντος και ήδη αναιρεσειβλήτου και της 203/2016 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε ως νόμιμη και κατ `ουσία βάσιμη την από 7-9-2015 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου , Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495, 564 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 ΚΠολΔ)και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ) 1.- Κατά το άρθρο 94 § 1 του Συντάγματος η εκδίκαση των διοικητικών διαφορών ουσίας ανήκει στα υφιστάμενα τακτικά διοικητικά δικαστήρια, κατά δε την § 3 του ίδιου άρθρου στα πολιτικά δικαστήρια υπάγονται όλες οι ιδιωτικές διαφορές.

Σε εφαρμογή των συνταγματικών αυτών ορισμών, σύμφωνα με τα άρθρα 1 και 9 του ν. 1406/1983, όλες οι διοικητικές διαφορές ουσίας υπάγονται από 11.6.1985 στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, ενώ κατά το άρθρο 1 του ΚΠολΔ οι διαφορές του ιδιωτικού δικαίου ανήκουν στη δικαιοδοσία των τακτικών πολιτικών δικαστηρίων.

Κατά το άρθρο 1 § 2 εδ. θ` του Ν. 1406/1983 στις διοικητικές διαφορές ουσίας που υπάγονται στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων περιλαμβάνονται ιδίως αυτές που αναφύονται κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας που αφορά, εκτός των άλλων, και στις κάθε είδους αποδοχές του προσωπικού εν γένει του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των Ν.Π.Δ.Δ.

οι οποίες ρυθμίζονται από διατάξεις κανονιστικού περιεχομένου. Ως "αποδοχές", κατά τη διάταξη αυτή, νοούνται οι αποδοχές του προσωπικού που συνδέεται με το Δημόσιο, τους ΟΤΑ ή τα Ν.Π.Δ.Δ. με σχέση δημόσιου δικαίου. Απ` αυτό γίνεται φανερό ότι οι διαφορές που αφορούν τις αποδοχές των μισθωτών που συνδέονται με το Δημόσιο, τους ΟΤΑ ή τα Ν.Π.Δ.Δ με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου υπάγονται στη

δικαιοδοσία των πολιτικών Δικαστηρίων, χωρίς η ιδιότητα του εναγομένου (Δημοσίου, ΟΤΑ, Ν.Π.Δ.Δ) να μεταβάλλει σε τίποτα τη σχέση αυτή, γιατί δεν υπάρχει υπερκείμενη εξουσία βούλησης του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των Ν.Π.Δ.Δ., αλλά ο συμβατικός δεσμός συναρτάται με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου (ΑΕΔ11/1992, ΑΠ1366/2018, ΑΠ2/2016, ΑΠ1341/2014, ΑΠ1635/2012, ΑΠ302/2011).

Εξ άλλου, κατά το άρθρο 560 αρ. 3 ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων. Ο λόγος αυτός ιδρύεται και αν ακόμη δεν έγινε σχετική επίκληση της έλλειψης δικαιοδοσίας ενώπιον του Δικαστηρίου της ουσίας, αφού αφορά τη δημόσια τάξη (ΚΠολΔ 562 παρ. 2 εδ.

γ', ΟλΑΠ 20/2008, 319/2018 ΑΠ1493/2017,ΑΠ2085/2017). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης που επισκοπεί ο Άρειος Πάγος κατά την έρευνα του οικείου αναιρετικού λόγου (άρθ.561 παρ.2 ΚΠολΔ), με την από 7-9-2015 και με αριθ. κατάθ.1106/9-9-2015 αγωγή ο ενάγων και ήδη αναιρεσείβλητος δικηγόρος ισχυρίσθηκε ότι κατόπιν διαγωνισμού που προκήρυξε το εναγόμενο Ν.Π.Δ.Δ με την επωνυμία "Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων-Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Μισθωτών (ΙΚΑ-ΕΤΑΜ)", στη θέση του οποίου υπεισήλθε ως οιονεί καθολικός του διάδοχος (άρθρα 51,53,70 παρ.1,9 Ν.4387/2016) το ήδη αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ.

με την επωνυμία "Ενιαίος Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης (ΕΦΚΑ)", προσλήφθηκε από το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον στις 23-2-2010 ως δικηγόρος με έμμισθη εντολή στη νομική υπηρεσία του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος καταλαμβάνοντας κενή οργανική θέση δικηγόρου με έμμισθη εντολή. Ότι το εναγόμενο κατά παράβαση της συμβατικής του υποχρέωσης από τη μεταξύ τους σύμβαση έμμισθης εντολής και τις αναφερόμενες στην αγωγή ΚΥΑ δεν του κατέβαλε το σύνολο της αμοιβής του-πάγιας αντιμισθίας, αλλά παρακρατούσε για το χρονικό διάστημα από 23-2-2010 μέχρι 31-10-2014 το συνολικό ποσό των 6.056,54 ευρώ, που αντιστοιχούσε σε ασφαλιστικές του ενάγοντος εισφορές για την ασφάλιση του στον κλάδο ασφάλισης κύριας σύνταξης του εναγομένου, αν και δεν ήταν για τον ενάγοντα δικηγόρο υποχρεωτική η εν λόγω ασφάλιση, αφού αυτός ως δικηγόρος ασφαλιζόταν υποχρεωτικά για τη λήψη κύριας σύνταξης στο Ταμείο Νομικών (ΕΤΑΑ-ΤΑΝ).Ζήτησε δε να υποχρεωθεί το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον να του καταβάλει νομιμότοκα το ποσό των 6.056,54 ευρώ.

Με το περιεχόμενο αυτό η υπό κρίση διαφορά κατά τα ρηθέντα στην προηγούμενη μείζονα σκέψη είναι διαφορά ιδιωτικού δικαίου και υπάγεται στη δικαιοδοσία των τακτικών πολιτικών δικαστηρίων ,διότι η έννομη σχέση που συνδέει τον ενάγοντα δικηγόρο με το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Ενιαίος Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης(ΕΦΚΑ)"χαρακτηρίζεται ως εντολή σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 63παρ.4 σε συνδυασμό με το άρθρο 94 του παλαιού Κώδικα Περί Δικηγόρων-νδ3026/1954 και πλέον ως έμμισθη εντολή σύμφωνα με το άρθρο 42 του νέου Κώδικα Περί Δικηγόρων-ν.4194/2013.Κατά συνέπεια το δικάσαν ως Εφετείο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών ,που δέχθηκε τα ίδια και απέρριψε τον σχετικό λόγο έφεσης του εναγομένου-εκκαλούντος περί ελλείψεως δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων, δεν υπερέβη τη δικαιοδοσία των τακτικών πολιτικών δικαστηρίων, όπως αβάσιμα διατείνεται το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ.

με τον πρώτο από τον αριθμό 3 του άρθρου 560 του Κ.ΠΟΛ.Δ. λόγο ναίρεσης(και όχι από το άρθρο 559 αριθ.4 Κ.ΠΟΛ.Δ. ,όπως από παραδρομή αναφέρεται στην αίτηση αναίρεσης).Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 3 του άρθρου 560 του Κ.ΠΟΛ.Δ. με τον οποίο το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ. υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

2.- Η παρ. 1 του άρθρου 7 του ν.δ. 4114/1960 (Α' 164) "Κώδικας περί Ταμείου Νομικών" όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 13 του ν. 4507/1966 (Α' 71), ορίζει ότι: "Εις το Ταμείον ασφαλίζονται υποχρεωτικώς οι κάτωθι: Α. Άμισθοι. α) οι δικηγόροι, οι κεκτημένοι νομίμως το δικαίωμα προς άσκησιν του λειτουργήματος κατά τις διατάξεις του Κώδικος περί Δικηγόρων, από της εις τα Μητρώα του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου εγγραφής των μέχρι της διαγραφής των εκ τούτων ή μέχρι της κατά το άρθρον 80 του Κώδικος περί Δικηγόρων αυτοδικαίας αποβολής της ιδιότητος του δικηγόρου".

Περαιτέρω, το άρθρο 9 παρ. 1 εδ. α' του αυτού ν.δ. 4114/ 1960 προβλέπει ότι χρόνος ασφάλισης στο Ταμείο τούτο είναι το χρονικό διάστημα κατά το οποίο ο ασφαλισμένος μετέχει νόμιμα της ασφάλισης του Ταμείου. Με την παρ. 3 του άρθρου 13 του v. 4507/ 1966 προστέθηκε στο τέλος του άρθρου 9 του ν.δ. 4114/1960 παράγραφος 4, σύμφωνα με την οποία "Δεν υπολογίζεται εις τον χρόνον ασφαλίσεως δια την απονομήν συντάξεως ή άλλης παροχής, το χρονικόν διάστημα, καθ ` ο ο δικηγόρος δεν ασκεί πράγματι το λειτούργημα ή επεδόθη συγχρόνως εις ενάσκησιν ετέρου επαγγέλματος ασυμβιβάστου προς το λειτούργημα .....

Δικηγόρος παρ ` ω επήλθε περίπτωσις διακοπής ασκήσεως ή ασυμβιβάστου, καίπερ μη υπολογιζομένου του χρόνου τούτου δια την απονομήν συντάξεως ή άλλης παροχής υπόκειται καθ' όλον τον χρόνον της διακοπής της ασκήσεως ή του ασυμβιβάστου εις τας έναντι του Ταμείου υποχρεώσεις του ησφαλισμένου, εφόσον δεν υποβάλη παραίτησιν εκ του λειτουργήματος".

Όπως συνάγεται από τις διατάξεις αυτές, η ιδιότητα του ασφαλισμένου στο Ταμείο Νομικών συνάπτεται προς την τύποις κτήση της ιδιότητας του δικηγόρου και διαρκεί όσο χρόνο αυτός είναι εγγεγραμμένος στα μητρώα του δικηγορικού συλλόγου, στον οποίο ανήκει και όταν ακόμη δεν ασκεί ενεργώς το δικηγορικό λειτούργημα, πλην εάν επέλθει αποβολή της ιδιότητας του δικηγόρου.

Καθ' όλο το χρονικό αυτό διάστημα ο εγγεγραμμένος στο μητρώο του δικηγορικού συλλόγου δικηγόρος υπόκειται στις έναντι του Ταμείου Νομικών υποχρεώσεις του ασφαλισμένου, μεταξύ των οποίων και στην υποχρέωση καταβολής εισφορών και κατά τις περιόδους ακόμη, κατά τις οποίες στο πρόσωπο του ασφαλισμένου δικηγόρου επήλθε διακοπή της άσκησης του λειτουργήματος αυτού ή περίπτωση ασυμβιβάστου, πλην εάν υποβληθεί απ' αυτόν παραίτηση.

Ως διακοπή δε της άσκησης του δικηγορικού λειτουργήματος λογίζεται και η ευθύς μετά την εγγραφή στο μητρώο του οικείου δικηγορικού συλλόγου αποχή του δικηγόρου από την άσκηση του λειτουργήματός του, ανεξαρτήτως των αιτίων που την προκάλεσαν. Το ότι με το άρθρο 13 του ν. 4507/1966 ρητά αποκλείεται να ληφθεί υπόψη προς απονομή σύνταξης ή άλλης παροχής το χρονικό διάστημα, κατά το οποίο ο δικηγόρος δεν ασκεί το λειτούργημα αυτό ή συντρέχει περίπτωση ασυμβιβάστου, δεν δύναται να οδηγήσει στην απαλλαγή του από την υποχρέωση κατάβολής εισφορών για το διάστημα, κατά το οποίο είναι εγγεγραμμένος στα μητρώα του δικηγορικού συλλόγου, διότι το ζήτημα της πραγματικής ή μη άσκησης του δικηγορικού λειτουργήματος και των συνεπειών αυτής ανακύπτει κατά το χρόνο απονομής της σύνταξης ή των λοιπών ασφαλιστικών παροχών (ΣΤΕ 838/1999, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

Εξάλλου, στο άρθρο 2 παρ. 1 περ. α' εδ. α', β, γ' του Α.Ν. 1846/1951 "περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ΙΚΑ)", όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 παρ. 1 του Ν. 4476/65 ορίζονται τα εξής : "1. Εις την ασφάλισιν του παρόντος νόμου υπάγονται υποχρεωτικώς και αυτοδικαίως, υπό τους εν τω άρθρω 7 οριζόμενους όρους και προϋποθέσεις: α) Τα πρόσωπα τα οποία εντός των ορίων της χώρας παρέχουν κατά κύριον επάγγελμα εξηρτημένην εργασίαν έναντι αμοιβής, ως τοιαύτης νοούμενης και της παρεχομένης δια λογαριασμόν Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου, αδιαφόρως της νομικής φύσεως της σχέσεως (δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου).

Η έννοια του κύριου επαγγέλματος δεν αποκλείει την ασφάλισιν προσώπων με μειωμένην απασχόλησιν εφ' όσον δεν έχουν άλλην κύριαν πηγή βιοπορισμού. Επί δυσχερούς διακρίσεως εξαρτημένης ή μη εργασίας ή του κύριου ή μη επαγγέλματος προσώπου τινός, τούτο θεωρείται υπαγόμενον εις την ασφάλισιν". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι στην ασφάλιση του ΙΚΑ υπάγονται τα πρόσωπα που παρέχουν εξηρτημένη εργασία με αμοιβή.

Ο χαρακτήρας της εργασίας ως εξηρτημένης κρίνεται κάθε φορά βάσει συνθηκών κάθε περίπτωσης και ειδικότερα από το αν αυτός που προσφέρει την εργασία του σε άλλον υποβάλλεται από τον εργοδότη ανεξάρτητα από τον τρόπο της αμοιβής του, σε τέτοια επιτήρηση, καθοδήγηση και υπηρεσιακή εξάρτηση, ώστε να θεωρηθεί ότι έχει την πιο πάνω προϋπόθεση του νόμου ή αντίθετα ότι διατηρεί ελευθερία ενέργειας κατά την παροχή της εργασίας οπότε δεν υπάγεται στην ασφάλιση του ΙΚΑ.

Δεδομένου, όμως, ότι με την πιο πανω διάταξη θεσπίζεται, σε περίπτωση δυσχερούς διάκρισης μεταξύ εξαρτημένης ή μη εργασίας, τεκμήριο μαχητό περί παροχής εξηρτημένης εργασίας, απαιτείται, να αποδεικνύεται με τρόπο βέβαιο και σαφή ότι η παρεχόμενη εργασία δεν είναι εξαρτημένη (ΣΤΕ 5563/ 1998). Εξάλλου, με το άρθρο τέταρτο του Ν. 1305/1982 (Α' 146) στο τέλος της παρ. 3 του άρθρου 2 του Α.Ν. 1846/ 1951, όπως είχε συμπληρωθεί, προσθέτονται τα εξής εδάφια: "Επίσης υπάγονται στην ασφάλιση του νόμου αυτού και πρόσωπα που απασχολούνται ή παρέχουν εργασία ή υπηρεσία ή αμοιβή, είτε σε φυσικά πρόσωπα, είτε σε Ν.Π.Δ.Δ.

ή ιδιωτικού, με οποιαδήποτε άλλη σχέση, εφόσον για την απασχόληση, εργασία τους ή υπηρεσία τους αυτή, δεν υπάγονται από τη διάταξη νόμου στην ασφάλιση άλλου ταμείου κύριας ασφάλισης (ΣΤΕ 401/1990 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Τέλος, κατά τις διατάξεις του άρθρου 63 παρ. 3, 4 και 5 Ν. 3026/1954 "περί του Κώδικος των Δικηγόρων" είναι ασυμβίβαστη προς το δικηγορικό λειτούργημα πάσα έμμισθη υπηρεσία σε φυσικό ή νομικό πρόσωπο.

Κατ εξαίρεση επιτρέπεται στο δικηγόρο: α) η επί παγία, ετήσια ή μηνιαία, αντιμισθία παροχή καθαρώς νομικών εργασιών, είτε ως δικαστικού ή νομικού συμβούλου είτε ως δικηγόρου, β) απαγορεύεται η συμφωνία περί παροχής νομικών υπηρεσιών με πάγια περιοδική αμοιβή υπό προθεσμίαν. Τοιαύτη υπό προθεσμία σύμβαση και προ του κώδικος γενομένη θεωρείται ως αορίστου χρόνου...".

Από τις παραπάνω διατάξεις σε συνδυασμό προκύπτουν τα εξής : 1) η παροχή νομικών υπηρεσιών από δικηγόρο με περιοδική αμοιβή είναι επιτρεπτή και έγκυρη μόνο με τη μορφή της σύμβασης έμμισθης εντολής αορίστου χρόνου, ενώ δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, ούτε επιφέρει απώλεια της δικηγορικής ιδιότητας.

Γι` αυτές τις εργασίες που επιτρέπονται από τον κώδικα περί Δικηγόρων, δεν μπορούν να θεωρηθούν ως ιδιωτικοί υπάλληλοι, γιατί η σύμβαση που καταρτίζουν χαρακτηρίζεται από το νόμο και είναι αυτή της έμμισθης εντολής. και 2) η σύμβαση έργου ως και η συμφωνία παροχής νομικών υπηρεσιών με πάγια αντιμισθία για ορισμένο χρόνο αποτελούν απαγορευμένες μορφές συμβατικής απασχόλησης του δικηγόρου, τυχόν δε συναπτόμενες θεωρούνται εξ υπαρχής, από την κατάρτισή τους, ως συμβάσεις με το παραπάνω αναγκαστικό περιεχόμενο, δηλ.

ως συμβάσεις έμμισθης εντολής παροχής νομικών υπηρεσιών με πάγια αντιμισθία για αόριστο χρόνο. Με βάσει τα παραπάνω οι διατάξεις των άρθρων 2 παρ.2 και 5 παρ.1 του Α.Ν.1846/1951 δεν έχουν εφαρμογή στους δικηγόρους που παρέχουν την εργασία τους με σχέση έμμισθης εντολής, είτε ως δικαστικοί ή νομικοί σύμβουλοι, είτε ως δικηγόροι, αφού για την εφαρμογή των διατάξεων αυτών απαιτείται σχέση εξαρτημένης εργασίας.

Αντίθετα στην ασφάλιση του Ι.Κ.Α. υπάγονται: α) οι δικηγόροι των οποίων η σχέση ορίζεται ρητά, από διάταξη νόμου, ότι είναι αυτή της εξαρτημένης εργασίας και β)οι δικηγόροι οι οποίοι παρέχουν παράλληλα και άλλη, δεύτερη, μη συναφή με τη δικηγορική τους ιδιότητα εργασία, που πληροί τις προϋποθέσεις ασφάλισης στο Ι.Κ.Α.

και ταυτόχρονα δεν υπάγεται στην ασφάλιση άλλου Ειδικού Ταμείου. Τα πρόσωπα της πρώτης περίπτωσης ασφαλίζονται στο Ι.Κ.Α. για όσους κλάδους δεν καλύπτει το Ταμείο Νομικών (δηλ. για τον κλάδο παροχών ασθενείας σε χρήμα και τους Οργανισμούς Ο.Α.Ε.Δ., Ο.Ε.Κ. και Ο.Ε.Ε.), διότι κατά τεκμήριο γίνεται δεκτό ότι η εργασία που παρέχουν ως εξαρτημένη στη θέση που διορίσθηκαν με διάταξη νόμου, είναι συναφής με το δικηγορικό τους επάγγελμα.

Αν όμως είναι μη συναφής, τότε υπάγονται, όπως τα πρόσωπα της δεύτερης περίπτωσης, στην ασφάλιση του Ι.Κ.Α. για το σύνολο των κλάδων αυτού (δηλ για τους κλάδους κύριας και επικουρικής σύνταξης, παροχών ασθένειας σε είδος και σε χρήμα καθώς και για τους συνεισπραττόμενους κλάδους των Ο.Α.Ε.Δ.,Ο.Ε.Κ και Ο.Ε.Ε), με μόνο δικαίωμα επιλογής του κλάδου ασθένειας σε είδος (άρθρο 14 παρ.1 του Ν.Δ. 4277/62) αν είναι παλαιοί ασφαλισμένοι (πριν την 1-1-1993), ενώ αν είναι νέοι ασφαλισμένοι (μετά την 1-1-1993) έχουν δικαίωμα επιλογής ενός μόνο φορέα κύριας ασφάλισης, υποχρεούνται όμως ασφάλισης στους ελλείποντες από τον φορέα επιλογής κλάδους σύμφωνα με το άρθρο 39 του Ν.2084/92 (Επιθεώρηση Ασφαλιστικού και Εργατικού Δικαίου.

Τομ.37,σελ'1303 επομ.). Εξάλλου, η πρόσληψη δικηγόρων με πάγια αντιμισθία από νομικά πρόσωπα του δημόσιου τομέα, όπως αυτός προσδιορίζεται στα άρθρα 9 ν. 1232/1982, 9 παρ. 6 ν. 1256/1982, 51 παρ. 1 ν. 1892/1990, γίνεται με επιλογή ύστερα από προκήρυξη, κατά τη διαδικασία του άρθρου 11 ν. 1649/1986, όπως κάθε φορά ισχύει, οι δε προσλήψεις που γίνονται χωρίς τη διατύπωση αυτή είναι άκυρες.

οι συμβαλλόμενοι δε με σύμβαση έμμισθης εντολής δικηγόροι σε ΝΠΔΔ, υπάγονται υποχρεωτικά στην ασφάλιση του Ταμείου Νομικών και όχι στην ασφάλιση σε άλλον οργανισμό κύριας ασφάλισης.

Συνεπώς δεν έχουν εφαρμογή στην περίπτωσή τους οι διατάξεις των άρθρων 2 παρ.2 και 5 παρ.1 του αν 1846/51 και εξαιρούνται από την υπαγωγή τους στην ασφάλιση του Ι.Κ.Α.(Επιθεώρηση Ασφαλιστικού, τομ.25, σελ.65,66). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 νδ 4277/1962 "οι μόνιμοι ιατροί του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων, και τα μέλη οικογενείας των, δικαιούνται συντάξεως εξ αυτού κατά τας διατάξεις των άρθρων 1, 2, 5, 8 και 11 παρ. 1 του Ν. 3163/1955 "περί συνταξιοδοτήσεως του προσωπικού του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων" και των εις άς αύται παραπέμπουν διατάξεις του Α.Ν. 1854/ 1951 "περί απονομής των πολιτικών και στρατιωτικών συντάξεων ως τροποποιηθείσαι και συμπληρωθείσαι ισχύον, αναλόγως εφαρμοζομένων πλήν αν άλλως ορίζεται εν τοις επομένοις", κατά δε τη διάταξη του άρθρου 10 του ιδίου νόμου "Αι διατάξεις του παρόντος Ν.Δ/τος εφαρμόζονται αναλόγως και επί των παρα τω ΙΚΑ υπηρετούντων εμμίσθων δικηγόρων και μηχανικών".

Απ' το γράμμα της διάταξης προκύπτει ότι καθιερώνεται δικαίωμα ("δικαιούνται"), και όχι υποχρέωση, υπηρετούντων στο εναγόμενο έμμισθων δικηγόρων (ιατρών και μηχανικών) να λάβουν σύνταξη απ' αυτό, ήτοι δικαίωμά τους να ασφαλιστούν σ' αυτό, πλέον της υποχρεωτικής ασφάλισής τους στο Ταμείο Νομικών κατά τα ανωτέρω αναφερόμενα.

Το ότι η άνω διάταξη καθιερώνει δικαίωμα των δικηγόρων κι όχι υποχρέωση υπαγωγής τους στην ασφάλιση του εναγομένου δεν αναιρείται απ' το άρθρο 1 του ν. 3163/ 1955, κατά το οποίο : "οι τακτικοί υπάλληλοι του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων και τα μέλη της οικογενείας των δικαιούνται συντάξεως εξ αυτού, εφαρμοζομένων αναλόγως των εκάστοτε ισχυουσών διατάξεων περί απονομής συντάξεως εις τους δημοσίους πολιτικούς υπαλλήλους, πλην καθόσον άλλως ορίζεται υπό του παρόντος νόμου", σε συνδυασμό με τα άρθρα 11 παρ. 1, 2 και 3 του ν.δ. 4277/1962, όπως οι παρ. 2 και 3 αυτού τροποποιήθηκαν με το άρθρο 4 παρ. 1 και 2 του ν.δ. 4579/1966, που ορίζουν ότι : "1.

Αι διατάξεις του ν. 3163/1955 "περί συνταξιοδοτήσεως του Προσωπικού του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων" έχουσιν εφαρμογήν και επί του τακτικού προσωπικού των Οργανισμών Κοινωνικής Πολιτικής αρμοδιότητος του Υπουργείου Εργασίας, ως και του αυτού προσωπικού των Ν.Π.Δ.Δ., αρμοδιότητος του Υπουργείου Κοινωνικής Προνοίας του ησφαλισμένου παρά τω κλάδω συντάξεων του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων, πλην καθ όσον άλλως ορίζεται δια του παρόντος. 2.

οι Οργανισμοί Κοινωνικής Πολιτικής αρμοδιότητος του Υπουργείου Εργασίας και τα Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου αρμοδιότητος του Υπουργείου Κοινωνικής Προνοίας υποχρεούνται εις την καταβολήν προς το Ι.Κ.Α. εισφοράς ίσης προς το 10% επί των τακτικών μηνιαίων αποδοχών του περί ου η παρ. 1 του παρόντος άρθρου τακτικού προσωπικού. 3.

Δια την κατ' εφαρμογήν του παρόντος συνταξιοδότησιν του τακτικού προσωπικού των Ο.Κ.Π., αρμοδιότητος του Υπουργείου Εργασίας και των τακτικών υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ., αρμοδιότητος του Υπουργείου Κοινωνικής Προνοίας, επιβάλλεται εισφορά τούτου υπέρ του Ι.Κ.Α. ίση προς 5% επί των τακτικών αποδοχών αυτού", ούτε απ' αυτή του άρθρου 9 παρ. 1 του ν.δ. 4579/1966, που ορίζει ότι : "οι διατάξεις του άρθρου 11 του ν.δ. 4277/1962, όπως κάθε φορά ισχύουν, έχουν εφαρμογή και επί του παρά τω Κλάδω Συντάξεων του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων ησφαλισμένου τακτικού προσωπικού των κάτωθι Ν.Π.Δ.Δ. :

α) β) Ελληνικού Οργανισμού Τουρισμού, γ) Απ' τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι στο αναφερόμενο σ ` αυτές τακτικό προσωπικό των Οργανισμών Κοινωνικής Πολιτικής και των απαριθμουμένων Ν.Π.Δ.Δ., περιλαμβάνονται και οι δικηγόροι με έμμισθη εντολή του ΙΚΑ, που κατέχουν οργανική θέση και παρέχουν τις νομικές υπηρεσίες τους, έστω και κατά πλήρη απασχόληση, εφόσον η σχέση τους έχει το χαρακτήρα έμμισθης εντολής, χωρίς να μπορεί, λόγω των διατάξεων του Κώδικα περί Δικηγόρων (ν.δ. 3026/ 1954), να προσλάβει τη μορφή σχέσης εργασίας δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, οι οποίοι δικαιούνται σύνταξης από το Ι.Κ.Α., με ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων που εκάστοτε ισχύουν για την απονομή συντάξεως στους δημοσίους πολιτικούς υπαλλήλους, αφού γι' αυτούς υπάρχει ειδική συνταξιοδοτική ρύθμιση για την υπαγωγή τους στο συνταξιοδοτικό καθεστώς των τακτικών υπαλλήλων του Ι.Κ.Α., και δη η διάταξη του άρθρου 10 παρ. 1 του ίδιου ν.δ/τος 4277/1962 (ΟλΕλΣυν 1849/1999, 757/1995).

Από καμία διάταξη, όμως, δεν συνάγεται υποχρέωση των εν λόγω δικηγόρων να υπαχθούν στην ασφάλιση του εναγομένου. Αντίθετα, το σύνολο των ανωτέρω διατάξεων προσδιορίζει το δικαίωμα των δικηγόρων που είναι ασφαλισμένοι πριν την 1-1-1993 στο Ταμείο Νομικών να ασφαλιστούν και στο εναγόμενο και να λάβουν σύνταξη, εφόσον το επιθυμούν (Ολ.ΕΣ 7410/2015,ΕΣ33/2017,ΕΣ896/2006,ΕΣ 1496/2005).

Στο ίδιο συμπέρασμα οδηγεί και η διάταξη του άρθρου 12 παρ. 1 του ν. 1090/1980, σύμφωνα με την οποία "από της πρώτης του μεθεπομένου της δημοσιεύσεως του παρόντος μηνός, δικηγόροι, νομικοί ή δικαστικοί σύμβουλοι, παρέχοντες τας καθαρώς νομικάς υπηρεσίας των εις νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου με παγίαν περιοδικήν μηνιαίαν αμοιβήν και εφόσον υπό την ιδιότητά των ταύτην δεν ασφαλίζονται εις έτερον πλην του Ταμείου Νομικών φορέα κυρίας ασφαλίσεως, υπάγονται εις την ασφάλισιν του Κλάδου Συντάξεων του Ι.Κ.Α., παραλλήλως προς την παρά τω Ταμείω Νομικών ασφάλισίν των, κατά τα εκάστοτε ισχύοντα δια το ασφαλιζόμενον εις το Ι.Κ.Α.

τακτικόν διοικητικόν προσωπικόν των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου εις τα οποία υπηρετούν". Με την εν λόγω διάταξη, η οποία πρέπει να σημειωθεί ότι κρίθηκε αντισυνταγματική για παραβίαση του άρθρου 73 παρ.2 εδ.β του Συνταγματος, επειδή δεν είχε εναρμονισθεί μαυτό κατά το συνταξιοδοτικό της περιεχόμενο (ΟλΕΣ312/1985, ΟλΕΣ 920/1988) ο νομοθέτης αποσκοπούσε στην ασφαλιστική κάλυψη των δικηγόρων που παρέχουν τις νομικές υπηρεσίες τους σε Ν.Π.Δ.Δ.

με πάγια περιοδική μηνιαία αμοιβή, όταν δεν είναι δυνατό να υπαχθούν στις ρυθμίσεις που ισχύουν για το λοιπό προσωπικό (ΟλομΕΣ 1849/ 1999, 920/1988, 310/1985 κ.ά.). Εξάλλου, και με το άρθρο 9 του ν. 3075/2002 (το οποίο αποτελεί επανάληψη του άρθρου 12 ν.1090/1980) κατά το οποίο "Δικηγόροι, νομικοί ή δικαστικοί σύμβουλοι, που παρέχουν ή παρείχαν τις νομικές υπηρεσίες τους στο Δημόσιο, σε νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, σε δημόσιες επιχειρήσεις που στο παρελθόν ήταν δημόσιες υπηρεσίες ή νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, σε δημόσιες επιχειρήσεις με οποιαδήποτε μορφή που ανήκαν ή ανήκουν στο δημόσιο τομέα της παραγράφου 1 του άρθρου 9 του Ν. 1232/ 1982, όπως ισχύει κάθε φορά, καθώς και σε νομικά πρόσωπα που εξομοιούνται κατά νόμο προς το Δημόσιο με πάγια μηνιαία ή περιοδική αμοιβή και εφόσον με την ιδιότητά τους αυτή δεν έχουν ασφαλιστεί σε άλλο πλην του Ταμείου Νομικών φορέα κύριας ασφάλισης, δύνανται, με υπεύθυνη δήλωσή τους που υποβάλλεται στην υπηρεσία τους σε προθεσμία έξι (6) μηνών από τη δημοσίευση του νόμου, παράλληλα με την ασφάλισή τους στο Ταμείο Νομικών, να υπαχθούν στο ασφαλιστικό συνταξιοδοτικό καθεστώς στο οποίο υπάγεται το τακτικό διοικητικό προσωπικό της υπηρεσίας στην οποία υπηρετούν", καθιερώνεται δυνατότητα ("δύνανται"), και όχι υποχρέωση, υπαγωγής των δικηγόρων που παρέχουν τις υπηρεσίες τους στα άνω πρόσωπα, παράλληλα με την ασφάλισή τους στο Ταμείο Νομικών, να υπαχθούν και στο ασφαλιστικό συνταξιοδοτικό καθεστώς, στο οποίο υπάγεται το τακτικό διοικητικό προσωπικό της υπηρεσίας όπου υπηρετούν.

Τέλος, επιχείρημα περί του αντιθέτου δεν μπορεί να συναχθεί απ' τη διάταξη του άρθρου 45 παρ. 2 του νέου "Κώδικα περί Δικηγόρων" (ν. 4194/2013), κατά την οποία "Δικηγόροι που προσφέρουν τις νομικές ή δικηγορικές υπηρεσίες τους με πάγια περιοδική αμοιβή σε υπηρεσίες, οργανισμούς, επιχειρήσεις και κάθε είδους νομικά πρόσωπα και υπάγονται ή θα υπαχθούν για τις υπηρεσίες τους αυτές στην ασφάλιση του ασφαλιστικού οργανισμού που καλύπτει το προσωπικό του εντολέα τους είτε βάσει του Κανονισμού ή Οργανισμού του ασφαλιστικού φορέα είτε από τις κείμενες διατάξεις, αποχωρούν υποχρεωτικά και η σύμβασή τους λύεται αυτοδικαίως, αφότου θεμελιώσουν από τις παραπάνω υπηρεσίες τους δικαίωμα για πλήρη σύνταξη κατά τη νομοθεσία που διέπει τον Οργανισμό αυτό", η οποία προϋποθέτει την υπαγωγή του έμμισθου δικηγόρου στην ασφάλιση του ασφαλιστικού φορέα, στον οποίο υπάγεται και το λοιπό προσωπικό του εντολέα του και ουδόλως καθιερώνει σχετική υποχρέωση.

Απ' όλα τα ανωτέρω συνάγεται ότι οι δικηγόροι, που απασχολούνται στο εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον με σχέση έμμισθη εντολής και όχι εξαρτημένης εργασίας, ασφαλισμένοι συνταξιοδοτικά υποχρεωτικά πριν την 1-1-1993 στο Ταμείο Νομικών , δικαιούνται και δεν υποχρεούνται σε υπαγωγή τους και στο συνταξιοδοτικό καθεστώς αυτού, παράλληλα με την ασφάλιση τους στο Ταμείο Νομικών.

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αρ.1 εδ α' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, 1185/2015).

Με το λόγο αυτό (παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσία (ΟλΑΠ 27 και 28/1998).

3.- Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, το οποίο δίκασε ως Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος δικηγόρος ,ασφαλισμένος υποχρεωτικά στο Ταμείο Νομικών πριν την 1-1-1993,ο οποίος προσλήφθηκε και ανέλαβε υπηρεσία στις 23-2-2010 ως δικηγόρος με έμμισθη εντολή στη νομική υπηρεσία του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος, κατόπιν προκηρυχθέντος διαγωνισμού δυνάμει του άρθρου 11 ν. 1649/1986, και σε εκτέλεση της υπ' αρ.

Ροο/ 47/17-2-2010 απόφασης του Διοικητή του τελευταίου, καταλαμβάνοντας κενή οργανική θέση δικηγόρου με έμμισθη εντολή, δικαιούται και δεν υποχρεούται σε συνταξιοδοτική του ασφάλιση και στο ΙΚΑ-ΕΤΑΜ παράλληλα με την υποχρεωτική του ασφάλιση στο Ταμείο Νομικών ήδη ΕΤΑΑ-ΤΑΝ και συνεπώς το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον κατά παράβαση της συμβατικής του υποχρέωσης από τη μεταξύ τους σύμβαση έμμισθης εντολής του παρακράτησε το ποσό των 6.056,54 ευρώ, για ασφαλιστικές συνταξιοδοτικές εισφορές κύριας σύνταξης του χρονικού διαστήματος από 23-2-2010 έως και 31-10-2014.Μετά τις παραδοχές αυτές απέρριψε ως αβάσιμη την έφεση του εναγομένου ΙΚΑ-ΕΤΑΜ στη θέση του οποίου ήδη υπεισήλθε ως οιονεί καθολικός διάδοχος το ήδη αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ.

με την επωνυμία "Ενιαίος Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης (ΕΦΚΑ)", επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση ,η οποία είχε κρίνει ομοίως και είχε δεχθεί την κύρια βάση της αγωγής που στηριζόταν στις διατάξεις των άρθρων 94Ατου παλαιού Κώδικα περί Δικηγόρων (νδ 3026/1954) και μετά τις 27-9-2013 του άρθρου 44 παρ.2 του νέου Κώδικα των Δικηγόρων (ν.4194/2013,1 παρ.1 και 10 παρ.1 νδ 4277/1962,επιδικάζοντας στον ενάγοντα το ποσό των 6.056,54 ευρώ ως μέρος της πάγιας αντιμισθίας από τη μεταξύ τους σύμβαση έμμισθης εντολής.

Με την κρίση του αυτή το δικάσαν ως Εφετείο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 94Ατου παλαιού Κώδικα περί Δικηγόρων (νδ 3026/1954) και μετά τις 27-9-2013 του άρθρου 44 παρ.2 του νέου Κώδικα των Δικηγόρων (ν.4194/2013,1 παρ.1 και 10 παρ.1 νδ 4277/1962,ενώ η αναφορά της προσβαλλόμενης απόφασης στις διατάξεις του άρθρου 12 του ν.1090/1980 και του άρθρου 9 παρ.1 του ν.3075/2002 αποτελεί επιχείρημα εκ του νόμου για την ενίσχυση της κρίσης της ότι ο ενάγων δικαιούται και δεν υποχρεούται σε συνταξιοδοτική ασφάλιση και στο ΙΚΑ-ΕΤΑΜ ήδη ΕΦΚΑ, παράλληλα με την συνταξιοδοτική ασφάλισή του στο Ταμείο Νομικών ήδη ΕΤΑΑ-ΤΑΝ.

Επίσης ορθά δεν εφήρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 του ν.3163/1955 και 39,43και 44 του ν.2084/1992,διότι η πρώτη (ν.3163/1955) αφορά τους υπαλλήλους και όχι τους δικηγόρους με έμμισθη εντολή του ΙΚΑ και οι λοιπές (του ν.2084/1992) τους μετά την 1-1-1993 ασφαλισθέντες, ενώ ο ενάγων έχει ασφαλιστεί στο Ταμείο Νομικών πριν την 1-1-1993.Τέλος η επίκληση από το αναιρεσείον της διάταξης του άρθρου 5 παρ.4 ν.2320/1995 είναι απορριπτέα ως αλυσιτελής, διότι δεν εφαρμόσθηκε από την προσβαλλόμενη απόφαση.

Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο το αναιρεσείον ισχυρίζεται ότι νόμιμα παρακράτησε από τον ενάγοντα τις επίδικες ασφαλιστικές εισφορές, διότι ο αναιρεσίβλητος δικηγόρος, ασφαλισμένος στο Ταμείο Νομικών πριν την 1-1-1993,ο οποίος συνδέεται από το Φεβρουάριο του 2010 με αυτό (ΙΚΑ ΕΤΑΜ ήδη ΕΦΚΑ) με σχέση έμμισθης εντολής υποχρεούται και σε συνταξιοδοτική ασφάλιση στο ΙΚΑ-ΕΤΑΜ ήδη ΕΦΚΑ παράλληλα με την υποχρεωτική συνταξιοδοτική του ασφάλιση στο Ταμείο Νομικών και αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 560 αριθ.1 εδ.α ΚΠΟΛΔ, είναι αβάσιμος.

Μετά απ`αυτά εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα πρέπει η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί. .Τέλος πρέπει να καταδικαστεί το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ με την επωνυμία "Ενιαίος Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης (ΕΦΚΑ)", στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά του (άρθρ. 176,183,189 παρ. 1,191 παρ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένων, όμως, κατά τα άρθρα 62 παρ. 3 περ. Ο ν. 4387/2016 (όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρ. 31 ν. 4445/2016) και 22 παρ. 1 ν. 3693/1957 (που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αριθμ. 18 ΕισΝΚΠολΔ), σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 5 παρ. 12 ν. 1738/1987 και αριθμ. 2 της 134423 οικ/8-12-1992 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ 11/Β/20-1-1993), όπως ορίζεται στο διατακτικό (ΑΠ343/2018).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 28-3-2018 και με αριθ.κατάθ.31962/61/2018 αίτηση αναίρεσης της υπ`αριθ.1715/2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Καταδικάζει το αναιρεσείον στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Μαΐου 2019.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Ιανουαρίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ