Legislator Case Law & Legislation
16/2014 AI generated

16/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 16/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Από τη διάταξη του άρθρου 558 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η αναίρεση πρέπει να απευθύνεται εναντίον εκείνων έναντι των οποίων ο αναιρεσείων έχει έννομο συμφέρον να ζητήσει την εξαφάνιση της απόφασης, δηλαδή κατ' εκείνων έναντι των οποίων ηττήθηκε. Αν την αναίρεση ασκεί ο αντίδικος των ομοδίκων, επί απλής ομοδικίας, στρέφει αυτήν μόνο κατ' εκείνων έναντι των οποίων έχει έννομο συμφέρον και επιθυμεί την εξαφάνιση της απόφασης με βάση τις επικαλούμενες αναιρετικές πλημμέλειές της.

Legislator headnote

AI generated

16/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ακολούθως, μετά από εξαφάνιση της 181/2007 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Καστοριάς έγινε εν μέρει κατ' ουσίαν δεκτή η ένδικη αγωγή ως προς τους 8°, 9°, 11°, 12°, 18ο, 19η, 21°, 22°, 23°, 24°, 25η, 26η και 27° των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων με τους αντίστοιχους αριθμούς στο αναιρετήριο και απορρίφθηκε για τους λοιπούς ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητους.

Keywords

AI generated
education allowance benefit for course attendance civil servants’ union child-raising credit school fee contribution right to primary education
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 16 / 2014 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 16/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο, Δημήτριο Κόμη και Μιχαήλ Αυγουλέα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος - καθού η κλήση: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Γεώργιο Σινάνη, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων - καλούντων: 1) Ε. Τ. του Δ., κατοίκου ..., 2) Π. Π. του Λ., κατοίκου ..., 3) Α. Μ. του Β., κατοίκου ..., 4) Α. - Ι. Π. του Φ., κατοίκου ..., 5) Θ. Β. του Δ., κατοίκου ..., 6) Δ. Ε. του Β., κατοίκου ..., 7) Π. Δ. του Μ., κατοίκου ..., 8) Ε. Χ. του Α., κατοίκου ..., 9) Χ. Π. του Ι., κατοίκου ..., 10) Π. Α. του Ρ., κατοίκου ..., 11) Ν. Κ. του Σ., κατοίκου ..., 12) Α. Τ. του Π., κατοίκου ..., 13) Β. Χ. του Π., κατοίκου ..., 14) Δ. Γ. του Θ., κατοίκου ..., 15) Α. Κ. του Ν., 2, 16) Δ. Κ. του Σ., κατοίκου ..., 17) Π. Κ. του Κ., κατοίκου ..., 18) Μ. Ρ. του Α., κατοίκου ..., 19) Δ. Κ. του Ν., κατοίκου ..., 20) Δ. Β. του Α., κατοίκου ..., 21) Ν. Κ. του Η., κατοίκου ..., 22) Π. Δ. του Α., κατοίκου ..., 23) Δ. Π. του Μ., κατοίκου ..., 24) Χ. Γ. του Ν., κατοίκου ..., 25) Ε. Π. του Β., κατοίκου ..., 26) Ε. Γ. του Χ., κατοίκου ... και 27) Γ. Π. του Σ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βασίλειο Τσιφλικιώτη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-12-2006 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Καστοριάς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 181/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 16/2009 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καστοριάς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε το αναιρεσείον με την από 13-5-2009 αίτησή του. Εκδόθηκε η 858/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη. Η υπόθεση επανήλθε για συζήτηση με την από 28-2-2011 κλήση των αναιρεσιβλήτων - καλούντων. Εκδόθηκε η 124/2012 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία κήρυξε και πάλι τη συζήτηση απαράδεκτη. Με την από 15-1-2013 κλήση των καλούντων η υπόθεση επανέρχεται για νέα συζήτηση.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μιχαήλ Αυγουλέας διάβασε την από 31-3-2010 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία Αρεοπαγίτη Παναγιώτη Κομνηνάκη, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Από τη διάταξη του άρθρου 558 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η αναίρεση πρέπει να απευθύνεται εναντίον εκείνων έναντι των οποίων ο αναιρεσείων έχει έννομο συμφέρον να ζητήσει την εξαφάνιση της απόφασης, δηλαδή κατ' εκείνων έναντι των οποίων ηττήθηκε. Αν την αναίρεση ασκεί ο αντίδικος των ομοδίκων, επί απλής ομοδικίας, στρέφει αυτήν μόνο κατ' εκείνων έναντι των οποίων έχει έννομο συμφέρον και επιθυμεί την εξαφάνιση της απόφασης με βάση τις επικαλούμενες αναιρετικές πλημμέλειές της.

Επομένως, η αίτηση αναιρέσεως είναι απαράδεκτη κατά το μέρος της που στρέφεται κατ' εκείνων των αντιδίκων του αναιρεσείοντος στους οποίους δεν αφορά η αποδιδόμενη μ' αυτήν πλημμέλεια, αφού γι' αυτούς δεν είναι δυνατόν να αναιρεθεί η απόφαση και αν ακόμη ευδοκιμήσει ο αναιρετικός λόγος. Στην προκείμενη περίπτωση, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση συνεκδικάστηκαν αντίθετες εφέσεις των διαδίκων και απορρίφθηκε η έφεση των εναγόντων, ενώ έγινε δεκτή η έφεση του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου ήδη αναιρεσείοντος.

Ακολούθως, μετά από εξαφάνιση της 181/2007 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Καστοριάς έγινε εν μέρει κατ' ουσίαν δεκτή η ένδικη αγωγή ως προς τους 8°, 9°, 11°, 12°, 18ο, 19η, 21°, 22°, 23°, 24°, 25η, 26η και 27° των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων με τους αντίστοιχους αριθμούς στο αναιρετήριο και απορρίφθηκε για τους λοιπούς ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητους.

Ωστόσο, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης που ασκεί το Ελληνικό Δημόσιο αντίδικο των παραπάνω απλών ομοδίκων απευθύνεται εναντίον όλων αυτών, δηλαδή και κατ' αυτών που απορρίφθηκε η αγωγή, έναντι των οποίων δεν ηττήθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση και, συνεπώς, δεν έχει έννομο συμφέρον να ζητήσει την αναίρεσή της αλλά και δεν είναι δυνατή η αναίρεσή της, με βάση τις επικαλούμενες αναιρετικές πλημμέλειες, και αν ακόμη ευδοκιμήσει αναιρετικός λόγος.

Επομένως, εφόσον λείπει διαδικαστική προϋπόθεση του παραδεκτού της αναιρέσεως λόγω ελλείψεως εννόμου συμφέροντος του αναιρεσείοντος να απευθύνει αυτήν κατά των αναιρεσιβλήτων των οποίων απορρίφθηκε η αγωγή, πρέπει αυτή να απορριφθεί ως απαράδεκτη κατά το μέρος της αυτό (άρθρο 577 παρ. 2 ΚΠολΔ). Η δικαστική δαπάνη των αναιρεσίβλητων αυτών, πρέπει να επιβληθεί σε βάρος του αναιρεσείοντος (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), μειωμένη, κατ' άρθρο 22 Ν. 3693/1957.

2. Η διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος, η οποία ορίζει ότι οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου και καθιερώνει όχι μόνο την ισότητα των Ελλήνων έναντι του νόμου, αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι αυτών, δεσμεύει και τον κοινό νομοθέτη και τον υποχρεώνει, όταν πρόκειται να ρυθμίσει ουσιωδώς όμοια πράγματα, να μη μεταχειρίζεται κατά τρόπο ανόμοιο τις περιπτώσεις αυτές, εισάγοντας εξαιρέσεις και κάνοντας διακρίσεις, εκτός αν αυτό επιβάλλουν λόγοι κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, η συνδρομή των οποίων υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων.

Επομένως, αν γίνει από το νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλείεται από την ρύθμιση αυτή, κατ' αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση, άλλη κατηγορία προσώπων, για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος που επιβάλλει την ειδική μεταχείριση, η διάταξη αυτή που εισάγει την αδικαιολόγητη δυσμενή μεταχείριση, είναι ανίσχυρη ως αντισυνταγματική.

Τα ίδια ισχύουν και όταν η ειδική ρύθμιση αφορά μισθό, σύνταξη ή άλλη παροχή προς δημόσιο λειτουργό ή υπάλληλο και γενικώς μισθωτό, οπότε, στην περίπτωση κατά την οποία γίνεται αδικαιολόγητη διάκριση, τα δικαστήρια επιδικάζουν την παροχή αυτή και σε εκείνους που αδικαιολόγητα εξαιρούνται, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι παραβιάζεται από την δικαστική εξουσία η αρχή της διακρίσεως των εξουσιών, που θεσπίζεται από τα άρθρα 1, 26, 73 επ.

και 87 επ. του Συντάγματος, αφού τα δικαστήρια στην περίπτωση αυτή υποχρεούνται, σύμφωνα με τα άρθρα 87 παρ. 1 και 2, 93 παρ. 4 και 120 παρ. 2 του Συντάγματος, να ασκήσουν έλεγχο στο έργο της νομοθετικής εξουσίας και να εφαρμόσουν σε όλη την έκταση την αρχή της ισότητας και με βάση την αρχή αυτή να καταλήξουν στην εφαρμογή του νόμου που περιέχει την ευμενή ρύθμιση.

Πρέπει, όμως, η παροχή να είναι νόμιμη, δηλαδή να έχει χορηγηθεί με νόμιμο τρόπο, διαφορετικά δεν παραβιάζεται η αρχή της ισότητας, διότι δεν νοείται ισότητα στην παρανομία. Περαιτέρω, με τις διατάξεις του Κεφαλαίου Α' του Ν. 2738/1999 εισήχθη ο θεσμός των συλλογικών διαπραγματεύσεων για τη σύναψη συλλογικών συμβάσεων εργασίας στη Δημόσια Διοίκηση.

Σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ. 1 του ανωτέρω νόμου, η συλλογική σύμβαση εργασίας ρυθμίζει τους όρους και τις συνθήκες απασχολήσεως των υπαλλήλων για τα θέματα που προβλέπονται στην παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, μεταξύ των οποίων δεν περιλαμβάνονται και θέματα μισθών. Με το άρθρο 13 παρ. 1 του ως άνω Ν. 2738/1999, με τίτλο "Συλλογικές συμφωνίες", προβλέπονται στις παραγράφους 1 και 2 τα εξής: "1.

Συλλογική διαπραγμάτευση για ρύθμιση ζητημάτων των όρων και συνθηκών απασχολήσεως των υπαλλήλων, που δεν ρυθμίζονται σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 3 του παρόντος, λόγω συνταγματικών περιορισμών (όπως ιδίως είναι ζητήματα μισθών, συντάξεων, συστάσεως οργανικών θέσεων, προσόντων, τρόπου διορισμού κ.λπ.), μπορεί να καταλήγει σε συλλογική συμφωνία. 2.

Η συμφωνία αυτή δεν αποτελεί συλλογική σύμβαση εργασίας, συνεπάγεται όμως για το Δημόσιο ή Ν.Π.Δ.Δ. ή Ο.Τ.Α. α) είτε την έκδοση κανονιστικών πράξεων, εφόσον τα θέματα της συμφωνίας μπορεί να ρυθμισθούν κανονιστικώς βάσει υπάρχουσας σχετικής εξουσιοδοτήσεως νόμου, β) είτε την προώθηση σχετικής νομοθετικής ρυθμίσεως των θεμάτων της συμφωνίας.

Αντικείμενο του περιεχομένου της συμφωνίας μπορεί να αποτελεί και ο χρόνος υλοποιήσεως της δεσμεύσεως για έκδοση κανονιστικών πράξεων ή προώθησης νομοθετικών ρυθμίσεων, κατά περίπτωση". Ακολούθως, με το άρθρο 14, το οποίο έχει ως τίτλο "Υλοποίηση συλλογικών συμφωνιών", του Ν. 3016/2002 "για την εταιρική διακυβέρνηση, θέματα μισθολογίου και άλλες διατάξεις" ορίσθηκαν, μεταξύ άλλων, τα εξής: "1.

Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμόδιου υπουργού ρυθμίζονται τα θέματα των συλλογικών συμφωνιών που συνάπτονται κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 13 του Ν. 2738/1999 και αφορούν θέματα μισθών και αμοιβών, συμπεριλαμβανομένων και αυτών που υπογράφηκαν κατά το έτος 2001. 2.

Με όμοιες αποφάσεις οι ρυθμίσεις της προηγούμενης παραγράφου είναι δυνατόν να επεκτείνονται, εν όλω ή εν μέρει, και στο λοιπό προσωπικό του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.) και λοιπών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.), που δεν συμμετείχε στη σύναψη των συλλογικών συμφωνιών του άρθρου 13 του Ν. 2738/1999 και μέχρι του ποσού των εκατόν εβδομήντα έξι (176) ευρώ. 3.

Αν καταβάλλονται οποιουδήποτε είδους πρόσθετες μισθολογικές παροχές, που υπολείπονται του ποσού των εκατόν εβδομήντα έξι (176) ευρώ, επιτρέπεται να χορηγείται μόνο η διαφορά μέχρι του ποσού αυτού. Οι ρυθμίσεις αυτές, όσον αφορά το προσωπικό των Ο.Τ.Α. και το προσωπικό των λοιπών Ν.Π.Δ.Δ., περιορίζονται στις υφιστάμενες από τον προϋπολογισμό τους δυνατότητες. 4.

Με τις προβλεπόμενες από τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου αυτού κοινές υπουργικές αποφάσεις καθορίζονται ειδικότερα: α) οι δικαιούχοι των παροχών και το ύψος τους, λαμβάνοντας υπόψη για την χορήγηση ή μη των παροχών αυτών το συνολικό ποσό των καταβαλλόμενων μηνιαίων αποδοχών και λοιπών παροχών, επιδομάτων και αποζημιώσεων από οποιαδήποτε πηγή, β) οι όροι, οι προϋποθέσεις και οι περιορισμοί για τη χορήγηση των ανωτέρω παροχών, η διαδικασία και ο χρόνος καταβολής, καθώς και ο τρόπος αντιμετωπίσεως της σχετικής δαπάνης, γ) κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την χορήγησή τους. ... 5. ... 6.

Οι διατάξεις του άρθρου αυτού ισχύουν από 1-1-2002". Δυνάμει της προαναφερθείσας εξουσιοδοτικής διατάξεως και αφού είχαν προηγηθεί ειδικές συλλογικές συμφωνίες του Ελληνικού Δημοσίου με τους αντίστοιχους κλάδους υπαλλήλων (όπως προαναφέρθηκε, με την ως άνω εξουσιοδοτική διάταξη του άρθρου 14 παρ. 2 του Ν. 3016/2002, η ρύθμιση της παρ. 1, δηλαδή της χορηγήσεως της ειδικής παροχής, μπορούσε να επεκτείνεται και στο προσωπικό της Δημόσιας Διοίκησης, που δεν συμμετείχε στη σύναψη των συλλογικών συμφωνιών του άρθρου 13 του Ν. 2738/1999), εκδόθηκαν πολλές κοινές Υπουργικές Αποφάσεις (ΚΥΑ), σε σύντομο χρονικό διάστημα (κυρίως εντός του έτους 2002), με τις οποίες η ως άνω χρηματική παροχή, ύψους 88 ευρώ μηνιαίως για το χρονικό διάστημα από 1-1-2002 και 176 ευρώ από 1-7-2002, χορηγήθηκε διαδοχικώς σε διάφορες κατηγορίες και ειδικότητες υπαλλήλων διαφόρων υπουργείων, Ο.Τ.Α.

και ν.π.δ.δ., των οποίων οι αποδοχές διέπονται από τις διατάξεις του Ν. 2470/1997 "αναμόρφωση μισθολογίου προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης και άλλες συναφείς διατάξεις", χωρίς να γίνεται διάκριση ως προς τη φύση, το είδος και τις συνθήκες εργασίας τους. Στη συνέχεια, με το άρθρο 28 παρ. 4 του Ν. 3205/2003 καταργήθηκαν από την έναρξη της ισχύος του, δηλαδή από 1-1-2004, σύμφωνα με το άρθρο 56 αυτού, μεταξύ άλλων, το άρθρο 14 του Ν. 3016/2002 και όλες οι κοινές υπουργικές αποφάσεις που εκδόθηκαν κατ' εξουσιοδότησή του.

Ορίσθηκε δε με το άρθρο 24 παρ. 3 του ίδιου Ν. 3205/2003 ότι τα θέματα που ρυθμίζονται με το νόμο αυτόν δεν αποτελούν αντικείμενο συλλογικών διαπραγματεύσεων και ότι η χορήγηση οποιωνδήποτε άλλων παροχών ή αποζημιώσεων εν γένει, πέραν των προβλεπομένων στο νόμο αυτόν, επιτρέπεται μόνο με τροποποίηση των διατάξεών του.

Ενώ, με την παρ. 2 του ίδιου ως άνω άρθρου 24 ορίσθηκε, ότι ποσά που καταβάλλονται μέχρι την έναρξη της ισχύος του παρόντος νόμου, σύμφωνα με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού, που εκδόθηκαν κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 14 του Ν. 3016/2002, ως ειδική παροχή, διατηρούνται ως προσωπική διαφορά, μειούμενη από οποιαδήποτε μελλοντική χορήγηση νέου επιδόματος, παροχής ή αποζημιώσεως ή από αύξηση του κινήτρου αποδόσεως του άρθρου 12 του παρόντος νόμου.

Οι ανωτέρω κοινές υπουργικές αποφάσεις καταργούνται από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου. Μετά την 31-12-2003 δεν καταβάλλεται σωρευτικά η ως άνω προσωπική διαφορά μαζί με οποιαδήποτε πρόσθετη μισθολογική παροχή, που συμψηφιζόταν με αυτή, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 14 του Ν. 3016/2002 και τις κατ' εξουσιοδότηση αυτού εκδοθείσες κοινές υπουργικές αποφάσεις.

Τέλος, με την παρ. 3 του άρθρου 2, υπό τον τίτλο "Εισοδηματική πολιτική έτους 2005", του Ν. 3336/2005 ορίζεται ότι "Οι υπάλληλοι του Δημοσίου, Ν.Π.Δ.Δ. και Ο.Τ.Α., οι οποίοι διορίσθηκαν ή μετατάχθηκαν μετά την 1-1-2004 σε Υπηρεσίες, στους υπαλλήλους των οποίων χορηγούνται τα ποσά που διατηρήθηκαν ως προσωπική διαφορά με τη διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 24 του Ν. 3205/2003, δικαιούνται την καταβολή της προσωπικής διαφοράς, με τους ίδιους όρους και προϋποθέσεις που τη λαμβάνουν και οι υπόλοιποι υπάλληλοι των Υπηρεσιών αυτών.

Η διάταξη αυτή έχει εφαρμογή από 1-1-2005". Στην προκείμενη περίπτωση, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Καστοριάς, το οποίο δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δέχτηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως από αυτήν προκύπτει, τα ακόλουθα: Οι αναιρεσίβλητοι, που είναι υπάλληλοι του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, (καθηγητές και δάσκαλοι) που εργάζονταν το επίδικο χρονικό διάστημα ως αναπληρωτές και των οποίων οι αποδοχές ρυθμίζονται από το νέο μισθολόγιο, δικαιούνται να λαμβάνουν την ανωτέρω μισθολογική παροχή που χορηγείται σε συναδέλφους τους υπαλλήλους Δημοσίου και ΝΠΔΔ, άλλως παραβιάζεται η μισθολογική ισότητα που καθιερώθηκε με το ν. 2470/1997 και έρχεται σε ευθεία αντίθεση με τις διατάξεις του Συντάγματος και ειδικότερα, τη συνταγματική αρχή της ίσης νομοθετικής μεταχειρίσεως των ομοίων (άρθρα 4 παρ. 1, 22 παρ. 1), σύμφωνα με τις οποίες εισάγεται η αρχή της ισότητας των πολιτών και η αρχή της ίσης αμοιβής για παροχή ίσης εργασίας.

Το γεγονός ότι αυτοί λαμβάνουν, ήδη από το έτος 1997, πέραν των τακτικών αποδοχών τους και το επίδομα εξωδιδακτικής απασχόλησης δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 8 του ν. 2470/1997, δεν εμποδίζει τη γέννηση της ένδικης αξίωσής τους, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 14 παρ. 2 του ν. 3016/2002, καθώς το επίδομα εξωδιδακτικής απασχόλησης εκπαιδευτικών λειτουργών είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με το είδος και τις συνθήκες της παρεχόμενης εργασίας των εκπαιδευτικών, που είναι η διδασκαλία καθώς και η προετοιμασία αυτής, ενώ η επίδικη παροχή αποτελεί γενική προσαύξηση μισθού, η οποία απονέμεται συλλήβδην σε όλους του υπαλλήλους, χωρίς διάκριση, χαμηλόμισθους και μη.

Επομένως, οι δύο παροχές είναι ανεπίδεκτες συμψηφισμού και αλληλοκαλύψεως. Περαιτέρω, με την επέκταση της καταβολής της ένδικης παροχής και στους ενάγοντες, που κατά παράβαση της αρχής της ισότητας έχουν αποκλειστεί από αυτή, δεν παραβιάζεται το άρθρο 80 του Συντάγματος, περί απαγορεύσεως χορηγήσεως μισθού κ.λπ.

χωρίς ειδικό νόμο, αφού τέτοιος νόμος είναι το άρθρο 14 του ν. 3016/2002, επιπλέον δε η αξίωση βάσει της ανωτέρω συνταγματικής αρχής γίνεται προς τα άνω. Με βάση τις παραδοχές του αυτές το Πολυμελές Πρωτοδικείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε ως αβάσιμους σχετικούς λόγους της εφέσεως του αναιρεσείοντος, κατά της πρωτόδικης απόφασης, με τους οποίους αυτό παραπονιόταν για το ότι εσφαλμένα κρίθηκε από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ότι οι αναιρεσίβλητοι υπό την ως άνω ιδιότητά τους δικαιούνταν την προαναφερόμενη ειδική παροχή και, ακολούθως, απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση αυτή, επικυρώνοντας έτσι την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία είχαν επιδικαστεί υπέρ των αναιρεσιβλήτων, για την αμέσως πιο πάνω αιτία, τα στην απόφαση αυτήν ειδικότερα αναφερόμενα, αντίστοιχα, χρηματικά ποσά.

Την κρίση αυτή του δικαστηρίου της ουσίας προσβάλλει το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, με τις διαλαμβανόμενες στην κρινόμενη αίτηση αιτιάσεις, που στοιχειοθετούν τον από τον αρ. 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο της παραβίασης κανόνων ουσιαστικού δικαίου και συγκεκριμένα των προαναφερόμενων διατάξεων των άρθρων 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1 εδ.

β' του Συντάγματος, 8 παρ. 4 του Ν 2470/1997, 14 του Ν. 3016/2002 και 28 παρ. 4 του Ν. 3205/ 2003. Ειδικότερα ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ως άνω διατάξεων με το να δεχθεί: 1) ότι η ένδικη παροχή του άρθρου 14 παρ. 2 του Ν. 3016/2002 αποτελεί γενική προσαύξηση μισθού των δικαιούχων υπαλλήλων, χορηγούμενη αδιακρίτως σε όλο το προσωπικό του Δημοσίου, χωρίς ειδικές προϋποθέσεις και χωρίς οιαδήποτε συνάρτηση με τις ιδιαίτερες συνθήκες εργασίες ή το ύψος των αποδοχών αυτών, καθώς και χωρίς προηγουμένως να έχει εκδοθεί κανονιστική απόφαση, αλλά με μοναδικό γνώμονα την υπαγωγή μισθολογικά στο Νόμο 2470/ 1997, και 2) ότι η ειδική παροχή αυτή, είναι ανεπίδεκτη αλληλοκάλυψης και συμψηφισμού κατά την ειδική έννοια του άρθρου 14 παρ. 2 του Ν. 3016/2002 με το επίδομα εξωδιδακτικής απασχόλησης του άρθρου 8 παρ. 4 του Ν 2470/ 1997, που λαμβάνουν μεταξύ άλλων οι αναιρεσίβλητοι - εκπαιδευτικοί υπάλληλοι.

Ο Άρειος Πάγος με προηγούμενες αποφάσεις του (τις υπ' αριθμ. 93/2009, 574/2009, 946/2010, 1723/2010, 306/2011, 495/2011, 1557/2011 του Β1 Πολιτικού Τμήματος και 754/2010 του Β2 Πολιτικού Τμήματος) δέχθηκε ότι με την χορήγηση της επίμαχης παροχής σε μεγάλο αριθμό υπαλλήλων, που αφενός δεν πληρούσαν την προϋπόθεση της μη λήψεως πρόσθετων μισθολογικών παροχών και αφετέρου ευρίσκοντο σε τελείως διαφορετικές μεταξύ τους εργασιακές συνθήκες, η παροχή αυτή απέκτησε τον χαρακτήρα μισθολογικής παροχής, που προσαυξάνει, χωρίς άλλη προϋπόθεση, τον μισθό όλων ανεξαιρέτως των υπαλλήλων του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοικήσεως και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, οι οποίοι αμείβονται σύμφωνα με τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις του μισθολογίου του προσωπικού της Δημόσιας Διοικήσεως.

Ως εκ τούτου, κατά τις ανωτέρω αποφάσεις, κάθε υπάλληλος αμειβόμενος σύμφωνα με τις διατάξεις του μισθολογίου αυτού δικαιούται, κατ' εφαρμογή της αρχής της ισότητας, να λαμβάνει ως τμήμα του μισθού του την επίδικη παροχή, την οποία μόνον από 1-1-2004 (έναρξη ισχύος του Ν. 3205/2003) και εντεύθεν δεν δικαιούται να λαμβάνει ή λαμβάνει μειωμένη, εφόσον αποδειχθεί ότι ο συγκεκριμένος υπάλληλος λαμβάνει κάποια πρόσθετη μισθολογική παροχή σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 14 του Ν. 3016/2002 ή του χορηγήθηκε κάποια νέα παροχή ή αυξήθηκε το κίνητρο αποδόσεως.

Εξάλλου, με τις υπ' αριθμ. 38/2011 και 304/2011 αποφάσεις του Β1 Πολιτικού Τμήματος, ο Άρειος Πάγος δέχθηκε ότι με την παράγραφο 3 του άρθρου 14 του Ν. 3016/2002 ρητώς απαγορεύεται η χορήγηση της παροχής των 176 ευρώ σωρευτικώς με άλλες πρόσθετες μισθολογικές παροχές και ότι, ως εκ τούτου, υπουργική απόφαση, με την οποία είχε χορηγηθεί η επίδικη παροχή σε υπαλλήλους, υπό την προϋπόθεση ότι δεν λαμβάνουν προβλεπόμενη από άλλη διάταξη ειδική αμοιβή ή την λαμβάνουν μειωμένη, εκδόθηκε εκτός των ορίων της εξουσιοδοτικής διατάξεως του ανωτέρω άρθρου 14 του Ν. 3016/2002, δεν αντίκειται δε στην αρχή της ισότητας για το λόγο ότι με άλλες υπουργικές αποφάσεις, που εκδόθηκαν με βάση την ίδια εξουσιοδότηση, χορηγήθηκε ολόκληρη η επίδικη παροχή σε άλλους υπαλλήλους του Δημοσίου, χωρίς να εξαρτάται η χορήγησή της από την μη χορήγηση άλλων πρόσθετων μισθολογικών παροχών, διότι δεν νοείται ισότητα στην παρανομία.

Για την κατηγορία των υπαλλήλων, στην οποία περιλαμβάνονται και οι αναιρεσίβλητοι, ο Άρειος Πάγος με τις αποφάσεις, υπ' αριθμ. 1773/2012 και 3011/2011 του Β1 τμήματος και 1739/2012 του Γ1 Πολιτικού Τμήματος, δέχτηκε ότι μισθολογική παροχή του άρθρου 14 παρ. 2 και 3 του ν. 3016/2002, που μετά την κατάργηση του νόμου αυτού διατηρήθηκε από 1.1.2004 ως προσωπική διαφορά, σύμφωνα με το άρθρο 24 παρ. 2 του ν. 3205/03, της οποίας η χορήγηση έχει προσλάβει τον χαρακτήρα επιμισθίου εργασίας, ήτοι γενικής προσαύξησης των αποδοχών των υπαλλήλων, που υπάγονται στο ενιαίο μισθολογικό πλαίσιο των υπαλλήλων του Δημοσίου και δεν συναρτάται με καμιά άλλη προϋπόθεση ως προς το είδος και το εύρος της παρεχομένης εργασίας με αποτέλεσμα η μη χορήγησή της να συνιστά παράβαση της συνταγματικής αρχής της ισότητας, ενώ περαιτέρω η γέννηση της αξιώσεως αυτής δεν παρεμποδίζεται από το ότι οι εν λόγω εργαζόμενοι λαμβάνουν ειδικό επίδομα εξωδιδακτικής απασχόλησης, γιατί η παροχή αυτή είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με το είδος και τις συνθήκες της παρεχόμενης εργασίας και τυγχάνει απολύτως ετεροειδής με την επίδικη, η οποία αποτελεί γενική μισθολογική προσαύξηση και συνεπώς οι παροχές αυτές είναι ανεπίδεκτες αλληλοεπικαλύψεως και συμψηφισμού.

Η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας, με την υπ' αριθμ. 95/2013 απόφαση, δέχθηκε ότι προϋπόθεση για την χορήγηση πρόσθετης μισθολογικής παροχής, κατ' εφαρμογή της διατάξεως της παραγράφου 2 του ήδη καταργηθέντος άρθρου 14 του Ν. 3016/2002, ήταν, ενόψει των οριζομένων στην παράγραφο 3 του ίδιου ως άνω άρθρου 14, καθώς και του σκοπού της ρυθμίσεως, που συνίστατο, κατά τα αναφερόμενα στη σχετική εισηγητική έκθεση, στην ενίσχυση των χαμηλόμισθων υπαλλήλων, να μη λαμβάνει ο υπάλληλος οποιουδήποτε είδους άλλη πρόσθετη μισθολογική παροχή, ίση ή ανώτερη με το ποσό των 176 ευρώ.

Σε περίπτωση δε υπαλλήλων που ελάμβαναν άλλη πρόσθετη μισθολογική παροχή, μικρότερη από το ποσό αυτό, ήταν επιτρεπτό να χορηγηθεί, με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού, μόνον η διαφορά έως το εν λόγω ποσό.

Ενόψει των ανωτέρω, κατά την ίδια απόφαση, δεν συνιστά παραβίαση των προαναφερθεισών διατάξεων η παράλειψη της Διοικήσεως να ασκήσει την προβλεπόμενη από τις διατάξεις αυτές κανονιστική αρμοδιότητα, με την έκδοση υπουργικής αποφάσεως για επέκταση της χορηγήσεως της επίδικης παροχής και, πάντως, δεν ήταν επιτρεπτή η χορήγησή της σε υπαλλήλους, οι οποίοι ελάμβαναν οποιουδήποτε είδους άλλη πρόσθετη μισθολογική παροχή, ίση ή ανώτερη με το ποσό των 176 ευρώ.

Και ότι από την συνταγματική αρχή της ισότητας, κατά την ανωτέρω απόφαση της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας, δεν απορρέει, πάντως, υποχρέωση της Διοικήσεως να επεκτείνει την χορήγηση της επίδικης παροχής, η οποία, σύμφωνα με την εξουσιοδοτική διάταξη του άρθρου 14 του Ν. 3016/2002, παρέχεται υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, μη εξομοιούμενη με μισθό, ανεξαρτήτως αν η παροχή αυτή χορηγείται παρανόμως σε ορισμένες κατηγορίες υπαλλήλων, δεδομένου ότι δεν μπορεί να θεμελιωθεί στη συνταγματική αυτή αρχή δικαίωμα των διοικούμενων και αντίστοιχη υποχρέωση της Διοικήσεως για την επέκταση μη νόμιμης δράσεως της Διοικήσεως, αδιαφόρως αν αυτή ασκείται με ατομικές ή κανονιστικές πράξεις.

Σημειώνεται ότι για το ίδιο ζήτημα το τμήμα τούτο, με την υπ' αριθμ. 1318/2013 απόφασή του παρέπεμψε το σχετικό λόγο αναίρεσης, στην πλήρη Ολομέλεια του Δικαστηρίου τούτου, όπου και εκκρεμεί. Σύμφωνα με όλα όσα προαναφέρθηκαν δημιουργούνται ζητήματα, σχετικά: 1) με την, κατ' εφαρμογή της συνταγματικής αρχής της ισότητας (άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος), επέκταση της χορηγήσεως της επίδικης παροχής (176 ευρώ) και σε κατηγορίες υπαλλήλων για τους οποίους δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 14 του Ν. 3016/2002, και 2) με το αν η ειδική παροχή αυτή, είναι ανεπίδεκτη αλληλοκάλυψης και συμψηφισμού κατά την ειδική έννοια του άρθρου 14 παρ. 2 του Ν. 3016/2002 με το επίδομα εξωδιδακτικής απασχόλησης του άρθρου 8 παρ. 4 του Ν. 2470/ 1997, που λαμβάνουν μεταξύ άλλων οι αναιρεσίβλητοι - εκπαιδευτικοί υπάλληλοι.

Τα ως άνω ζητήματα είναι εξαιρετικής σημασίας, διότι αφορούν όχι μόνο την κρινόμενη υπόθεση, αλλά μεγάλη κατηγορία εργαζομένων. Ενόψει, λοιπόν του ότι πρόκειται για ζητήματα εξαιρετικής σημασίας, αλλά και για την ενότητα της νομολογίας, πρέπει ο μοναδικός, ως προς όλες τις επί μέρους αιτιάσεις του, λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, να παραπεμφθεί στην Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 563 παρ. 2 περ.

β' ΚΠολΔ και 23 παρ. 1 και 2 εδ. γ' περ. β' του κυρωθέντος με το Ν. 1756/1988 "Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών".

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει, ως απαράδεκτη την από 13-5-2009 αίτηση αναιρέσεως, καθόσον στρέφεται κατά των 1ης, 2ου, 3ης, 4ης, 5ου, 6ου, 7ης, 10ης, 13ης, 14ης, 15ης, 16ου, 17ης και 20ης των αναιρεσίβλητων, με τους αντίστοιχους αριθμούς στο αναιρετήριο. Και

Επιβάλλει σε βάρος του αναιρεσείοντος τη δικαστική δαπάνη των ως άνω αναιρεσίβλητων, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων (1.000) ευρώ.

Παραπέμπει, για τους λοιπούς αναιρεσίβλητους, στην Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, τον αναφερόμενο στο σκεπτικό μοναδικό λόγο, από τον αρ. 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, της ως άνω αιτήσεως με την οποία επιδιώκεται η αναίρεση της υπ' αριθμ. 16/2009 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καστοριάς.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Δεκεμβρίου 2013. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Ιανουαρίου 2014.

O ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ .