16/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 1 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15 Νοεμβρίου 2001 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Ξάνθης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 85/2002 μη οριστική του ιδίου Δικαστηρίου, 3539/2003 του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης και 21153/2004 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 22 Οκτωβρίου 2004 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Λεοντής, ανέγνωσε την από 13 Δεκεμβρίου 2007 έκθεσή του με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Legislator headnote
AI generated16/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αρ. 1 ΠολΔ, εννοιολογικά ταυτόσιμη με εκείνη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, αν αυτός δεν εφαρμοσθεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα.
Full text
Απόφαση 16 / 2009 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 16/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε, Βασίλειο Φούκα και Νικόλαο Λεοντή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 1 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: Των 1) ..., 2) ...., 3) ...., 4) ...., 5) ....., 6) ......, 7)...., 8) ...., 9) .... 10) ..., όλων των ανωτέρω κατοίκων .... και 11) ...., οι ποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Μιχαήλ Τσαγκατάκη.
Της αναιρεσιβλήτου: Της εδρεύουσας στη Βιομηχανική περιοχή .... Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία " ΒΙΟS AGROSYSTEMS ABEE " ( ΒΙΟΣ ΑΓΚΡΟΣΥΣΤΕΜΣ ΑΕΕ ), νόμιμα εκπροσωπουμένης, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους Γεώργιο Σινανίδη και Χρύσα - Ηρώ Σινανίδου
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15 Νοεμβρίου 2001 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Ξάνθης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 85/2002 μη οριστική του ιδίου Δικαστηρίου, 3539/2003 του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης και 21153/2004 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 22 Οκτωβρίου 2004 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Λεοντής, ανέγνωσε την από 13 Δεκεμβρίου 2007 έκθεσή του με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη 3737/22-10-2004 αίτηση προσβάλλεται η 21153/27-8-2004 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων. Ειδικότερα, με το 391/16-11-2001 δικόγραφο υποκειμενικά σωρευόμενων αγωγών, που απευθύνοντο αρχικά στο Ειρηνοδικείο Ξάνθης, το οποίο με την 85/2002 απόφασή του κηρύχθηκε κατά τόπο αναρμόδιο και παρέπεμψε προς τούτο την υπόθεση στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης, εφέρετο προς διάγνωση αξίωση χρηματικής απαιτήσεως των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων από τη συνομολογηθείσα με την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη σύμβαση πωλήσεως, κατά μερική παραδοχή των οποίων εκδόθηκε η 3539/2003 απόφαση του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης.
Την εν λόγω απόφαση προσέβαλε η εναγομένη με την 379/11-6-2003 έφεση, κατ' αποδοχή της οποίας εκδόθηκε η 21153/27-8-2004 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία, μετά από εξαφάνιση της πρωτοβάθμιας αποφάσεως, απορρίφθηκαν οι αγωγές ως κατ' ουσίαν αβάσιμες. Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως εναντιώνονται οι ηττηθέντες εφεσίβλητοι-ενάγοντες με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως και με την έννοια αυτή ερευνάται στη συνέχεια.
Ειδικότερα, από τις συνδεδυασμένες διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ.1, 577 παρ.3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι στο έγγραφο της αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατό να διαπιστωθεί, αν και ποιο λόγο από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 560 ΚΠολΔ, προκειμένου για απόφαση του πρωτοδικείου που εκδόθηκε σε έφεση κατά αποφάσεως Ειρηνοδικείου, θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση, χωρίς η εντεύθεν αοριστία να μπορεί επιτρεπτώς να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αρ. 1 ΠολΔ, εννοιολογικά ταυτόσιμη με εκείνη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, αν αυτός δεν εφαρμοσθεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα.
Αντίστοιχα για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως για παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου από το δικαστήριο της ουσίας (ΚΠολΔ 560 αρ.1) πρέπει να καθορίζεται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου.
Αν δε το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση στην ουσία της, πρέπει να εκτίθενται και οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου (Ολ ΑΠ 20/2005). Και τούτο για τον λόγο ότι η ευδοκίμηση της αναιρέσεως εξαρτάται από την ορθότητα όχι του αιτιολογικού αλλά του διατακτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως (ΚΠολΔ 578), το τελευταίο δε συνάπτεται αιτιωδώς με τις ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου.
Επομένως η έκθεση των παραδοχών αυτών στο αναιρετήριο είναι αναγκαία προκειμένου να ελεγχθεί αν τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν της ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού καλύπτουν όλα τα στοιχεία του πραγματικού του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε, ώστε να αποβαίνει εφικτός ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, συνακόλουθα και ο έλεγχος του διατακτικού της αποφάσεως.
Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 513 ΑΚ, ουσιώδη στοιχεία της συμβάσεως πωλήσεως είναι το πράγμα (κινητό ή ακίνητο), το τίμημα και η συμφωνία των συμβαλλομένων περί μεταθέσεως της κυριότητας και πληρωμής του τιμήματος. Περαιτέρω, από το άρθρο 530 ΑΚ συνάγεται ότι, ως τίμημα μπορεί να ορισθεί, όχι μόνο ορισμένη ποσότητα χρημάτων, αλλά και η αγοραία ή Χρηματιστηριακή αξία του πωλουμένου, πράγμα σύνηθες στην περίπτωση κατά την οποία το αντικείμενο της πωλήσεως είναι προϊόν μελλούσης παραγωγής.
Ως αγοραία αξία λογίζεται η μέση τιμή αγοράς κατά τον χρόνο και στον τόπο της παροχής. Η εξουσία του δικαστηρίου της ουσίας για ύπαρξη κενού στην δικαιοπρακτική δήλωση βουλήσεως ή ασάφειας στην διατύπωση αυτής και για τον λόγο αυτό η προσφυγή στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ για τη συμπλήρωση του κενού ή την άρση της ασάφειας, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, εκτός αν, από όσα το δικαστήριο της ουσίας δέχεται, δεν διευκρινίζεται η θέση του στο ζήτημα αν υπάρχει ή όχι κενό ή ασάφεια στη δήλωση βουλήσεως, αφού από την καταφατική ή αποφατική απάντηση στο ζήτημα αυτό, εξαρτάται αν θα εφαρμοστούν ή όχι οι παραπάνω ερμηνευτικές διατάξεις.
Παραβιάζονται ομοίως οι διατάξεις των άρθρων αυτών στην περίπτωση που το δικαστήριο της ουσίας, παρά την διαπίστωση, έστω και έμμεση, κενού ή αμφιβολίας για την έννοια της δικαιοπραξίας, είτε παραλείπει να προσφύγει σε αυτές για να διαπιστώσει την αληθινή βούληση των δικαιοπρακτησάντων ή δεν παραθέτει πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή των διατάξεων αυτών, είτε προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους.
Τέλος, το άρθρο 2 παρ.5 του ν. 2251/1994, κατά τους ορισμούς του οποίου κατά την ερμηνεία των γενικών όρων των συναλλαγών, δηλαδή των όρων που έχουν διατυπωθεί εκ των προτέρων για απροσδιόριστο αριθμό μελλοντικών συμβάσεων, λαμβάνεται υπόψη η ανάγκη προστασίας του καταναλωτικού κοινού, (προϋποθέτει ότι η ερμηνευτική σύμβαση αφορά καταναλωτή και ως τέτοιος νοείται κάθε πρόσωπο που είναι τελικός αποδέκτης του προϊόντος, άσχετα αν η χρήση για την οποία προορίζεται είναι προσωπική ή επαγγελματική.
Κατά τις ενδιαφέρουσες ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως: " Η εναγομένη ανώνυμη εταιρία εμπορεύεται στην Ελλάδα τη σποροπαραγωγή σιτηρών. Τον Οκτώβριο του έτους 2000 στο ... οι ενάγοντες συμφώνησαν με την εναγομένη να προμηθευτούν από αυτήν τον σπόρο σίτου ποικιλίας ΑRACEΝΑ ή ΜΕΧΑ ή SΙΜΕΤΟ ή ΙLLΟRΑ, με την υποχρέωση να τον καλλιεργήσουν με δική τους φροντίδα και έξοδα στα αγροτεμάχια που δήλωσαν ως κατάλληλα για τη συγκεκριμένη σποροκαλλιέργεια και στη συνέχεια να πωλήσουν στην εναγομένη ολόκληρη την κατάλληλη ποσότητα σπόρου σποράς που θα παράγουν.
Οι όροι της συμφωνίας αναγράφηκαν στα προσκομιζόμενα ιδιωτικά συμφωνητικά σποροπαραγωγής σιτηρών. Σχετικά με το καταβλητέο τίμημα οι διάδικοι ρητά συμφώνησαν ότι η τιμή ανά κιλό που η εναγομένη εταιρία θα αγοράσει την κατάλληλη ποσότητα σπόρου ορίζεται στις 55 δραχμές το κιλό. Αν όμως κατά την εποχή της παράδοσης η μέση τιμή αγοράς του σκληρού σίτου από την τοπική ΕΑΣ είναι μεγαλύτερη από 46 δραχμές το κιλό, τότε η εναγομένη θα αγοράσει το παραγόμενο προϊόν με βάση την τιμή αυτή (τιμή ΕΑΣ) προσαυξημένη κατά 20% και η εξόφληση της αξίας του θα γίνει μέχρι 31-8-2001 (βλ 7° όρο των ιδιωτικών συμφωνητικών).
Σε εκτέλεση της συμφωνίας οι ενάγοντες καλλιέργησαν τις ποσότητες σπόρου σίτου που παρέλαβε ο καθένας από την εναγομένη και από τον Ιούνιο του έτους 2001 άρχισαν να παραδίδουν σταδιακά το προϊόν που παρήγαγαν. Η εναγομένη παρέλαβε το προϊόν και πλήρωσε τους ενάγοντες με τιμή 55 δραχμές το κιλό και επί πλέον κατέβαλε οικειοθελώς 2 δραχμές, δηλαδή συνολικά κατέβαλε στον καθένα 57 δραχμές το κιλό.
Σύμφωνα με το με τον προαναφερόμενο 7° όρο των ιδιωτικών συμφωνητικών η τιμή συμφωνήθηκε σε 55 δραχμές το κιλό και μόνο στην περίπτωση που κατά την εποχή της παράδοσης η μέση τιμή αγοράς του σκληρού σίτου από την Ένωσης Αγροτικών Συνεταιρισμών ... είναι μεγαλύτερη από 46 δραχμές το κιλό τότε η εναγομένη όφειλε να αγοράσει το προϊόν με βάση την τιμή της ΕΑΣ προσαυξημένη κατά 20%.
Από τη γραμματική διατύπωση του όρου αυτού των συμβάσεων προκύπτει ότι για τον προσδιορισμό του καταβλητέου τιμήματος πρέπει να ληφθούν υπόψη, αφενός η εποχή παράδοσης του παραχθέντος προϊόντος και αφετέρου η μέση τιμή αγοράς του σκληρού σίτου που είχε ορίσει η τοπική ΕΑΣ και πλήρωνε τους παραγωγούς κατά την εποχή αυτή.
Ως εποχή παράδοσης νοείται η χρονική περίοδος κατά την οποία λαμβάνει χώρα η εκπλήρωση της παροχής, δηλαδή το χρονικό διάστημα που μεσολαβεί από την πρώτη έως την τελευταία παράδοση του παραχθέντος προϊόντος. Όλοι οι ενάγοντες, όπως παραπάνω αναφέρεται και προκύπτει από τα προσκομιζόμενα δελτία αποστολής σε συνδυασμό με τις μαρτυρικές καταθέσεις, παρέδοσαν στην εναγομένη το προϊόν που παρήγαγαν κατά το χρονικό διάστημα από 16/6/-2/7/2001 και συνεπώς αυτό αποτελεί το χρονικό πλαίσιο εκπλήρωσης της παροχής τους.
Στο κρίσιμο αυτό χρονικό διάστημα ίσχυσαν δύο τιμές με βάση τις οποίες η ένωση αγροτικών συνεταιρισμών .... πλήρωνε τους παραγωγούς σκληρού σίτου, η μία τιμή ήταν 41 δραχμές το κιλό που ίσχυσε από 15/- 26/6/2001 και η άλλη τιμή ήταν 46 δραχμές το κιλό που ίσχυσε από 27/67-1 9/7/2001 και μεταγενέστερα η τιμή διαμορφώθηκε σε 56 δραχμές το κιλό (βλ.
προσκομιζόμενη με αριθμό 7/8-1-2003 βεβαίωση της τοπικής ΕΑΣ από την οποία προκύπτει ότι η τιμή αγοράς του σκληρού σίτου την οποία κατέβαλε από 27/6/2001 έως 19/7/2001 ανερχόταν σε 46 δραχμές το κιλό και ότι στις 20-7-2001 μετά από απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου εξέδωσε τελικές εκκαθαρίσεις με τελική τιμή παραγωγού 56 δραχμές το κιλό).
Επομένως ο μέσος όρος των τιμών που ίσχυαν κατά την κρίσιμη περίοδο εκπλήρωσης της παροχής ήταν 43,5 δραχμές το κιλό (41+46=87:2=43,5). Εφόσον λοιπόν η μέση τιμή αγοράς του σκληρού σίτου από την ένωση αγροτικών συνεταιρισμών ... δεν ξεπερνούσε τις 46 δραχμές το κιλό, πρέπει να εφαρμοσθεί το εδάφιο α' του άρθρου 7 ταξιδιωτικών συμφωνητικών, σύμφωνα με το οποίο το τίμημα που πρέπει να καταβληθεί στους ενάγοντες ανέρχεται σε 55 δραχμές το κιλό, το οποίο πλήρωσε η εναγομένη και εξόφλησε την οφειλή της, χωρίς να παραβιάζει τα συμφωνηθέντα καταβάλλοντος επί πλέον οικειοθελώς και άλλες 2 δραχμές.
Με βάση όσα παραπάνω έχουν εκτεθεί η τιμή αγοράς του σπόρου σίτου κατά τον χρόνο εκπλήρωσης της παροχής ανερχόταν σε 55 δραχμές το κιλό, όπως προκύπτει από τη γραμματική διατύπωση του όρου 7 των επίδικων συμβάσεων, χωρίς να καταλείπεται καμμία αμφιβολία για το περιεχόμενο των δηλώσεων βούλησης των συμβαλλομένων μερών και δεν συντρέχει λόγος ερμηνείας του συμβατικού αυτού όρου και εφαρμογής των άρθρων 173 και 200 ΑΚ.
Σύμφωνα με όσα παραπάνω αναφέρονται ο έβδομος όρος των επίδικων συμβάσεων ήταν σαφής και δεν έπρεπε να τύχει ερμηνείας". Με τους διατυπούμενους κατά σειρά λόγους αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη δι' αυτής απόφαση, με αναφορά στο άρθρο 560 αρ.1 ΚΠολΔ, ευθεία παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 530, 371, 173, 200 ΑΚ, 2 παρ.5, 10 του ν. 2551/1994, με την έννοια ότι τα γενόμενα από εκείνη πραγματικά περιστατικά δεν δικαιολογούσαν την εφαρμογή του άρθρου 530 ΑΚ, αλλά των λοιπών μνημονευομένων διατάξεων (1ος λόγος) και παράλληλα, χωρίς επικουρικότητα, κατά τρόπο αντιφατικό, εσφαλμένη εφαρμογή των άρθρων 173 και 200 ΑΚ (2ος λόγος) και 530 ΑΚ (3ος λόγος).
Ενώ όμως εκτίθενται στο αναιρετήριο το ιστορικό της υποθέσεως και οι απόψεις των αναιρεσειόντων για την έννοια των διατάξεων που φέρονται ότι παραβιάσθηκαν και η καταληκτική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, δεν παρατίθενται με σαφήνεια και πληρότητα, αλλά εντελώς σποραδικά και αποσπασματικά, οι συγκεκριμένες ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου, δηλαδή τα γενόμενα από αυτό δεκτά πραγματικά περιστατικά, με βάση τα οποία κατέληξε στη νομική του κρίση για την συνδρομή των όρων των διατάξεων που εφάρμοσε.
Έτσι όμως δεν μπορεί να ελεγχθεί η ορθότητα η μη του διατακτικού της αποφάσεως από την άποψη της ευθείας παραβιάσεως των παραπάνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου, με άμεση δικονομική συνέπεια οι λόγοι αυτοί αναιρέσεως να αξιολογούνται προεχόντως ως αόριστοι και άρα απαράδεκτοι, σε κάθε δε περίπτωση να ελέγχονται ως αβάσιμοι.
Ειδικότερα, με βάση τις διαφεύγουσες τον αναιρετικό έλεγχο ουσιαστικές παραδοχές της, κατ' ορθή εφαρμογή του άρθρου 530 ΑΚ απέρριψε την αγωγή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, το πραγματικό του οποίου αποκλείει την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 371 ΑΚ, που προϋποθέτει τον προσδιορισμό του μη ορισθέντος τιμήματος πωλήσεως σε ένα από τους συμβαλλομένους ή τρίτο, όπως δεν συντρέχει στο πρόσωπο των αναιρεσειόντων η ιδιότητα του καταναλωτή, προϋπόθεση για την εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 2 παρ. 5, 10 του ν. 2551/1994.
Τέλος, με βάση τις ανέλεγκτες ουσιαστικές αυτές παραδοχές της αποφάσεως δικαιολογείται η εκτίμηση ότι το δικαστήριο της ουσίας ανελέγκτως αποκλείει την ύπαρξη κενού ή ασάφειας ως προς το περιεχόμενο της συνδέουσας τους διαδίκους συμβάσεως και ιδία του εβδόμου όρου αυτής, στον οποίο αποκλειστικά και μόνο στήριξε την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση της, με ρητό αποκλεισμό της ανάγκης προσφυγής στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, χωρίς παράλληλα να καταλείπονται περιθώρια διαπιστώσεως έστω και έμμεσα, κενού ή αμφιβολίας ώστε παρίσταται ανάγκη ερμηνείας του.
Συνακόλουθα αυτών πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, με παράλληλη καταδίκη των αναιρεσειόντων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, τα οποία ορίζει στο ποσό των 1,800,00 ευρώ (ΚΠολΔ 183).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την 3737/22-10-2004 αίτηση για αναίρεση της 21153/27-8-2004 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800,00) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Δεκεμβρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Ιανουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ