Legislator Case Law & Legislation
16/2008 AI generated

16/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 16/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Μαϊου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

16/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά το άρθρο 904 εδ. α’ ΑΚ, όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια, ενώ κατά το εδ. β’ της ίδιας διάταξης η υποχρέωση αυτή γεννιέται ιδίως σε περίπτωση παροχής αχρεώστητης ή παροχής για αιτία που δεν επακολούθησε ή έληξε ή αιτία παράνομη ή ανήθικη.

Keywords

AI generated
bank guarantee claim event formal demand for payment bank charges institution called upon to act traveller's cheque special scheme for travel agents
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 16 / 2008 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 16/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου και του αρχαιοτέρου του Αρεοπαγίτη), Ρένα Ασημακοπούλου, Χαράλαμπο Ζώη, Αθανάσιο Κουτρομάνο και Ιωάννη Παπουτσή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Μαϊου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΓΙΩΤΗΣ ΤΟURS-ΠΡΑΚΤΟΡΕΙΟ ΓΕΝΙΚΟΥ ΤΟΥΡΙΣΜΟΥ ΑΕ" που εδρεύει στην Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Αντωνόπουλο.

Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης τραπεζιτικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΜΠΑΝΚ ΑΕ" με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΙΣΤΕΩΣ ΑΕ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Κανέλλια.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-3-2001 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1857/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 2851/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 16-8-2004 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Κουτρομάνος ανέγνωσε την από 4-1-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι δεύτερος, τρίτος και πέμπτος λόγοι αναιρέσεως και να απορριφθούν οι λοιποί. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Οι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναίρεσης από τον αρ. 1 της ΚΠολΔ 559 με τους οποίους η αναιρεσείουσα αιτιάται το Εφετείο, ότι με την προσβαλλόμενη απόφασή του και ειδικότερα με τις εκτιθέμενες στο αναιρετήριο παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασής του παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 458, 462 και 463 του ΑΚ και έτσι απέρριψε την κύρια βάση της αγωγής της αναιρεσείουσας εδραζομένη επί των περί αδικοπραξιών διατάξεων του ΑΚ, είναι αβάσιμοι, κατά την κρατήσασα στο Δικαστήριο γνώμη ως προς τον δεύτερο αναιρετικό λόγο, ως στηριζόμενοι σε αναληθή προϋπόθεση, αφού το Εφετείο, όπως σαφώς προκύπτει από τις παραδοχές του απέρριψε την εν λόγω κύρια αγωγική βάση όχι ερμηνεύοντας ή εφαρμόζοντας τις ΑΚ 458, 462 και 463, αλλά γιατί έκρινε, κατά την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, ότι εν προκειμένω δεν αποδείχθηκε υπαιτιότητα της εναγομένης, σύμφωνα με τις ΑΚ 914, 919 και 330, και συγκεκριμένα διότι δεν αποδείχθηκε, ότι η εναγομένη δολίως και με συμπεριφορά αντίθετη προς τα χρηστά ήθη, προέβη στην είσπραξη του ποσού της επίμαχης εγγυητικής επιστολής από την Εμπορική Τράπεζα και ακόμη πως δεν μπορούσε η εναγομένη να κρίνει εάν η εκχωρήτρια εταιρεία .......

δεν είχε εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της και ότι αντίθετα η ενάγουσα είχε εκπληρώσει τις συμβατικές υποχρεώσεις της προς την εν λόγω εκχωρήτρια και, επικείμενου του χρόνου λήξης ισχύος της εγγυητικής επιστολής, να απόσχει από το αίτημα καταπτώσεώς της, εκ της οποίας τελικά κατάπτωση δεν επιμαρτυρεί συμπεριφορά της εναγούσης αντίθετη με τα χρηστά ήθη, με το ενδεχόμενο πρόκλησης ζημίας στην ενάγουσα.

Σύμφωνα μάλιστα με τις άνω παραδοχές, αλλά και τις λοιπές της αναιρεσιβαλλομένης προκύπτει ότι το Εφετείο δεν δέχθηκε ότι "ο λόγω εκχωρήσεως δικαιούχος των απαιτήσεων που απορρέουν από μια εγγυητική επιστολή δεν υποχρεούται, πριν ζητήσει την κατάπτωση της εγγυητικής επιστολής, να ελέγξει την συνδρομή ή όχι των προϋποθέσεων καταπτώσεως της εγγυητικής επιστολής" ούτε ασχολήθηκε, αλλ’ ούτε έπρεπε να ασχοληθεί περί του "αν είναι νόμω δυνατή η κεχωρισμένη εκχώρηση των απαιτήσεων εκ της εγγυητικής επιστολής από τις απαιτήσεις εκ της βασικής σχέσεως" τα δε περί του αντιθέτου υποστηριζόμενα από την αναιρεσείουσα στους άνω δύο πρώτους λόγους αναίρεσης είναι αβάσιμα (ως προς τον δεύτερο λόγο πάντοτε κατά την πλειοψηφήσασα στο Δικαστήριο τούτο γνώμη) ως στηριζόμενα σε αναληθείς προϋποθέσεις.

Επίσης, κατά την κρατήσασα στο Δικαστήριο τούτο γνώμη, και ο τρίτος λόγος αναίρεσης, από τον αριθμό 19 της ΚΠολΔ 559, με τον οποίο η αναιρεσείουσα μέμφεται το Εφετείο, διότι επί του κρίσιμου ζητήματος της συνδρομής ή όχι των τασσομένων από τα άρθρα 914 και 919 ΑΚ προϋποθέσεων για αποζημίωσή της (ενάγουσας) από την εναγομένη λόγω της αδικοπρακτικής της τελευταίας ευθύνης, συνισταμένης στην πρόκληση σ’ αυτήν (ενάγουσα) δολίως ζημίας κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη και συγκεκριμένα επί του ζητήματος εάν η εναγομένη γνώριζε ή όχι ότι η επίμαχη εγγυητική επιστολή εκδόθηκε από την Εμπορική Τράπεζα κατόπιν αιτήσεώς της (εναγούσης) προκειμένου να εκχωρηθεί από την αντισυμβαλλομένη (της ενάγουσας) στην αεροπορική εταιρεία AXON AIRLINES για την πώληση 5.000 αεροπορικών θέσεων, το Εφετείο έχει αντιφατικές παραδοχές, όπως εκτίθενται αυτές (παραδοχές), είναι αβάσιμος.

Πράγματι, από τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, στις οποίες περιλαμβάνονται και οι αναφερόμενες στο λόγο αυτό, προκύπτει σαφώς, ότι το Εφετείο δέχθηκε, κατά τρόπο σαφή, πλήρη και χωρίς αντιφάσεις, ανυπαρξία σχετικώς υπαιτιότητας στο πρόσωπο της εναγομένης και συγκεκριμένα ότι η αναιρεσίβλητη, κατά την είσπραξη του ποσού της επίμαχης εγγυητικής επιστολής, ούτε γνώριζε ούτε μπορούσε να γνωρίζει τους όρους της σύμβασης μεταξύ τρίτων, ήτοι μεταξύ ενάγουσας και της εταιρείας με την επωνυμία ".........

Ο.Ε. Γραφείο Γενικού Τουρισμού -........." και τον διακριτικό τίτλο ".........", ούτε εάν και ποιός των ανωτέρω συμβαλλομένων είχε παραβιάσει τις έναντι του άλλου συμβατικές του υποχρεώσει. Ο τέταρτος λόγος αναίρεσης, από τον αριθμό 8 (όχι και 14) της ΚΠολΔ 559, με τον οποίο πλήττεται η παραδοχή της αναιρεσιβαλλομένης περί του ότι "είναι συνήθης συναλλακτική πρακτική η δανειοδοτούσα Τράπεζα να απαιτεί και να δέχεται ασφάλειες για τη χορήγηση πιστώσεων και δεν συνιστά επιβαλλόμενη από τα χρηστά ήθη συμπεριφορά, να αξιώνει να πληροφορηθεί από την εκχωρήτρια της εγγυητικής επιστολής την αιτία εκδόσεως αυτής και την υποκείμενη σχέση μεταξύ αυτής και της υπέρ εκδόθηκε αυτή εναγούσης", και συγκεκριμένα γιατί το Εφετείο δέχθηκε "πράγματα" μη προταθέντα, είναι απαράδεκτος, διότι η άνω παραδοχή δεν αποτελεί "πράγμα" κατά την έννοια του αρ. 8 της ΚΠολΔ 559, αλλά επιχείρημα που συνήγαγε το Εφετείο από τα διδάγματα της κοινής πείρας προς εκτίμηση των αποδείξεων.

Ακόμη, κατά τη γνώμη που επικράτησε στο Δικαστήριο τούτο, ο πέμπτος λόγος αναίρεσης, από τον αρ. 8 της ΚΠολΔ 559, με τον οποίο η αναιρεσείουσα μέμφεται το Εφετείο, γιατί δεν έλαβε υπόψη αγωγικό ισχυρισμό και συγκεκριμένα ότι μεταξύ ενάγουσας και της εταιρείας ...... συμφωνήθηκε η εκχώρηση της απαιτήεως από την επίμαχη εγγυητική επιστολή μόνον προς την AXON AIRLINES και ότι η εναγομένη γνώριζε άλλως υπαιτίως αγνοούσε τον συμβατικό αυτόν όρο, είναι αβάσιμος, αφού, όπως σαφώς συνάγεται από τις παραδοχές του Εφετείου, το Δικαστήριο εκείνο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό αυτό και τον απέρριψε στην ουσία του, διότι δέχθηκε ότι η εναγομένη και αναιρεσίβλητη ούτε γνώριζε ούτε μπορούσε να γνωρίζει τα μεταξύ της ενάγουσας και της εταιρείας .......

συμφωνηθέντα, ήτοι ότι δεν αποδείχθηκε, εν προκειμένω, γνώση ή υπαίτια άγνοια της εναγομένης. Περαιτέρω, ο έκτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο πλήττεται η αναιρεσιβαλλομένη για πλημμέλεια, από τον αριθμό 19 της ΚΠολΔ 559 (έλλειψη αιτιολογίας) όσον αφορά το μέρος της περί απόρριψης της επικουρικής αγωγικής βάσης εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού ως μη νόμιμης, είναι απαράδεκτος, αφού το Εφετείο δεν ερεύνησε την ουσία της εν λόγω επικουρικής βάσης, αλλά την απέρριψε για τυπικό λόγο.

Κατά το άρθρο 904 εδ. α’ ΑΚ, όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια, ενώ κατά το εδ. β’ της ίδιας διάταξης η υποχρέωση αυτή γεννιέται ιδίως σε περίπτωση παροχής αχρεώστητης ή παροχής για αιτία που δεν επακολούθησε ή έληξε ή αιτία παράνομη ή ανήθικη.

Κατά την άνω διάταξη προϋποθέσεις αξίωσης αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι : α) ο πλουτισμός του υποχρέου, β) επέλευση του πλουτισμού από την περιουσία ή με ζημία του άλλου γ) αιτιώδεις συνάφεια μεταξύ πλουτισμού και ζημίας και δ) έλλειψη νόμιμης αιτίας. Δεν αποκλείεται, όμως, να υπάρχει περίπτωση πλουτισμού και όταν η περιουσιακή ωφέλεια του λήπτη δεν προέρχεται μεν από την περιουσία του δότη, αλλά με τη λήψη επέρχεται (ο πλουτισμός) με ζημία τρίτου, με τη μορφή της δημιουργίας απαίτησης του δότη κατά του τρίτου προς αναζήτηση εκείνου που κατέβαλε ο δότης στον λήπτη και έτσι δημιουργείται παθητικό στην περιουσία του τρίτου, το οποίο συμβαίνει και όταν ο παρεμβληθείς δια της περιουσίας του δότης ενήργησε όχι για δικό του λογαριασμό, αλλά κατ’ εντολήν του τρίτου εντολέως του και κατά τα μεταξύ του δότη (εντολοδόχου) και του τρίτου (εντολέως) συμφωνηθέντα ο δότης δικαιούται να αναζητήσει τα στον λήπτη καταβληθέντα, κατά τη σύμβαση εντολής, από τον τρίτο.

Επίσης, από το άρθρο 904 ΑΚ προκύπτει ότι η αγωγή του αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι επιβοηθητικής ουσιαστικά φύσεως και μπορεί να ασκηθεί μόνον όταν λείπουν οι προϋποθέσεις της αγωγής από την σύμβαση ή την αδικοπραξία, εκτός αν θεμελιώνεται σε πραγματικά περιστατικά διαφορετικά ή πρόσθετα από εκείνα στα οποία στηρίζεται η αγωγή από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία και υπό την ενδοδιαδικαστική αίρεση (επικουρικώς), της απόρριψης της κύριας βάσης της αγωγής, από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία. (ΑΠ 104/2003, ΑΠ 1773/2007).

Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 448, 455, 458, 460, 462 και 463 ΑΚ, συνδυαζόμενες και προς εκείνες των άρθρων 200 και 288 του ίδιου Κώδικα, σαφώς συνάγεται, ότι ο εκδοχέας γίνεται, από και δια της αναγγελίας της εκχώρησης, κύριος της εκχωρηθείσας απαίτησης, με όλα τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα που συνδέονται αναπόσπαστα με τη φύση της απαίτησης, χωρίς βελτίωση ή χειροτέρευση της προηγούμενης νομικής θέσης του οφειλέτη (ΑΠ 937/2005).

Ακόμη, η δημιουργούμενη με την έκδοση της εγγυητικής επιστολής τριμερής σχέση μεταξύ του οφειλέτη, του εγγυητή και του δανειστή, αποτελεί ιδιόμορφη σύμβαση που καταρτίζεται στο πλαίσιο της ελευθερίας των συμβάσεων (ΑΚ 361) και διέπεται από τις διατάξεις των άρθρων 847 επ. ΑΚ, εφόσον οι διατάξεις για την εγγύηση συμβιβάζονται με την εν λόγω σχέση.

Με τη σύμβαση αυτή ο εγγυητής αναλαμβάνει την υποχρέωση έναντι του δανειστή να του καταβάλει οφειλή τρίτου, λόγω δε του ενδοτικού χαρακτήρα των περί εγγυήσεως διατάξεων δεν αποκλείεται να περιληφθεί στη σύμβαση ρήτρα, κατά την οποία ο εγγυητής θα καταβάλει το ποσό της εγγυήσεως σε πρώτη ζήτηση ή με άλλη ειδοποίηση ή δήλωση, χωρίς να έχει τη δυνατότητα να ελέγξει το υπαρκτό και το νόμιμο του χρέους και να προβάλει την ένσταση διζήσεως.

Η εγγυητική επιστολή είναι εξασφαλιστική της βασικής σχέσεως που συνδέει τον οφειλέτη και τον δανειστή και, συνεπώς, όταν η κύρια οφειλή αποσβεσθεί, ελευθερώνεται και ο εγγυητής, εκτός αν η απόσβεση επήλθε από δικό του πταίσμα (ΑΚ 864) ΑΠ 983/1999. Η δικαστική δε ή εξώδικη επιδίωξη του δανειστή (ή του προσώπου που υποκαθίσταται νομίμως στη θέση αυτού, όπως π.χ.

κατόπιν εκχωρήσεως) να εισπράξει το ποσό της εγγυήσεως -εγγυητικής επιστολής έχει ενιαία ιστορική και νομική βάση με αντίστοιχη απαίτηση αυτού κατά του οφειλέτη από την μεταξύ τους έννομη σχέση (ΑΠ 1667/1995). Έτσι εξασφαλίζεται ο δανειστής εκείνος προς τον οποίο απευθύνεται η εγγυητική επιστολή, με ρήτρα πληρωμής "σε πρώτη ζήτηση" ή "απλή ειδοποίηση" -που συνήθως εκδίδεται με την μεσολάβηση Τράπεζας- στην άμεση απόλαυση του ποσού αυτής, αφού η Τράπεζα που ανέλαβε πλέον την υποχρέωση να πληρώσει σε πρώτη ζήτηση ή με απλή ειδοποίηση ή δήλωση, δεν μπορεί να αρνηθεί την καταβολή του ποσού της εγγυητικής επιστολής προς τον δανειστή, επικαλούμενη ανυπαρξία ή πλημμέλεια της βασικής σχέσης ή ακόμη και να αμφισβητήσει τον λόγο κατάπτωσης της εγγυητικής επιστολής, πολύ δε περισσότερο να αντιτάξει από την σχέση καλύψεως ενστάσεις του εντολέα της πρωτοφειλέτη, χωρίς βεβαίως να αποκλείεται η απόκρουση της πληρωμής από την εγγυήτρια Τράπεζα με την προβολή ένστασης από την ΑΚ 281, ούτε αποκλείεται η μεταγενέστερη εκ μέρους του υπέρ ου η επιστολή, πρωτοφειλέτη και εντολέως, αναζήτηση του καταβληθέντος ποσού από τον λαβόντα τούτο δανειστή ή τον διάδοχο του τελευταίου, εάν ήθελε κριθεί ότι δεν συνέτρεχαν οι όροι της καταπτώσεως, κατά της περί αδικοπραξιών διατάξεις του ΑΚ και αν δεν υπάρχει ή δεν αποδεικνύεται αδικοπραξία κατά τις διατάξεις ου αδικαιολόγητου πλουτισμού των άρθρων 904 επ.

ΑΚ, σύμφωνα και με τις αναλυτικά αμέσως προεκτιθέμενες νομικές σκέψεις. Στην προκειμένη περίπτωση η ενάγουσα με την κρινόμενη αγωγή της εκθέτει τα ακόλουθα : Μεταξύ αυτής και της εταιρείας "...... ΟΕ Γραφείο Γενικού Τουρισμού ......." καταρτίσθηκαν το έτος 1999 τρεις έγγραφες συμβάσεις με τις οποίες συμφωνήθηκε ότι θα προμηθεύετο η ενάγουσα έναντι του αναφερομένου ως συμφωνημένου τιμήματος από την ως άνω εταιρεία αεροπορικές θέσεις και ξενοδοχειακές κλίνες, τις οποίες θα μεταπωλούσε κατόπιν (η ενάγουσα) σε μαθητές σχολείων, με σκοπό την πραγματοποίηση σχολικών εκδρομών κατά το μήνα Απρίλιο 2000.

Η ενάγουσα για την εξασφάλιση της αντισυμβαλλομένης της, όσον αφορά την εξόφληση εκ μέρους της του οφειλομένου για τη ναύλωση των αεροπορικών θέσεων (αντίτιμο εισιτηρίων), χρηματικού ποσού, χορήγησε στην αντισυμβαλλομένη της, κατά τα συμφωνηθέντα μεταξύ τους, μια εγγυητική επιστολή από 3.9.1999, με τη ρήτρα σε πρώτη ζήτηση ή με απλή ειδοποίηση ή δήλωση, εκδόσεως της Εμπορικής Τράπεζας ποσού 50.000.000 δραχμών.

Επί του σώματος αυτής ρητά αναγράφηκε η ανωτέρω αιτία εκδόσεώς της, και η ισχύς της μέχρι την 30-5-2000. Ακολούθως, η ανωτέρω λήπτρια της εγγυητικής επιστολής μία ημέρα πριν από τη λήξη της συμφωνηθείσας για την εκπλήρωση των συμβατικών της υποχρεώσεων προθεσμίας, προχώρησε στην ενεχυρίαση αυτής στην εναγόμενη Τράπεζας ALPHA BANK (την 10-9-1999(, εκχωρήσασα στην τελευταία κάθε δικαίωμα που θα απέρρεε από αυτή, προς εξασφάλιση οποιασδήποτε απαιτήσεως της εναγομένης Τράπεζας, η οποία τυχόν θα προέκυπτε από την μεταξύ τους (εκχωρήτρια κα εκδοχέως) υπ’ αριθμ. .......

σύμβαση πίστωσης αλληλόχρεου λογαριασμού. Η εναγομένη, όμως, παρότι γνώριζε από το ίδιο το σώμα της εγγυητικής επιστολής, άλλως υπαιτίως αγνοούσε, την αιτία εκδόσεως αυτής και επί πλέον ότι δεν συνέτρεχαν οι ουσιαστικοί λόγοι κατάπτωσής της, προεχόντως γιατί είχε αποσβεσθεί με καταβολή εγκαίρως εκ μέρους της ενάγουσας, κατά τα συμφωνημένα, η συμβατική απαίτηση της άνω εταιρείας "........" κατά της ενάγουσας, προς εξασφάλιση της οποίας είχεν εκδοθεί (εγγυητικώς) η άνω εγγυητική επιστολή, αξίωσε με δήλωσή της και πέτυχε την είσπραξή της, ήτοι εισέπραξε το ποσό των δραχμών 50.000.000 από την εγγυήτρια και εκδότρια Εμπορική Τράπεζα την 2.6.2000, επιδιώκοντας, άλλως αποδεχόμενη, την πρόκληση ζημίας της ενάγουσας, ίσης με το ποσόν της εγγυητικής επιστολής (δρχ. 50.000.000).

Ότι από την ανωτέρω αντίθετη στα χρηστά ήθη και με πρόθεση βλάβης άλλως υπαίτια εξ αμελίας συμπεριφορά της εναγομένης ζημιώθηκε κατά το ποσό των δραχμών 50.000.000 και υπέστη ηθική βλάβη, καθόσον μειώθηκε η εμπορική της πίστη. Ότι, άλλως, και αν κριθεί ότι η εναγομένη δεν υπέχει ευθύνη εξ αδικοπραξίας, λόγω ανυπαρξίας υπαιτιότητάς της, αυτή, στην προκειμένη περίπτωση, δια της κατά α άνω δηλώσεώς της πέτυχε να εισπράξει από την εγγυήτρια Τράπεζα το ποσό των 50.000.000 δραχμών για την ικανοποίηση (εγγυητικά) ανύπαρκτης απαίτησής της εναντίον της ενάγουσας, αφού, όπως προεκτίθεται παραπάνω στο ίδιο δικόγραφο, μηδεμία απαίτηση της εκχωρήτριας -και κατ’ επέκταση της εκδοχέως εναγομένης- υπήρχε κατά την εν λόγω είσπραξη της επίμαχης εγγυητικής επιστολής κατά της ενάγουσας, εξασφαλιζόμενη δια της αυτής εγγυητικής επιστολής.

Η ικανοποίηση της ανύπαρκτης αυτής απαίτησης της εκχωρήτριας (και κατά συνέπεια και της εναγομένης) η αχρεώστητη, δηλαδή, είσπραξη από αυτήν του ποσού των 50.000.000 δραχμών, εγένετο επί ζημία της περιουσίας της ενάγουσας, αφού συνεπεία της αχρεώστητης αυτής είσπραξης η ενάγουσα, ως εντολέας, υποχρεούται να αποδώσει το ποσό αυτό προς την καταβαλούσα τούτο (για λογαριασμό της ενάγουσας) στην εναγομένη, "Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε.", που ενήργησε εν προκειμένω ως εντολοδόχος της ενάγουσας και κατά τη μεταξύ τους σύμβαση εντολής.

Και ότι έτσι η εναγομένη έγινε αδικαιολογήτως πλουσιώτερη κατά το άνω ποσό των δραχμών 50.000.000 επί ζημία της ενάγουσας. Ακολούθως, η ενάγουσα διώκει να υποχρεωθεί η εναγομένη, ως εξ αδικοπραξίας ευθυνομένη, να καταβάλει στην "Εμπορική Τράπεζα Α.Ε." το ποσό των δρχ. 50.000.000 (στα πλαίσια μιας αυτούσιας αποκατάστασης της ζημίας) άλλως στην ίδια (ενάγουσα) το ποσόν αυτό, νομιμοτόκως από 2.6.2000 μέχρις εξοφλήσεως και επί πλέον το ποσό των δραχμών 100.000.000 για χρηματική ικανοποίηση της ηθικής της βλάβης, νομιμοτόκως από της επιδόσεως της αγωγής.

Άλλως και επικουρικώς να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει, κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, το ποσό των δραχμών 50.000.000, νομιμοτόκως από της 2.6.2000, κατ’ άρθρον 911 παρ. 1 ΑΚ, επειδή ήδη κατά τον χρόνο της εισπράξεως του άνω ποσού γνώριζε ότι το εισέπραττε αχρεωστήτως. (Με τις πρωτόδικες προτάσεις της η ενάγουσα περιόρισε το αίτημα της αγωγής της από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό).

Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο (Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών) με την 1857/2003 οριστική απόφασή του, δέχθηκε εν μέρει την κύρια βάση της αγωγής (εξ αδικοπραξίας) και αναγνώρισε ότι η εναγομένη οφείλει να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 161.736 ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής. Το Εφετείο, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε την έφεση της εναγομένης, εξαφάνισε την άνω εκκαλούμενη απόφαση και απέρριψε την κύρια βάση της αγωγής και τα συναφή αιτήματά της, ως ουσιαστικά αβάσιμη, με την παραδοχή πως δεν αποδείχθηκε υπαιτιότητα της εναγομένης.

Ακολούθως, το Εφετείο εξέτασε την εκ του αδικαιολόγητου πλουτισμού επικουρική βάση της αγωγής, η οποία πρωτοδίκως δεν ερευνήθηκε. Στη συνέχεια, το Εφετείο, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε την επικουρική αυτή βάση της αγωγής με την αιτιολογία ότι "η ενάγουσα αξιώνει την καταβολή του ποσού των 50 εκατομμυρίων δραχμών, κατ’ επίκληση των διατάξεων του αδικαιολόγητου πλουτισμού με βάση τα ίδια περιστατικά στα οποία στηρίζει την αγωγή κατά την κύρια βάση".

Σύμφωνα, όμως, με όσα προεκτίθενται, κατά την κρατήσασα στο Δικαστήριο τούτο γνώμη, το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα άνω κρίσιμα περιστατικά που εκτίθενται στην αγωγή προς στήριξη της επικουρικής βάσεώς της από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό και τα οποία, σαφώς εν μέρει διάφορα εκείνων επί των οποίων στηρίζεται η κύρια βάση της αγωγής, αφού δεν απαιτείται για τη νομιμότητα της βάσεως εκ του αδικαιολόγητου πλουτισμού, το ελλείπον από την δεύτερη αυτή βάση στοιχείο της υπαιτιότητας της εναγομένης, καθιστούν αυτή παραδεκτή και νόμιμη, σύμφωνα με τις αναφερόμενες στην παρούσα σκέψη (της πλειοψηφήσασας γνώμης) διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, εν όψει και του ότι ασκείται υπό την ενδοδιαδικαστική έρευνα της απόρριψης της κύριας αγωγικής βάσεως εξ αδικοπραξίας.

Έτσι, το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του αρ. 8 της ΚΠολΔ 559, αφού δεν έλαβε υπόψη τα κατά νόμον θεμελιωτικά της επικουρικής βάσεως της αγωγής γεγονότα μολονότι αυτά διαλαμβάνονταν στο εισαγωγικό δικόγραφο και δεν ήσαν τα ίδια με εκείνα που θεμελιώνουν την κύρια βάση της αγωγής, και ο έβδομος αναιρετικός λόγος από τον αρ. 8 (όχι και 1) της ΚΠολΔ 559, κατά την εν λόγω πλειοψηφήσασα γνώμη, είναι βάσιμος.

Ένα όμως μέλος του Δικαστηρίου (ο αεροπαγίτης Αθανάσιος Κουτρομάνος) είχε την ακόλουθη γνώμη : (Α) Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 19 και 8 ιδρύονται, αντιστοίχως, λόγοι αναιρέσεως, αν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση την έκβαση της δίκης και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Περαιτέρω κατά το άρθρο 455 ΑΚ : "Ο δανειστής μπορεί με σύμβαση να μεταβιβάσει σε άλλον την απαίτησή του χωρίς τη συναίνεση του οφειλέτη (εκχώρηση)". Κατά το άρθρο 462 ΑΚ : "Ο οφειλέτης έχει προς τον εκδοχέα τις ίδιες υποχρεώσεις που είχε προς τον εκχωρητή". Κατά το άρθρο 466 ΑΚ : "Δεν μπορεί να εκχωρηθεί απαίτηση, αν δανειστής και οφειλέτης συμφώνησαν το ανεκχώρητο.

Αλλά απέναντι στον εκδοχέα ο οφειλέτης δεν μπορεί να επικαλεσθεί τέτοια συμφωνία, αν ο εκδοχέας απέκτησε την απαίτηση στηριζόμενος σε έγγραφο που δεν περιείχε όρο για το ανεκχώρητο". Εξάλλου, η δημιουργούμενη, με την έκδοση της εγγυητικής επιστολής τριμερής σχέση μεταξύ του οφειλέτου, του εγγυητού και του δανειστού, αποτελεί ιδιόμορφη σύμβαση, που καταρτίζεται στο πλαίσιο της ελευθερίας των συμβάσεων και διέπεται από τις διατάξεις των άρθρων 847 επ.

ΑΚ, εφόσον οι διατάξεις για την εγγύηση συμβιβάζονται με την εν λόγω σχέση. Με τη σύμβαση αυτή ο εγγυητής, αναλαμβάνει την υποχρέωση έναντι του δανειστού να του καταβάλει οφειλή τρίτου, λόγω δε του ενδοτικού χαρακτήρος των περί εγγυήσεως διατάξεων, δεν αποκλείεται να περιληφθεί στη σύμβαση ρήτρα, κατά την οποία ο εγγυητής θα καταβάλλει το ποσό της εγγυήσεως σε πρώτη ζήτηση ή με άλλη ειδοποίηση χωρίς να έχει τη δυνατότητα να ελέγχει το υπαρκτό και το νόμιμο του χρέους και να προβάλλει την ένσταση διζήσεως.

Η εγγυητική επιστολή είναι εξασφαλιστική της βασικής σχέσεως που συνδέει τον οφειλέτη και τον δανειστή. Η δικαστική δε ή εξώδικη επιδίωξη του δανειστού (ή του προσώπου που υποκαθίσταται νομίμως στη θέση αυτού) να εισπράξει το ποσό της εγγυήσεως- εγγυητικής επιστολής έχει ενιαία ιστορική και νομική βάση με αντίστοιχη απαίτηση αυτού κατά του οφειλέτου από την μεταξύ τους έννομη σχέση.

Εκ τούτων συνάγεται περαιτέρω: (α) Ότι, ανεξάρτητα από την υποχρέωση του εγγυητού (συνήθως Τράπεζας) να καταβάλει το ποσό της εγγυήσεως στον αξιούντα τούτο δανειστή για άμεση απόλαυση υπ’ αυτού της οικείας οικονομικής αξίας, η εγγυητική επιστολή δεν ενσωματώνει αυτοτελή και αυθύπαρκτη απαίτηση, αλλά τελεί σε συνάρτηση προς την κύρια απαίτηση, την οποία κατά τον προορισμό της διασφαλίζει (συνιστώσα ουσιαστικώς προείσπραξη αυτής) και την οποία (στον χρόνο της είσπραξης) προϋποθέτει υπαρκτή και ενεργό, δηλούμενη ως τοιαύτη προς τον εγγυητή από τον δανειστή με δική του ευθύνη. (β) Ότι δεν είναι νοητή η εκχώρηση ή η κατ’ άλλον νόμιμο τρόπο μεταβίβαση της εγγυήσεως - εγγυητικής επιστολής, από τον δανειστή προς άλλο πρόσωπο, αυτοτελώς, δηλαδή χωρίς ταυτόχρονη (ρητή ή σιωπηρώς δηλούμενη) συμμεταβίβαση αντίστοιχου μέρους της βασικής απαίτησης του δανειστού κατά του οφειλέτου. (γ) Ότι, όταν, ο δανειστής (ή το υποκατασταθέν στη θέση του πρόσωπο με βάση σύμβαση εκχωρήσεως) ζητεί και εισπράττει από τον εγγυητή το ποσό της εγγυήσεως- εγγυητικής επιστολής, (χωρίς δίκη και χωρίς διαδικασία εκτελέσεως) πρέπει να είναι σαφές και βέβαιο τουλάχιστον στον οφειλέτη ποια συμβατική παράβαση του αποδίδεται και αντιστοίχως, ποιες απαιτήσεις προβάλλει κατ’ αυτού ο δανειστής και ποια εξ αυτών θεωρεί εξοφλούμενη με το εισπραττόμενο ποσό, Γενική αναφορά σε "παραβίαση συμβατικών υποχρεώσεων" προφανώς δεν αρκεί, αφού δεν είναι δεδομένο και, αυτονόητο ότι κάθε συμβατική παράβαση του οφειλέτου δημιουργεί απαίτηση, ανώτερη ή ίση προς το ποσό της εγγυήσεως, υπέρ του δανειστού.

Στην προκειμένη περίπτωση, η ήδη αναιρεσείουσα ιστορούσε στην αγωγή της : (α) Ότι αυτή συμφώνησε να αγοράσει από την (μη διάδικο) εταιρία "......." 5.000 αεροπορικά εισιτήρια αξίας 150.000.000 δραχμών, τα οποία η τελευταία θα προμηθευόταν από την (επίσης μη διάδικο) αεροπορική εταιρία "ΑΧΟΝ". (β) Ότι η εταιρία "......." ζήτησε και η ενάγουσα τη ενεχείρισε εγγυητική επιστολή της Εμπορικής Τράπεζας ποσού 50.000.000 δραχμών, με σκοπό την διευκόλυνση της πρώτης στην κράτηση των εισιτηρίων και την εξασφάλιση της καταβολής (μέρους) του τιμήματος αυτών. (γ) Ότι η εταιρία "........) δεν εκπλήρωσε δολίως την παροχή που την βάρυνε, ήτοι δεν προμήθευσε την ενάγουσα με τα συμφωνημένα εισιτήρια (και επομένως δεν είχε κατ’ αυτής απαίτηση εκ του τιμήματος), και, παρά ταύτα, εκχώρησε την εγγυητική επιστολή (που διασφάλιζε την καταβολή του τιμήματος) προς την εναγόμενη Τράπεζα (εδώ αναιρεσίβλητη) για διασφάλιση άλλης απαιτήσεως της τελευταίας εναντίον της από δανειστική σύμβαση. (δ) Ότι η εναγόμενη Τράπεζα συνέπραξε δολίως και παρανόμως στην ως άνω παράβαση της εταιρίας "......." συμμετέχοντας "στην παράνομη και αντισυμβατική προς αυτήν εκχώρηση" της εγγυητικής επιστολής, την κατάπτωση της οποίας στη συνέχεια αξίωσε και πέτυχε.

Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δεν ερεύνησε τον αγωγικό ισχυρισμό ότι η εταιρία "......" παρέβη κατά τα ανωτέρω τις συμβατικές της υποχρεώσεις προς την ενάγουσα (και άρα δεν είχε απαίτηση κατ’ αυτής), παρόλο που το στοιχείο αυτό -υπό τα εκτιθέμενα- είναι απαραίτητο στοιχείο για την θεμελίωσή της, επικαλούμενης με την πρώτη αγωγική βάση, αδικοπρακτικής ευθύνης της εναγόμενης Τράπεζας.

Ειδικότερα το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα (κατά λέξιν) : "Η ενάγουσα (σημ. ήδη αναιρεσείουσα), έχουσα ως αντικείμενο δραστηριότητας την οργάνωση και εκτέλεση, μεταξύ άλλων, των ετήσιων πενθήμερων σχολικών εκδρομών, κατήρτισε με την εταιρεία ........ ΟΕ ΓΡΑΦΕΙΟ ΓΕΝΙΚΟΥ ΤΟΥΡΙΣΜΟΥ ...... δύο ιδιωτικά συμφωνητικά με ημερομηνία ......

και ένα με ημερομηνία ........

Με τα δύο πρώτα η αντισυμβαλλόμενη εταιρεία (εφεξής χάριν συντομίας .......) ανέλαβε την υποχρέωση να κρατήσει και να διαθέσει σ’ αυτήν ξενοδοχειακές κλίνες, ενόψει των κατά μήνα Απρίλιο του επόμενου έτους 2000 μαθητικών εκδρομών. Με το τρίτο συμφωνητικό η ..... θα πωλούσε σ’ αυτήν, αντί του ποσού των 150.000.000 δραχμών, 5.000 αεροπορικές θέσεις σε πτήσεις tsarter που θα πραγματοποιούνταν από 10/4 έως 22/4/2000 και τις οποίες θα ναύλωνε από την αεροπορική εταιρεία ΑΧΟΝ AIRLINES.

Τη σύμβαση μεταφοράς με την άνω αεροπορική εταιρεία, η ....... έπρεπε να καταρτίσει μέχρι την ........, και προς τον σκοπό αυτό η ενάγουσα παρέδωσε σ’ αυτή, προκειμένου να εκχωρηθεί στην αεροπορική εταιρεία, την υπ’ αριθμόν ........... εγγυητική επιστολή ποσού 50.000.000 δραχμών την οποία εξέδωσε υπέρ αυτής η Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος με χρόνο ισχύος μέχρι την 30-5-2000.

Με την εγγυητική επιστολή, κατά το περιεχόμενο αυτής, η εκδότρια Τράπεζα παραιτήθηκε των ευεργετημάτων της διαίρεσης και διζήσεως και εγγυήθηκε προς την ..... την καταβολή της οφειλής της εναγούσης, μέχρι του άνω ποσού των 150.000.000 δραχμών, σε πρώτη ζήτηση αυτής (.......), μετά την πάροδο τριών ημερών από την αίτηση, που θα συνοδευόταν από γραπτή δήλωση της .......

περί μη εκπληρώσεως των υποχρεώσεων από την υπέρ ης εκδόθηκε η εγγυητική επιστολή εναγούσης. Η ..... δεν εκχώρησε την εγγυητική επιστολή στην άνω αεροπορική εταιρεία, αλλά την 10-9-1999, για την ασφάλεια οφειλής της από σύμβαση ανοικτού

λογαριασμού

και την αύξηση της προς αυτής πιστώσεως μέχρι του ποσού των 50 εκατ. δραχμών, την επιστολή τη μεταβίβασε λόγω ενεχύρου, της τοιαύτης ενεχυράσεως επαγομένης κατά το νόμο (άρθρο 39 ΝΔ 17-71923 περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών) αποτελέσματα εκχωρήσεως, αλλά και ρητώς την εκχώρησε με την από 10-9-1999 σύμβαση (άρθρο 2 παρ. 2) προς την εναγόμενη ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ. Η τελευταία, δεκαπέντε ημέρες πριν την κατά τα άνω λήξη ισχύος της εγγυτικής επιστολής (30-5-2000), απέστειλε στην εκδότρια αυτής Εμπορική Τράπεζα το από ...... έγγραφο επιστολή συνυποβάλλοντας, για τη νομιμοποίησή της ως εκδοχέα, τη σύμβαση εκχωρήσεως και επικαλούμενη τη μη εκπλήρωση υπό της εναγούσης των υποχρεώσεων έναντι της....... που

απέρρεαν από την εγγυητική επιστολή, ζήτησε την κατάπτωση αυτής η Εμπορική Τράπεζα με το από ...... απαντητικό έγγραφο αρνήθηκε την καταβολή διότι με την από 25-4-2000 προσωρινή διαταγή του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που εκδόθηκε και καταχωρήθηκε παρά πόδας της από 25-4-2000 αιτήσεως της εναγούσης κατά της ........

και της Εμπορικής Τράπεζας απαγορεύθηκε η καταβολή. Το Μονομελές πρωτοδικείο Αθηνών με την υπ’ αριθμόν 4513/29-5-2000 απόφασή του (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων) χωρίς να ερευνήσει κατ’ ουσίαν την αίτηση της εναγούσης, την απέρριψε ως νόμω αβάσιμη με την παραδοχή ότι η λήψη του αιτούμενου ασφαλιστικού μέτρου άγει σε πλήρη ικανοποίηση του δικαιώματος (άρθρο 692 παρ. 4).

Μετά την κατά τα άνω απόρριψη της αιτήσεως, η εναγομένη, την τελευταία ημέρα ισχύος της εγγυητικής επιστολής, με τη νέα από 30-5-2000 επιστολή - αίτηση προς την Εμπορική Τράπεζα, συνυποβάλλοντας και αντίγραφο της άνω αποφάσεως, ζήτησε την καταβολή του ποσού της εγγυητικής επιστολής. Η εκδότρια Τράπεζα εξέδωσε εις διαταγή της εναγομένης την από 2-6-2000 τραπεζική επιταγή, την οποία, δεν αμφισβητείται, η εναγομένη εισέπραξε.

Από τα αναφερθέντα αποδεικτικά μέσα ουδόλως προκύπτει ότι η εναγομένη δολίως και με συμπεριφορά αντίθετη προς τα χρηστά ήθη προέβη στην είσπραξη του ποσού της εγγυητικής επιστολής. Η προς αυτήν εκχωρηθείσα εγγυητική επιστολή διαλαμβάνει υποχρέωση της ιδίας της εναγούσης να καταβάλλει προς την .......

το ποσό των 150 εκατ. δραχμών και μάλιστα σε πρώτη ζήτηση της τελευταίας. Ο όρος αυτός διατυπώθηκε στην εγγυητική επιστολή υπό της εκδότριας Τραπέζης, κατ’ εντολή της εναγούσης, η οποία λόγω της ιδιότητας της ως ανωνύμου εταιρείας γνώριζε τη φύση, λειτουργία και τα αποτελέσματα της παρεχόμενης υπό τον άνω τύπο εγγυήσεως.

Στην ίδια επιστολή ουδέν διαλαμβάνεται περί χρονικώς προγενέστερων υποχρεώσεων της εταιρείας ...... και δεν διατυπώθηκε σχετικός όρος ότι η εις την τελευταία εταιρεία καταβολή του ποσού της εγγυητικής επιστολής τελούσε υπό την προϋπόθεση της υπ’ αυτής προεκπληρώσεως των συμβατικών της υποχρεώσεων. Η εναγομένη είχε πλήρη άγνοια των μεταξύ εναγούσης και της .........

συμφωνιών και των υπογραφέντων ιδιωτικών συμφωνητικών. Είναι συνήθης συναλλακτική πρακτική η δανειοδοτούσα Τράπεζα να απαιτεί και να δέχεται ασφάλειες για τη χορήγηση πιστώσεων και δεν συνιστά επιβαλλόμενη από τα χρηστά ήθη συμπεριφορά, να αξιώνει να πληροφορηθεί από την εκχωρήτρια της εγγυητικής επιστολής την αιτία εκδόσεως αυτής και την υποκείμενη σχέση μεταξύ αυτής και της υπέρ εκδόθηκε αυτή εναγούσης.

Η εναγόμενη Τράπεζα μετά την εις αυτήν εκχώρηση της εγγυητικής επιστολής την 10-9-1999 θα μπορούσε πάραυτα, επικαλούμενη κατάπτωση της εγγυήσεως, να ζητήσει την καταβολή του ποσού αυτής, όμως, ενόψει του ότι, κατά το περιεχόμενο της εγγυητικής επιστολής, η εγγύηση παρασχέθηκε υπέρ της εναγούσης για την από την εταιρεία .......

προμήθεια σ αυτήν αεροπορικών θέσεων για το χρονικό διάστημα από 10/4 έως 22/4/2000, η εναγομένη ανέμενε την παρέλευση του άνω χρόνου και μόνο την 15-52000, επικείμενης δε της λήξης της ισχύος της εγγυητικής επιστολής (30-5-2000), ζήτησε την κατάπτωση αυτής. Επικαλείται η ενάγουσα ότι όταν την πρώτη φορά η Εκδότρια της Εγγυητικής Επιστολής Εμπορική Τράπεζα αρνήθηκε την πληρωμή γιατί της είχε απαγορευθεί αυτή με προσωρινή διαταγή, η εναγομένη επανήλθε με την από 30-5-2000 νέα αίτηση, προσκόμισε δε αντίγραφο της άνω απορριπτικής αποφάσεως.

Συνεπώς, κατ’ αυτήν, έλαβε γνώση των εις την αίτηση και το σημείωμα ισχυρισμών της επί του ότι η εταιρεία ....... δεν είχε εκπληρώσει τις συμβατικές της υποχρεώσεις και συνεπώς δεν συνέτρεχε περίπτωση καταπτώσεως. Όμως, η αίτηση δεν απευθυνόταν κατά της εναγομένης ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ αλλά κατά της άνω εταιρείας και της Εμπορικής Τράπεζας.

Αλλά και με την υποθετική εκδοχή ότι έλαβε γνώση των ισχυρισμών της εναγούσης, κατά την λήψη αντιγράφου της αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου, με την ίδια εκδοχή θα πρέπει να έλαβε γνώση και των ισχυρισμών της εταιρείας ........., των διαλαμβανομένων στο από 21-4-2000 σημείωμά της, όπου και αυτή διατείνεται την μη υπό της εναγούσης εκπλήρωση των υποχρεώσεών της.

Με τα δεδομένα αυτά, δεν μπορούσε υποκαθστάμενη στη θέση και τα καθήκοντα δικαστού να κρίνει εάν η εταιρεία ......... δεν είχε εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της και επικείμενου του χρόνου λήξης ισχύος της εγγυητικής επιστολής, να απόσχει από το αίτημα καταπτώσεως, η της οποίας τελικά κατάπτωση δεν επιμαρτυρεί συμπεριφορά της εναγούσης αντίθετη προς τα χρηστά ήθη με το ενδεχόμενο πρόκλησης ζημίας στην ενάγουσα.

Το πρωτόδικο δικαστήριο που δέχθηκε και ως κατ’ ουσία βάσιμη την αγωγή, εσφαλμένα εκτίμησε τις αποδείξεις. Επομένως, κατά παραδοχή του συναφούς λόγου εφέσεως, πρέπει να εξαφανισθεί, να κρατηθεί από το δικαστήριο αυτό η υπόθεση και να απορριφθεί κατά την κύρια και επί του άρθρου 919 ΑΚ ερειδόμενη βάση της η αγωγή.

Εξαφανιζομένης της εκκαλουμένης πρέπει να εξετασθεί και η εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού επικουρική βάση της αγωγής η οποία πρωτοδίκως δεν ερευνήθηκε. Η από το άρθρο 904 ΑΚ αγωγή του αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι επιβοηθητική και μπορεί να ασκηθεί μόνον όταν λείπουν οι προϋποθέσεις της αγωγής από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία, εκτός αν θεμελιώνεται σε πραγματικά περιστατικά διαφορετικά ή πρόσθετα από εκείνα τα οποία ο ενάγων

επικαλείται για τη στήριξη της αγωγής

του σε σύμβαση ή αδικοπραξία (ΑΠ 104/2003 ΕλλΔνη 44-983). Στην ένδικη αγωγή η ενάγουσα αξιώνει την καταβολή του ποσού των 50 εκατ. δραχμών κατ επίκληση των διατάξεων του αδικαιολογήτου πλουτισμού με βάση τα ίδια περιστατικά στα οποία στηρίζει την αγωγή κατά την κύρια βάση. Επομένως, και σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, και κατά την επικουρική βάση η αγωγή είναι απορριπτέα". Υπό τις παραδοχές όμως αυτές του Εφετείου: (α) Είναι ασαφή τα ουσιώδη στοιχεία (essentialia) της απαίτησης που η δανείστρια εταιρία είχε κατά της οφειλετρίας - ενάγουσας, από την μεταξύ τους σχέση. Ειδικότερα δεν είναι σαφές ποιες συμβατικές υποχρεώσεις της δεν είχε εκπληρώσει η ενάγουσα και, αντιστοίχως, ποιες απαιτήσεις εξ αυτού προέκυψαν υπέρ της αντισυμβαλλομένης της, τις οποίες αυτή (ενεxυρίασε και) εξεχώρησε προς την εναγομένη είτε ως γεγεννημένες ήδη κατά τον χρόνο της εκποιήσεώς των (10-9-1999), είτε ως τελούσες υπό αναβλητικές αιρέσεις, πληρωθείσες μεταγενεστέρως, ούτε αν οι συμβατικές παραβάσεις της ενάγουσας διαπιστώθηκαν από την (μη διάδικο) εκχωρήτρια και αρχική αντισυμβαλλόμενη και δανείστρια ε (κατά την παροχή του τιμήματος) εταιρία ή από την εναγομένη ως διάδοχο δανείστρια και εκδοχέα της απαιτήσεως. (β)

Δεν είναι σαφές τι δέχεται το Εφετείο σχετικώς με τον προβληθέντα δια της αγωγής και δια των προτάσεων στη δευτεροβάθμια δίκη ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, ότι, η γενομένη ενεχυρίαση και εκχώρηση της ένδικης εγγυητικής επιστολής ήταν άκυρη, επειδή είχε συμφωνηθεί μεταξύ αυτής και της αντισυμβαλλομένης της, ότι η εγγυητική επιστολή ήταν ανεκχώρητη προς τρίτα πρόσωπα και εκχωρητή μόνο (και ομού με ισόποση ουσιαστική απαίτηση) προς την αεροπορική εταιρία "AXON", από την οποία η αντισυμβαλλομένη επρόκειτο να προμηθευθεί τα αεροπορικά εισιτήρια, που θα μεταπωλούσε στην ενάγουσα, η δε εναγομένη γνώριζε την σχετική συμβατική ρήτρα. (γ) Η παραδοχή του ουσιαστικού δικαστηρίου ότι "η εναγομένη είχε πλήρη άγνοια των μεταξύ της εναγούσης και της .....

συμφωνιών και των υπογραφέντων ιδιωτικών συμφωνητικών" τελεί σε αντίφαση προς την παραδοχή του ίδιου δικαστηρίου ότι η εναγομένη αφενός μεν γνώριζε το περιεχόμενο της εγγυητικής επιστολής, αφετέρου δε πληροφορήθηκε την διαμάχη μεταξύ της ενάγουσας και της αντισυμβαλλομένης της εκ της βασικής σχέσεως.

Αυτή δε η αντιδικία δεν είναι νομικώς αδιάφορη για την εναγομένη, διότι αυτή δεν έχει την ιδιότητα της εκδότριας της εγγυητικής επιστολής τραπέζης, αλλά είναι απλή εκδοχεύς της απαιτήσεως, ουσιώδες στοιχείο της οποίας είναι αυτή αύτη η ύπαρξη της απαιτήσεως που της εκχωρήθηκε. Ενόψει τούτων έπρεπε -κατά την μειοψηφούσα γνώμη- να γίνουν δεκτοί οι δεύτερος, τρίτος και πέμπτος αναιρετικοί λόγοι, με τους οποίους, κατά την εκτίμηση του περιεχομένου τους, προβάλλονται οι ανωτέρω πλημμέλειες ως ερειδόμενες, αντιστοίχως, στα εδάφια 19, 29 και 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. (Β) Απορριπτομένων υπό του Αρείου Πάγου των ανωτέρω λόγω αναιρέσεως, η αναπομπή της υποθέσεως στο ουσιαστικό δικαστήριο για έρευνα της επικουρικής βάσης της αγωγής, ήτοι εκείνης εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού, καθίσταται αντιφατική.

Τούτο δε: (1) Διότι δεν συντρέχει το στοιχείο της έλλειψης "νομίμου αιτίας" κατά την έννοια του άρθρου 904 ΑΚ, αφού, υπό τις αντίστοιχες παραδοχές του Εφετείου : η εναγόμενη εκδοχεύς "δεν μπορούσε υποκαθιστάμενη στη θέση και τα καθήκοντα δικαστού να κρίνει αν η εταιρία ....... (σημ.: δηλαδή η εκχωρήτρια) δεν είχε εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της", ήτοι δεν είχε νομική υποχρέωση να ερευνήσει αν όντως είχε η εκχωρήτρια (ισόποση) ουσιαστική απαίτηση κατά της ενάγουσας από την μεταξύ τους έννομη σχέση και έτσι, η υπό της εκδοχέως είσπραξη του ποσού της εγγυήσεως ήταν σύννομη και δεν ετελέσθη δι’ αυτής αδίκημα (τουλάχιστον εκ δόλου). (2) Διότι υπό την παραδοχή του Εφετείου ότι "η .......

δεν εκχώρησε την εγγυητική επιστολή στην άνω αεροπορική εταιρία αλλά...... για την ασφάλεια οφειλής της από σύμβαση ανοικτού λογαριασμού.... την εκχώρησε......προς την εναγομένη ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ", το εισπραχθέν ποσό δεν θα συνιστούσε "πλουτισμό" της Τράπεζας, παρά μόνο στην περίπτωση που αυτή θα εισέπραττε το ίδιο ποσό και από την εκχωρήτρια και πιστούχο εταιρία ".......".

Κατ’ ακολουθίαν των παραπάνω πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση, ήτοι μόνον κατά το μέρος της που απέρριψε την επικουρική αγωγική βάση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, να παραπεμφθεί η υπόθεση, μόνον κατά την εν λόγω επικουρική βάση, προς έρευνα από το Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές (ΚΠολΔ 580 παρ. 3 όπως ισχύει) και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη στην δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας (ΚΠολΔ 179, 183, 191 αρ. 2).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί εν μέρει την 2851/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, όπως στο σκεπτικό.-

Παραπέμπει την υπόθεση προς έρευνα, μόνον κατά το αναιρούμενο ως άνω μέρος της, στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Και

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στην δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ.-

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Δεκεμβρίου 2007. Και Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Ιανουαρίου 2008.

O ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ