Supreme Court allows appeal against debt restructuring judgment for failure to consider creditor's request regarding false declaration.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court accepted the appeal filed by a debtor against a final judgment in a voluntary debt restructuring case. The debtor argued the lower court erred by examining a claim of false declaration without a specific request from the creditor. The court ruled that the lower court violated the law by investigating this issue sua sponte when the creditor had not raised it, thus allowing the appeal and remanding the case for retrial.
Legislator headnote
AI generatedArticles 10(1) of Law 3869/2010; A court cannot sua sponte examine a claim of false declaration by a debtor in a voluntary debt restructuring case unless such claim has been raised by a creditor through a request or objection.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 169 / 2022 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 169/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευστάθιο Νίκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπρόεδρου Κωστούλας Φλουρή - Χαλεβίδου), Μαρία Βάρκα, Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου, Γεωργία Κατσιμαγκλή και Αθανάσιο Τσουλό, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Σεπτεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας Ι. Γ. του Θ., συζ. Π. Κ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Κάπο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Σοφία Βρέττα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ενώ η 3η δεν παραστάθηκε.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-9-2011 αίτηση της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Τρικάλων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 175/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 60/2020 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 13-1-2021 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Γεωργία Κατσιμαγκλή, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 13-01-2021 (με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 1/13-01-2021) αίτηση για την αναίρεση της υπ' αριθμ. 60/2020 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων, που δίκασε ως Εφετείο, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας των άρθρων 739 επ. ΚΠολΔ (με την οποία δικάζονται, σύμφωνα με το άρθρο 3 του Ν. 3869/2010, οι υποθέσεις για τη ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων), έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα, ήτοι εντός της διετούς προθεσμίας από τη δημοσίευσή της, εφόσον από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση αυτής (άρθρα 552, 553 παρ. 1β, 556, 558, 564 παρ. 3, 741 και 769 Κ.Πολ.Δ.). Είναι επομένως παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω για το παραδεκτό και βάσιμο των προβαλλόμενων λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 2 εδ. β` του Ν. 3869/2010 ("Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων..."), που δεν έχει θιγεί, κατά το σημείο αυτό, από τα άρθρα 12 παρ. 1 του Ν. 4161/2013, 1 παρ. 4 της υποπαραγράφου Α.4 του άρθρου 2 του Ν. 4336/2015 και 58 του Ν. 4549/2018, ο οφειλέτης υποχρεούται να προσκομίσει υπεύθυνη δήλωση, για την οποία ισχύει η παράγραφος 6 του άρθρου 22 του Ν. 1599/1986, όπως αντικαταστάθηκε με την παράγραφο 13 του άρθρου 2 του ν. 2479/1997, για την ορθότητα και πληρότητα των καταστάσεων που προβλέπονται στις περιπτώσεις α` και β` της προηγούμενης παραγράφου που αφορούν, μεταξύ άλλων, τόσο την κατάσταση της περιουσίας του, όσο και τα εισοδήματα από κάθε πηγή του ίδιου και του συζύγου του.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 10 παρ. 1 εδ. α` και β` του ίδιου νόμου 3869/2010, ο οφειλέτης έχει την υποχρέωση να υποβάλει ειλικρινή δήλωση για τα περιουσιακά στοιχεία και εισοδήματά του, τόσο κατά τη διαδικασία που αρχίζει με την υποβολή της αίτησης της παραγράφου 1 του άρθρου 4, όσο και κατά την περίοδο ρύθμισης των οφειλών.
Η παράβαση των υποχρεώσεων αυτών, εφόσον έγινε από δόλο ή βαριά αμέλεια, έχει ως συνέπεια, με την επιφύλαξη τυχόν ποινικής ευθύνης, την απόρριψη του αιτήματος για ρύθμιση οφειλών με απαλλαγή σύμφωνα με το άρθρο 8, ή την έκπτωση από τη ρύθμιση οφειλών και την απαλλαγή που έχει ήδη αποφασιστεί και μέχρι 2 έτη μετά την επέλευσή της, ενώ νέα αίτηση μπορεί να υποβληθεί μετά την πάροδο 2 ετών από την τελεσίδικη απόρριψη της προηγούμενης αίτησης ή την τελεσιδικία της απόφασης για την έκπτωση.
Την παράβαση αυτή μπορεί να επικαλεστεί οποιοσδήποτε πιστωτής μέσα σε ένα έτος από τη στιγμή που πληροφορήθηκε τη διάσταση της πραγματικής κατάστασης του οφειλέτη σε σχέση με εκείνη που δηλώθηκε. Μολονότι ο νόμος κάνει, λόγο για "αίτηση του πιστωτή", είναι δεδομένο ότι, αν βρίσκεται σε εκκρεμότητα η αίτηση του άρθρου 4 του εν λόγω νόμου, ο ισχυρισμός αυτός μπορεί να προβληθεί κατ' ένσταση μέχρι την περάτωση της συζητήσεως ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου κατά το άρθρο 745 του Κ.Πολ.Δ. (ΑΠ 120/2021, ΑΠ 438/2019, ΑΠ 1397/2019, ΑΠ 1384/2018, ΑΠ 636/2017).
Ειδικότερα, παραβίαση του καθήκοντος ειλικρίνειας υπάρχει αν ο οφειλέτης, από δόλο ή βαριά αμέλεια, αποκρύπτει εισοδήματα από οποιαδήποτε πηγή και αν προέρχονται, ή περιουσιακά στοιχεία, κατά τέτοιο τρόπο ώστε να εμφανίζεται μειωμένων οικονομικών δυνατοτήτων και έτσι να επιτύχει παράνομα μειωμένη ικανοποίηση των πιστωτών του, εκτός βέβαια αν η παράλειψη αυτή είναι εντελώς ασήμαντη και επουσιώδης.
Ως δόλος νοείται η εκ μέρους του δράστη πρόβλεψη και αποδοχή του παράνομου αποτελέσματος ορισμένης συμπεριφοράς, την οποία αυτός επιχειρεί, αν και γνωρίζει τα περιστατικά που την καθιστούν παράνομη. Στη συγκεκριμένη περίπτωση με δόλο ενεργεί ο οφειλέτης, όταν, εν γνώσει του, υποβάλει ψευδή δήλωση που δεν ανταποκρίνεται δηλαδή στην αλήθεια, χωρίς να χρειάζεται κάποιο πρόσθετο στοιχείο, ενώ ως βαριά χαρακτηρίζεται η αμέλεια, όταν η απόκλιση από το μέτρο συμπεριφοράς του μέσου συνετού και επιμελούς ανθρώπου είναι ασυνήθης και ιδιαίτερα μεγάλη.
Η κρίση για το χαρακτήρα της αμέλειας ως βαριάς είναι θέμα αξιολόγησης των πραγματικών περιστατικών από το δικαστήριο. Για να επέλθουν σε βάρος του οφειλέτη οι οριζόμενες στο νόμο πιο πάνω δυσμενείς κυρώσεις δεν απαιτείται με τη συμπεριφορά αυτή του οφειλέτη να έχει μειωθεί (βλαβεί) η ικανοποίηση των πιστωτών.
Αρκεί ότι οι εσφαλμένες ή ατελείς δηλώσεις του οφειλέτη είναι πρόσφορες να μειώσουν (ζημιώσουν) την ικανοποίηση των πιστωτών. Όταν όμως οι παραβάσεις του οφειλέτη είναι εντελώς επουσιώδεις, δεν δικαιολογείται η προβλεπόμενη στο νόμο παραπάνω αντιμετώπιση. Επίσης, δεν χρειάζεται να αναφέρονται στην αίτηση του άρθρου 4 παρ. 1 του ίδιου νόμου τα ποσά, που είχαν εισπραχθεί κατά το παρελθόν στο βαθμό που αυτά, κατά την υποβολή της αίτησης, έχουν πλέον αναλωθεί προς κάλυψη αναγκών του οφειλέτη ή για εξόφληση οφειλών του, αφού έχουν παύσει να αποτελούν περιουσία του.
Ο οφειλέτης πάντως πρέπει να αναφέρει και τα περιουσιακά στοιχεία, τα οποία, κατά τη δική του υποκειμενική εκτίμηση, μπορεί να είναι και χωρίς αξία ή και χωρίς πιθανότητα ρευστοποίησης ή είσπραξης, καθώς ο μόνος αρμόδιος να ενημερωθεί γι` αυτά και να τα αξιολογήσει είναι ο δικαστής. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό και με τις υπόλοιπες του Ν. 3869/2010, προκύπτει ότι όλες οι διαδικασίες, που προβλέπονται και ρυθμίζονται από το νόμο αυτόν, αποβλέπουν στο να διευκολύνουν τον έντιμο και καλόπιστο οφειλέτη, ο οποίος περιήλθε, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία εκπληρώσεως των οφειλών του.
Σε κάθε πάντως περίπτωση, ένας ανειλικρινής σε κρίσιμα ζητήματα οφειλέτης (περιουσιακή κατάσταση - εισοδήματα) δεν κρίνεται άξιος να τύχει της ευνοϊκής μεταχείρισης του νόμου (ΑΠ 120/2021, ΑΠ 1397/2019, ΑΠ 1206/2018, ΑΠ 636/2017). Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι εάν ο οφειλέτης δεν περιλάβει κάποιο αξιόλογο περιουσιακό στοιχείο, γεγονός που μπορεί να διαγνωσθεί από την περαιτέρω πορεία της διαδικασίας, τότε αναδεικνύεται ότι η υποβληθείσα αίτηση δεν είναι πλήρης, η δε αίτηση από την οποία έχει παραληφθεί η αναφορά κάποιου αξιόλογου περιουσιακού στοιχείου από δόλο ή βαριά αμέλεια είναι ανειλικρινής και όχι αόριστη.
Η παράβαση του καθήκοντος αυτού από δόλο ή βαριά αμέλεια συνεπάγεται την απόρριψη της αίτησης του οφειλέτη για υπαγωγή του στη ρύθμιση του Ν. 3869/2010, εφόσον την επικαλεσθεί ρητά, με αίτηση ή και κατ' ένσταση, όπως προαναφέρθηκε, οποιοσδήποτε πιστωτής, που μετέχει στη διαδικασία μέσα σε προθεσμία ενός έτους από τότε που την πληροφορήθηκε.
Η απόρριψη δηλαδή της αίτησης, ή η έκπτωση του οφειλέτη γίνεται κατόπιν σχετικού αιτήματος προς το δικαστήριο κάποιου από τους πιστωτές. Αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο δεν δύναται να προβεί στον έλεγχο εκπλήρωσης της υποχρέωσης αυτής του οφειλέτη και σε έκπτωσή του από τη διαδικασία.
Συνεπώς, από όλα τα ανωτέρω εκτεθέντα προκύπτει σαφώς, ότι η ανειλικρίνεια της αίτησης και της συναφούς υπεύθυνης δήλωσης, δεν λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, αλλά αυτή (ανειλικρίνεια) επιφέρει την απόρριψη της αίτησης για ουσιαστικούς λόγους, μετά από αίτημα (υποβαλλόμενο με αίτηση, ή και κατ' ένσταση), οποιουδήποτε μετέχοντος στη διαδικασία πιστωτή, η οποία υποβάλλεται μέσα σε ένα έτος από τότε που την πληροφορήθηκε (ΑΠ 277/2018).
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 744 και 759 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δικ. προκύπτει ότι το δικαστήριο, κατά τη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας, μπορεί και αυτεπαγγέλτως να διατάζει κάθε μέτρο πρόσφορο για την εξακρίβωση πραγματικών γεγονότων, ακόμη και εκείνων που δεν έχουν προταθεί και ιδιαίτερα γεγονότων που συντελούν στην προστασία των ενδιαφερομένων ή της έννομης σχέσεως ή του γενικότερου κοινωνικού συμφέροντος (άρθρο 744 Κ.Πολ.Δικ.) και ότι το δικαστήριο, ακόμη και αποκλίνοντας από τις διατάξεις που ρυθμίζουν την απόδειξη, διατάζει αυτεπαγγέλτως κάθε τι, που, κατά την κρίση του, είναι απαραίτητο για την εξακρίβωση της αλήθειας των πραγματικών γεγονότων (άρθρο 759 παρ. 3 Κ.Πολ.Δικ.).
Με τις διατάξεις αυτές εισάγεται απόκλιση από τη ρύθμιση του άρθρου 106 του Κ.Πολ.Δικ. και καθιερώνεται για τις υποθέσεις της εκούσιας δικαιοδοσίας το ανακριτικό σύστημα, το οποίο παρέχει στο δικαστήριο ελευθερία αυτεπάγγελτης ενέργειας και συλλογής του αποδεικτικού υλικού και εξακριβώσεως πραγματικών γεγονότων, ακόμη και εκείνων, που δεν έχουν προταθεί, τα οποία ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Η ειδική αυτή ρύθμιση καταλαμβάνει τις γνήσιες και τις μη γνήσιες υποθέσεις της εκούσιας δικαιοδοσίας, δηλαδή και εκείνες τις ιδιωτικές διαφορές, που ο νόμος παραπέμπει για εκδίκαση στην ειδική αυτή διαδικασία, λόγω της απλότητας και συντομίας από την οποία κυριαρχείται. Το ανακριτικό αυτό σύστημα ισχύει και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ενώ η εξουσία του δικαστηρίου για λήψη κάθε πρόσφορου μέτρου για την ανεύρεση της αλήθειας δεν οριοθετείται από το νόμο και, άρα, είναι απεριόριστη, αφού μπορεί να λάβει υπόψη ακόμη και άκυρα ή ανυπόστατα αποδεικτικά μέσα (όχι όμως και ανεπίτρεπτα), καθώς και αποδεικτικά μέσα, που δεν πληρούν τους όρους του νόμου ή αποδεικτικά μέσα εκτός του καταλόγου του άρθρου 339 του Κ.Πολ.Δικ., αποδεσμευόμενο από τους αποδεικτικούς τύπους της αυστηρής αποδείξεως (ΑΠ 508/2020, ΑΠ 257/2020, ΑΠ 1398/2019, ΑΠ 986/2018, ΑΠ 769/2015, ΑΠ 236/2015).
Ωστόσο, η εξουσία, που παρέχει στο δικαστήριο, η καθιέρωση του ανακριτικού συστήματος στις υποθέσεις της εκούσιας δικαιοδοσίας, δεν αφικνείται μέχρι του σημείου να μπορεί το δικαστήριο να λάβει αυτεπαγγέλτως υπόψη αυτοτελείς ισχυρισμούς, για τους οποίους ο ίδιος ο νόμος ορίζει ότι για να ληφθούν υπόψη από το δικαστήριο πρέπει να προταθούν από το διάδικο.
Ειδικότερα, το δικαστήριο, στις υποθέσεις της εκούσιας δικαιοδοσίας, παρά την εφαρμογή ανακριτικού συστήματος, δεν δύναται να λάβει υπόψη αυτεπαγγέλτως αυτοτελή ισχυρισμό, όταν ο νόμος καθιερώνει τη λήψη υπόψη αυτού μόνο κατόπιν προτάσεώς του από το διάδικο, τέτοια δε νομοθετική πρόβλεψη υπάρχει τόσο στην περίπτωση του τελευταίου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 1 του Ν. 3869/2010, σύμφωνα με την οποία την ύπαρξη του δόλου επικαλείται και αποδεικνύει ο πιστωτής, προς το συμφέρον του οποίου τάσσεται η νομοθετική αυτή ρύθμιση και επομένως, την ύπαρξη του δόλου ερευνά το επιλαμβανόμενο της υποθέσεως δικαστήριο, όχι αυτεπαγγέλτως, αλλά μετά από πρόταση πιστωτή, ο οποίος πρέπει να προτείνει το σχετικό ισχυρισμό κατ' ένσταση και βαρύνεται με την απόδειξη αυτού ( ΑΠ 632/2019, ΑΠ 1446/2018, ΑΠ 286/2017, ΑΠ 65/2017, ΑΠ 153/2017), όσο και στην ανωτέρω περίπτωση του άρθρου 10 παρ. 1 εδ.
α` και β` του ίδιου νόμου 3869/2010, σύμφωνα με την οποία ο οφειλέτης έχει την υποχρέωση να υποβάλει ειλικρινή δήλωση για τα περιουσιακά στοιχεία και εισοδήματά του, την παράβαση δε της εν λόγω υποχρεώσεως από δόλο ή βαριά αμέλεια, όπως ρητά ορίζεται με τη νομοθετική αυτή ρύθμιση, τη λαμβάνει υπόψη του το δικαστήριο μετά από "αίτηση του πιστωτή" ( ή, όπως προεκτέθηκε, και κατ' ένσταση) και όχι αυτεπαγγέλτως (ΑΠ 277/2018).
Συνεπώς, παρά την εφαρμογή του ανακριτικού συστήματος στην ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, με την οποία δικάζονται, σύμφωνα με το άρθρο 3 του Ν. 3869/2010, οι υποθέσεις για τη ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, δεν είναι επιτρεπτή η αυτεπάγγελτη από το δικαστήριο λήψη υπόψη της υποβολής ανειλικρινούς δηλώσεως από τον οφειλέτη, αφού αυτή, σύμφωνα με τη σχετική ανωτέρω ρητή νομοθετική ρύθμιση, πρέπει, για να ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο, να την επικαλεστεί με αίτησή του (ή κατ' ένσταση), οποιοσδήποτε πιστωτής που μετέχει στη διαδικασία.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμός 1 εδ. α' του Κ.Πολ.Δ., όπως ίσχυε, τόσο πριν όσο και μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015, που εφαρμόζεται και στην παρούσα διαδικασία (άρθρο 14 του Ν. 3869/2010), κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.
ΑΠ 31/2009, Ολ. ΑΠ 7/2006, ΑΠ 757/2015). Με το λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ. (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου), όπως γίνεται δεκτό και κατά την ερμηνεία και εφαρμογή της αντίστοιχης παρόμοιας διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.
Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λ.π. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ. ΑΠ 27 και 28/1998). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Με το λόγο αυτό, που είναι αντίστοιχος του από το άρθρο 559 αριθμ. 1 εδ. α` ΚΠολΔ, λόγου αναίρεσης, δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ ( ΑΠ 53/2020, ΑΠ 634/2019, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 551/2018, ΑΠ 1753/2017, ΑΠ 849/2007).
Στην προκειμένη περίπτωση το Μονομελές Πρωτοδικείο Τρικάλων, το οποίο δίκασε ως Εφετείο, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 60/2020 απόφασή του, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπησή της, δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική δίκη μέρος της, τα ακόλουθα: "Με τον πρώτο λόγο της υπό κρίση έφεσης η εκκαλούσα ισχυρίζεται ότι εσφαλμένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εξέτασε αυτεπαγγέλτως την παραβίαση του καθήκοντος αληθείας, κατ' άρθρ. 10 παρ.1 ν. 3869/2010, χωρίς να υπάρξει προηγούμενη σχετική ένσταση εκ μέρους της πιστώτριας-καθ' ής η αίτηση.
Ο λόγος αυτός, ο οποίος επιχειρείται να θεμελιωθεί στην άνω διάταξη νόμου, κρίνεται νόμω αβάσιμος και ένεκα τούτου απορριπτέος, διότι για τις υποθέσεις της εκούσιας δικαιοδοσίας καθιερώνεται το ανακριτικό σύστημα, που παρέχει στο δικαστήριο ελευθερία αυτεπάγγελτης ενέργειας και πρωτοβουλίας συλλογής του αποδεικτικού υλικού και εξακρίβωσης των πραγματικών γεγονότων που ασκούν επίδραση, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στην υπό στοιχ.
Ill νομική σκέψη, γεγονός που συνέβη και στην προκείμενη περίπτωση, που το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ήχθη σε συμπέρασμα περί παραβίασης του καθήκοντος ειλικρίνειας μετά από αξιολόγηση του εισφερθέντος αποδεικτικού υλικού, ακόμη και χωρίς σχετική ένσταση της καθ' ής πιστώτριας". Ακολούθως, το ως Εφετείο, δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Τρικάλων, με την άνω προσβαλλόμενη απόφασή του, μετά από εκτίμηση των επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η αιτούσα, ηλικίας σήμερα 62 ετών, είναι έγγαμη με τον Π.
Κ. και μητέρα δυο (2) ενήλικων τέκνων (βλ. το από 14-2-2018 πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης του Δήμου ...), και διαμένει, μαζί με το σύζυγο, σε ιδιόκτητο διαμέρισμα, συγκυριότητας σε ποσοστό 10% της ίδιας και 90% του συζύγου της, εμβαδού 151,00τ.μ., με της επ' αυτού αποθήκης 7 τ.μ., επί οικοδομής που βρίσκεται στην πόλη των … και επί της οδού ...
και ... Η αιτούσα, τυγχάνει συνταξιούχος της Εθνικής Τράπεζας, λαμβάνοντας μηνιαίως το ποσό των 1.068,25 ευρώ (όπως προκύπτει από την εκκαθάριση μηνός Φεβρουαρίου 2018 του ΕΦΚΑ), ενώ ο συνοικών σύζυγος της, τυγχάνει άνεργος εγγεγραμμένος στο ταμείο του ΟΑΕΔ, ενώ ο ένας υιός της εργάζεται στην ..., χωρίς να προκύπτει ο μηνιαίος μισθός που λαμβάνει, και ο έτερος υιός, ο οποίος σταμάτησε τις σπουδές του το έτος 2009 και επανεκκίνησε αυτές το έτος 2018, τυγχάνει φοιτητής στην πόλη της ....
Ο σύζυγος της αιτούσας διατηρούσε εμπορικό κατάστημα μουσικών οργάνων στην πόλη των …, όμως το έτος 2009 κηρύχθηκε σε κατάσταση πτώχευσης, λόγω αδυναμίας του να ανταποκριθεί στις οφειλές του προς τους προμηθευτές, την εφορία, τα ασφαλιστικά ταμεία και τους ιδιώτες. Οι δαπάνες της αιτούσας περιορίζονται σ' αυτές που απαιτούνται για την ικανοποίηση των βιοτικών αναγκών του ιδίας και του συνοικούντος ως άνω μέλους της οικογένειας της.
Σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την κατάθεση της ένδικης αίτησης η αιτούσα είχε αναλάβει τα παρακάτω χρέη, τα οποία τόσο αυτά προς την ανέγγυα όσο και αυτά και προς την ενέγγυα πιστώτρια - καθ' ής η αίτηση, κατά πλάσμα του νόμου, θεωρούνται με την κοινοποίηση της αίτησης ληξιπρόθεσμα και υπολογίζονται με την τρέχουσα αξία τους κατά το χρόνο κοινοποίησης της αίτησης, με εξαίρεση τα παρακάτω εμπραγμάτως ασφαλισμένα στεγαστικά δάνεια, των οποίων ο εκτοκισμός συνεχίζεται με το επιτόκιο ενήμερης οφειλής μέχρι το χρόνο έκδοσης της απόφασης (άρθ. 6 παρ. 3 ν. 3869/10).
Ειδικότερα, από την καθ' ής πιστώτρια τραπεζική εταιρία, είχε λάβει, ως οφειλέτρια, όλα της τα δάνεια και συγκεκριμένα: δύο (2) στεγαστικά δάνεια, δυνάμει των υπ' αριθ. ... και ... συμβάσεων αντίστοιχα, από τα οποία όφειλε, μέχρι την 11-4-2011, τα ποσά των 87.019,75 € και 81.273,46 € αντίστοιχα, δύο (2) καταναλωτικά δάνεια, δυνάμει των υπ' αριθμ. ...
και ... συμβάσεων αντίστοιχα, από τα οποία όφειλε, μέχρι την 11-4-2011, τα ποσά των 9.459,96 € και 24.540,90 € αντίστοιχα και τρία (3) δάνεια μέσω πιστωτικής κάρτας, δυνάμει των υπ' αριθμ. ..., ... και ... συμβάσεων αντίστοιχα, από τα οποία όφειλε, μέχρι την 11-4-2011, τα ποσά των 422,92 €, 3.590,95 € και 4.693,30 € αντίστοιχα (βλ. αναλυτική κατάσταση οφειλών της εν λόγω πιστώτριας τραπεζικής εταιρίας).
Από τις προαναφερόμενες ως άνω απαιτήσεις της καθ' ής πιστώτριας τυγχάνουν εμπραγμάτως εξασφαλισμένες με προσημείωση υποθήκης επί της κύριας κατοικίας της, οι απορρέουσες οφειλές από τα άνω δύο στεγαστικά δάνεια. Η αιτούσα, όπως αποδείχθηκε μεταξύ άλλων, προσκόμισε κατά το στάδιο της επικαιροποίησης των δικαιολογητικών της, όπως και κατά το χρόνο κατάθεσης της αίτησης (στις 20-12-2011), όλα τα περιουσιακά της στοιχεία (καθώς και αυτά του συζύγου της), τα οποία αναφέρονται στην ένδικη αίτηση, δηλώνοντας ότι είναι αληθή.
Από τις προσκομιζόμενες όμως από την ίδια βεβαιώσεις δηλωθείσας περιουσιακής κατάστασης ακινήτων των ετών 2010 έως και 2017 προκύπτει ότι αυτή είναι συγκυρία σε ποσοστό 4,16% και των κάτωθι αγροτεμαχίων και σε ποσοστό 37,5% μιας παλαιάς οικίας και συγκεκριμένα: ενός αγροτεμαχίου στη θέση "..." εκτάσεως 3.000 τ.μ., ενός αγροτεμαχίου στη θέση "..." εκτάσεως 3.000 τ.μ., ενός αγροτεμαχίου στη θέση "..." εκτάσεως 2.000 τ.μ., ενός αγροτεμαχίου στη θέση "..." εκτάσεως 500 τ.μ., ενός αγροτεμαχίου στη θέση "..." εκτάσεως 2.000 τ.μ., ενός αγροτεμαχίου στη θέση "..." εκτάσεως 2.000 τ.μ.
και ενός αγροτεμαχίου στη θέση "..." εκτάσεως 2.000 τ.μ., όλα ευρισκόμενα στο Δ.Κ. ... και μίας οικίας ευρισκόμενης εντός της πόλης των … επί της οδού ... και ..., επιφάνειας 58 τ.μ. επί οικοπέδου 331 τ.μ. Και πράγματι η αιτούσα με τις πρωτοδίκως κατατεθείσες νομοτύπως προτάσεις της συμπλήρωσε παραδεκτά την άνω μη αναφορά στην αίτησή της των ακινήτων αυτών συγκυριότητάς της, όπως ισχυρίζεται με τον δεύτερο λόγο της έφεσής της, πλην όμως σε ουδεμία αναφορά στην αίτηση ή σε παραδεκτή διόρθωση κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, δεν προέβη σε σχέση με το ποσό της εφ' άπαξ χρηματικής παροχής, ύψους 50.000,00 ευρώ, που έλαβε από την καθ' ής Τράπεζα και εργοδότριά της στην οποία εργαζόταν πριν τη συνταξιοδότησή της, όπως η ίδια βεβαίωσε στην ανωμοτί εξέτασή της στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και περιέχεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη απόφαση πρακτικά της συζήτησης, και το οποίο όφειλε, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στην υπό στοιχ.
II μείζονα σκέψη της παρούσας, είτε να έχει αναφέρει στην αίτησή της και στην κατηγορία εισοδήματα "από κάθε άλλη πηγή", ή εφόσον αυτό εισπράχθηκε μεταγενέστερα, να το δηλώσει αρμοδίως. Επομένως, η αιτούσα παραβίασε το καθήκον ειλικρίνειας που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 10 ν.3869/2010, αφού παρόλο που συμπλήρωσε νομίμως με τις κατατεθείσες πρωτοδίκως προτάσεις της την ακίνητη περιουσία της, δεν δήλωσε όμως την εφ' άπαξ χρηματική παροχή που έλαβε από την καθ' ής ένεκα της συνταξιοδότησής της, γι' αυτό και πρέπει να απορριφθεί ο δεύτερος λόγος της υπό κρίση έφεσης ως ουσιαστικά αβάσιμος.
Από τα παραπάνω προκύπτει ότι η κατάσταση των εισοδημάτων της αιτούσας - εκκαλούσας είναι διαφορετική από αυτήν που η ίδια παρουσιάζει με τις υπό κρίση αίτηση και έφεση και με τις αντίστοιχες έγγραφες προτάσεις της, και, συνεπώς, η αιτούσα - εκκαλούσα έχει προβεί σε ανειλικρινή δήλωση στην κρινόμενη αίτησή της όσον αφορά στα δικά της εισοδήματα, η δε αποσιώπηση της ύπαρξης και άλλων πηγών εισοδημάτων οφείλεται τουλάχιστον σε βαριά αμέλεια της ίδιας και έχει ιδιαίτερη σημασία για την εκτίμηση της πραγματικής οικονομικής κατάστασής της, αφού είναι πρόσφορη να ζημιώσει την ικανοποίηση της πιστώτριας - καθ' ής η αίτηση, καθώς εμφανίζει τις οικονομικές της δυνάμεις ασθενέστερες των πραγματικών.
Επομένως, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος ο τέταρτος λόγος της έφεσης, καθώς αποδείχθηκε ότι η αιτούσα τελούσε τουλάχιστον σε βαριά αμέλεια ως προς την αναφορά των εισοδημάτων της. Τέλος, ως ουσιαστικά αβάσιμος πρέπει να απορριφθεί και ο πέμπτος λόγος της έφεσης, δεδομένου ότι παρόλο που δεν εμπίπτει στην υποχρέωση ειλικρίνειας και η αναφορά των περιουσιακών στοιχείων του συζύγου της αιτούσας, καθώς αυτά δεν υπόκεινται σε εκποίηση και δεν ενδιαφέρουν στη διαδικασία του ν.3869/2010, όμως η μη αναφορά όλων των εισοδημάτων της αιτούσας, κατά τα άνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, καθιστά την αίτησή της μη ειλικρινή και συνεπώς απορριπτέα, ανεξαρτήτως της μη αναφοράς των ακινήτων του συζύγου της στην υπεύθυνη δήλωση και στην αίτησή της.
Συνεπώς και δεδομένου ότι το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης κρίνεται εσφαλμένο αλλά το διατακτικό της ορθό πρέπει να αντικατασταθούν οι αιτιολογίες κατ' αρθρ. 534 ΚΠοΛΔ και να απορριφθεί η κρινόμενη έφεση". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Μονομελές Πρωτοδικείο Τρικάλων, που δίκασε ως Εφετείο, αφού απέρριψε ως μη νόμιμο τον πρώτο λόγο έφεσης, με τον οποίο η εκκαλούσα και ήδη αναιρεσείουσα παραπονείτο ότι εσφαλμένα το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εξέτασε αυτεπαγγέλτως την παραβίαση του καθήκοντος ειλικρινούς δήλωσης, κατ' άρθρο 10 παρ.1 ν. 3869/2010, χωρίς να υπάρξει προηγούμενη σχετική ένσταση εκ μέρους της εφεσίβλητης και ήδη αναιρεσίβλητης - πιστώτριας τράπεζας και αφού, περαιτέρω ερευνώντας κατ' ουσίαν την αίτηση της αναιρεσείουσας έκρινε, επίσης αυτεπαγγέλτως και χωρίς σχετικό αίτημα της αναιρεσίβλητης - πιστώτριας, ότι η αναιρεσείουσα προέβη σε ανειλικρινή δήλωση στην κρινόμενη αίτησή της, όσον αφορά στα δικά της εισοδήματα και ότι έτσι παραβίασε, τουλάχιστον από βαριά αμέλεια, το καθήκον ειλικρινούς δήλωσης του άρθρου 10 παρ.1 ν. 3869/2010, αντικατέστησε τις αιτιολογίες της υπ' αριθμ. 175/2018 πρωτόδικης απόφασης του Ειρηνοδικείου Τρικάλων, που είχε απορρίψει την από 19-09-2011 αίτηση της αναιρεσείουσας περί υπαγωγής της στο Ν. 3869/2010 και ρύθμισης των οφειλών της προς την αναιρεσίβλητη [κρίνοντας αυτεπαγγέλτως ότι η αναιρεσείουσα παραβίασε το καθήκον αληθείας, παραλείποντας να αναφέρει όλη την ακίνητη περιουσία της ίδιας και του συζύγου της] και κατόπιν όλων αυτών δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση.
Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το, ως Εφετείο, δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Τρικάλων, παραβίασε ευθέως την ως άνω ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 10 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, την οποία εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε, ερευνώντας αυτεπαγγέλτως και χωρίς την υποβολή σχετικής αίτησης (ή ένστασης), εκ μέρους της μετέχουσας στη διαδικασία πιστώτριας αναιρεσίβλητης Τράπεζας, την παράβαση της υποχρέωσης υποβολής ειλικρινούς δήλωσης της αναιρεσείουσας για τα εισοδήματά της, ήτοι ερεύνησε την ειλικρίνεια της δήλωσης της αναιρεσείουσας παρά την έλλειψη της, από την άνω ουσιαστική διάταξη του άρθρου 10 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, τιθέμενης αναγκαίας προϋπόθεσης για την εφαρμογή της διάταξης αυτής, δηλαδή της υποβολής σχετικής αίτησης (ή ένστασης) από οποιονδήποτε πιστωτή.
Ειδικότερα, σύμφωνα και με όσα αναφέρθηκαν στην προηγηθείσα νομική σκέψη της παρούσας, ο νόμος και συγκεκριμένα η ως άνω ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 10 παρ. 1 του Ν. 3869/2010 διαμόρφωσε την έρευνα από το Δικαστήριο της παράβασης, από δόλο ή βαριά αμέλεια, της υποχρέωσης του οφειλέτη να υποβάλει ειλικρινή δήλωση για τα περιουσιακά στοιχεία και τα εισοδήματά του, κατόπιν επίκλησης της παράβασης αυτής, με σχετική αίτηση (ή, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, με ένσταση) οποιουδήποτε πιστωτή και όχι αυτεπαγγέλτως.
Επομένως, παρά την εφαρμογή ανακριτικού συστήματος στην ένδικη υπόθεση, που εκδικάζεται κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, εφόσον η ανωτέρω διάταξη του άρθρου 10 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, καθιερώνει τη λήψη υπόψη του πραγματικού ισχυρισμού περί ανειλικρινούς δηλώσεως του οφειλέτη, κατόπιν αιτήσεως (ή ενστάσεως) από οποιονδήποτε πιστωτή, δεν ήταν επιτρεπτή, σύμφωνα και με όσα προαναφέρθηκαν στη νομική σκέψη της παρούσας, η αυτεπάγγελτη από το άνω Δικαστήριο της ουσίας, λήψη υπόψη του πραγματικού αυτού ισχυρισμού περί υποβολής ανειλικρινούς δηλώσεως από την οφειλέτρια - αναιρεσείουσα, χωρίς να έχει γίνει επίκληση του ισχυρισμού τούτου από την πιστώτρια - αναιρεσίβλητη Τράπεζα.
Συνακόλουθα, το άνω Δικαστήριο της ουσίας, που δίκασε ως Εφετείο, το οποίο ερεύνησε την παραβίαση του καθήκοντος υποβολής ειλικρινούς δήλωσης της αναιρεσείουσας, παρά την έλλειψη της αναγκαίας εκ του νόμου προϋπόθεσης της υποβολής σχετικής αιτήσεως (ή ενστάσεως) από την πιστώτρια - αναιρεσίβλητη, παραβίασε ευθέως την εν λόγω ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 10 παρ. 1 του Ν. 3869/2010.
Επομένως, ο κατ` ορθότερο χαρακτηρισμό από τον αριθμό 1 και όχι από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ., πρώτος λόγος της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Μετά από αυτά, παρέλκει η έρευνα του δεύτερου λόγου της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, καθόσον η αναιρετική εμβέλεια του ως άνω πρώτου λόγου, που έγινε δεκτός, καθιστά αλυσιτελή την εξέτασή του.
Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή πλην εκείνου, που εξέδωσε την αναιρουμένη απόφαση (άρθρο 580 αριθμ. 3 Κ.Πολ.Δ.).
Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα για την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως (άρθρο 495 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα, από 1-1-2016, ένδικα μέσα).
Στην παρούσα απόφαση δεν θα περιληφθεί διάταξη για δικαστικά έξοδα, κατά το άρθρο 746 ΚΠολΔ, έστω και αν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται, όπως προεκτέθηκε, κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας, γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου αυτού, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση που προβλέπει το άρθρο 8 παρ. 6 εδάφ.
β' του παραπάνω Ν. 3869/2010, κατά το οποίο "...Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", η οποία εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη ( ΑΠ 507/2020, ΑΠ 1400/2019, ΑΠ 1379/2019, ΑΠ 882/2019, ΑΠ 156/2018, ΑΠ 1208/2017).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 60/2020 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων, που δίκασε ως Εφετείο.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο πιο πάνω Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλον δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την εν λόγω απόφαση. Και Διατάσσει την επιστροφή στην αναιρεσείουσα του παραβόλου που έχει καταθέσει.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Νοεμβρίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Φεβρουαρίου 2022.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ