Legislator Case Law & Legislation
16/2017 AI generated

16/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 16/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Νικήτα Χριστόπουλο, Πέτρο Σαλίχο και Ιωάννη Φιοράκη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

16/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η υπόθεση συζητήθηκε κατά τη δικάσιμο της 4ης Μαρτίου 2015 με αριθμό πινακίου ….

Keywords

AI generated
changed financial circumstances costs of late payment payment of cost deposit financial hardship tax enforcement capacity to incur bill liability
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 16 / 2017 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 16/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Νικήτα Χριστόπουλο, Πέτρο Σαλίχο και Ιωάννη Φιοράκη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων - καθών η κλήση: 1)Λ. Π. του Γ., και 2)Γ. Π. του Λ., κατοίκων .... Ο 1ος απεβίωσε και κληρονομήθηκε από την Μ. Π. χήρα Λ., το γένος Θ. Τ., η οποία συνεχίζει τη βιαίως διακοπείσα δίκη, όπως προκύπτει από το 120/2014 πρακτικό του δικαστηρίου τούτου. Ο 2ος και η Μ. Π. εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ηλέκτρα Χατζηπαναγιώτου, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσίβλητης: Α. συζ. Η. Α., το γένος Γ. Π., η οποία δεν παραστάθηκε, διότι έχει αποβιώσει όπως αναφέρεται στην από 19/5/2014 κλήση και κληρονομήθηκε από τους καλούντες: α)Η. Α. του Ι., κάτοικο ..., β)Ε. Α. του Η., κάτοικο ..., γ)Γ. Α. του Η., κάτοικο ..., και δ)Ε. - Ι. Α. του Η., κάτοικο ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Άγγελο Βρεττό και συνεχίζουν τη δίκη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15/11/2006 αγωγή της αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθήνας.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2390/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 187/2010 του Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 6/8/2010 αίτησή τους.

Κατόπιν της βίαιης διακοπής της δίκης την υπόθεση επανέφεραν οι καλούντες με την από 19/5/2014 κλήση τους.

Η υπόθεση συζητήθηκε κατά τη δικάσιμο της 4ης Μαρτίου 2015 με αριθμό πινακίου ….

Διαπιστωθείσης, λόγω της παραίτησης από την υπηρεσία του προεδρεύοντος Αρεοπαγίτη Νικολάου Μπιχάκη, αδυναμίας έκδοσης απόφασης επί της ως άνω αιτήσεως αναιρέσεως, μετά τη συζήτηση αυτής, ορίστηκε με την υπ’ αριθμόν 255/2015 πράξη του Προέδρου του Γ’ Πολιτικού Τμήματος, ως νέα δικάσιμος η 20-4-2016 για την επανασυζήτηση της υπόθεσης, η οποία αναβλήθηκε, λόγω αποχής των δικηγόρων, για τη σημερινή δικάσιμο. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευγενία Προγάκη, ανέγνωσε την από 3/9/2013 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την υπηρεσία, Αρεοπαγίτη Ερωτόκριτου Καλούδη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος των καλούντων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη τους.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 307 ΚΠολΔ, νόμιμα επαναλαμβάνεται η συζήτηση της κρινόμενης αναιρέσεως, με την υπ’ αριθμ.255/2015 πράξη του Προέδρου του παρόντος Τμήματος του Αρείου Πάγου καθόσον μετά τη συζήτηση αυτής στις 4.3.2015, λόγω παραιτήσεως του Προεδρεύοντος Αρεοπαγίτη Νικόλαου Μπιχάκη, κατέστη αδύνατη η έκδοση αποφάσεως.

Επειδή κατά την αληθή έννοια της διατάξεως του άρθρου 281 ΑΚ, το δικαίωμα ασκείται καταχρηστικά και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε της ασκήσεώς του ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το διάστημα που μεσολάβησε χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις, του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή καταστάσεως που δημιουργήθηκε, υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο.

Απαιτείται δηλαδή για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση με εκείνη του υπόχρεου και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υποχρέου και η υπ’ αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, που συνεπάγεται επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σχέση με την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου, αφού, κατά τους κανόνες της καλής πίστης, δεν συγχωρείται να γίνει προς απόκρουση του δικαιώματος, επίκληση πράξεων άσχετων με τη συμπεριφορά αυτή.

Για την εφαρμογή της διατάξεως δεν αρκεί μόνη η επί μακρό χρόνο αδράνεια του δικαιούχου να ασκήσει το δικαίωμά του, ούτε η καλόπιστη πεποίθηση του υποχρέου ότι δεν υπάρχει δικαίωμα κατ’ αυτού ή ότι δεν πρόκειται τούτο να ασκηθεί, ούτε κατ’ ανάγκην από την άσκησή του να δημιουργούνται απλώς δυσμενείς ή και αφόρητες επιπτώσεις για τον υπόχρεο, αλλά απαιτείται κατά περίπτωση, συνδυασμός των ανωτέρω (Ολ.ΑΠ 5/2011).

Εξάλλου ως "πράγμα" κατά την έννοια της διάταξης του αριθμού 8 εδ.β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η μη λήψη υπόψη του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας, ιδρύει τον οικείο αναιρετικό λόγο, αποτελεί ο ασκών ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης αυτοτελής πραγματικός ισχυρισμός, που τείνει στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, καθώς και τα προς θεμελίωση αυτών πραγματικά περιστατικά.

Επί καταχρήσεως δικαιώματος στοιχειοθετείται ο από την παραπάνω διάταξη αναιρετικός λόγος αν δεν λήφθηκαν υπόψη περιστατικά, καθένα από τα οποία αποτελεί "πράγμα" υπό την προεκτεθείσα έννοια προς θεμελίωση της ένστασης, τα οποία είχε επικαλεσθεί ο ενιστάμενος, εκτός εάν και με τη λήψη υπόψη των περιστατικών αυτών δεν θα υφίσταντο και πάλι οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή της ΑΚ 281.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως (αρθρ.561 παρ.1 ΚΠολΔ) το Εφετείο ως προς την επαναφερθείσα σ’ αυτό με τους τρείς πρώτους λόγους της εφέσεώς της ένσταση της αναιρεσείουσας περί καταχρηστικής ασκήσεως του καταταχθέντος σε δίκη δικαιώματος της αρχικά αναιρεσίβλητης, περί προσβολής της νόμιμης μοίρας της, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Από την επισκόπηση των εγγράφων που είχαν υποβάλει οι εναγόμενοι (μεταξύ των οποίων και η ήδη αναιρεσείουσα) προκύπτει, ότι για τη θεμελίωσή της ενστάσεώς τους (από την ΑΚ 281) οι τελευταίοι είχαν ισχυρισθεί ότι η ενάγουσα (εκκαλούσα και ήδη αρχική αναιρεσίβλητη), μολονότι από το έτος 1998 γνώριζε την ύπαρξη της προσβαλλομένης διαθήκης και το περιεχόμενό της, αλλά και τις μισθώσεις τμημάτων των κληρονομιαίων ακινήτων, στις οποίες προέβησαν εκείνοι, εν τούτοις, για μία συνεχή οκταετία ουδέποτε διαμαρτυρήθηκε για τον αποκλεισμό της, ούτε εναντιώθηκε για τη σύναψη εκ μέρους τους των προαναφερομένων μισθωτηρίων συμβάσεων, την ύπαρξη των οποίων γνώριζε, αλλά και για τη μεταβίβαση ολόκληρου του επιφανείας 438,41 τμ κληρονομιαίου ακινήτου, που πραγματοποίησε το έτος 2005 ο δεύτερος τούτων προς τον τρίτο εξ αυτών, αλλά αντίθετα αδιαφόρησε, με συνέπεια με τη συμπεριφορά της αυτή, να τους δημιουργήσει την εντύπωση ότι δεν θα ασκήσει ποτέ το από τη νόμιμη μοίρα δικαίωμά της, έτσι ώστε η, με την ένδικη αγωγή άσκησή του να παρίσταται καταχρηστική".

Το Εφετείο δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμους τους προαναφερθέντες λόγους της εφέσεως, εξαφάνισε την προσβαλλομένη απόφαση, κατά το οικείο της επί της εν λόγω ενστάσεως κεφάλαιο, που είχε δεχθεί στην ουσία την ένσταση, δίκασε επ’ αυτής εκ νέου και την απέρριψε ως νομικά αβάσιμη με την αιτιολογία ότι "τα επικαλούμενα, ως άνω περιστατικά, ακόμη και αν θεωρηθούν αληθινά, δεν μπορούν, σύμφωνα με την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και τον κοινωνικοοικονομικό σκοπό του δικαιώματος, να θεμελιώσουν την επικαλούμενη κατάχρηση, κατά την έννοια που προεκτέθηκε, ούτε, εξάλλου οι (εφεσίβλητοι) εναγόμενοι (δηλαδή και η ήδη αναιρεσείουσα) ισχυρίζονται ότι η αποδοχή της αγωγής θα επιφέρει ανατροπή της κατάστασης που δημιουργήθηκε στο ενδιάμεσο διάστημα και θα έχει δυσμενείς συνέπειες στα συμφέροντά τους".

Η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης και υπό την επίκληση της παραπάνω διατάξεως του αριθμού 8 περ.β του άρθρου 559 ΚΠολΔ αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι το Εφετείο παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη θεμελιωτικά της άνω από την ΑΚ 281 ένστασής τους πραγματικά περιστατικά, που πρόβαλαν με τις προτάσεις της συζήτησης, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, ως υπεράσπιση κατά της έφεσης της αρχικά αναιρεσίβλητης, στη θέση της οποίας έχουν υπεισέλθει οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της (άρθρ.527 παρ.1 ΚΠολΔ) και ειδικότερα:

Ότι 1)Η ενάγουσα (αρχικά αναιρεσίβλητη) προέβη σε αποδοχή της κληρονομίας της μητέρας τους, κατά το ποσοστό της νόμιμης μοίρας της, μόλις δεκαπέντε ημέρες πριν την άσκηση της κρινόμενης αγωγής και μόνο επί τω τέλει άσκησης αυτής....2)Είχε αναλάβει να εισπράττει για λογαριασμό του πρώτου από αυτούς (αρχικά πρώτου αναιρεσείοντος) τα μισθώματα από την εκμίσθωση των κληρονομιαίων ακινήτων, που νομίμως (αυτός) νεμόταν βάσει της διαθήκης της μητέρας τους και της πράξης αποδοχής κληρονομιάς και μάλιστα συμπλήρωνε η ίδια και για λογαριασμό του τις σχετικές αποδείξεις είσπραξης αυτών....3.Η ίδια η αναιρεσίβλητη....δεν επιθυμούσε να καταστεί κληρονόμος της μητέρας τους, γιατί κατά το χρόνο θανάτου της είχε πολλά χρέη στο Ελληνικό Δημόσιο και εξ αυτού του λόγου δεν επιθυμούσε να έχει στο όνομά της ακίνητη περιουσία....4)Κατά τη διάρκεια των οκτώ και πλέον ετών που παρήλθαν από το θάνατο της κληρονομουμένης έχουν δαπανήσει τεράστια ποσά στο Δημόσιο προς πληρωμή φόρου κληρονομιάς, δημοτικών τελών και φόρων επί των εισπραχθέντων μισθωμάτων, όπως αναλυτικά, νόμιμα και εμπρόθεσμα πρόβαλαν με την ένσταση συμψηφισμού τόσο πρωτοδίκως όσο και ενώπιον του Εφετείου...Η καταβολή από αυτούς των ποσών αυτών...παγίωσε μια οικονομική κατάσταση, η ανατροπή της οποίας με την εν μέρει αποδοχή της αγωγής, επιφέρει ανεπανόρθωτη οικονομική βλάβη στα συμφέροντά τους, αφού η καταβολή έχει ήδη λάβει χώρα.

Όλα δε τα παραπάνω γνώριζε η αναιρεσίβλητη....5. Από όλη τη συμπεριφορά και τις πράξεις της αναιρεσίβλητης....συνάγεται σιωπηρώς η βούλησή της να παραιτηθεί από το δικαίωμά της να προσβάλει τη διαθήκη, επειδή δεν της κατέλιπε τη νόμιμη μοίρα της...". Από την παραδεκτή επισκόπηση του περιεχομένου των επίμαχων από 7.1.2009 προτάσεων, των αναιρεσειόντων (αρχικού δεύτερου και του τρίτου) στο Εφετείο προκύπτει ότι αυτοί (αναιρεσείοντες) τον πραγματικό ισχυρισμό τους ότι "....έχουν δαπανήσει τεράστια ποσά στο Δημόσιο προς πληρωμή φόρου κληρονομίας, δημοτικών τελών και φόρων επί των εισπραχθέντων μισθωμάτων όπως αναλυτικά.....πρόβαλαν με την ένσταση συμψηφισμού...." επικαλέσθηκαν προς θεμελίωση της ένστασης συμψηφισμού και όχι της άνω ένστασής τους από το άρθρο 281 ΑΚ.

Εξάλλου ο ισχυρισμός κατά τον οποίο η ενάγουσα - αρχική αναιρεσίβλητη κατά το χρόνο του θανάτου της μητέρα της είχε πολλά χρέη στο Δημόσιο και ότι συνακόλουθα λόγω των χρεών αυτών δεν ήθελε να έχει περιουσία στο όνομά της, δεν συνιστά αυτοτελή ισχυρισμό υπό την προεκτεθείσα έννοια, ο οποίος να ασκεί, συνεκτιμώμενος με τα λοιπά περιστατικά, ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού η (αρχικά) αναιρεσίβλητη δεν ήθελε να έχει περιουσία στο όνομα της λόγω των χρεών της και όχι γιατί δεν επιθυμούσε να είναι κληρονόμος της μητέρας της.

Τα λοιπά περιστατικά οι αναιρεσείοντες πράγματι τα πρόβαλαν προς θεμελίωση της ένστασης αυτής. Πλήν όμως τα πραγματικά αυτά περιστατικά και μάλιστα και αν ακόμη ληφθεί υπόψη και ο περί δαπανών ισχυρισμός δεν θεμελιώνουν, συνολικώς εκτιμώμενα, την επίμαχη ένσταση, αφού και αληθή υποτιθέμενα, δεν καθιστούν την άσκηση του ενδίκου δικαιώματος της νόμιμης μοίρας καταχρηστική, ήτοι υπερβαίνουσα και μάλιστα προφανώς, τα τασσόμενα από το άρθρο 281 ΑΚ όρια και όπως αυτά αναλύθηκαν στη νομική σκέψη.

Ενόψει τούτων ο ερευνώμενος πρώτος λόγος της αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί.

Επειδή η ίδρυση των αναιρετικών λόγων των αριθμών 11 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ προϋποθέτει ουσιαστική έρευνα της διαφοράς. Στην προκειμένη περίπτωση με τους δεύτερο και τρίτο από τους λόγους της αναιρέσεως αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση, οι από τις διατάξεις των αριθμών 11 περ.γ και 19 του παραπάνω άρθρου, αντίστοιχα πλημμέλειες, κατά τις οποίες το Εφετείο απέρριψε την ένσταση των αναιρεσειόντων από την ΑΚ 281 ως μη νόμιμη, χωρίς να λάβει υπόψη τα αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα και δη τις αποδείξεις είσπραξης μισθωμάτων, που εισέπραττε ο πρώτος αναιρεσείων και τις οποίες συμπλήρωνε η ίδια η αναιρεσίβλητη και τις μαρτυρικές καταθέσεις που περιέχονται στα ομοιάριθμα με την πρωτόδικη απόφαση πρακτικά, τα οποία (αποδ.μέσα) επικαλέσθηκαν οι αναιρεσείοντες νόμιμα με τις προτάσεις της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, καθώς και γιατί "δεν αιτιολογεί καθόλου τις ειδικές συνθήκες και περιστάσεις που προκύπτουν από τη συμπεριφορά της δικαιούχου αναιρεσίβλητης και αποκλείουν την εφαρμογή του άρθρου 281 ΑΚ...".

Οι λόγοι αυτοί πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι, αφού η εν λόγω ένσταση απορρίφθηκε ως νομικά αβάσιμη και δεν ερευνήθηκε στην ουσία της, ώστε να συντρέξει περίπτωση στοιχειοθέτησης των ερευνώμενων αναιρετικών πλημμελειών. Σύμφωνα με τα προεκτεθέντα και εφόσον δεν υφίσταται προς έρευνα άλλος λόγος η κρινόμενη αναίρεση πρέπει να απορριφθεί και οι αναιρεσείοντες (όπως παρίστανται) λόγω της ήττας τους (αρθρ.183, 180 παρ.1 και 183 ΚΠολΔ) να καταδικασθούν στη δικαστική δαπάνη των υπεισελθόντων στη θέση της αναιρεσίβλητης εξ αδιαθέτου κληρονόμων της, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 6.8.2010 αίτηση της υπεισελθούσας στη θέση του πρώτου αναιρεσείοντος Λ. Π. του Γ., μοναδικής εξ αδιαθέτου κληρονόμου του Μ. χας Λ. Π., το γένος Θ. Τ. κ.λπ. κατά των υπεισελθόντων στη θέση της αρχικά αναιρεσίβλητης Α. Η. Α., το γένος Γ. Π. εξ αδιαθέτου κληρονόμων της, Η. Α. του Ι. κ.λπ. για αναίρεση της υπ’ αριθμ.187/2010 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Δεκεμβρίου 2016.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Ιανουαρίου 2017.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ