16/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 16 / 2012 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:
Legislator headnote
AI generated16/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 16 / 2012 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 16 / 2012 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:
Το δικαστήριο, προκειμένου να επιδικάσει στο δικηγόρο αμοιβή οφείλει να λάβει υπόψη του το αίτημα της αγωγής, εκτός αν προταθεί και αποδειχθεί ένσταση ότι το αγωγικό αίτημα είναι προφανώς εξογκωμένο, οπότε ο κανονισμός της αμοιβής θα γίνει βάση το ποσό που έπρεπε να ζητηθεί, εκτός και αν για τον καθορισμό του αιτήματος συμμορφώθηκε σε έγγραφη εντολή του εντολέα του ή του αντιπροσώπου του. Στις περιπτώσεις αυτές πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η πραγματική αξία, την οποία έχει το αντικείμενο της αγωγής κατά το χρόνο της άσκησης της ή, εάν επακολουθήσει συζήτηση αυτής, κατά το χρόνο της πρώτης συζήτησης της και όχι κατά το χρόνο της παροχής της σχετικής υπηρεσίας από το δικηγόρο.
Αριθμός 16/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα. Εκπροσωπήθηκε από τον Κωνσταντίνο Βαρδακαστάνη, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Γ. Κ. του Χ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Μπιτσάκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-11-2005 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κιλκίς.
Εκδόθηκε η 417/2006 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 22-1-2010 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Λυκούδης διάβασε την από 4-11-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί ο (μοναδικός) λόγος αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 649, 669, 672 ΑΚ προκύπτει ότι σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου υπάρχει, όταν οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει ορισμένη διάρκεια για την παροχή της εργασίας, ούτε η χρονική αυτή διάρκεια συνάγεται από το είδος και τον σκοπό της εργασίας. Αντίθετα, η σύμβαση εργασίας είναι ορισμένου χρόνου, όταν συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρις ορισμένου χρονικού σημείου ή μέχρις την επέλευση ορισμένου μέλλοντος και βεβαίου γεγονότος ή την εκτέλεση ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου ή τη επέλευση του βεβαίου γεγονότος ή του χρονικού σημείου, παύει να ισχύει αυτοδικαίως. Επομένως, η διάρκεια της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι σαφώς καθορισμένη είτε γιατί συμφωνήθηκε, ρητά σιωπηρά, είτε γιατί προκύπτει από το είδος και τον σκοπό της σύμβασης εργασίας. Χαρακτηριστικό της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι ότι τα μέρη γνωρίζουν επακριβώς το χρονικό σημείο της λήξης της. Η σύμβαση αυτή παύει αυτοδικαίως, σύμφωνα με το άρθ. 669 § 1 ΑΚ, όταν λήξει ο χρόνος για τον οποίο συνομολογήθηκε, χωρίς να χρειάζεται καταγγελία της και καταβολή αποζημίωσης. Εξάλλου, ο χαρακτηρισμός της σύμβασης ή σχέσης εργασίας ως ορισμένου ή αορίστου χρόνου δεν εξαρτάται από τον χαρακτηρισμό που δίνουν σ' αυτήν οι δικαιοπρακτούντες ή ο νόμος, διότι ο χαρακτηρισμός αυτός, ως κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, όπως οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθ. 26 § 3 και 87 § 2 του Συντάγματος, ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο, αξιολογώντας τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής και εφόσον στην συνέχεια προκύψουν και κατά την αποδεικτική διαδικασία, προσδίδει τον ακριβή (ορθό) νομικό χαρακτηρισμό στην σύμβαση, κρίση η οποία στην συνέχεια ελέγχεται αναιρετικά στα πλαίσια της διάταξης του άρθ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ. Η δυνατότητα του ορθού χαρακτηρισμού από το δικαστήριο της έννομης σχέσης ως σύμβασης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου δεν αποκλείεται στις εργασιακές σχέσεις του δημόσιου (και του ευρύτερου δημόσιου) τομέα (ΟλΑΠ 18/2006). Περαιτέρω, η Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999 (που δημοσιεύθηκε την 10-7-1999 στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και άρχισε να ισχύει από 10-7-2001) έχει ως σκοπό την αποτροπή της κατάχρησης σύναψης διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου με την λήψη από τα κράτη μέλη, όταν δεν υπάρχουν ισοδύναμα μέτρα για την πρόληψη των καταχρήσεων, συγκεκριμένων μέτρων προσαρμογής (ρήτρα 5 του παραρτήματος αυτής), η Οδηγία δε αυτή ενσωματώθηκε στην ελληνική έννομη τάξη με τα ΠΔ 81/2003 και 164/2004, που εφαρμόζεται στους εργαζομένους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στον δημόσιο τομέα, η ισχύς των οποίων άρχισε από την δημοσίευσή τους στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης την 2-4-2003 και 19-7-2004, αντίστοιχα. Ανεξάρτητα από την Οδηγία αυτή, στην ελληνική έννομη τάξη η διασφάλιση των εργαζομένων από την καταστρατήγηση των δικαιωμάτων τους, με την προσχηματική επιλογή της σύμβασης εργασίας ορισμένου αντί αορίστου χρόνου, αντιμετωπιζόταν με το άρθ. 8 § 3 ν. 2112/1920 (σε συνδυασμό με τα άρθ. 281, 671 ΑΚ, 25 §§ 1 και 3 του Συντάγματος), το οποίο εφαρμόζεται σε όλες τις περιπτώσεις συμβάσεων ιδιωτικού δικαίου, ανεξάρτητα αν έχουν συναφθεί στον ιδιωτικό ή δημόσιο τομέα, και ορίζει ότι οι διατάξεις του νόμου αυτού εφαρμόζονται και επί συμβάσεων εργασίας με ορισμένη χρονική διάρκεια, αν ο καθορισμός της διάρκειας αυτής δεν δικαιολογείται από τη φύση της σύμβασης, αλλά τέθηκε σκόπιμα προς καταστρατήγηση των διατάξεων του ίδιου νόμου περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής σύμβασης. Η διάταξη αυτή, ενώ αναφέρεται στην προστασία των εργαζομένων από την μη τήρηση εκ μέρους του εργοδότη των τυπικών όρων που επιβάλλει κατά την απόλυση ο ν. 2112/1920, αξιοποιήθηκε γενικότερα για τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό των συμβάσεων εργασίας ως ορισμένης ή αόριστης χρονικής διάρκειας, με πληρέστερη μάλιστα προστασία έναντι εκείνης της μεταγενέστερης ως άνω κοινοτικής Οδηγίας, εφόσον πρόκειται για διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου που καλύπτουν πραγματικά πάγιες και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες της υπηρεσίας, και τούτο διότι, όπως προαναφέρθηκε, ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός ορισμένης σχέσης, κατά την προαναφερθείσα έννοια, και δη της σύμβασης εργασίας ως ορισμένου ή αορίστου χρόνου, αποτελεί κατεξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας των δικαστηρίων, ανεξάρτητα από τον εκ του νόμου χαρακτηρισμό της συμβατικής σχέσης ως ορισμένου χρόνου (ΟλΑΠ 7/2001),χωρίς παράλληλα ο ορθός αυτός νομικός χαρακτηρισμός εκ μέρους του δικαστηρίου, όταν συντρέχουν οι προαναφερθείσες ουσιαστικές προϋποθέσεις των καλυπτομένων αναγκών, να συνιστά ανεπίτρεπτη "μετατροπή" του ισχύοντος νομικού καθεστώτος απασχόλησης από ορισμένου χρόνου σε αόριστου (ΟλΑΠ 18/2006). Συνάγεται περαιτέρω από τα προαναφερθέντα ότι επί διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου που καταρτίσθηκαν με το Δημόσιο κ.λπ. πριν από την έναρξη ισχύος της ως άνω Οδηγίας 1999/70/ΕΚ, των παραγράφων 7 και 8 του άρθ. 103 του Συντάγματος, που προστέθηκαν κατά την αναθεώρηση του έτους 2001, ισχύουν από 18-4-2001 (ΦΕΚ Α' 85/2001) και απαγορεύουν την ακόμη και από το νόμο μονιμοποίηση του προσλαμβανομένου ως άνω προσωπικού ή την μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου ακόμη και σε περίπτωση που οι εργαζόμενοι με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του Δημοσίου και των άρθ. 5 και 11 του ΠΔ 164/2004, που άρχισε να ισχύει από 19-7-2004 και διαγράφει τις προϋποθέσεις μετατροπής των κατά την έναρξη της ισχύος του ενεργών συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε αορίστου, συνεχίζονται δε και είναι ενεργές κατά τον χρόνο έναρξης της ισχύος τους και μετά ταύτα και καλύπτουν κατά την φύση τους πάγιες και διαρκείς ανάγκες, δεν εφαρμόζονται οι ως άνω διατάξεις. Τούτο δε διότι αυτές οι συμβάσεις εργασίας είχαν προσλάβει ήδη κατά τον χρόνο που εκτείνεται η έννομη σχέση και το αντικείμενό της, δηλ. και πριν την έναρξη ισχύος των ως άνω συνταγματικών και άλλων διατάξεων, τον χαρακτήρα της σύμβασης αορίστου χρόνου κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό, παρά την τυχόν απαγόρευση από το νόμο της σύναψής τους ως τέτοιων (αορίστου χρόνου), τον οποίο διατηρούν και μετά ταύτα, δηλ. και μετά την έναρξη ισχύος των πιο πάνω διατάξεων, ως ενιαίες πλέον συμβάσεις αορίστου χρόνου (πρβλΑΠΟλ.7/2011).Στηνπροκειμένη περίπτωση με την ένδικη αγωγή της η ήδη αναιρεσίβλητη εξέθετε ότι κατά τη διάρκεια των ετών 1998 μέχρι και 2005 προσλήφθηκε από το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο ως δασοπόνος με αλλεπάλληλες συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, η τελευταία εκ των οποίων έληξε στις 31.10.2005. Ότι ο χρονικός περιορισμός των ανωτέρω διαδοχικών συμβάσεων ορισμένης διάρκειας είναι καταχρηστικός και δεν δικαιολογείται από τη φύση των υπηρεσιών της ή των καλυπτόμενων αναγκών του εναγομένου με αποτέλεσμα οι διαδοχικές αυτές συμβάσεις να θεωρούνται ως μία ενιαία σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου. Ότι περαιτέρω η καταγγελία της υποκρυπτόμενης σύμβασης εργασίας της αορίστου χρόνου είναι άκυρη διότι δεν τηρήθηκαν οι νόμιμες διατυπώσεις και το εναγόμενο αρνούμενο να αποδεχθεί τις υπηρεσίες της περιήλθε σε υπερημερία και προσέβαλλε την προσωπικότητα της. Με βάση το ανωτέρω ιστορικό η αναιρεσίβλητη ζητούσε να αναγνωρισθεί ότι συνδέεται με τον εναγόμενο με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, να κηρυχθεί άκυρη η από 31.10.2005 καταγγελία της σύμβασης εργασίας της, να υποχρεωθεί το εναγόμενο να της καταβάλει τα αναφερόμενα στην αγωγή ποσό για μισθούς υπερημερίας και να υποχρεωθεί να αποδέχεται την προσφερόμενη από αυτή εργασία. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του (κατά της οποίας δεν ασκήθηκε έφεση εντός τριετίας από της δημοσιεύσεώς της και συνεπώς κατέστη τελεσίδικη - άρθ. 518 παρ. 2, 553 παρ. 1α), έκρινε νόμιμη την αγωγή, εκτός από το αίτημα να υποχρεωθεί το εναγόμενο να αποδέχεται τις υπηρεσίες της ενάγουσας και στη συνέχεια δέχθηκε ότι, από τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρει, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: "Η ενάγουσα η οποία είναι πτυχιούχος δασοπόνος του τμήματος δασοπονίας του ΤΕΙ Καβάλας κατά τη διάρκεια των ετών 1998 έως και 2005 προσλήφθηκε από το εναγόμενο προκειμένου να παράσχει την εργασία της ως δασοπόνος στο Δασαρχείο Γ. δυνάμει των κατωτέρω αναφερομένων αποφάσεων της Διεύθυνσης Δασών Κιλκίς. Ειδικότερα προσλήφθηκε με την υπ. αριθμ. 5238/13.10.1998 απόφαση και παρείχε την εργασία της κατά το χρονικό διάστημα από 16.10.1998 μέχρι 15.6.1999, με την υπ. αριθμ. 4447/16.11.1999 απόφαση και παρείχε την εργασία της κατά το χρονικό διάστημα από 17.11.1999 μέχρι 16.7.2000, με την υπ. αριθμ. 4478/20.11.2000 απόφαση και παρείχε την εργασία της κατά το χρονικό διάστημα από 20.11.2000 μέχρι 19.7.2001, με την υπ. αριθμ. 1611/17.7.2002 απόφαση και παρείχε την εργασία της κατά το χρονικό διάστημα από 17.7.2002 μέχρι 16.3.2003, με την υπ. αριθμ. 2473/10.9.2003 απόφαση και παρείχε την εργασία της κατά το χρονικό διάστημα από 16.9.2003 μέχρι 15.5.2004 και με την υπ. αριθμ. 2002/3.8.2005 απόφαση και παρείχε την εργασία της κατά το χρονικό διάστημα από 4.8.2005 μέχρι 31.10.2005. Σε εκτέλεση των ανωτέρω συμβάσεων η ενάγουσα παρείχε την εργασία της στο Δασαρχείο Γ. με την αυτή ιδιότητα, τα αυτά καθήκοντα απασχολούμενη με πενθήμερη εργασία και ωράριο 07.00 έως 14.30 κατά δε τη διάρκεια της απασχόλησής της ασχολούνταν με την παραλαβή και καταμέτρηση δασικών προϊόντων, με θέματα διαχείρισης δασών και εκτέλεσης δασοτεχνικών έργων, συμμετείχε στη λήψη στοιχείων και τη σύνταξη μελετών οδοποιίας, αναδασώσεων, αντιπλημμυρικών έργων βελτίωσης δασικού οδικού δικτύου και αντιπυρικών ζωνών. Από το ανωτέρω προκύπτει ότι η σύναψη των διαδοχικών αυτών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου από το εναγόμενο υπαγορεύτηκε από το γεγονός ότι η τελευταία κάλυπτε πάγιες και διαρκείς ανάγκες αυτού (εναγομένου). Αυτό συνάγεται από την ίδια τη φύση της εργασίας για την οποία έγινε η πρόσληψή της, η οποία δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί ως εποχιακού χαρακτήρα αλλά και από τη φύση των καλυπτομένων από την εργασία της υπηρεσιακών αναγκών του Δασαρχείου Γ. που είναι σταθερές, συνήθεις, τακτικές και προβλέψιμες όπως προκύπτει αφενός μεν από τις αλλεπάλληλες ανανεώσεις των συμβάσεών της για μεγάλο χρονικό διάστημα επτά ετών, αφετέρου δε από την ύπαρξη κενής οργανικής θέσης δασοπόνου στο Δασαρχείο Γ. την κάλυψη της οποίας ζητά η πιο πάνω υπηρεσία. Περαιτέρω δε προκύπτει και από το γεγονός ότι σε περίπτωση απομάκρυνσης της ενάγουσας το εναγόμενο θα αναγκασθεί να προσλάβει άλλη υπάλληλο με την ίδια ειδικότητα, αφού, όπως κατέθεσε ο εξετασθείς μάρτυρας, οι ανάγκες του Δασαρχείου Γ. είναι αυξημένες λόγω του αριθμού των εκτελούμενων έργων η δε εκτέλεση πολλών έργων καθυστερούσε κατά τα χρονικά διαστήματα μεταξύ των λήξεων των συμβάσεων και μέχρι την ανανέωσή τους. Εξάλλου η ανωτέρω κρίση του δικαστηρίου ενισχύεται περαιτέρω από την προσκομιζόμενη υπ. αριθμ. πρωτ. 2507/15.9.2004 βεβαίωση του Δασαρχείου Γ., όπου αναφέρεται, ότι η ενάγουσα κάλυπτε πάγιες και διαρκείς ανάγκες της ως άνω υπηρεσίας. Όσον αφορά δε τη μεσολάβηση μεταξύ των παραπάνω συμβάσεων, συνολικής διάρκειας 40 μηνών, μικρότερων ή μεγαλύτερων χρονικών διαστημάτων αυτά δεν κρίνεται ότι διέκοπταν τη συνεχόμενη σχέση εργασίας της ενάγουσας με το εναγόμενο, αφού όπως κατέθεσε ο ίδιος ως άνω μάρτυρας τα διαστήματα μεταξύ της λήξης της μίας σύμβασης και μέχρι την έναρξη της επόμενης η ενάγουσα εργαζόταν στο Δασαρχείο χωρίς να αμείβεται.
Συνεπώς οι ανωτέρω διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου της ενάγουσας και ο καθορισμός της ορισμένης χρονικής διάρκειάς τους δεν δικαιολογούνται ούτε από τη φύση των παρεχόμενων υπηρεσιών ούτε από τη φύση των καλυπτόμενων αναγκών του εναγομένου αλλά έγιναν καταχρηστικά προκειμένου να καταστρατηγηθούν σε βάρος της οι διατάξεις του νόμου 2112/20 .......". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Mονομελές Πρωτοδικείο δέχθηκε εν μέρει την αγωγή, κρίνοντας ότι οι ανωτέρω διαδοχικές εργασιακές συμβάσεις ορισμένου χρόνου αποτελούν μία ενιαία σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 2112/1920, η οποία δεν λύθηκε έγκυρα στις 31.10.2005, και το εναγόμενο, μη αποδεχόμενο την προσφερόμενη από την ενάγουσα εργασία κατέστη υπερήμερο και οφείλει να της καταβάλει τους οφειλόμενους μισθούς υπερημερίας. Με την κρίση του αυτή το Μονομελές Πρωτοδικείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ότι οι επίμαχες διαδοχικές συμβάσεις εργασίας της αναιρεσίβλητης (καταρτισθείσες πριν την έναρξη ισχύος της ως άνω Οδηγίας, των παραγράφων 7 και 8 του άρθ. 103 του Συντάγματος και του ΠΔ 164/2004 και συνεχισθείσες, όντας ενεργές κατά τα χρονικά αυτά σημεία, και μετά ταύτα) κάλυπταν μόνιμες και διαρκείς ανάγκες του αναιρεσείοντος και ότι ο καθορισμός της διάρκειας αυτών ως ορισμένου χρόνου δεν δικαιολογείται από την φύση τους, αλλά τέθηκε προς καταστρατήγηση των δικαιωμάτων της ενάγουσας, και έκρινε ότι αυτές αποτελούν μία ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την διάταξη του άρθ. 8 § 3 ν. 2112/1920, που ήταν σύμφωνα με τα προαναφερθέντα εφαρμοστέα στην προκειμένη περίπτωση, και σε ορθό κατέληξε συμπέρασμα, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι εσφαλμένα θεώρησε ως εφαρμοστέες και τις διατάξεις της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ (με την εκδοχή ότι αυτές δεν απαγορεύουν την σε κάθε περίπτωση μετατροπή των αλλεπαλλήλων συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε ενιαία σύμβαση αορίστου χρόνου). Οι ρυθμίσεις της 1999/70 Οδηγίας και των παραγρ. 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος (που προστέθηκαν με το ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων, των οποίων η ισχύς αρχίζει από 17-4-2001), δεν έχουν εφαρμογή, παρότι η σχέση εργασίας της αναιρεσίβλητης, όπως δεν αμφισβητείται από το αναιρεσείον, συνεχιζόταν ακόμη και ήταν ενεργή κατά την έναρξη ισχύος τους, καθόσον είχε προσλάβει αυτή ήδη κατά το χρόνο που εκτείνεται η ένδικη έννομη σχέση και το αντικείμενό της το χαρακτήρα της σύμβασης αόριστου χρόνου κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό, δηλαδή και πριν την ισχύ της άνω Οδηγίας και των παραπάνω διατάξεων του Συντάγματος.
Συνεπώς, ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως, από το άρθρ. 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδονται οι αιτιάσεις ότι το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις α) του άρθ. 8 § 3 ν. 2112/1920, που εφάρμοσε, αν και δεν ήταν εφαρμοστέες, β) των άρθ. 103 §§ 7 και 8 του Συντάγματος, 21 ν. 2190/1994 και 81 παρ. 3 ν. 1958/1991, που απαγορεύουν τον χαρακτήρα των συμβάσεων αυτών ως αορίστου χρόνου, και γ) 5, 7 και 11 ΠΔ 164/2004, τις οποίες δεν εφάρμοσε, αν και ήταν εφαρμοστέες, ενώ η εφαρμογή της εν λόγω διάταξης του άρθ. 8 § 3 ν. 2112/1920, δεν επιβαλλόταν ούτε από την Οδηγία 1999/70/ΕΚ, είναι αβάσιμος.
Συνεπώς, μετά την απόρριψη του μοναδικού λόγου αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο στα (μειωμένα) δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθ. 22 ν. 3693/1957).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 22-1-10 αίτηση για αναίρεση της 417/2006 τελεσίδικης αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κιλκίς. Και
Καταδικάζει τo αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 6η Δεκεμβρίου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 10 Ιανουαρίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ