16/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5/1/2006 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Πύργου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 188/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 72/2008 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηλείας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 24/9/2008 αίτησή του.
Legislator headnote
AI generated16/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ως εναντίωση κατά την έννοια του νόμου νοείται η μονομερής δήλωση του εκμισθωτή ότι δεν στέργει στην συνέχιση της μίσθωσης είτε γενικώς, είτε με τους ίδιους όρους. Η δε εναντίωση μπορεί να είναι όχι μόνο ρητή, αλλά και σιωπηρή, αρκεί να προκύπτει η βούληση του εκμισθωτή, ότι δεν δέχεται την εξακολούθηση της μίσθωσης με τους ίδιους όρους.
Full text
Απόφαση 16 / 2010 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 16/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση, Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη και Δημητρούλα Υφαντή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Ευστράτιο Ηλιαδέλη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Ανδρέου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5/1/2006 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Πύργου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 188/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 72/2008 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηλείας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 24/9/2008 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δημητρούλα Υφαντή ανέγνωσε την από 10/11/2009 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της από 24/9/2008 αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρ. 560 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση κατ' αποφάσεως Πολ. Πρωτοδικείου που εκδόθηκε επί εφέσεως κατ' αποφάσεως Ειρηνοδικείου επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.
ΑΠ 7/2006, Ολ. ΑΠ 4/2005). Εξάλλου από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 28, όπως αυτό συμπληρώθηκε με το άρθρο 1 του Α.Ν. 1120/1938 και τούτο αντικαταστάθηκε με το άρθρο 25 του Α.Ν. 1540/1938 και 30 του Π.Δ. της 19/19.11.1932 "Περί στεγάσεως δημοσίων υπηρεσιών", που διατηρήθηκαν σε ισχύ με το άρθρο 34 του ΕισΝΑΚ, προκύπτει, ότι σε μισθώσεις για στέγαση δημοσίων υπηρεσιών αποκλείεται σιωπηρή αναμίσθωση, με την έννοια της σιωπηρής παράτασης της μίσθωσης με τους ίδιους όρους για αόριστο χρόνο.
Η παράταση αυτής της συμβάσεως είναι δυνατή, για ορισμένο και πάλι χρόνο, όμως με την τήρηση των διατυπώσεων και τη συνδρομή των προϋποθέσεων, που τάσσει η διάταξη του άρθρου 29 του ανωτέρου π.δ/τος. Ειδικότερα απαιτείται α) δήλωση του Υπουργού Οικονομικών (ήδη Νομάρχη), που να έχει κοινοποιηθεί στον εκμισθωτή δέκα πέντε τουλάχιστον ημέρες πριν από τη λήξη της μίσθωσης, β) πρόταση της Επιτροπής Στέγασης και γ) διενέργεια δύο τουλάχιστον δημοπρασιών για τη μίσθωση άλλου ακινήτου, οι οποίες να απέβησαν άγονες ή το αποτέλεσμα τους να κρίθηκε ασύμφορο.
Η χρησιμοποίηση του μισθίου ακινήτου από τα Ελληνικό Δημόσιο μετά τη λήξη της συμβάσεως μισθώσεως κατά νομικό πλάσμα θεωρείται σιωπηρή παράταση, για το χρονικό διάστημα της χρησιμοποίησης και υποχρεούται το δημόσιο σε καταβολή, ως αποζημίωση, του συμφωνημένου μισθώματος, μόνο εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 611 ΑΚ, δηλαδή εφόσον ο εκμισθωτής, καίτοι γνωρίζει, ότι το Ελληνικό Δημόσιο συνεχίζει να χρησιμοποιεί το μίσθιο ακίνητο, δεν εναντιώνεται.
Ως εναντίωση κατά την έννοια του νόμου νοείται η μονομερής δήλωση του εκμισθωτή ότι δεν στέργει στην συνέχιση της μίσθωσης είτε γενικώς, είτε με τους ίδιους όρους. Η δε εναντίωση μπορεί να είναι όχι μόνο ρητή, αλλά και σιωπηρή, αρκεί να προκύπτει η βούληση του εκμισθωτή, ότι δεν δέχεται την εξακολούθηση της μίσθωσης με τους ίδιους όρους.
Για τη δήλωση αυτή δεν προβλέπεται συστατικός τύπος, μπορεί να γίνει δε και προφορικά και με το δικόγραφο της αγωγής για την απόδοση του μισθίου ακινήτου κατά τη διάταξη του άρθρου 599 ΑΚ. (ΑΠ 32/2002, 602/2002, 624/2000). Το εν λόγω π.δ. 19/19-11-1932 εξακολουθεί να έχει εφαρμογή στη συγκεκριμένη μίσθωση παρά την κατάργησή του από τις 28-3-2003 που άρχισε να ισχύει ο ν.3/30/2003 όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 29 και 30 του ίδιου νόμου με τις οποίες ορίστηκε ότι παρά την κατάργηση του ίδιου π.δ/τος οι μισθώσεις που έχουν συναφθεί μέχρι την έναρξη ισχύος του ν. 3130/2003 εξακολουθούν να διέπονται από τις διατάξεις που ίσχυαν κατά το χρόνο της σύναψής τους.
Περαιτέρω, με το άρθρο 41 παρ. 17 του ν. 2648/1998 ορίστηκαν τα εξής: α) Η διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 10 του π.δ. 19/19.11.1932 αντικαθίσταται ως εξής: "1) Στις μισθώσεις ακινήτων για στέγαση δημοσίων Υπηρεσιών ή άλλη δημόσια χρήση εφαρμόζονται ως προς τη διάρκεια της μίσθωσης, την αναπροσαρμογή του μισθώματος και την καταγγελία της σύμβασης από τον εκμισθωτή λόγω ιδιόχρησης ή ανοικοδόμησης του ακινήτου, οι διατάξεις του π.δ. 34/1995 όπως ισχύουν, β) Στην παράγραφο 3 του άρθρου 29 του π.δ. 19/19.11.1932 προστίθενται εδάφια, που έχουν ως εξής: "Κατ' εξαίρεση επιτρέπεται παράταση για μία μόνο φορά της μίσθωσης χωρίς τη διεξαγωγή δημοπρασίας στις περιπτώσεις κατά τις οποίες κρίνεται τούτο απολύτως αναγκαίο και αιτιολογείται επαρκώς από τη στεγαζόμενη υπηρεσία.
Η παράταση αυτή γίνεται με απλή δήλωση του Υπουργού των Οικονομικών, που κοινοποιείται στον εκμισθωτή τρεις (3) τουλάχιστον μήνες πριν από τη λήξη της ισχύουσας μίσθωσης, το δε μίσθωμα αναπροσαρμόζεται σύμφωνα με τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις περί εμπορικών μισθώσεων του π.δ. 34/1995, όπως ισχύουν" γ) Οι διατάξεις της προηγούμενης περίπτωσης β' αυτής της παραγράφου εφαρμόζονται μόνο σε μισθώσεις, που έχουν συναφθεί πριν από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου".
Η ισχύς της παραπάνω ρύθμισης αρχίζει από τη δημοσίευση του ν. 2648/1998 στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως που έγινε την 22.10.1998. Η νέα ρύθμιση, με την οποία οι μισθώσεις για στέγαση δημοσίων υπηρεσιών, υπάγονται στο καθεστώς των εμπορικών μισθώσεων, του π.δ. 34/95, αφορά μισθώσεις, που συνάπτονται μετά την ισχύ του ν. 2648/98.
Τούτο μάλιστα συνάγεται από το συνδυασμό των εδαφίων β' και γ' της νέας ρύθμισης, τα οποία εισάγουν μεταβατική ρύθμιση, που αφορά τις υφιστάμενες μισθώσεις, που έχουν συναφθεί πριν από την έναρξη ισχύος του ν. 2648/98, η θέσπιση των οποίων, σε αντίθετη περίπτωση, δεν θα είχε νόημα, κατά το περί τούτου εξαγόμενο εξ αντιδιαστολής επιχείρημα. (ΑΠ 342/2002 και 1659/2002).
Τέλος με το άρθρο 7 παρ. 6, 7 και 8 του ν. 2741/1999 τροποποιήθηκαν οι παράγραφοι 1 και 2 του άρθρου 5 του ν.δ. 34/1995 και καταργήθηκαν η παράγραφος 4 του άρθρου 5, το άρθρο 6 και η περ. γ της παραγράφου 1 του άρθρου 23 του π.δ. 34/1995 για την κωδικοποίηση της νομοθεσίας για τις εμπορικές μισθώσεις και ορίστηκε ότι: "6. Οι παράγραφοι 1 και 2 του άρθρου 5 του π.δ. 34/1995 αντικαθίστανται ως εξής: "1.
Η μίσθωση ισχύει για δώδεκα (12) έτη, ακόμη και αν έχει συμφωνηθεί για βραχύτερο ή για αόριστο χρόνο, μπορεί όμως να λυθεί με νεότερη συμφωνία που αποδεικνύεται με έγγραφο βέβαιης χρονολογίας. 2. Οι διατάξεις του παρόντος εφαρμόζονται και σε μισθώσεις που έχουν συμφωνηθεί για χρόνο μεγαλύτερο των δώδεκα (12) ετών". 7.
Από την έναρξη ισχύος του παρόντος η παράγραφος 4 του άρθρου 5, το άρθρο 6 και η περίπτωση γ' της παραγράφου 1 του άρθρου 23 του π.δ. 34/1995 καταργούνται. 8. Οι διατάξεις των δύο προηγούμενων παραγράφων 6 και 7 και του άρθρου αυτού εφαρμόζονται και στις υφιστάμενες κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος μισθώσεις".
Ειδικότερα, σύμφωνα με όσα εκτίθενται σαφώς στην αιτιολογική έκθεση που συνώδευε το σχέδιο του νόμου 2741/1999 κατά τη συζήτηση στη Βουλή (βλ Κ.Ν.Β. 1999 σελ. 2004), προκύπτουν τα εξής: Με την παράγραφο 6 τροποποιούνται οι διατάξεις που ρυθμίζουν τη διάρκεια των μισθώσεων. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές υπάρχουν δύο κατηγορίες μισθώσεων οι οποίες ρυθμίζονται από τις ειδικές διατάξεις για τις εμπορικές μισθώσεις:
οι εμπορικές μισθώσεις του άρθρου 1 του π.δ. 34/1995 οι οποίες ισχύουν για 9 έτη και οι επαγγελματικές μισθώσεις του άρθρου 2 του ίδιου προεδρικού διατάγματος οι οποίες ισχύουν για τρία (3) έτη. Κατά τα λοιπά και οι δύο αυτές κατηγορίες μισθώσεων διέπονται από το ίδιο καθεστώς. Με το παρόν νομοσχέδιο παύει αυτή η διάκριση και στο εξής και οι δύο κατηγορίες μισθώσεων θα έχουν την ίδια νόμιμη διάρκεια.
Η νόμιμη διάρκεια των εμπορικών μισθώσεων μέχρι σήμερα ήταν εννέα (9) έτη, ο μισθωτής όμως είχε το δικαίωμα να την παρατείνει μονομερώς για άλλα τρία (3) έτη, μέχρι τη συμπλήρωση δώδεκα (12) συνολικώς ετών. Με το παρόν νομοσχέδιο η νόμιμη διάρκεια όλων των μισθώσεων που υπάγονται στο π.δ. 34/1995 ορίζεται δωδεκαετής και καταργείται το δικαίωμα του μισθωτή για μονομερή περαιτέρω παράτασή της.
Η δωδεκαετία ισχύει πλέον τόσο για τις μισθώσεις του άρθρου 1 του προεδρικού διατάγματος 34/1995, όσο και για τις μισθώσεις του άρθρου 2 του ίδιου προεδρικού διατάγματος.
Συνέπεια της νέας ρύθμισης της παραγρ. 7 είναι, ότι καταργούνται οι διατάξεις οι οποίες προέβλεπαν μικρότερη νόμιμη διάρκεια της μίσθωσης, καθώς και οι εναρμονισμένες με αυτές διατάξεις (άρθρο 5 παρ. 4, άρθρο 16 παρ. 1 εν μέρει και άρθρο 23 παρ. 1 εδαφ.γ' του π.δ. 34/1995). Προβλέπεται επίσης με την παράγραφο αυτή ότι καταργούνται οι διατάξεις του άρθρου 6 του π.δ. 34/1995 που ρύθμιζαν τη διαδικασία μονομερούς παράτασης της μίσθωσης από το μισθωτή αφού τέτοια δυνατότητα δεν έχει πλέον ο μισθωτής.
Για να μη δημιουργηθούν αμφιβολίες ως προς την έκταση εφαρμογής της νέας ρύθμισης με την οποία καθορίζεται η δωδεκαετία ως νόμιμος χρόνος διάρκειας των εμπορικών μισθώσεων, με την παράγραφο 8 του άρθρου ορίζεται ότι η νέα ρύθμιση καταλαμβάνει και τις ήδη υφιστάμενες μισθώσεις, πράγμα που είχε γίνει δεκτό και ερμηνευτικώς με το προηγούμενο καθεστώς της εννεαετούς διάρκειας που ίσχυε μέχρι σήμερα.
Έτσι, η νέα διάταξη καταλαμβάνει και τις υφιστάμενες μισθώσεις οι οποίες συνάπτονται μετά την ισχύ του νέου νόμου, αλλά και τις μισθώσεις οι οποίες έχουν συναφθεί πριν από την ισχύ του νέου νόμου και δεν έχουν συμπληρώσει συνολικό χρόνο δώδεκα (12) ετών, με την προϋπόθεση, όμως, ότι κατά την έναρξη ισχύος του πιο πάνω νόμου οι μισθώσεις αυτές είχαν υπαχθεί ήδη στο προστατευτικό καθεστώς των εμπορικών μισθώσεων του π.δ. 34/1995, αφού από καμμία από τις πιο πάνω διατάξεις του νόμου αυτού αλλά και εκείνες του άρθρου 7 παρ. 1 έως και 5 με τις οποίες τροποποιήθηκαν διατάξεις της παρ. 1 του άρθρ. 4 του π.δ. 34/95 και χαρακτηρίσθηκαν ειδικά και συγκεκριμένα ως εμπορικές συγκεκριμένες κατά περιεχόμενο μισθώσεις ακινήτων δεν προκύπτει η υπαγωγή στις διατάξεις του και μισθώσεων γενικά που μέχρι τότε δεν είχαν το χαρακτήρα της εμπορικής μίσθωσης, ούτε ρυθμίζονταν από τις διατάξεις του ίδιου π.δ./τος 34/1995, όπως στην προκειμένη περίπτωση οι μισθώσεις ακινήτων για στέγαση δημοσίων υπηρεσιών που είχαν συναφθεί κατά τις διατάξεις του π.δ. 19/19-11-1932 όπως ισχύει με το ελληνικό δημόσιο ως μισθωτή μέχρι της 21-10-1998 δηλ.
την προτεραία της έναρξης ισχύος του ν. 2648/1998 και δεν είχαν υπαχθεί στο καθεστώς του π.δ. 34/1995. Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά τα ακόλουθα κατά την ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων: "Δυνάμει του από 5/8/1998 ιδιωτικού συμφωνητικού που συνήφθη αφενός μεταξύ της μητέρας της ενάγουσας και επικαρπώτριας του ακινήτου, της ενάγουσας ως ψιλής κυρίας και αφετέρου του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπουμένου, σύμβαση μισθώσεως τριετούς διαρκείας.
Η ανωτέρω σύμβαση καταρτίστηκε κατόπιν μειοδοτικής δημοπρασίας, που έγινε την 4/3/1998 σύμφωνα με τους όρους της υπ. αρίθμ. 93/22-1-1998 διακήρυξης για τη στέγαση των υπηρεσιών του Αστυνομικού Σταθμού ...του Δήμου ...στο οίκημα που βρίσκεται στο ...και αποτελείται από τέσσερα δωμάτια και λοιπούς βοηθητικούς χώρους στον πρώτο όροφο και ένα ενιαίο χώρο στο ισόγειο συνολικής επιφάνειας 108 τ.μ.
Η διάρκεια της μίσθωσης ορίστηκε τριετής, ήτοι από 15/10/1998 έως 15/10/2001 και το μηνιαίο μίσθωμα ορίστηκε σε 205,43 ευρώ, το οποίο και θα καταβαλλόταν στο τέλος κάθε τριμήνου. Η ενάγουσα μετά τον θάνατο της μητέρας της -επικαρπώτριας του εν λόγω ακινήτου την 12/10/2000 υπεισήλθε στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της εκμισθώτριας.
Το εναγόμενο χωρίς να προβεί σε καμία δήλωση περί παρατάσεως της μίσθωσης χρησιμοποιεί το ακίνητο με την συμφωνηθείσα χρήση και καταβάλλει το μίσθωμα, παρατείνοντας έτσι σιωπηρά την μίσθωση. Η ενάγουσα, όμως, εναντιώνεται πλέον στην συνέχιση της μισθώσεως, με την κατάθεση και επίδοση της υπό κρίση αγωγής στο εναγόμενο ήδη από 17/1/2006 κι επομένως η ένδικη μίσθωση έχει λυθεί, σύμφωνα και με τα διαλαμβανόμενα στη νομική σκέψη.
Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Ηλείας που δίκασε ως Εφετείο με το να απορρίψει με τις ανωτέρω σκέψεις τους αντίστοιχους λόγους της έφεσης του αναιρεσείοντος, κατά της ομοίως κριθάσας πρωτόδικης απόφασης, του Ειρηνοδικείου Πύργου, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή που είχε ασκήσει η αναιρεσίβλητη για την απόδοση του μισθίου ακινήτου που είχε εκμισθωθεί στο αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο για τη στέγαση δημόσιας υπηρεσίας του κατά τις διατάξεις του π.δ. 19/19-11-1932 ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε, τις εφαρμοσθείσες ως άνω ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 28, 29 και 30 του π.δ. 19/19-11-1932, που διατηρήθηκαν σε ισχύ με το άρθρο 34 του Εισ.Ν.ΑΚ όπως έκτοτε συμπληρώθηκαν και τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά α) της συνάψεως της ένδικης μίσθωσης στις 5-8-1998 δηλαδή πριν από τη 22-10-1998, που άρχισε να ισχύει ο ν. 2648/1998, β) της λήξεως του συμφωνηθέντος χρόνου της μισθώσεως στις 15-10-2001, γ) ότι δεν μεσολάβησε εκ μέρους του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου οποιαδήποτε δήλωση για μονομερή παράταση της μίσθωσης, ε) της είσπραξης του μισθώματος εκ μέρους της αναιρεσίβλητης εκμισθώτριας μέχρι στις 17-1-2006 που επιδόθηκε στο αναιρεσείον η ένδικη αγωγή, με την οποία η αναιρεσίβλητη δήλωσε ρητά την εναντίωσή της στη συνέχιση της επίδικης μίσθωσης δικαιολογούν την απόρριψη της έφεσης του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου και την παραδοχή της αγωγής της αναιρεσίβλητης με βάση μόνο την εφαρμογή των προαναφερθεισών διατάξεων του π.δ. 19/19-11-1932, όχι δε και εκείνων του άρθρου 41 παρ. 17 του ν. 2648/1998 με την οποία αντικαταστάθηκε η διάταξη της παραγρ. 1 του άρθρου 10, του π.δ. 19/19-11-1932 και του άρθρου 7 παρ. 6, 7 και 8 του ν. 2741/1999 με τις οποίες αντικαταστάθηκαν οι παράγραφοι 1 και 2 του άρθ. 5 του π.δ. 94/1995 και καταργήθηκαν η παρ. 4 του άρθρ. 5, του άρθρ. 6 και η περίπτ.
γ της παρ. 1 του άρθρου 23 του π.δ. 34/1995 ορίστηκε δε ότι οι προηγούμενες παράγραφοι 6 και 7 του ίδιου άρθρου για τη δωδεκαετία των μισθώσεων εφαρμόζονται και στις υφιστάμενες κατά την έναρξη της ισχύος αυτού μισθώσεις. Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει το αναιρεσείον με τον πρώτο, λόγο του αναιρετηρίου, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθρ. 559 του ΚΠολΔ κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης.
Αλλά, και ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίον αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 του Κ.Πολ.Δ. με την εκδοχή ότι "εφ' όσον η αναιρεσίβλητη εκμισθώτρια ως συνεχίζουσα τη μίσθωση μετά το θάνατο της μητέρας της ουδέποτε εναντιώθηκε στη συνέχιση της μίσθωσης μετά τη λήξη του τριετούς συμβατικού χρόνου και εισέπραττε αδιαμαρτύρητα το καταβαλλόμενο μίσθωμα, ώστε παρατάθηκε σιωπηρά η μίσθωση και κατέστη αορίστου χρόνου λόγω της σιωπηράς αναμίσθωσης", κρίνεται αβάσιμοι (ο λόγος), γιατί στηρίζεται στην εσφαλμένη κατά νόμο προϋπόθεση, ότι στις μισθώσεις για τη στέγαση δημοσίων υπηρεσιών επιτρέπεται η σιωπηρά αναμίσθωση, όπως αναλυτικά αναφέρθηκε στη μείζονα νομική σκέψη της παρούσης παραγράφου.
Εξ άλλου, στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιλαμβάνεται η παραδοχή ότι ή ένδικη μίσθωση πράγματι παρατάθηκε και κατέστη αορίστου χρόνου στο πλαίσιο καταρτισθείσης συμβάσεως σιωπηρής αναμίσθωσης και επομένως ο δεύτερος λόγος αναίρεσης κατά το άλλο μέρος του με τον οποίον αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.
με την εκδοχή της ανύπαρκτης πιο πάνω παραδοχής το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης κρίνεται αβάσιμος, γιατί στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση. Τέλος ο ίδιος δεύτερος λόγος αναίρεσης κατά το τελευταίο μέρος του με το οποίο επιχειρείται να αποδοθεί στην προσβαλλόμενη αναιρετική πλημμέλεια, για αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες κρίνεται απαράδεκτος γιατί πρόκειται για προσβαλλόμενη απόφαση που εκδόθηκε επί εφέσεως κατά πρωτόδικης ειρηνοδικειακής επί της οποίας δεν ιδρύεται ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αλλά μόνο οι περιοριστικοί λόγοι του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ.
ΙΙ. Κατά το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου, που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε, κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, ή οι περιστάσεις που μεσολάβησαν, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνουν στην ανατροπή καταστάσεως που δημιουργήθηκε για πολύ χρόνο με το επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο.
Απαιτείται, δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από τη συμπεριφορά του δικαιούχου σε συνάρτηση με εκείνη του υπόχρεου, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υπόχρεο και η υπ' αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, που συνεπάγεται ιδιαιτέρως επαχθείς για τον ίδιο επιπτώσεις, να τελούν σε ουσιώδη σχέση με την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου.
Το ζήτημα δε, αν οι συνέπειες, που συνεπάγεται η άσκηση του δικαιώματος, είναι επαχθείς για τον υπόχρεο, πρέπει ν' αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν σε βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της ικανοποιήσεως του δικαιώματός του (ΑΠ 1217/2008). Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφαση απορρίφθηκε ο ισχυρισμός - ένσταση του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου που προβλήθηκε παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επαναφέρθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο που δίκασε ως Εφετείο με ειδικό λόγο της έφεσης του αναιρεσείοντος μετά την απόρριψή του από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με τις ακόλουθες επί της ουσίας ανέλεγκτης παραδοχές (σε συνδυασμό με εκείνες που προαναφέρθηκαν στην προηγούμενη παράγραφο, για την επί της ουσίας παραδοχή της αγωγής της αναιρεσίβλητης και την απόρριψη της έφεσης του αναιρεσείοντος, όσο είχαν σχέση με το γεγονός ότι η αναιρεσίβλητη εκμισθώτρια ως συνεχίζουσα τη μίσθωση στην οποία υπεισήλθε μετά το θάνατο της μητέρας της ανέχθηκε για μία πενταετία και πλέον από τη λήψη του συμβατικού χρόνου στις 15-10-2001, και μέχρι την επίδοση της ένδικης αγωγής στις 17-1-2006, την παραμονή του αναιρεσείοντα στη μισθωτική χρήση, παρά το γεγονός ότι το τελευταίο δεν προέβη σε καμμία δήλωση παράτασης της μίσθωσης αυτής). "Τέλος, η ένσταση του εναγομένου περί καταχρηστικής ασκήσεως του αγωγικού δικαιώματος, κρίνεται απορριπτέα ως αβάσιμη, καθόσον μόνη η έγερση τής υπό κρίση αγωγής για απόδοση του μισθίου δεν αποτελεί κατάχρηση δικαιώματος αφού αποτελεί νόμιμο δικαίωμά της, από το οποίο δεν παραιτήθηκε, ούτε αποδυναμώθηκε με το να δεχτεί την παράταση της μίσθωσης έως της άσκηση της υπό κρίση αγωγής, ενώ, τέλος, ουδόλως η άσκησή του υπερβαίνει, και μάλιστα κατά τρόπο προφανή, τα όρια που επιβάλλει η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και οι κοινωνικοοικονομικός σκοπός του δικαιώματος κυριότητάς της".
Το Εφετείο δε με το να απορρίψει με τις ανωτέρω σκέψεις τους αντίστοιχους λόγους της έφεσης του αναιρεσείοντος, κατά της ομοίως κρινάσας πρωτόδικης απόφασης, με την οποία απορρίφθηκε, η ένσταση του αναιρεσείοντος ως εναγομένου για καταχρηστική άσκηση της αγωγής εκ μέρους της αναιρεσίβλητης εκμισθώτριας, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε, την εφαρμοσθείσα, ως άνω, ουσιαστική διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ, καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά:
α) ότι η αναιρεσίβλητη εκμισθώτρια επέδειξε για μια πενταετία ανοχή στην παραμονή του αναιρεσείοντος στη χρήση του μισθίου μετά τη λήξη του συμβατικού χρόνου, β) ότι στο πλαίσιο της πιο πάνω ανοχής η αναιρεσίβλητη δεν παραιτήθηκε ποτέ ούτε εξεδήλωσε ποτέ τάσεις αποδοχής της αποδυναμώσεως του δικαιώματός της, γ) ότι δεν προέκυψε συμπεριφορά (λόγω της μη παραιτήσεως και μη αποδυναμώσεως) που θα μπορούσε να δημιουργήσει στο αναιρεσείον ευλόγως την πεποίθηση, ότι η αναιρεσίβλητη δικαιούχος δεν επρόκειτο να ασκήσει το ένδικο δικαίωμά της δεν πληρούν το πραγματικό της νομικής έννοιας της καταχρηστικής ασκήσεως και της αποδυναμώσεως του δικαιώματος της αναιρεσίβλητης και δεν δικαιολογούν την παραδοχή του λόγου της έφεσης του αναιρεσείοντος και της επαναφερόμενης με αυτόν ενστάσεως του (αναιρεσείοντος) από τη διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ.
Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει το αναιρεσείον με τον τρίτο λόγο του αναιρετηρίου, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθρ. 559 του ΚΠολΔ κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης. Τέλος, ο ίδιος λόγος αναίρεσης κατά το άλλο μέρος του, με το οποίο επιχειρείται να αποδοθεί στην προσβαλλόμενη αναιρετική πλημμέλεια για ανεπαρκείς, αντιφατικές αιτιολογίες κατά την απόρριψη του ίδιου ισχυρισμού του αναιρεσείοντος κρίνεται απαράδεκτος για τους ίδιους λόγους που εκτέθηκαν ήδη κατά την απόρριψη του παρόμοιου περιεχομένου δευτέρου λόγου της αναίρεσης. Επομένως πρέπει ν' απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της, και να καταδικασθεί το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, λόγω της ήττας του, όπως ορίζονται στο διατακτικό, μειωμένα όμως κατ' άρθρ. 22 ν. 3693/57, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 5 παρ. 12 του ν. 1738/1987.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 24-9-2008 αίτηση του αναιρεσείοντα Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ' αριθ. 72/2008 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηλείας.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Δεκεμβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Ιανουαρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ