Legislator Case Law & Legislation
16/2016 AI generated

16/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 16/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 16 / 2016 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 16/2016

Legislator headnote

AI generated
16/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 16 / 2016 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 16/2016 «ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κράνη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Αντώνιο Ζευγώλη, Γεράσιμο Φουρλάνο, Γεώργιο Λέκκα και Πηνελόπη Ζωντανού, Αρεοπαγίτες.»

Keywords

AI generated
insufficient amount dispute amount in RON costs of enforcement threshold amount for review fine installment payment insufficient amount in dispute

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 16 / 2016 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 16/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κράνη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Αντώνιο Ζευγώλη, Γεράσιμο Φουρλάνο, Γεώργιο Λέκκα και Πηνελόπη Ζωντανού, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Οκτωβρίου 2015, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από α) τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, β) τον Προϊστάμενο της Ι’ Δ.Ο.Υ. Αθηνών, γ) τον Προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. Μυκόνου, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Κωνσταντίνο Κηπουρό, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Σ. χήρας Δ. Μ., το γένος Δ. Σ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Δουλή και κατέθεσε προτάσεις, 2) Μ. συζύγου Β. Φ. Π., το γένος Δ. Μ., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 3) Λ. Μ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Δουλή και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2/9/2001 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Σύρου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 116ΤΜ/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 209/2006 του Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 23/8/2007 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Ζευγώλης ανέγνωσε την από 3/5/2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί, αλλά δεν λάβει μέρος σε αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για τη συζήτηση επιδόθηκε νόμιμα προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση, με την από 6-3-2015 κλήση του αναιρεσείοντος, επαναφέρεται σε συζήτηση η από 23-8-2007 αίτησή του για αναίρεση της 209/2006 απόφασης του Εφετείου Αιγαίου, αρχική δικάσιμος για την οποία είχε ορισθεί η 23-3-2009, κατά την οποία αναβλήθηκε για την δικάσιμο της 16-5-2011, οπότε και ματαιώθηκε. Περαιτέρω, από την προσκομιζόμενη και επικαλούμενη από το αναιρεσείον, υπ’ αριθμ. .../17-02-2015 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών ... προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της από 6-3-2015 κλήσης του αναιρεσείοντος, στο τέλος της οποίας (κλήσης) είναι συνημμένη η πράξη, με την οποία ορίστηκε δικάσιμος για τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας (19-10-2015), καθώς και κλήση για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στην δεύτερη αναιρεσίβλητη, με επιμέλεια του αναιρεσείοντος το οποίο επισπεύδει τη συζήτηση της υποθέσεως αυτής. Επίσης, όπως προκύπτει από την παραπάνω έκθεση επιδόσεως, κατά την επίδοση της άνω κλήσης, επιδόθηκε στην προαναφερόμενη αναιρεσίβλητη και ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, με την υπάρχουσα στο τέλος αυτής πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση για την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο. Η αναιρεσίβλητη όμως αυτή (δεύτερη), όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα προς την παρούσα απόφαση πρακτικά, δεν εμφανίσθηκε κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του πινακίου, ούτε εκπροσωπήθηκε με δήλωση πληρεξουσίου δικηγόρου της, κατά το άρθρο 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. Πρέπει, επομένως η συζήτηση της υποθέσεως να προχωρήσει παρά την απουσία της, σύμφωνα με την προπαρατεθείσα διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 εδ. α’ και γ’ Κ.Πολ.Δ.

Όπως προκύπτει από τα άρθρα 1257, 1258, 1260, 1269 εδ. 1, 1270, 1281 και 1317 του ΑΚ σε ξένο ακίνητο μπορεί να συσταθεί εμπράγματο δικαίωμα υποθήκης για την εξασφάλιση απαιτήσεως με την προνομιακή ικανοποίηση του δανειστή από το πράγμα. Αποκτάται η υποθήκη εφ’ όσον υπάρχει τίτλος ο οποίος χορηγεί δικαίωμα υποθήκης και γίνη εγγραφή της στο βιβλίο υποθηκών πάντοτε για ορισμένο χρηματικό ποσό. Το ποσό της υποθήκης, η χρηματική δηλαδή ποσότητα για την οποία εγγράφεται, προσδιορίζει αριθμητικώς το όριο της προνομιακής ικανοποιήσεως του ενυπόθηκου δανειστή, σε περίπτωση αναγκαστικού πλειστηριασμού, δεν αποτελεί όμως περιγραφή του μεγέθους της ασφαλιζόμενης απαιτήσεως, η οποία είναι αυτοτελές αναγκαίο στοιχείο της υποθήκης, που μπορεί να έχει διάφορο, από το ποσό της εγγραφής της υποθήκης, ύψος. Αν το ποσόν της εγγραφής είναι μικρότερο της ασφαλιζομένης απαιτήσεως, η καταβολή της απαίτησης μέχρι του ποσού αυτού δεν επιφέρει απόσβεση της υποθήκης, αφού ασφαλιζόμενη είναι ολόκληρη η απαίτηση, σύμφωνα με την αρχή του αδιαιρέτου της υποθηκικής ευθύνης και υπεγγυότητος (άρθ. 1281 ΑΚ) εξαιρουμένης της περιπτώσεως του άρθρου 1294 ΑΚ, απόσβεση δε της υποθήκης επέρχεται με την ολοσχερή απόσβεση της ασφαλιζόμενης απαιτήσεως (άρθ. 1317 ΑΚ). Επί πολλαπλής υποθήκης (άρθ. 1270 ΑΚ), ήτοι όταν, για την εξασφάλιση της ίδιας απαιτήσεως, έχει εγγραφεί συγχρόνως ή διαδοχικά υποθήκη ή προσημείωση σε περισσότερα ακίνητα που ανήκουν στο ίδιο ή σε διαφορετικά πρόσωπα ή η εγγραφή έχει γίνει σε ιδανικά μερίδια του ίδιου ακινήτου που ανήκουν σε διαφορετικά πρόσωπα, συνεπεία της αρχής του αδιαιρέτου της υποθηκικής ευθύνης και υπεγγυότητος, μέχρι της ολοσχερούς εξοφλήσεως της απαιτήσεως, καθένα από τα βεβαρημένα ακίνητα εξακολουθεί να είναι υπέγγυο για την ασφαλιζόμενη απαίτηση. Εννοείται βεβαίως ότι εξακολουθεί να είναι υπέγγυο το ακίνητο για την ασφαλιζόμενη απαίτηση, εφ’ όσον αυτή δεν εξοφλήθηκε ολοσχερώς, παρά την καταβολή, η οποία δεν προήλθε από την εκπλειστηρίαση του ενυπόθηκου, γιατί με τον πλειστηριασμό του ενυπόθηκου κτήματος και την καταβολή του εκπλειστηριάσματος επέρχεται ως προς το ακίνητο αυτό απόσβεση της υποθήκης (άρθ. 1318 περ.3 ΑΚ). Από το εκπλειστηρίασμα δε του ενυπόθηκου και επί πολλαπλής υποθήκης καθενός ενυπόθηκου, ο ενυπόθηκος δανειστής θα έχει προνομιακή ικανοποίηση μέχρι του ποσού της εγγραφής της υποθήκης, ενώ το υπόλοιπο ποσό της μεγαλύτερης της ασφαλισμένης απαιτήσεως θα καταταγεί συμμέτρως με τις απαιτήσεις των αναγγελθέντων απλών εγχειρογράφων δανειστών κατά την διανομή του τυχόν απομείναντος ποσού του εκπλειστηριάσματος (ΑΠ 872/1996, ΑΠ 560/2006, 2111/2014, ΑΠ 1418/1985). Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 682 παρ. 1, 706 ΚΠολΔ και 1274 του ΑΚ όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 56 παρ. 1 του Εισ.Ν.ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η εγγραφή προσημείωσης υποθήκης αποτελεί κατά τον ΚΠολΔ, ασφαλιστικό μέτρο, που μπορεί να διαταχθεί από το δικαστήριο. Παρέχεται δε στο δανειστή, που δεν έχει τίτλο προς εγγραφή υποθήκης, προς ασφάλεια της χρηματικής απαιτήσεώς του και εξασφάλιση της μελλοντικής αναγκαστικής εκτέλεσης, πάντοτε κατόπιν αδείας του δικαστηρίου, που ορίζει και το ασφαλιστέο ποσό. Ενόψει δε του ότι η προσημείωση υποθήκης είναι ασφαλιστικό μέτρο, με το οποίο δεσμεύεται ακίνητο του οφειλέτη για να εξασφαλιστεί με αναγκαστική εκτέλεση επ’ αυτού η προνομιακή ικανοποίηση χρηματικής ή μετατρέψιμης σε χρήμα απαίτησης του δανειστή, όταν στο μέλλον εξοπλιστεί με εκτελεστό τίτλο, αποτελεί αυτή θεσμό και του ουσιαστικού δικαίου, ρυθμιζόμενο σαφώς από τα άρθρα 1274 έως 1280, 1323, 1330 ΑΚ, τα οποία εφαρμόζονται συμπληρωματικά και για την προσημείωση υποθήκης, η οποία στο πλαίσιο αυτό αποτελεί ειδικότερα υποθήκη εξαρτημένη από την αναβλητική αίρεση της τελεσίδικης επιδικάσεως της ασφαλιζόμενης απαίτησης και της εμπρόθεσμης τροπής της σε υποθήκη, η οποία ανατρέχει στο χρόνο εγγραφής της προσημείωσης με αντίστοιχη προτεραιότητα στην υποθηκική τάξη, κατά τις διατάξεις των άρθρων 1272, 1277, 1323 αριθ. 2 ΑΚ (ΑΠ 410/2005). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ. ΑΠ 7/2006, Ολ. ΑΠ 4/2005). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ’ αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ. ΑΠ 1/1999). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, ύστερα από ανέλεγκτη αναιρετικώς εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), δέχθηκε τα ακόλουθα: <<Με βάση την υπ’ αριθ. .../25-4-2001 έκθεση αναγκαστικού πλειστηριασμού ακινήτου του Συμβολαιογράφου Μυκόνου Πέτρου Τόλη, εκπλειστηριάσθηκε με επίσπευση του πρώτου των καθ’ ων η ανακοπή Δ. Μ. (στη δικονομική θέση του οποίου υπεισήλθαν μετά το θάνατό του ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι οι αναιρεσίβλητοι), το περιγραφόμενο στην ως άνω έκθεση ακίνητο, συγκυριότητας των οφειλετών του Π. και Β. Θ., κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, με επιτευχθέν εκπλειστηρίασμα 18.100.000 δραχμών. Στον ανωτέρω πλειστηριασμό αναγγέλθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα 1) ο επισπεύδων δανειστής Δ. Μ. για ενυπόθηκη απαίτησή του ύψους 5.306.182 δραχμών, 2) το ανακόπτον και εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο (αναιρεσείον) για απαιτήσεις της Δ.Ο.Υ. Αθηνών ύψους 10.111.023 δραχμών και της Δ.Ο.Υ. Μυκόνου 21.360.001 δραχμών, 3) το Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ΙΚΑ) για απαίτησή του ύψους 9.432.194 δραχμών, 4) ο Δήμος Αθηναίων για απαίτησή του ποσού 7.295.300 δραχμών, 5) ο Κ. Α. για απαίτησή του 3.340.580 δραχμών και 6) η εταιρία με την επωνυμία "ΕΚΘΕΣΗ ΟΙΝΩΝ-ΠΟΤΩΝ Α. ΑΕ" για απαίτησή της 608.300 δραχμών. Ο πλειστηριασμός του ακινήτου αυτού έγινε σε εκτέλεση της υπ’ αριθ. 860/1997 διαταγής πληρωμής του Δικαστού του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών προς ικανοποίηση αξιώσεως του πρώτου των καθ’ ών η ανακοπή Δ. Μ. ύψους 2.400.000 δραχμών, πλέον των νομίμων τόκων από 31-7-1996, προερχομένης από έκδοση ακάλυπτης επιταγής της ομορρύθμου εταιρίας με την επωνυμία "ΑΦΟΙ Β. και Π. Θ. Ο.Ε." , ομόρρυθμα μέλη της οποίας ήταν οι ιδιοκτήτες του ως άνω εκπλειστηριασθέντος ακινήτου. Ο επισπεύδων (Δ. Μ.) προς εξασφάλιση της επιδικασθείσας με την άνω διαταγή πληρωμής απαίτησή του ανερχομένης, όπως προαναφέρθηκε, στο ποσό των 2.400.000 δραχμών μετά των νομίμων τόκων από την 31-7-1996, είχε εγγράψει επί του εκπλειστηριασθέντος ακινήτου μία προσημείωση την 18-7-1997 σε κάθε ιδανικό μερίδιο (1/2) των δύο οφειλετών Β. και Π. Θ. για ποσό 3.114.333 δραχμών η κάθε μία (προσημείωση υποθήκης), η οποία τράπηκε σε υποθήκη την 7-8-1998. Το πλειστηρίασμα που επιτεύχθηκε από τον πλειστηριασμό, ανερχόμενο στο συνολικό ποσό των 18.100.000 δραχμών, δεν επαρκούσε για την ικανοποίηση των απαιτήσεων του επισπεύδοντος και των αναγγελθέντων δανειστών, και κατόπιν αυτού ο επί του πλειστηριασμού υπάλληλος προέβη στη σύνταξη του ανακοπτομένου πίνακος κατατάξεως, στον οποίο, μετ’ αφαίρεση των εξόδων εκτελέσεως 1.761.000 δραχμών, οι δανειστές κατετάγησαν στο εναπομείναν προς διανομή ποσό των 16.339.000 δραχμών ως ακολούθως: α) Ο Δ. Μ. για το ποσό των 5.306.182 δραχμών, β) το Ελληνικό Δημόσιο για απαίτηση της Δ.Ο.Υ. Αθηνών για ποσό 2.137.016 δραχμών, γ) το Ελληνικό Δημόσιο για απαίτηση της Δ.Ο.Υ. Μυκόνου για ποσό 4.514.544 δραχμών, δ) το ΙΚΑ για ποσό 1.993.541 δραχμών, ε) ο Δήμος Αθηναίων για ποσό 1.541.899 δραχμών, στ) ο Κ. Α. για ποσό 785.987 δραχμών και ζ) η εταιρία "Έκθεση Οίνων-ποτών Α. Α.Ε." για ποσό 59.830 δραχμών. Ο μοναδικός λόγος της ανακοπής, καθόσον αφορά τον πρώτο των καθ’ ών η ανακοπή Δ. Μ., είναι, όπως ισχυρίζεται το ανακόπτον και ήδη εκκαλούν, ότι οι δύο υποθήκες που έχει εγγράψει ο Δ. Μ. επί των εξ αδιαιρέτου μεριδίων των πιο πάνω οφειλετών του, εξασφαλίζουν ποσό που δεν υπερβαίνει τα 3.114.333 δραχμών, και επομένως κατά το επί πλέον ποσόν που αυτός κατετάγη πρέπει να καταταγεί το ίδιο. Οι αιτιάσεις όμως αυτές του ανακόπτοντος και ο αντίστοιχος λόγος της ανακοπής και της εφέσεως είναι αβάσιμοι, διότι όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες υπ’ αριθ. 103 και 104/18-7-1997 περιλήψεις εγγραφής υποθήκης έχει εγγραφεί μία υποθήκη σε κάθε ιδανικό μερίδιο (1/2) των δύο οφειλετών Β. και Π. Θ. για ποσό 3.114.333 δραχμών η κάθε μία για την εξασφάλιση της απαιτήσεως του Δ. Μ. από κεφάλαιο, τόκους κ.λ.π. Ενόψει τούτων η εγγραφή κάθε υποθήκης έγινε για ποσόν 3.114,333 δραχμών προς εξασφάλιση της απαίτησης και των τόκων της, το δε ακίνητο που υποθηκεύτηκε ασφαλίζει μεν την απαίτηση για το ποσό αυτό το οποίο είναι καθορισμένο, αλλά εφόσον υπάρχουν δύο υποθήκες που ασφαλίζουν την αναγγελθείσα απαίτηση ύψους 5.306.000 δραχμών, υπάρχει δυνατότητα πλήρους εξοφλήσεως της απαιτήσεως και των τόκων μέχρι του οριακού ποσού των 6.228.666 δραχμών (2Χ3.114.333).

Συνεπώς ο παραπάνω πρώτος των καθ’ ών η ανακοπή Δ. Μ. καλώς κατατάχθηκε προνομιακώς για το σύνολο της απαιτήσεως του>>. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές του το Εφετείο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος, επικυρώνοντας την ομοίως κρίνασα απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, με την οποία είχε απορριφθεί η ανακοπή του, κατά το μέρος που επιδιώκετο μ’ αυτήν να μεταρρυθμισθεί ο άνω πίνακας κατάταξης ως προς τον προρρηθέντα δανειστή Δ. Μ., προκειμένου να καταταγεί αυτός προνομιακά μέχρι του ποσού των 3.114.333 δραχμών και για το πλέον του ποσού αυτού που κατετάγη, να καταταγεί το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο. Έτσι που έκρινε και μ’ αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε, κατά τα αναφερόμενα στην μείζονα σκέψη, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1257, 1258, 1260, 1269 εδ. 1, 1270, 1281 και 1317 του ΑΚ, τις οποίες και παραβίασε, ενώ παράλληλα στέρησε την απόφασή του νομίμου βάσεως, καθόσον διέλαβε σ’ αυτήν ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ειδικότερα, ενώ αρχικώς δέχεται ότι το προνόμιο του επισπεύδοντος τον πλειστηριασμό Δ. Μ., ανέρχεται μέχρι του ποσού των 3.114.333 δραχμών, γιατί σύμφωνα με τις εγγραφές των υποθηκών που έγιναν ως άνω για την εξασφάλιση της ίδιας απαίτησης, με αυτές εξασφαλίζεται το κεφάλαιο και το μέρος των τόκων που απαιτείται να προστεθεί στο κεφάλαιο για να συμπληρωθεί το συνολικό ποσό των 3.114.333 δραχμών, που αποτελεί το υποθηκικό όριο, κατά το άρθρο 1269 ΑΚ, εν συνεχεία δέχεται ότι εφόσον υπάρχουν δύο υποθήκες που ασφαλίζουν την αναγγελθείσα απαίτηση του επισπεύδοντος Δ. Μ. ύψους 5.306.000 δραχμών, υπάρχει δυνατότητα πλήρους εξοφλήσεως προνομιακά της απαιτήσεως και των τόκων μέχρι του οριακού ποσού των 6.228.666 δραχμών (2Χ3.114.333). Συγκεκριμένα το Εφετείο με τον τρόπο αυτό συγχέει το προνομιακά ασφαλισμένο με τις υποθήκες ποσό των 3.114.333 δραχμών με το ύψος της ασφαλιζόμενης με τις υποθήκες απαιτήσεως και δέχεται, αντιφατικώς προς την αρχική παραδοχή του, ότι ορθώς κατατάχθηκε προνομιακά ο άνω επισπεύδων τον πλειστηριασμό για το σύνολο της αναγγελθείσας απαιτήσεώς του, δηλαδή και για το πέραν του υποθηκικού ορίου ποσό των 2.191.667 δραχμών, για το οποίο όμως, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, θα έπρεπε να καταταγεί συμμέτρως με τις απαιτήσεις των απλών εγχειρόγραφων δανειστών κατά τη διανομή του ποσού που τυχόν θα απέμενε από το εκπλειστηρίασμα μετά την προνομιακή κατάταξη του αναιρεσείοντος Δημοσίου. Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ, με τους οποίους προβάλλονται αντίστοιχες αιτιάσεις, είναι βάσιμοι. Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να γίνει δεκτή η από 23-8-2007 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ’ αριθ. 209/2006 απόφασης του Εφετείου Αιγαίου, και να παραπεμφθεί η υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο (Αιγαίου) που εξέδωσε την αναιρουμένη απόφαση, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, να καταδικασθούν δε οι αναιρεσίβλητοι στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ και 22 του ν. 3693/1957, όπως ισχύει μετά την υπ’ αριθ. 134/1993 απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 5 παρ. 12 του Ν. 1738/1987), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ’ αριθμ. 209/2006 απόφαση του Εφετείου Αιγαίου.

Παραπέμπει την υπόθεση προς εκ νέου εκδίκαση, στο ίδιο πιο πάνω Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Νοεμβρίου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Ιανουαρίου 2016.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ