Legislator Case Law & Legislation
16/2007 AI generated

16/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 16/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 16 / 2007 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Legislator headnote

AI generated

16/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 16 / 2007 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Keywords

AI generated
lack of shareholder standing minority shareholder changed financial circumstances shareholder status employer's standing to appeal lack of taxpayer standing
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 16 / 2007 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 16/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Στέφανο Γαβρά, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη, Χρήστο Αλεξόπουλο και Ειρήνη Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Νοεμβρίου 2006, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ..., δικηγόρου και κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως ως εκ της ιδιότητός του. Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΑΜΥΝΤΙΚΑ ΣΥΣΤΗΜΑΤΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "ΕΒΟ - ΠΥΡΚΑΛ", ως καθολικής διαδόχου της εδρεύουσας στον Δήμο Υμηττού Αττικής ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΟΠΛΩΝ (Ε.Β.Ο.) Α.Ε.", που εδρεύει στον Δήμο Υμηττού Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξανδρο Παπατσώρη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-12-1999 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 325/2000 του ίδιου Δικαστηρίου και 3888/2002 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 4-4-2005 αίτησή του και τον από 21-9-2006 πρόσθετο λόγο. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Εμμανουήλ Καλούδης, διάβασε την από 10-10-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και ο πρόσθετος λόγος αυτής. Ο αναιρεσείων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και του πρόσθετου λόγου, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως που απορρέει από το άρθρο 288 ΑΚ και στηρίζεται στα άρθρα 22 παρ. 1 του Συντάγματος και 119 της συνθήκης της Ε.Ο.Κ. επιβάλλει στον εργοδότη, όταν προβαίνει σε οικειοθελή παροχή προς ορισμένους εργαζόμενους, να μην εξαιρεί από αυτή άλλους μισθωτούς του που ανήκουν στην ίδια κατηγορία και παρέχουν τις ίδιες υπηρεσίες, κάτω από τις ίδιες συνθήκες, εκτός αν η εξαίρεση είναι, κατά την καλή πίστη, λαμβανομένων υπόψη και των συναλλακτικών ηθών, δίκαιη και εύλογη. Βάσει της αρχής αυτής ο εργοδότης οφείλει να επεκτείνει σε όλους τους εργαζόμενους που παρέχουν ουσιωδώς όμοια εργασία, κάτω από τις ίδιες συνθήκες και έχουν τα ίδια προσόντα, τις μισθολογικές και άλλες παροχές, είτε πρόκειται για μονομερείς οικειοθελείς παροχές, είτε για παροχές που έχει αναλάβει συμβατικώς έναντι ορισμένων μόνο εργαζομένων. Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε τα ακόλουθα: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων, δικηγόρος Αθηνών, προσελήφθη στις 31-3-1981 από την εταιρεία "ΓΕΝΙΚΗ ΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΠΕ" ως έμμισθος δικηγόρος με πάγια ετήσια αμοιβή, για να παρέχει σ' αυτήν τις δικηγορικές και νομικές υπηρεσίες του. Κατά το έτος 1988 η εν λόγω εταιρεία εντάχθηκε, κατόπιν εξαγοράς από την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη, στον όμιλο επιχειρήσεων της τελευταίας, και από τις 14-12-1988 που η σύμβασή του μετετράπη σε σύμβαση έμμισθης εντολής αορίστου χρόνου με πάγια μηνιαία αντιμισθία, παρείχε τις υπηρεσίες του σε όλες τις εταιρείες του "Ομίλου ΕΒΟ", ως δικηγόρος και ως νομικός σύμβουλος. Τη σύμβαση αυτή κατήγγειλε η αναιρεσίβλητη στις 22-11-1990, σύμφωνα με το άρθρο 94 του Ν.Δ. 3026/54, στη συνέχεια όμως και συγκεκριμένα την 1-4-1994, η ίδια τον επαναπροσέλαβε μετά από αίτησή του, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 25 παρ.12 του Ν. 2190/1994. Η αναιρεσίβλητη διαθέτει οργανωμένη νομική υπηρεσία από οκτώ (8) δικηγόρους που υπηρετούν οι έξι (6) στα γραφεία της στην Αθήνα και οι υπόλοιποι στο εργοστάσιο του Αιγίου. Ο αναιρεσείων, ο οποίος είναι ήδη δικηγόρος παρ' Αρείω Πάγω, προσφέρει τις υπηρεσίες του ως δικηγόρος -δικαστικός και νομικός σύμβουλος- με πλήρη απασχόληση τόσο στην ίδια την αναιρεσίβλητη, όσο και στις άλλες εταιρείες του ομίλου της. Ειδικότερα, στα καθήκοντα του περιλαμβάνονται η παροχή γνωμοδοτήσεων και νομικών συμβουλών, η επεξεργασία συμβάσεων, η εποπτεία σε διαγωνισμούς, ο χειρισμός δικαστικών και εξώδικων υποθέσεων, και η σύνταξη δικογράφων κατά την εκδίκαση των αστικών και ποινικών υποθέσεων σε όλα τα δικαστήρια. Η πάγια μηνιαία αντιμισθία του κατά τον Απρίλιο του 1994 ανερχόταν σε 320.863 δραχμές, και κατά το Μάρτιο του 1999 σε 475.215 δραχμές. Επιπλέον η αναιρεσίβλητη κατέβαλε σ' αυτόν, από την επαναπρόσληψή του, και το ποσό των 20.000 δρχ. μηνιαίως ως "έξοδα κινήσεως". Εξάλλου, με το από 10-1-1994 πρακτικό του Διοικητικού Συμβουλίου της αναιρεσίβλητης αποφασίστηκε η πρόσληψη του Χ1, δικηγόρου Αθηνών παρ' Αρείω Πάγω, ως νομικού της συμβούλου με την κατ' εξαίρεση διαδικασία προσλήψεων. Σε εκτέλεση της αποφάσεως αυτής η αναιρεσίβλητη τον προσέλαβε με σύμβαση έμμισθης εντολής αόριστου χρόνου, προκειμένου αυτός να παρέχει τις νομικές υπηρεσίες του ως προϊστάμενος της νομικής υπηρεσίας της, νομικός σύμβουλος και δικηγόρος της, με πάγια μηνιαία αντιμισθία, η οποία καθορίστηκε στο ποσό των 500.000 δραχμών μηνιαίως, αναπροσαρμοζόμενη σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για τις αμοιβές των δικηγόρων που αμείβονται με πάγια μηνιαία αντιμισθία, συνυπολογιζομένων των αυξήσεων που θα χορηγούνται εκάστοτε από το νόμο, υπουργική απόφαση ή απόφαση του ΔΣ της αναιρεσίβλητης. Στην παραπάνω αντιμισθία περιλαμβάνεται και το επίδομα 10% του προϊσταμένου νομικής υπηρεσίας που προβλέπεται από τις διατάξεις του Ν.1816/1988 (άρθρο 12). Επιπλέον, η αναιρεσίβλητη ανέλαβε την υποχρέωση να καταβάλει σ' αυτόν και το ποσό των 90.000 δραχμών μηνιαίως ως "έξοδα κινήσεως", το οποίο αυξήθηκε από το Μάρτιο του έτους 1999 σε 100.000 δρχ. Ο Χ1, ο οποίος κατά την πρόσληψή του είχε 23ετή υπηρεσία ως δικηγόρος και είχε διατελέσει νομικός σύμβουλος σε παρεμφερείς εταιρείες (ΗΕL ΑRΑΒ CΟΝSΤRΑCΤΙΟΝ, ΒΙΕΧ ΑΕ) με ευδόκιμη θητεία - στοιχεία τα οποία ελήφθησαν υπόψη από την αναιρεσίβλητη για την πρόσληψή του- άσκησε καθ' όλο το επίδικο χρονικό διάστημα από τον Απρίλιο 1994 μέχρι το Μάρτιο 1999 πραγματικά τα συμβατικά καθήκοντα του προϊσταμένου της νομικής υπηρεσίας της αναιρεσίβλητης και του νομικού συμβούλου της. Ειδικότερα προϊστατο της νομικής υπηρεσίας, κατένειμε στους δικηγόρους αυτής τις υποθέσεις, την πορεία των οποίων και παρακολουθούσε, χειριζόταν προσωπικά τις μείζονος ενδιαφέροντος υποθέσεις, και παρίστατο γι' αυτές στα ελληνικά ή ευρωπαϊκά δικαστήρια. Επεξεργαζόταν και ήλεγχε σε τελικό βαθμό τις εν γένει νομικές υποθέσεις της αναιρεσίβλητης ως και των εταιρειών του ομίλου της, παρείχε τις οριστικές νομικές συμβουλές και συνέτασσε τις τελειωτικές γνωμοδοτήσεις προς τη διοίκηση και τα όργανα της, εισηγούμενος και προτείνοντας λύσεις επί καθαρώς νομικών ζητημάτων, αλλά και επί υποθέσεων με νομική διάσταση, συνεργαζόταν με εξωτερικούς δικηγόρους για σημαντικές υποθέσεις της αναιρεσίβλητης, όπως εκείνη που αφορούσε την αγωγή της ενώπιον του Πρωτοδικείου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων κατά της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την είσπραξη της απαίτησης που είχε η αναιρεσίβλητη κατά του Ιρακινού Δημοσίου και της CΕΝΤRAL ΒΑΝΚ ΟΡ ΙRAQ, δύο υποθέσεις διεθνών διαιτησιών (στο Λονδίνο και στο Παρίσι) κλπ., ενώ συμμετείχε και στις συνεδριάσεις του διοικητικού συμβουλίου αυτής (επί 79 συνεδριάσεων κατά την ένδικη χρονική περίοδο συμμετείχε στις 72), καλύπτοντας από νομικής πλευράς τις εργασίες και τις αποφάσεις του. Ο ίδιος συνέταξε προκηρύξεις διαγωνισμών, σχέδια ιδιαίτερα σημαντικών συμβάσεων, (π.χ. σύμβαση με ΜΑUSER, με τις Ένοπλες Δυνάμεις της Κύπρου, με Ελληνικές Τράπεζες κλπ), έγγραφα επί απαντήσεων κοινοβουλευτικού ελέγχου και προτάσεις για νομοθετικές ρυθμίσεις επί θεμάτων που αφορούσαν την εταιρεία. Τέλος οργάνωσε, εκσυγχρόνισε και προσάρμοσε στις σύγχρονες συνθήκες και απαιτήσεις της αγοράς και των συναλλαγών τους όρους και το εν γένει περιεχόμενο των συμβάσεων προμηθειών, αναθέσεων κλπ. της αναιρεσίβλητης. Συμπερασματικά ο Χ1 διεκπεραίωνε εργασίες μεγαλύτερης σπουδαιότητας από εκείνες που αναλάμβανε ο αναιρεσείων. Από την παράθεση της απασχόλησης του αναιρεσείοντος και του φερόμενου ως ανεπιτρέπτως (μισθολογικώς) ευνοούμενου Χ1 , είναι φανερό ότι οι παρεχόμενες υπηρεσίες εκάστου είναι διαφορετικές κατά επίπεδο, είδος, ποιότητα, και εξυπηρετούμενες επιχειρησιακές ανάγκες, και κατά συνέπεια δεν είναι δυνατόν να συγκριθούν και αξιολογηθούν με τα ίδια κριτήρια. Το ουσιωδώς ανόμοιο και προφανώς διάφορο των νομικών - δικηγορικών υπηρεσιών εκάστου οφείλεται και στο γεγονός ότι ο Χ1, προεχόντως ως προϊστάμενος της νομικής υπηρεσίας

της αναιρεσίβλητης, με το προαναφερόμενο περιεχόμενο των καθηκόντων του, κινείται στην ανώτατη ιεραρχική κλίμακα της διοίκησης της αναιρεσίβλητης, όπου λαμβάνονται οι αποφάσεις, καθορίζονται οι επιχειρηματικές πρωτοβουλίες και σχέδια και επιλέγονται οι εν γένει εταιρικές πολιτικές, τις οποίες εγκρίνει από νομική άποψη ο Χ1, υπέχοντας αυξημένη προσωπική ευθύνη, και παρέχοντας ασφάλεια στη λειτουργία της διοικήσεως της αναιρεσίβλητης, η οποία τον περιβάλλει αποδεδειγμένα με πλήρη εμπιστοσύνη. Ενόψει των ανωτέρω έκρινε το Εφετείο, ότι η διαφορά του ποσού των εξόδων κινήσεως που ελάμβανε καθένας (20.000 δρχ. μηνιαίως ο αναιρεσείων και 100.000 δρχ. μηνιαίως ο Χ1), δεν αντίκειται στην αρχή της ίσης μεταχειρίσεως και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση που είχε απορρίψει την αγωγή κατά το αντίστοιχο κεφάλαιό της. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 288 ΑΚ, 4 παρ. 1, και 22 παρ.1 του Συντάγματος και 119 της Συνθήκης της ΕΟΚ, διότι, υπό τα γενόμενα δεκτά περιστατικά, που εκτίθενται με σαφήνεια και με επαρκή αιτιολογία στην προσβαλλόμενη απόφαση, η διαφορά των εξόδων κινήσεως που κατέβαλε οικειοθελώς η αναιρεσίβλητη στον αναιρεσείοντα δικηγόρο και τον προϊστάμενο της νομικής της υπηρεσίας Χ1 ήταν πράγματι δικαιολογημένη, ενόψει της διαφοράς των παρεχομένων από τον καθένα υπηρεσιών. Επομένως οι σχετικοί, από το άρθρο 559 αριθ.1 και 19 του ΚΠολΔ λόγοι του κυρίου δικογράφου, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν.

Επειδή, από το άρθρο 569 παρ.2 του ΚΠολΔ, συνάγεται ότι είναι απαράδεκτοι πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττονται κεφάλαια της προσβαλλόμενης αποφάσεως, που είναι διαφορετικά και δεν συνέχονται αναγκαίως με κανένα από τα προσβαλλόμενα με την αναίρεση κεφάλαια. Επομένως, ενόψει του ότι με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβλήθηκε το κεφάλαιο της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, με το οποίο απορρίφθηκε η αγωγή ως προς το αίτημα για καταβολή της διαφοράς των εξόδων κινήσεως, ο από 21-9-2006 πρόσθετος λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση και κατά το κεφάλαιό της, με το οποίο απορρίφθηκε το αίτημα της αγωγής για καταβολή της διαφοράς της πάγιας μηνιαίας αντιμισθίας, το οποίο όμως δεν ταυτίζεται ούτε συνέχεται αναγκαίως με το κεφάλαιο που προσβλήθηκε με την αναίρεση, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 4-4-2005 αίτηση περί αναιρέσεως της υπ' αριθ. 3888/2002 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Δεκεμβρίου 2006. Και

Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 9 Ιανουαρίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ